Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Νίκος Σαραντάκος’

Εβδομάδα Ποίησης – επιλογές γ’ μέρος

Posted by tofistiki στο 24/03/2015

Σήμερα τελειώνει η φετινή εβδομάδα Ποίησης (19-24/3), και καθώς είναι η επέτειος θανάτου του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου ή Άχθου Αρούρη, θα αφιερώσω την ανάρτηση σε δυο δικά του ποιήματα. Όπως μου έγραψε κι η Κική, τόσα χρόνια, κι ακόμα μας λείπει, ακόμα τον σκεφτόμαστε. Άρα, κέρδισε την αθανασία, σκέφτομαι…
Το πρώτο είναι από τη συλλογή με τίτλο «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου», που εκδόθηκε μετά το θάνατό του:

Ο Τάκης
(αν τον έλεγαν Τάκη)kindyni-1

Λένε ποτέ μια συμφορά δε θα ‘ρθει μοναχή.
Έτσι και τότε, το Γενάρη του σαράντα δύο
λες και δεν ήταν αρκετά πείνα και κατοχή
είχε κι’ ένα διαβολεμένο κρύο.

Είχε χιονίσει από νωρίς και πήρε βοριαδάκι
που σκόρπαε στη Φτωχολογιά κρουσταλλιασμένα ρίγη.
Βγήκα να ρίξω μια ματιά, με τρόπο, στο σοκάκι
γιατί έπρεπε ο Χαράλαμπος να φύγει.

Έμενε τότε ένας χαφιές εκεί στη γειτονιά.
Ποιο μπαινοβγαίναν σπίτι μου δεν έπρεπε να ξέρει.
(Πότε θ’ απλώσει τιμωρός η Νέμεση το χέρι
να ξεβρωμίσει η γης… κρυφέ φονιά!)

Το βρήκα κει στο κούφωμα της πόρτας ζαρωμένο
απ’ του βορριά πολέμαγε να φυλαχτεί το «χάδι»
ένα σκιαγμένο ζωντανό κουρέλια τυλιγμένο
ενός μικρού παιδιού τ’ απολειφάδι.

Το πήρα μέσα που ‘χε φως και κάποια θαλπωρή,
μια στάλα τραχανά ζεστό του σέρβιρε η Ελένη.
Ήταν ό, τι καλύτερο μπόραε να δώσει η καψερή
και μεις σχεδόν απ’ όλα στερημένοι.

Έτρωγε. Στα ματάκια του μια ελπίδα τρεμοπαίζει
και διώχνει με τη ζέστα της τους μαζωμένους τρόμους.
Μα η κούραση το νίκησε κι έγειρε στο τραπέζι
Ποιος ξέρει πόσο γύριζε στους δρόμους.

Του στρώσαμε ένα πρόχειρο γιατάκι. Και το πήρα
σαν πούπουλο… Τ’ απόθεσα με τρόπο μην ξυπνήσει.
Λίγο πετσί και κόκκαλα μ’ ένα λεφούσι ψείρα
και μια ζωούλα που ‘θελε ν’ ανθίσει…

Το ζήσαμε. Από μια μπουκιά λιγώτερο ο καθείς.
Πέρασαν χρόνια. Κι έψαξε γι’ αυτούς που το ‘χαν θρέψει.
Μα εσένα Λάμπη, σου ‘μελε ν’ αδικοσκοτωθείς
κι εμείς απ’ το νησί είχαμε μισέψει.

Και ένα που αγαπώ πολύ, από μικρή το αγαπούσα, για την τόλμη του και την κοφτερή του γλώσσα:

axtopazziΓέννησις (Σάμος, 24.12.1937)

Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ’ στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.

Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.

Τάχατες τ’ άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ’ όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;

Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ’ την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.
‘Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
‘Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.

Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.
Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν’ αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ’ όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.

Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.

Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.

Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.

 

Όλες τις εκδηλώσεις για την Εβδομάδα Ποίησης, μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Η ζοφερή εικόνα στον «Τάκη» είναι της σπουδαίας χαράκτριας Άννας Κινδύνη, που έζησε τα παιδικά της χρόνια, ως πρόσφυγας, στη Μυτιλήνη.
Το σκίτσο του παππού μου, είναι του φίλου του, σημαντικού ζωγράφου -και όχι μόνο- της «Λεσβιακής Άνοιξης» Αντώνη Πρωτοπάτση.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Για την εκδήλωση «Στον απόηχο της Αιολικής Λογοτεχνικής Σχολής»

Posted by tofistiki στο 14/01/2014

Η εκδήλωση- αφιέρωμα στον Δημήτρη Σαραντάκο, είχε συγκινητικά μεγάλη επιτυχία και η αίθουσα αποδείχτηκε μικρή για τον κόσμο που ήρθε. Μακάρι να είχαμε φέρει ακόμα περισσότερα βιβλία να χαρίσουμε στο κοινό που παρακολούθησε· δυστυχώς δεν έφτασαν όσα φέραμε.

Ευχαριστούμε θερμά τους καλούς φίλους του, τον Στάθη Λιδωρίκη και τον Στρατή Ζαφείρη και βέβαια τον Νίκο, που μίλησαν για τον μηχανικό, λογοτέχνη, λόγιο, φίλο και σύντροφο, τον Μίμη.

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Ντόρα Βακιρτζή που ανέλαβε το συντονισμό της οργάνωσης και την εμπεριστατωμένη παρουσίαση, και ασφαλώς, τον Βλάση Αγτζίδη για την φιλοξενία, στα πλαίσια των Σεμιναρίων Σύγχρονης Ιστορίας. Όσα ακούστηκαν ήταν πολύ ενδιαφέροντα και γλαφυρά δοσμένα και ελπίζω να πάρουμε κάποια στιγμή το βίντεο της εκδήλωσης ώστε να μπορέσουμε να το αναρτήσουμε. (Έγινε ενημέρωση της ανάρτησης, έχουν προστεθεί τα βίντεο στο τέλος)

Ευχαριστούμε επίσης τους παλιούς καλούς φίλους που μας έκαναν την τιμή να παραστούν, ήταν μεγάλη χαρά μας που τους ξαναείδαμε. 

Ακολουθούν κάποια στιγμιότυπα από την εκδήλωση, με το φακό του Σταμάτη Λαγάνη:

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Για το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον Βλάση Αγτζίδη -για 6η συνεχή χρονιά- στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς  (Έπαυλη ΔροσίνηΒιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς), με τη συμμετοχή εκλεκτών επιστημόνων, διαβάστε εδώ.

Ενημέρωση 6/2/2014: Ο κ. Αγτζίδης, είχε την καλοσύνη να μας στείλει την βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης που έγινε από τον κ. Παύλο Κοσμίδη, και μπορείτε να την παρακολουθήσετε παρακάτω, σε 3 μέρη:

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορία, Λογοτεχνία, Πολιτιστικά, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Αφιέρωμα στον Δημήτρη Σαραντάκο, «Στον απόηχο της Αιολικής Λογοτεχνικής Σχολής»

Posted by tofistiki στο 02/01/2014

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΔείτε και σχετική δημοσίευση στο «Εμπρός«.

Για το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον Βλάση Αγτζίδη -για 6η συνεχή χρονιά- στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς  (Έπαυλη ΔροσίνηΒιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς), με τη συμμετοχή εκλεκτών επιστημόνων, διαβάστε εδώ.

Posted in Επικαιρότητα, Πολιτιστικά, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 Σχόλια »

Παρουσίαση βιβλίου: Γράμματα από το Παρίσι, του Κώστα Βάρναλη

Posted by tofistiki στο 16/12/2013

Επέτειος του θανάτου του Κώστα Βάρναλη σήμερα, και στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών γίνεται παρουσίαση του βιβλίου “Γράμματα από το Παρίσι”  που εκδόθηκε πρόσφατα, σε επιμέλεια του Νίκου Σαραντάκου, από τον εκδοτικό οίκο “Αρχείο”. Αντιγράφω, από τον ιστότοπο των εκδόσεων:
Το 1926 ο Βάρναλης επισκέφτηκε τη Γαλλία ως ανταποκριτής μιας εφημερίδας που δεν υπάρχει πια (Πρόοδος των Αθηνών). Σε μια στήλη που ονομαζόταν Γράμματα από το Παρίσι ή Παρισινά Γράμματα, κατέγραψε τις εντυπώσεις του, όχι μόνο από το Παρίσι, αλλά και από διάφορα άλλα μέρη της χώρας. Είναι οι πρώτες ανταποκρίσεις που έγραψε από κει -άρθρα ευχάριστα, ανάλαφρα, ενδιαφέροντα για όλους, γραμμένα με κέφι και σοβαρότητα, με την ευγενική ειρωνεία και το χιούμορ που χαρακτηρίζει τον ποιητή.
Με την έκδοση αυτή, τα Γράμματα δημοσιεύονται για πρώτη φορά σε βιβλίο. Συνοδεύονται από εφτά άρθρα περί αισθητικής, που γράφτηκαν την ίδια περίοδο, τα περισσότερα στο Παρίσι. Η έκδοση διαθέτει ένα εξαιρετικά προσεγμένο χρονολόγιο και έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιλαμβάνει αρχειακές φωτογραφίες του ποιητή από τα χρόνια της Γαλλίας, δύο σκίτσα φίλων του καλλιτεχνών και πρωτότυπη εικονογράφηση, βασισμένη στις φωτογραφίες που συνόδευαν τότε τα άρθρα της Προόδου.

-Διαβάστε σχετικά στο ιστολόγιο του Νίκου: Η πρωτεύουσα του κόσμου στον μεσοπόλεμο: ο Κ. Βάρναλης στο Παρίσι
-Συνέντευξη του Νίκου στον Στρατή Μπουρνάζο, από την «Αυγή»
 
-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών:
http://www.eie.gr/location-gr.html

Posted in Δημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Λογοτεχνία, Νέες εκδόσεις, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κάποτε τους έλεγαν και πόλισμαν

Posted by tofistiki στο 04/06/2013

Με την ευκαιρία της κουβέντας που γίνεται περί της προσφώνησης «μπάτσοι», που τόσο ενόχλησε τα χρηστά τηλεοπτικά μας ήθη, θυμήθηκα τις διηγήσεις του παππού μου για τον κ. Θεόδωρο, έναν εκκεντρικό τύπο που γνώριζε κι ο οποίος έτρεφε εξαιρετική αντιπάθεια προς τους αστυφύλακες. Ο πατέρας μου, στο βιβλίο του «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», στο οποίο αφηγείται τη ζωή του παππού μου, αφιερώνει ένα ολόκληρο -απολαυστικό- κεφάλαιο στον κ. Θεόδωρο, καθηγητή της Θεολογίας, άντρα πανύψηλο, με τεράστια σωματική δύναμη αλλά με εντελώς ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Από κει, το παρακάτω απόσπασμα με την «προσλαλιά προς πόλισμαν» που τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας μου είχαν αποστηθίσει και συνήθιζαν να την απαγγέλλουν θεατρικά, προς μεγάλη τέρψη των ακροατών τους. Κάποιες φράσεις, είχαν μείνει παροιμιώδεις στις παρέες τους και στην οικογένεια.

μια μποέμικη παρέα[…] Ο κύριος Θεόδωρος δε χρησιμοποιούσε συνήθεις ύβρεις στις λογομαχίες του. Είχε επινοήσει δικές του, αντλώντας συνήθως επίθετα και χαρακτηρισμούς από τη Βίβλο. Η χειρότερη ύβρις του ήταν υπήκοε του Αββαδών, την οποία απηύθυνε σε θηλυπρεπείς τύπους. Βαριές ήταν και οι ύβρεις: τοίχε κεκονιαμένε και σκλάβε καθώς και η τουρκική βρισιά, (συνεκφερομένη στερεοτύπως με την ελληνική της μετάφραση) ραγιά-κιοπόγλου κιοπέκ-άτιμε δούλε-παιδί της σκύλας. Όπως και η αποτρεπτική κραυγή προς κάθε επιτιθέμενο: πίσω σκλάβε!

Ειδική όμως υβριστική αποστροφή επεφύλασσε στους αστυφύλακες. Όπως προανέφερα, ο Θεόδωρος απεχθανόταν τους αστυνομικούς, από την εποχή που φοιτούσε στη σχολή αστυφυλάκων. Είχε λοιπόν φτιάξει μια ειδική προσλαλιά όταν απευθυνόταν προς κάποιο όργανο της τάξεως, την οποία μολονότι την είχαν ακούσει οι φίλοι αρκετές φορές δεν μπορούσαν, λόγω του μήκους της, να τη μάθουν απ’ έξω. Τελικά προκάλεσαν ξανά την απαγγελία της, βάζοντας κάποιο φίλο τους αστυφύλακα να ζητήσει «τα χαρτιά» του Θεόδωρου σ’ ένα δικό τους καφενείο, ενώ ο Μιχάλης κρυμμένος πίσω από το τεζιάκι κρατούσε σημειώσεις.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είχε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Θεόδωρος απευθυνόταν στον αστυφύλακα, κουνώντας το δάχτυλο του απειλητικά:

Πίσω!
Μη με πλησιάζεις ουδέ συρόμενος επί των γονάτων και διά του ατίμου μετώπου σου ψαύων την γην, όπως ενώπιον του Σουλτάνου και του Χαλίφου.
Είσαι κατώτερός μου. Σ’ το θέτω ταξικά!
Ούτε στο ίδιο εστιατόριο να φας ούτε στο ίδιο καφενείο να πιεις νερό!
Το επάγγελμά σου είναι άτιμον. Το επάγγελμα της πόρνης και του προδότου.

Στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος κι ο Θεόδωρος στρέφεται στο κοινό, παρουσιάζοντας τον αστυφύλακα:

Το απελπισμένο παιδί,
που ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο, να παίρνει ένα καρβέλι την ημέρα.
Όπου βλακόπαις και βουβαλόπαις και τεναγόπαις.
Όπου χασικλής και μάγκας κι αγαπητικός.
Που εκδίδει αθώας κορασίδας προς ικανοποίησιν αλλότριας φιληδονίας.

Ο αόρατος εχθρός του απείρου,
που παραμονεύει στη γωνιά και στομώνει το διαβάτη
και κατασκοπεύει την ανθρωπότητα.

Όν ατιμότερον των κατασκόπων, των προδοτών, των βασανιστών και των δημίων.

Εδώ, στρέφεται και πάλι στον πόλισμαν:

Θα σε δέσω με λύσσα σε βελανιδιά με μερμήγκια.
Γυμνόνε. Να μουκανιέσαι και να βοά η ρεματιά
και ν’ αντηχάει το μουκανητό σου στη χώρα.
Θα σου ανοίξω τρίτο μάτι ανάμεσα στα φρύδια
για να πηγαίνεις θαρρετά στον Άδη.
Θα σου περάσω τ’ άντερα λαιμαριά στο λαιμό.
Θα σου κλείσω το φούρνο με σαρανταοχτώ μανταλοσίδερα.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είναι το αριστούργημα της Θεοδωρείου μούσης. Είναι κείμενο εξαιρετικά δουλεμένο που παρουσιάζει μεγάλο υφολογικό ενδιαφέρον. Η φράση θα σου ανοίξω τρίτο μάτι είναι παρμένη από τον «Αθανάσιο Διάκο» του Βαλαωρίτη. Το σ’ το θέτω ταξικά από την καινοφανή τότε «κομμουνιστική διάλεκτο». Οι γλωσσοπλαστικές του ικανότητες (βλακόπαις, τεναγόπαις, βουβαλόπαις) εκπληκτικές, η σωστή εναλλαγή δημοτικής και καθαρεύουσας καθώς και η χρήση των «βοά» και «αντηχάει» για να δώσει την εντύπωση του αντιλαλητού της κραυγής μαρτυρούν μεγάλες λογοτεχνικές ικανότητες. Πολύ ζωντανή επίσης η εικόνα του απελπισμένου παιδιού που ροβόλησε από το, ορεινό και άγονο βεβαίως, χωριό του, με μόνη φιλοδοξία του να μπορεί να έχει ένα καρβέλι την ημέρα – τον άρτον ημών τον επιούσιον. Σ’ αυτή την ταπεινή φιλοδοξία αναφέρεται και η τελευταία απειλή της προσλαλιάς.

Σήμερα φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως θα ’ταν δυνατό να απευθύνεις σε όργανο της τάξεως τέτοιες ύβρεις χωρίς να βρεις για καλά τον μπελά σου, στη δεκαετία όμως του είκοσι φαίνεται πως ο κόσμος ήταν πιο ελεύθερος στις σχέσεις του με την αστυνομία, ίσως δε τα όργανα να μην αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα του Θεόδωρου ή ακόμα (και το πιθανότερο) να τον εξελάμβαναν σαν ακίνδυνο τρελό. Ύστερα, η αστυνομία πόλεων ήταν νέος θεσμός, οργανωμένος πρόσφατα από τους Άγγλους, που διατηρούσε πολλά από τα αγγλικά ήθη. Οι αστυφύλακες δεν οπλοφορούσαν παρά σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Ήταν ευγενέστατοι και άφηναν τις βρώμικες δουλειές, την αντιμετώπιση των απεργών, τη συνοδεία των υποδίκων κ.λπ. στους χωροφύλακες. […]

Φωτογραφία του κ.Θεόδωρου δεν βρήκα στο αρχείο του πατέρα μου και αμφιβάλλω αν αυτός ο τόσο ιδιόρρυθμος τύπος θα επέτρεψε ποτέ να τον φωτογραφήσουν. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από την εποχή πάνω-κάτω που ο παππούς μου γνωρίστηκε με τον κ. Θεόδωρο.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Μεταξύ αστείου και σοβαρού | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μποστ Λαϊκαί Εικόναι – Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, αφιέρωμα στον Μποστ

Posted by tofistiki στο 25/05/2013

Το βρήκα στο ιστολόγιο του Νίκου και το μεταφέρω: Το επόμενο Σάββατο, 1 Ιουνίου, στις 11 π.μ., στο μουσείο Γουναρόπουλου (οδός Γουναροπούλου 6, Άνω Ιλίσια) θα κάνει μια ξενάγηση στα σκίτσα της έκθεσης ‘Μποστ. Λαϊκαί Εικόναι’, δηλαδή θα προσπαθήσει να εντάξει το κάθε σκίτσο στο ιστορικό του πλαίσιο και να εξηγήσει μερικές από τις αναφορές και τους υπαινιγμούς του. Θα προηγηθεί η παρουσίαση των καθαυτό εικαστικών έργων της έκθεσης, από την επιμελήτρια κυρία Διονυσία Γιακουμή, και θα ακολουθήσει η προβολή δύο ντοκιμαντέρ για τον Μποστ.
Ακολουθεί η παρουσίαση της έκθεσης -που εγκαινιάστηκε στις 15 Μαϊου- από το http://www.culturenow.gr
 
Μποστ Λαϊκαί Εικόναι - Το Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον Μποστ

Το Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στο ζωγράφο, σκιτσογράφο, θεατρικό συγγραφέα και ποιητή Μέντη Μποσταντζόγλου, γνωστό ως Μποστ, με τίτλο «Μποστ. Λαϊκαί Εικόναι»  από τις 15 Μαΐου μέχρι τις 8 Ιουνίου 2013.

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Κωνσταντινούπολη 1918 – Αθήνα 1995), μια πολυσχιδής και πολυτάλαντη προσωπικότητα, άφησε το στίγμα του στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό με την ευρηματική και καυστική του σάτιρα, την ευφάνταστη και λαϊκότροπη ζωγραφική του, αλλά και την υπαινικτική, συχνά λογοπλαστική, ανορθογραφία του.

Η έκθεση του αφιερώματος περιλαμβάνει πάνω από σαράντα έργα ζωγραφικής του καλλιτέχνη, ζωγραφισμένα βότσαλα, ζωγραφισμένα χρηστικά αντικείμενα και μικροέπιπλα, σχέδια για θεατρικά σκηνικά και κοστούμια, και σκίτσα. Επίσης θα παρουσιαστούν θεατρικά κοστούμια που είχε σχεδιάσει ο Μποστ για τις παραστάσεις έργων του από τη θεατρική εταιρία «Στοά».

Εγκαίνια: Τετάρτη 15 Μαΐου 2013, ώρα 20.00

Τη βραδιά των εγκαινίων η θεατρική εταιρία «Στοά» θα παρουσιάσει δρώμενα από έργα και κείμενα του Μποστ και θα προβληθούν οι ταινίες ντοκιμαντέρ για τον Μποστ από τις σειρές Μονόγραμμα (σκηνοθεσία Γιώργου Σγουράκη) και Έλληνες γελοιογράφοι (σκηνοθεσία Κατερίνας Πανταζοπούλου).

Κατά τη διάρκεια του αφιερώματος οι παραπάνω ταινίες θα προβάλλονται διαδοχικά (συνολική διάρκεια 70 λεπτά) στην αίθουσα διαλέξεων του μουσείου σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα:

Τρίτη 21 Μαΐου,19:00 / Τετάρτη 22 Μαΐου, 19:00 / Σάββατο 25 Μαΐου, 12:30 / Τρίτη 28 Μαΐου, 19:00 / Τετάρτη 29 Μαΐου, 19:00 / Σάββατο 1 Ιουνίου, 12:30 / Τρίτη 4 Ιουνίου, 19:00 / Τετάρτη 5 Ιουνίου, 19:00 / Σάββατο 8 Ιουνίου, 12:30

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ σε όλες τις εκδηλώσεις

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Μεταξύ αστείου και σοβαρού, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

CHERCHEZ ΝΑ ΦΑΜ! Ο Μποστ του Τύπου

Posted by tofistiki στο 13/04/2013

Ο Μποστ, ήταν αγαπημένος σκιτσογράφος της οικογένειας. Θυμάμαι τα λευκώματά του, που διάβαζα όταν ήμουν μικρή με μεγάλη απορία, γι αυτόν τον «μεγάλο» που κάνει τόσα λάθη και δεν τον διορθώνουν!:-)

Στην έκθεση, που γίνεται μέχρι τις 19/5 στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς, έχει βάλει το χέρι του κι ο Νίκος, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο ιστολόγιό του:

Πρώτα όμως να πω μερικά για αυτή την έκθεση, στην οποία έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου: έχω διαλέξει τα σκίτσα, έχω γράψει σύντομα κατατοπιστικά σχόλια (περί τις 150-180 λέξεις για κάθε σκίτσο) και ταυτόχρονα έχω διαλέξει δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, από τα οποία έχει γίνει ένα κολλάζ, για να μπει ο θεατής στο κλίμα. (Εδώ μπορείτε να δείτε τι εννοώ). H έκθεση λοιπόν θα διαρκέσει έως τις 19 Μαΐου, όμως είναι ανοιχτά μόνο από Πέμπτη έως και Κυριακή. Πέρα από τις 42 γελοιογραφίες, εκτίθενται τα πρωτότυπα από 6 μεταγενέστερες γελοιογραφίες, πίνακες και άλλα έργα του Μποστ, προσωπικά του αντικείμενα, βιβλία και περιοδικά, ενώ υπάρχει και ειδική ενότητα όπου 19 σύγχρονοι γελοιογράφοι παρουσιάζουν σκίτσα που έφτιαξαν ειδικά για την περίσταση, φόρο τιμής στον Μποστ (πολλά είναι α λα μανιέρ ντε Μποστ).

Την Κυριακή 14 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί η ημερίδα «Ξαναθυμόμαστε τον Μποστ», όπου συμμετέχουν οι Κώστας Γεωργουσόπουλος (φιλόλογος, μεταφραστής και κριτικός θεάτρου), Στάθης Σταυρόπουλος (γελοιογράφος), Θανάσης Παπαγεωργίου (σκηνοθέτης), Γιάννης Κοντός (ποιητής), Μανόλης Σαββίδης (φιλόλογος), Τάσος Σακελλαρόπουλος (ιστορικός), Κώστας Μποσταντζόγλου (γραφίστας, γιος του Μποστ) και Νίκος Σαραντάκος.

Κι από τον ιστότοπο του Μουσείου Μπενάκη:

Στο Μουσείο Μπενάκη, μέχρι τις 19 Μαΐου.

Θέμα της έκθεσης είναι η γελοιογραφική σάτιρα του Μποστ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο από τα τέλη του 1950 έως το 1980. 
Τα ιδιοφυή σκίτσα του καλλιτέχνη εντάσσονται σε ιστορικό πλαίσιο και  η έκθεση ανιχνεύει την σύγχρονη σημασία της σάτιράς του, καθώς και την αισθητική της αρτιότητα, που ξεπερνά το εφήμερο. 
Ο Μποστ είναι τώρα όσο ποτέ πολιτικά επίκαιρος.
Με επίκεντρο τους θρυλικούς χαρακτήρες του, την καθημαγμένη Μαμά Ελλάδα, την Ανεργίτσα και τον Πειναλέοντα, οι γελοιογραφίες του συσχετίζονται με την σημερινή Ελλάδα της κρίσης. 
Στην έκθεση, επίσης, αναδεικνύεται η φιλολαϊκή οπτική του Μποστ που ξεπερνά τα κομματικά πλαίσια και δηλώνει πίστη σε ένα δημοκρατικό ήθος συμμετοχής. 
Σημαντικό σκέλος της είναι και τιμητικό αφιέρωμα στον Μποστ από σύγχρονους γελοιογράφους: το παρόν διαλέγεται με το παρελθόν, ωθώντας μας, όχι μόνο να γελάσουμε με τα χάλια μας, αλλά και «να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.».

Η έκθεση είχε προταθεί και σχεδιαστεί από την ιστορικό τέχνης Μαρία Κοτζαμάνη που χάθηκε πρόσφατα και υλοποιείται με την επιμέλεια της Μαρίνας Κοτζαμάνη, ως προσφορά στην μνήμη της μητέρας της.

 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Πολιτιστικά, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μνήμη Χαράλαμπου Κανόνη

Posted by tofistiki στο 29/03/2013

Σαν σήμερα, στις 29 Μαρτίου 1948, δολοφονήθηκε στη Χίο, από τους χωροφύλακες, ο Μυτιληνιός αγωνιστής Χαράλαμπος Κανόνης, ένας σπουδαίος άνθρωπος και αδερφικός φίλος του παππού μου, του Νίκου. Ο πατέρας μου, το 1987, εξέδωσε ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Χαράλαμπος Κανόνης, η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», από το οποίο παραθέτω το απόσπασμα που αναφέρεται στο θάνατό του. 
 
 

kanonis1

kanonis3
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 ***

 
Ένα ποίημα του παππού μου, για το φίλο του,
από τη συλλογή «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου»,
που πάντα μου έφερνε δάκρυα…
 
kanonis2

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Λογοτεχνία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Παιδιά κι αυτά…

Posted by tofistiki στο 20/03/2013

Με όλα όσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τον ποδοσφαιριστή που πανηγύρισε το γκολ του υψώνοντας το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό, και τις δικαιολογίες που ακούστηκαν από διάφορους για το νεαρόν της ηλικίας του -κάτι που επικαλέστηκε κι ο ίδιος θαρρώ στη δημόσια συγγνώμη που ζήτησε-  μου ήρθαν στο νου δυο άλλα παιδιά, το ένα σε ποίημα του παππού μου από τη συλλογή «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου» και το άλλο σε  σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη, από το λεύκωμα «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Παιδιά ήταν κι αυτά…

Εφτά χρονών

‘Ηταν μικρός, εφτά χρονώ, σαν ήρθε η κατοχή,
στην πρώτη τάξη… κι έλεγες πως δεν θα νοιώθει ακόμα.
‘Ομως το μίσος που έκρυβε για τον εχθρό η ψυχή
πώς χώραγε σε τοσοδούλι σώμα;

Τον Ούννο καθώς κοίταζε, που εμόλυνε τη γης
καβάλλα σε διαβολικά σιδερικά θανάτου
γινόταν όλος σύσπαση ανήμπορης οργής
κι άβυσσος ήταν η ματιά του.

Πληθαίναν γύρω τα δεσμά, τα πτώματα κι οι τάφοι.
Το σχήμα μιας εκδίκησης παίρναν σιγά τα μίση.
Κι ήταν μικρός… Να μπόραγε συνθήματα να γράφει…
Να δοκιμάσει τάχα…; Να τολμήσει…;

Τον ήβρε η σφαίρα ώς πάσκιζε τα γράμματα να φτάσει
όσο μπορούσε πιο ψηλά. Κι απόμεινε μισή,
σα μια κατάρα, που ακλουθά πέρ’ απ’ τον τάφο η φράση:
ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙ…

***

ΦΩΚΙΩΝ1

Στη λεζάντα του σκίτσου, διαβάζουμε:

Ο τελευταίος Άρειος (sic) στο Φάληρο.
Μια πολύ βιαστική μικρούλα στο Φάληρο άρχισε να γράφει στον τοίχο χαιρετισμό για τους συμμάχους μας, που θα έφταναν από στιγμή σε στιγμή. Δεν πρόφτασε να τελειώσει. Ένας από τους τελευταίους γερμανούς μοτοσυκλετιστές που περνούσε την είδε. Σταμάτησε, της φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι κι εξακολούθησε το δρόμο του.

Θαρρώ πως ο Φωκίων Δημητριάδης, περιγράφει τη δολοφονία της 15χρονης Ήβης Αθανασιάδου, που την ιστορία της άκουσα με συγκίνηση τόσες φορές από τη γιαγιά μου. Φαίνεται πως δυστυχώς, ο 20χρονος Κατίδης άκουγε άλλες ιστορίες από τους δικούς του παππούδες…

 
Το ποίημα του παππού Νίκου Σαραντάκου/Άχθου Αρούρη, το πήρα από τον ιστότοπο του Νίκου.

Posted in Επικαιρότητα, Ποίηση, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 09/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα και βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο πατέρας του Μίμη) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

«Ο Δημόκριτος και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος και ο Πρωταγόρας, είχαν καταλάβει πολλά από τα μυστικά της Φύσης. Δυστυχώς όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία τους χάθηκαν. Αν είχαν σωθεί, ίσως να είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η ανθρώπινη σκέψη. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά τους.»

Ο πατέρας μου συνέχιζε να μου αναπτύσσει τις απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων για τον Κόσμο και κατάληξε λέγοντας:

«Οι Έλληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός της Αρχαιότητας που δεν πίστευε πως τον Κόσμο τον έπλασε ο θεός ή οι θεοί.»

Από τότε που ήμουν στην τετάρτη Δημοτικού, ήξερα πως ο πατέρας μου ήταν άθεος. Δε μου είχε κάνει όμως ποτέ του καμμιά συζήτηση για τις πεποιθήσεις του ή τις δικές μου. Είχα βέβαια διαβάσει ένα ποίημα που είχε γράψει πριν πέντε χρόνια στη Σάμο, τη «Γέννηση», και μάλιστα με είχε κάπως σοκάρει το τέλος του,

«Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ, μες στου χειμώνα την καρδιά,
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδιά
και ρύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία»,

που μου φάνηκε βλάσφημο.

Η απομάκρυνσή μου από τη χριστιανική πίστη, που την είχα αδιαφιλονίκητη ως τα δώδεκά μου χρόνια, έγινε σιγά – σιγά. Για ένα σύντομο διάστημα έγινα οπαδός της αρχαίας θρησκείας του Δωδεκάθεου και ιδίως της θεάς Αθηνάς, που τη θαύμαζα, γιατί συνδύαζε την ομορφιά με τη σοφία. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα το βιβλίο «Αθηνά» των Γκόου και Ρέινεκ, της σειράς των «52 του Ελευθερουδάκη», και μαγεύτηκα από τον πολιτισμό και τη σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας.

Ξαφνικά ο Χριστιανισμός μού φάνηκε μίζερος, αυστηρός, σκοτεινός, και κατά κάποιον τρόπο ανήθικος. Άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά από όπως σκεφτόμουν ως τότε, ή μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε ουσιαστικά άρχισα να σκέφτομαι:

«πώς είναι δυνατό να έπλασε το φως και το σκότος, την ημέρα και τη νύχτα, την πρώτη μέρα της Δημιουργίας και τον ήλιο και τα αστέρια μόλις την τέταρτη;»
«πού βρέθηκε τόσο νερό για να σκεπαστεί όλη η Γη ως τα πιο ψηλά βουνά και πού πήγε αυτό το νερό μετά τον Κατακλυσμό;»
«από πού κι ως πού έπρεπε να νιώθω εγώ ένοχος γιατί ο Αδάμ έφαγε το μήλο;»
«γιατί είναι αμαρτία να φάω κρέας την Παρασκευή;»
«δεν πρέπει να κάνω το κακό για να μην τιμωρηθώ ή γιατί δεν είναι σωστό;»
«είναι ηθικό να κάνουμε το καλό, προσδοκώντας να ανταμειφθούμε στον Παράδεισο;»

και πολλές άλλες, που ως τότε δε μου είχαν περάσει από το μυαλό.

Μετά τη διασταύρωση της Γέρας αρχίζαμε να ανηφορίζουμε. Κοντά στο χωριό Λάμπου Μύλοι, πιο γνωστό ως Λάμπες, κάτσαμε σε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ήπιαμε δροσερό νερό και φάγαμε το φαΐ που μας είχε η μάνα μου στην καστάνια. Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, ξεκινήσαμε. Πριν ξεκινήσουμε, ο πατέρας μου έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο κι είδε την ώρα.

«Μπρε!», έκανε έκπληκτος. «Κοντεύει δύο, δηλαδή περπατάμε πέντε ώρες. Κουράστηκες;»
«Μπα όχι, εντάξει είμαι», του λέω και δεν έλεγα ψέματα.
«Θέλουμε άλλες έξι ώρες ως την Αγιά Παρασκευή», με προειδοποίησε «Τι λες, θα τα καταφέρεις;»
«Μη νοιάζεσαι», του λέω, αν και δεν ήμουνα σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

Περπατήσαμε άλλη μιαν ώρα και στην αρχή του Τσαμλικιού συναντήσαμε έναν αραμπά, που τον έσερναν δύο βόδια. Πήγαινε πιο αργά από μας, που κατά τους υπολογισμούς του πατέρα μου καλύπταμε περίπου τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα.

«Για πού το βάλατε, πατριώτες;», μας ρώτησε ο αραμπατζής.
«Για την Αγιά Παρασκευή», απάντησε ο πατέρας μου. «Εσείς;»
«Για την Καλλονή.»
«Έχει χώρο να μας πάρεις ως τη διασταύρωση;»
«Έχει, και θα σας πάρω το μισό ναύλο.»
«Εντάξει», είπε ο πατέρας μου.

Η βοϊδάμαξα σταμάτησε κι εμείς ανεβήκαμε. Οι άλλοι επιβάτες μάς έκαναν τόπο και βολευτήκαμε στο πίσω μέρος του αραμπά.
Η βοϊδάμαξα πήγαινε πολύ αργά. Ίσως με λιγότερα από τρία χιλιόμετρα την ώρα.

«Πόσες ώρες κάνεις από τη Μυτιλήνη ως την Καλλονή;», ρώτησε ο πατέρας μου τον αραμπατζή.
«Δε θέλω δώδεκα; Ξεκινήσαμε από τη χώρα στις οχτώ και θα ‘μαστε στην Καλλονή το πρωί κατά τις οχτώ ή εννιά.»

Σε λίγο, το αργό κούνημα του αραμπά, το τρίξιμο των τροχών του και οι κουβέντες των επιβατών με νανούρισαν. Ήταν και η κούραση από την πεντάωρη πεζοπορία, που φάνηκε μόλις κάθισα και νύσταξα αμέσως.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σε λίγο κοιμόμουνα βαθιά.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, ο Μίμης με τους γονείς του, την ξαδέρφη του Αγγέλα και τους γονείς της. Είναι το καλοκαίρι του ’43, στον θερινό κινηματογράφο «Σαπφώ».
«Καστάνια«, για τους νεότερους που ίσως δεν το έχουν ακούσει, λεγόταν το ανοξείδωτο -ή συχνότερα τότε αλουμινένιο- δοχείο φαγητού που το καπάκι του είχε κλείστρο ασφαλείας και ήταν ιδανικό για ταξίδια.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: