Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Μόρια’

Επιστολή των εθελοντών του «Χωριού του Όλοι μαζί»

Posted by tofistiki στο 23/08/2014

Ενώ καθημερινά το Αιγαίο γίνεται τάφος αθώων, κάποιοι εθελοντές με πολύ προσωπικό κόπο και κόστος, προσπαθούν να κάνουν αυτό που θα έπρεπε, αλλά αρνείται να κάνει, η επίσημη Πολιτεία. Η οποία όχι μόνο δεν τους βοηθά, αλλά μοιάζει να επαναπαύεται κιόλας (όπως γίνεται πολύ συχνά με παρόμοια εγχειρήματα τελευταίως). Διαβάστε τι αντιμετωπίζουν, στην παρακάτω επιστολή που απευθύνουν στους αρμοδίους. Σχετικό Δελτίο Τύπου για την κατάσταση στο κέντρο κράτησης της Μόριας, εδώ: “What if it was your child?”
 

ΠΡΟΣ

ΛΙΜΕΝΑΡΧΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ-ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

ΥΠΑΤΗ ΑΡΜΟΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΗΕ.
ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Θέμα: Λειτουργία ΠΙΚΠΑ

Γνωρίζετε ότι από τον Ιούλιο του 2014 εώς σήμερα φιλοξενήθηκαν στο ΠΙΚΠΑ πάνω από 1.300 νεοαφιχθέντες, πρόσφυγες στην πλειοψηφία τους.

Έχουμε διαπιστώσει ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις μας στις υπηρεσίες ευθύνης σας, εξακολουθείτε να μεταφέρετε κόσμο στο ΠΙΚΠΑ χωρίς να φροντίζετε η παραμονή τους εκεί να μην ξεπερνά την μία μέρα, κάτι που έχει τεθεί εξαρχής ως προυπόθεση για την μεταφορά νεοαφιχθέντων στο ΠΙΚΠΑ και χωρίς να τηρείται το μέγιστο όριο χωρητικότητας του ΠΙΚΠΑ που είναι 80 άτομα.

Σήμερα βρίσκονται εκεί ξανά πάνω από 80 άτομα ενώ για έννατη κατά σειρά μέρα εξακολουθούν να παραμένουν στο ΠΙΚΠΑ 53 Αφγανοί, οικογένειες με μικρά παιδιά, ανήλικοι, και κάποιοι ηλικιωμένοι.

Όπως όλοι οι προηγούμενοι έτσι και αυτοί ήρθαν κατευθείαν από το λιμάνι χωρίς να τους έχει εξετάσει γιατρός και καλούμαστε εμείς, απλοί εθελοντές, χωρίς ιατρικές γνώσεις, να διαπιστώσουμε ποιοι είναι άρρωστοι και χρήζουν ιατρική περίθαλψη,ενώ επιβαρύνεται το ΕΚΑΒ για την μεταφορά τους στο νοσοκομείο.

Το μόνο που παρέχεται στους νεοαφιχθέντες από τις αρχές στο ΠΙΚΠΑ είναι το φαγητό τους (μέσα από πολλές αδυναμίες συντονισμού) και από κει και πέρα δεν διατίθεται για πολλές ημέρες κανένα απαραίτητο είδος ατομικής υγιεινής. Αναγκαζόμαστε λοιπόν εμείς ως εθελοντές να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες χωρίς να διαθέτουμε το ανθρώπινο δυναμικό και τα είδη που χρειάζονται.

Το κυριότερο όμως είναι ότι όταν αναγκαστήκαμε να δεχτούμε τόσο μεγάλη καθημερινή προσέλευση ανθρώπων στο ΠΙΚΠΑ, αναμέναμε από τις αρχές να φροντίσουν ώστε να γίνονται καθημερινές απελευθερώσεις από την Μόρια ώστε να μπορέσει να αποσυμφορηθεί η κατάσταση πράγμα το οποίο δεν γίνεται με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η λειτουργία του ΠΙΚΠΑ και να πέφτει δυσανάλογο βάρος στις πλάτες των εθελοντών και αλληλέγγυων πολιτών.

Σας ξανακάνουμε λοιπόν γνωστές τις θέσεις μας και αναμένουμε άμεσα τις ενέργειές σας:
• Η παραμονή των νεοαφιχθέντων στο ΠΙΚΠΑ δεν μπορεί να ξεπερνά την μία ημέρα και αφού έχει γίνει ο απαραίτητος ιατρικός έλεγχος.
• Ο αριθμός των νεοαφιχθέντων δεν μπορεί να ξεπερνά τα 80 άτομα μέσα στο ΠΙΚΠΑ.
• Θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα για την καθαριότητα του χώρου( έγκαιρη ενημέρωση για το ποιοι μεταφέρονται στην Μόρια ώστε να έχουν καθαρίσει τον χώρο τους πριν αποχωρήσουν, άδειασμα των κάδων σκουπιδιών, ταχτική απεντόμωση – απολύμανση).
• Θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα για συχνό και τακτικό άδειασμα του βόθρου.
• Υπάρχει η δυνατότητα και θα πρέπει να την λάβετε σοβαρά υπόψη σας, όλοι οι αυτοί οι άνθρωποι που παραμένουν στο ΠΙΚΠΑ να απελευθερώνονται απευθείας από το ΠΙΚΠΑ χωρίς να μεταφέρονται στον χώρο κράτησης, κάτι που έχει γίνει και στο παρελθόν και αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό.

Τέλος, πληροφορηθήκαμε ότι οι 37 περίπου ανήλικοι που κρατούνταν στη Μόρια για πάνω από 20 ημέρες μεταφέρθηκαν με το πλοίο Αθήνα συνοδευόμενοι από αστυνομικούς. Θέλουμε να μας πληροφορήσετε που έχουν μεταφερθεί και αν υπάρχει κατάλληλος χώρος για να φιλοξενηθούν, που προφανώς ΔΕΝ μπορεί να είναι η Αμυγδαλέζα.

Περιμένουμε άμεσα τις απαντήσεις και τις ενέργειές σας στα θέματα που σας έχουν τεθεί.

Δίκτυο εθελοντών,

Το Χωριό του Όλοι Μαζί

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

«Όταν μεγαλώσει, θα βρει το δρόμο του…»

Posted by tofistiki στο 21/06/2012

Ενδέκατη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Τότε, δηλαδή το καλοκαίρι που αφηγούμαι, ήμουν πολύ θρήσκος και αυτό κράτησε ως τα δώδεκα χρόνια μου, μ’ όλο που στο σπίτι μας δε μιλούσαμε ποτέ για θρησκευτικά θέματα, ούτε είχαμε εικονίσματα. Ο πατέρας μου ήταν άθεος και δεν το έκρυβε, αλλά ποτέ του δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να επιβάλει τις απόψεις του ούτε σε μένα ούτε και σε κανέναν άλλον. Όταν κάποιοι φίλοι του τον πείραζαν πώς από έναν άθεο βγήκε ένα παπαδάκι, γελούσε κι έλεγε συνήθως:

«Όταν μεγαλώσει, θα βρει μονάχος το δρόμο του. Κι όποιον δρόμο ακολουθήσει, θα έχει αξία, γιατί θα τον έχει βρει μοναχός του.»

Η μητέρα μου τηρούσε ορισμένους τύπους της θρησκείας, νήστευε την εβδομάδα των Παθών και το Δεκαπενταύγουστο, έκανε το σταυρό της, άναβε κανένα κερί στην εκκλησία, κοινωνούσε μια δυο φορές το χρόνο, αλλά δε θυμάμαι να είχε ποτέ της εξομολογηθεί. Πιο πολύ τη δυνάστευαν ορισμένες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, όπως άλλωστε όλους σχεδόν τους ανθρώπους, εκτός από τον πατέρα μου.

Ο παππούς μου κι η γιαγιά μου ήταν άνθρωποι ευλαβείς και θεοφοβούμενοι, με μιαν ευσέβεια όμως σεμνή και καθόλου επιδεικτική. Του παππού μου του άρεσε να ψέλνει και συχνά διάβαζε την Αγία Γραφή, αλλά και άλλα βιβλία, όπως την «Αποκάλυψη του Αγαθάγγελου», τη «Φαβιόλα» και το «Κβο Βάντις». Αγαπούσε ιδιαίτερα το συνονόματό του άγιο Γεώργιο, γιατί ήταν «των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής», όπως έλεγε το απολυτίκιό του.

Εκείνη την εποχή, μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, οι εικόνες, τα ασήμια των σκευών, τα εξαπτέρυγα, η ευωδία του λιβανιού, οι ψαλμουδιές, ήθελα να ανάβω εγώ τα κεριά, για λογαριασμό των άλλων μελών της οικογένειας, φιλούσα το χέρι των παπάδων και δεχόμουν να νηστέψω και να κοινωνήσω.

Την τέταρτη Κυριακή, από τότε που ήρθαμε στο χωριό, ήταν του Προφήτη Ηλία και στη λειτουργία που θα γινόταν στον Άι-Δημήτρη, θα ερχόταν κι ο Δεσπότης. Αποφασίσαμε να πάμε οικογενειακώς. Ξυπνήσαμε πιο νωρίς από συνήθως, η μαμά μου κι η θεία Μάρω με πλύνανε και μετά το πρωινό με ντύσανε με τα καλά μου και μου απαγόρεψαν αυστηρά να βγω στο δρόμο και να παίξω, για να μη λερωθώ. Ξεκινήσαμε κι οι πέντε, φορώντας όλοι τα καλά μας.

Η εκκλησία του Άι-Δημήτρη βρισκόταν σ’ ένα λόφο στη δυτική άκρη του χωριού. Ήταν για τα μέτρα του χωριού μεγάλη, σχεδόν μεγαλοπρεπής και λόγω της θέσης της δέσποζε πάνω του. Μικροπωλητές είχαν απλωμένη την πραμάτεια τους στις δυο πλευρές του δρόμου, που οδηγούσε στην εκκλησιά. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν γιορταστική, οι πιστοί φορούσαν όλοι τα καλά τους και η πόρτα του ναού ήταν στολισμένη με βάγια. Μπήκαμε μέσα στην καταστόλιστη εκκλησία, όπου οι ακτίνες του ήλιου, μπαίνοντας από τους χρωματιστούς φεγγίτες του τρούλου, εξουδετέρωναν, θα ‘λεγες, το φως από τους ολόφωτους πολυέλαιους και τα εκατοντάδες αναμμένα κεριά δημιουργώντας μιαν απίστευτα πολύχρωμη φωταψία.

Οι ψαλτάδες ήταν καλλίφωνοι, με σωστές, δυνατές, φωνές και η ψαλμωδία τους δονούσε την ατμόσφαιρα. Οι παπάδες κι οι διάκοι, επίσημοι και επιβλητικοί μέσα τα λαμπρά άμφιά τους, ήταν αφοσιωμένοι στην ιερουργία. Όσο για το δεσπότη, ντυμένος στα ολόχρυσα καθόταν, μεγαλοπρεπής και επιβλητικός, στο θρόνο του. Απολάμβανα όλη αυτή την τελετουργία, όπου κάθε κίνηση και κάθε λέξη των ιερουργούντων γινόταν με τάξη και προσοχή και σε μια στιγμή, όταν οι ψαλμωδίες σταμάτησαν απότομα και στην απόλυτη σιγή ακουγόταν μονάχα ο ρυθμικός ήχος από το θυμιατήρι του διάκου, καθώς θυμιάτιζε το δεσπότη, που όρθιος ευλογούσε το εκκλησίασμα, ενώ ο καπνός από το λιβάνι, ανεβαίνοντας ψηλά χρωματιζόταν χρυσός και κόκκινος και πράσινος, από τις ακτίνες του ήλιου, ένιωσα να με δονεί ένα κύμα κατάνυξης.

Μετά τη λειτουργία πήραμε όλοι αντίδωρο, η γιαγιά μου γέμισε ένα γυάλινο μπουκαλάκι με αγιασμό και ο παππούς μου με πήρε να κατεβούμε στην πλατεία, ενώ οι γυναίκες γύρισαν σπίτι για να ετοιμάσουν το τραπέζι.


(συνεχίζεται)
 
Στην εικόνα, ο πίνακας του Θεόφιλου «Η Κοίμησις της Θεοτόκου», από το Eκκλησιαστικό Bυζαντινό Mουσείο της Mυτιλήνης

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στον Καλαμιάρη και στη Θερμή

Posted by tofistiki στο 22/05/2012

Ένατη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Δυο χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό του παππού, πάνω στην ακτή ήταν ένα γειτονικό χωριουδάκι, η Παναγιούδα. Σε μια συνοικία του χωριού, που λεγόταν Καλαμιάρης, ζούσαν κάτι ξαδέλφια της μαμάς μου, παιδιά του μικρότερου αδελφού του παππού, του μπάρμπα Θανάση. Ο παππούς μου καταγόταν από το Πληγώνι, ένα μικρό χωριό στις πλαγιές της Αμαλής, στα νότια της πόλης μας. Ο πατέρας του, ο Βασίλης ο Μυρογιάννης, είχε τέσσερις γιους, το Βαγγέλη, το Γιώργο (τον παππού μου), το Θανάση και τον Τζάννο. Ήταν μικροκτηματίας και δύσκολα τα ‘βγαζε πέρα. Ήταν όμως άνθρωπος κεφάτος, αισιόδοξος και δουλευτής. Του άρεσε το κρασί και το τραγούδι κι έπαιζε λύρα και λαγούτο. Από τα παιδιά του, ο πρώτος και ο τελευταίος μείναν αγρότες και κράτησαν τα χτήματα. Ο παππούς μου έγινε πραματευτής κι ο Θανάσης σιδεράς και εγκαταστάθηκε στην Παναγιούδα, στο χωριό της γυναίκας του. Απόχτησε τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.

Ένα απόγεμα Σαββάτου, η γιαγιά μάς ξεσήκωσε να πάμε να δούμε τα ανίψια της. Είχε από τα χτες ετοιμάσει μια γαλατόπιτα και έβαλε γλυκό του κουταλιού σε μια γυάλα. Ο παππούς δεν ήθελε να έρθει, γιατί ήταν η μέρα που θα ερχόταν ο φίλος του ο Ιγνάτης. Ήταν άλλωστε συντηρητικός στις κοινωνικές του σχέσεις και μ’ όλο που η οικογένεια του μπάρμπα Θανάση ήταν σόι του παππού, τις επαφές μαζί τους τις κρατούσε η γιαγιά.

Ξεκινήσαμε η γιαγιά, η μαμά μου, η θεία Μάρω κι εγώ. Ο δρόμος ήταν ίσιος και η διαδρομή ευχάριστη. Κάναμε στάση σε δυο σπίτια που ήταν στο δρόμο μας, στου κυρίου Ιωάννου, ενός φίλου του μπαμπά μου, και του κυρίου Αρχοντίδη, που ήταν καθηγητής στο Γυμνάσιο και ήξερε καλά τη μαμά μου. Εκεί οι μεγάλοι κουβέντιασαν για λίγο και μας κέρασαν γλυκό του κουταλιού και βυσσινάδα.

Φτάσαμε στον Καλαμιάρη κατά τις 6 και μας υποδέχτηκαν με μεγάλες χαρές και ο Αργύρης, που κανονικά ήταν θείος μου αλλά καθώς ήταν δεκαπέντε χρονώ ταίριαζε πιο πολύ για ξάδελφός μου, μετά τους χαιρετισμούς με πήρε και πήγαμε στις Φοινικιές, μια συστάδα από χουρμαδιές εκεί κοντά. Έκοψε ένα κομμάτι από τη φλούδα μιας φοινικιάς και με το σουγιά του έφτιαξε ένα βαρκάκι και μου το χάρισε. Ύστερα με πήρε και πήγαμε στην Παναγιούδα, όπου βρήκαμε τον αδελφό του, το θείο Παναγιώτη, σ’ ένα καφενείο. Το λιμανάκι ήταν γεμάτο βάρκες, τρεχαντήρια και κάνα – δυο καΐκια. Η θάλασσα λάδι κι όλος ο τόπος μοσχοβολούσε χταπόδι ψημένο στα κάρβουνα και ούζο.

Ο Παναγιώτης μάς πήρε και μας έδειξε μια βενζινάκατο που την έφτιαξε μόνος του με τα χέρια του.
«Δυο χρόνια πάλευα να τη σκαρώσω», μου είπε με καμάρι. Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε στους πάγκους της. Μου φάνηκε σα συνδυασμός βάρκας και αυτοκίνητου. Τα καθίσματά της και το τιμόνι της ήταν σαν των αυτοκινήτων, όπως και το τζάμι που είχε μπροστά από το τιμόνι. Στο πλάι είχε δύο φώτα, ένα κόκκινο κι ένα πράσινο.
«Έλα να πάμε μια βόλτα», μου πρότεινε.

Μπήκαμε κι οι τρεις στη βενζίνα, αυτός κάθισε στη θέση του οδηγού, έπιασε το τιμόνι κι έβαλε μπρος. Η βενζίνα ξεκίνησε απαλά, σκίζοντας τα σκοτεινά, γαλήνια νερά του λιμανιού. Είχα καθίσει στο πιο πίσω κάθισμα και βάζοντας το χέρι μου στο νερό, αισθάνθηκα την πίεσή του καθώς κυλούσε στα πλευρά του σκάφους. Ήταν μια ευχάριστη αίσθηση.

Για μια βδομάδα πήγαμε σ’ ένα μεγαλύτερο γειτονικό χωριό, τη Θερμή, περίφημο για τα ιαματικά του λουτρά, για να κάνει η μαμά μου μια θεραπεία που της σύστησε ο γιατρός, ο κύριος Αργεντέλλης. Μαζί μας ήρθε και η κυρία Βασιλική, η μαμά του Πάτροκλου, με το γιο της. Εγκατασταθήκαμε σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Χωρισμένοι από την παρέα μας του καλαμένιου ιππικού και περιορισμένοι στο δωμάτιο και στη μικρή αυλή του ξενοδοχείου, δεν ξέραμε πώς να περάσουμε τη μέρα μας και πλήτταμε φοβερά. Στο ίδιο ξενοδοχείο έμενε κι ένα γηραλέο ζευγάρι. Ο σύζυγος ήταν που έκανε τα λουτρά και η γυναίκα του τον συνόδευε. Ο γέρος δεν καλόβλεπε και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα νούμερα στις πόρτες. Γι’ αυτό, για να μην κάνει λάθος και μπει σε άλλο δωμάτιο, όταν έφευγε για να πάει στα λουτρά, άφηνε κρεμασμένο στο πόμολο της πόρτας το μπαστούνι του.

Την τρίτη μέρα, καθώς τριγυρίζαμε άσκοπα, μπαινοβγαίνοντας από το δωμάτιο στην αυλή κι από την αυλή στο διάδρομο του ξενοδοχείου, σοφίστηκα να μεταφέρουμε το μπαστούνι του γέρου στη διπλανή πόρτα. Είπα την ιδέα μου στον Πάτροκλο, που συμφώνησε με ενθουσιασμό. Προσέχοντας μη μας δει κανείς, πήραμε το μπαστούνι από το πόμολο της πόρτας του γέρου και το κρεμάσαμε στο πόμολο της διπλανής πόρτας. Κατόπιν κρυφτήκαμε στο δωμάτιό μας, που ήταν απέναντι και περιμέναμε. Πραγματικά, σε λίγο ακούσαμε δυνατές γυναικείες φωνές. Στο διπλανό δωμάτιο έμενε μόνη της μια κυρία και ο γέρος, μπαίνοντας ανύποπτος, τη βρήκε μισόγυμνη. Στις φωνές της τα έχασε και δεν ήξερε τι να πει. Από όλες τις πόρτες βγήκαν οι ένοικοι απορημένοι. Ο φουκαράς ο γέρος βγήκε κατακόκκινος και συγχυσμένος στο διάδρομο, όπου όμως τον περίμενε εξαγριωμένη η γυναίκα του.

«Την έκανες πάλι τη βρομιά σου, γερο-μουρντάρη», άρχισε τον εξάψαλμο.

Ο καημένος ο γέρος, που τον έπνιγε το δίκιο του, κόντεψε να σκάσει από το κακό του. Κατακόκκινος μπήκε στο δωμάτιό του, συνοδευόμενος από τη γυναίκα του και για πολλήν ώρα ακούγαμε τον καβγά τους.


(συνεχίζεται)
 
Στην εικόνα, ο πίνακας του Θεόφιλου «Λουτρά Θερμής Μυτιλήνης»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Στο μαγαζί του παππού μου

Posted by tofistiki στο 05/05/2012

Όγδοη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Το μαγαζί του παππού μου, στη Μόρια, ήταν δίπλα στο σταθμό της Χωροφυλακής, στην αρχή του δρόμου, που κατηφόριζε από την αγορά στον τσεσμέ. Ήταν στενόμακρο και είχε και στις τρεις πλευρές του ράφια με εμπορεύματα από το πάτωμα ως το ταβάνι. Η τέταρτη πλευρά ήταν η είσοδος. Μπροστά στα ράφια της αριστερής πλευράς ήταν ένας μακρύς ξύλινος πάγκος, όπου ο παππούς άπλωνε τα τόπια με τα υφάσματα και τ’ άλλα εμπορεύματά του.

Ο παππούς πουλούσε κάθε είδους υφάσματα, νήματα, μάλλινα και μπαμπακερά, κλωστές σε κουβαρίστρες και σε μασουράκια, καρφίτσες, βελόνες και παραμάνες, κόπιτσες, σούστες και γάντζους για τα ρούχα, φουρκέτες και τσιμπιδάκια για τα μαλλιά. Ακόμα πουλούσε βαφές για υφάσματα, ναφθαλίνη, στύψη, βιτριόλι, καραμπογιά, ακουαφόρτε, σόδα, ποτάσα, ακόμα και κινίνο χύμα και πλήθος άλλα εμπορεύματα.

Μου άρεσε πολύ να πηγαίνω στο μαγαζί του παππού μου τα πρωινά, όταν η συμμορία μας, το «καλαμένιο ιππικό», δε λειτουργούσε, να παρακολουθώ τους πελάτες που μπαινοβγαίναν και να περιεργάζομαι τα εμπορεύματα.

Ο παππούς μου, με την πρώτη, μου απαγόρεψε αυστηρά να πιάνω τα κουτιά που είχαν σκόνες και τα μπουκάλια που είχαν υγρά. Αντίθετα, μ’ άφηνε να πιάνω τα κουτιά με τα μασουράκια των χρωματιστών κλωστών για κέντημα και τα διπλωτά χαρτόνια με τα χρωματολόγιά τους. Τα χρώματα με μάγευαν. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τις άπειρες αποχρώσεις των βασικών χρωμάτων, καθώς τις έβλεπα ταξινομημένες στα χρωματολόγια.

Αργότερα, ο παππούς με άφηνε να παίζω και με τη μικρή ζυγαριά που είχε για να ζυγιάζει τις μπογιές.
Ο παππούς ήταν λιγομίλητος, ακόμη και με τους πελάτες του. Η κίνηση του μαγαζιού του δε στηριζόταν στην ευφράδεια του καταστηματάρχη ή στην κολακεία του προς τους πελάτες, αλλά στην καλή ποιότητα των εμπορευμάτων και τη χαμηλή τους τιμή.

Ιδιαίτερα αυστηρός ήταν με τα παιδιά της ηλικίας μου, που τα στέλναν οι μαμάδες τους να αγοράσουν διάφορα πράματα. Στις περιπτώσεις αυτές γινόταν ο εξής διάλογος:

Ο μικρός (χωρίς να πάρει ανάσα): «Είπε η μαμά μου να μου δώσεις τρεις δραχμές μπαμπακούλα, δυο πήχες κάμποτο, ένα χαρτί καρφίτσες, μια κουβαρίστρα άσπρη κλωστή και δυο βελόνες.»

Ο παππούς: «Έχεις λεφτά;»

Ο μικρός: «Έχω,»

Ο παππούς: «Να τα δω.»

Ο μικρός τού ‘δινε τα λεφτά, ο παππούς τα μετρούσε προσεχτικά και εφόσον αντιστοιχούσαν στην αξία της παραγγελίας, του έδινε τα ζητηθέντα. Διαφορετικά, έγραφε σ’ ένα χαρτί πόσα ακόμα χρήματα λείπανε και τον έστελνε στη μάνα του, για να τα φέρει.

Όταν βράδιαζε, η δουλειά έκοβε. Τότε ο παππούς συνήθιζε να βγάζει μια καρέκλα στην πόρτα του μαγαζιού του και να κάθεται στη βραδινή δροσιά. Την ίδια πάντα ώρα ερχόταν από το σπίτι ο κίτρινος γάτος και τριβόταν στις μπότες του. Τότε ο παππούς έβαζε την καρέκλα μέσα στο μαγαζί, έβαζε στα τζάμια της πόρτας τις ξύλινες καπάντζες, έσβηνε το φως και έκλεινε την πόρτα.

Αφού κλείδωνε με κλειδί την πόρτα, έβαζε δυο σιδερένιες μπάρες στα δυο ζευγάρια γάντζους που ήταν μπηγμένοι στον τοίχο, από τη μια και την άλλη πλευρά της πόρτας και τις ασφάλιζε με τέσσερα λουκέτα.

Μόλις έκλεινε τα λουκέτα, τα δοκίμαζε τραβώντας τα για να δει αν κλείσανε καλά. Ύστερα κινούσε για να φύγει, αλλά αμέσως γυρνούσε πίσω και δοκίμαζε την πετούγια της πόρτας για να δει αν ήταν κλειστή.

Τότε μονάχα, ήσυχος πια, πως όλα ήταν ασφαλισμένα, γύριζε στο σπίτι συντροφιά με τον γάτο του.

(συνεχίζεται)
 
Στη φωτογραφία, ο παππούς και η γιαγιά του Μίμη, πίσω, καμαρωτή η μητέρα του με τον ίδιο (;), και πίσω δεξιά η θεία Μάρω η αδερφή της μητέρας του (αν δεν κάνω λάθος)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: