Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘ΤΕΜΣΑ’

«Τα κατάφερε», ένα άγνωστο κείμενο του Μίμη

Posted by tofistiki στο 16/06/2013

Ενα άγνωστο σε όλους μας κείμενο του Μίμη, που βρήκε τυχαία η Κική ψάχνοντας κάτι άλλο στα αρχεία του υπολογιστή του. Σήμερα ειναι η γιορτή του πατέρα, λένε… Εμείς δεν μπορουμε να του προσφέρουμε δώρα, αλλα εκείνος μας έχει πολλά κρυμμένα ακόμα…

Τα κατάφερε…

Τους κατέβαζαν από την πελώρια τετραξονική νταλίκα, χωρίς να τους βγάλουν από τα σιδερένια κλουβιά τους, που τα άνοιγαν μονάχα σαν τα απίθωναν στο τσιμέντο του χώρου υποδοχής. Κατόπιν οι φύλακες άνοιξαν τις πόρτες των κλουβιών και, καθώς εκείνοι, μουδιασμένοι από την ακινησία και το στρίμωγμα, κουρασμένοι από τόσες ώρες ταξίδι, παραζαλισμένοι και σαστισμένοι από το θόρυβο και τις φωνές της υποδοχής δεν κουνήθηκαν, τους ανάγκασαν να βγούνε χτυπώντας και σπρώχνοντάς τους με καλάμια και ραβδιά.
Με τον ίδιο τρόπο τους οδήγησαν ως την είσοδο και πριν προφτάσουν να αντιδράσουν βρίσκονταν κρεμασμένοι από τα πόδια σ΄ ένα τσιγκέλι που έτριζε πάνω σ΄ έναν ατέρμονα οδηγό.
Ο Δημήτρης παρακολουθούσε άκεφος όλη αυτή τη σκηνή. Ήξερε την συνέχεια και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να παρακολουθήσει τη μακάβρια διαδικασία. Το τσιγκέλι θα τους μετέφερε στην αίθουσα σφαγής κι ένα δισκοπρίονο θα τους έκοβε αστραπιαία το κεφάλι…

ΤΕΜΣΑ_B&WΔεν ήθελε να σκέφτεται τη συνέχεια.Άλλωστε είχε τις δικές του έγνοιες και σκοτούρες. Ήταν η τρίτη φορά που ερχόταν για είσπραξη και ήταν αποφασισμένος να μη φύγει χωρίς λεφτά. Η εργολαβία που τους είχαν κάνει είχε προ πολλού τελειώσει, και είχε παραληφθεί κανονικά, εδώ και τρεις μήνες, αλλά λεφτά ακόμα δεν είδε εκτός από εκείνη την προκαταβολή σαν άρχισαν τις δουλειές.
Καθώς, άκεφος, τα συλλογιζόταν όλα αυτά, τον είδε…
Ήταν ο μόνος που είχε ξεφύγει από το ανάποδο κρέμασμα στο τσιγκέλι. Πώς τα κατάφερε; αναρωτήθηκε, καθώς τον έβλεπε να μένει κρυμμένος κάτω από την νταλίκα, ανάμεσα στους δίδυμους πίσω τροχούς. Για να περάσει η ώρα του βάλθηκε να τον παρατηρεί.
Στον αυθορμητισμό και την αισιοδοξία του Μίμη, οφειλόταν όλα. Κάνανε προφορική συμφωνία, πως θα τους πλήρωναν μόλις τους πήγαιναν το τιμολόγιο. Ο Μίμης πίστευε πως ήταν «συμφωνία κυρίων». Αμ δε! Τρεις μήνες τώρα το καιρορίχναν με διάφορες προφάσεις.
«Τζιράρουν τα λεφτά μας οι καργιόληδες» έλεγε ο Μήτσος, μετά από κάθε άπρακτη επίσκεψη.
«Ξέρουν πως δε μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο από το να τους ενοχλούμε με τις επισκέψεις μας, τα παράπονά μας, άντε και καμιά φωνή» συμπλήρωνε ο Μίμης ξεχνώντας πως εν μέρει ήταν υπεύθυνος γι΄ αυτήν την κατάσταση.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο» συλλογιζόταν ο Δημήτρης και σκέφτηκε πως κι αυτός ο φουκαράς ο δραπέτης δεν μπορούσε να κάνει τίποτες άλλο από το να κρύβεται κάτω από την νταλίκα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως τον ενδιέφερε η τύχη του.
Δεν έμεινε για πολύ ακίνητος στους πίσω τροχούς. Κινήθηκε προσεχτικά ως το μπροστινό μέρος της νταλίκας. Ο Δημήτρης τον είδε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά το προαύλιο του σφαγείου.
Ξέχασε τη δικιά του αδημονία, το ποσό που τους χρωστούσαν, τις υποχρεώσεις που τρέχανε, τον γυαλάκια του λογιστηρίου, όλο ευγένεια και τυπικότητα (προαλειφόμενος γιάπης, ο μαλάκας, με την τσάντα τη σαμσονάιντ – θα έλεγε ο Μήτσος) και περίμενε την επόμενη κίνηση του φυγάδα.
Τον είδε να βγαίνει ξαφνικά την προστατευτική σκιά της νταλίκας και να τρέχει ως το συρματόπλεγμα της περίφραξης. Εκεί χάθηκε σ΄ ένα χαντάκι, που υπήρχε σύρριζά της. Κανένας από το προσωπικό δεν τον είχε πάρει είδηση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | 3 Σχόλια »

 
Αρέσει σε %d bloggers: