Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Μίμης Σαραντάκος’

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/01/2013

Με κάποια καθυστέρηση πάλι, συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, οι Γερμανοί μόλις έφυγαν από το νησί και η οικογένεια του Μίμη  επιστρέφει, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο, στη Μυτιλήνη.
 

Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό.

Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»
«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»
«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο.
Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι»
γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό».
Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝΗ Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 
(συνεχίζεται) 
 
Στη φωτογραφία,  ο Μίμης με επονίτες συναγωνιστές της Μαθητικής ΕΠΟΝ.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Φεύγουν οι Γερμανοί! (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 02/01/2013

Λόγω των γιορτών και της συνάντησης στους Καλλονιάτες, παρουσιάστηκε κάποια καθυστέρηση στην δημοσίευση των αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός». Συνεχίζουμε με την εικοστή τέταρτη συνέχεια: Είναι Σεπτέμβρης του 1944, η οικογένεια του Μίμη έχει καταφύγει στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή, όπου μαθαίνουν το πολυπόθητο νέο της αποχώρησης των Γερμανών από το νησί και αποφασίζουν να επιστρέψουν στη χώρα. 

Η Οργάνωση τελικά αποφάσισε τη δημιουργία παιδικού κινήματος με τη συγκρότηση της πρώτης ομάδας «Αετόπουλων». Δεν ξέρω για ποιο λόγο, επιλέξαν εμένα ως υπεύθυνο αυτής της δουλειάς. Με τη βοήθεια του Τάκη και του Δημοσθένη, του μικρότερου αδελφού του, μαζέψαμε καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, που πρόθυμα εντάχθηκαν στα Αετόπουλα. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε στο χωριό του παππού μου και το «καλαμένιο ιππικό» μας.

aetopoulaΤα Αετόπουλα τα οπλίσαμε με ξύλινα σπαθιά και κοντάρια, που παρίσταναν τα ντουφέκια και τα γυμνάζαμε σε ασκήσεις πυκνής τάξεως. Τους μαθαίναμε επίσης όλα τα τραγούδια του αγώνα, μεταξύ των οποίων και το «Τραγούδι των Αετόπουλων»:

Είμαστε αετόπουλα
μ’ ατρόμητη καρδιά,
περήφανα Ελληνόπουλα
και της ΕΠΟΝ παιδιά.
Στον αγώνα
θεριέψαμε κι εμείς
και γίναμε της Λευτεριάς
φρουροί και της Τιμής.

που ήταν στο σκοπό του αμερικάνικου καουμπόικου τραγουδιού «Ω Σουζάννα». Η εμφάνιση της διμοιρίας των πιτσιρίκων, που περνούσαν τραγουδώντας και κρατώντας τα ξύλινα όπλα τους από τους δρόμους και τα σοκάκια, έδινε έναν εύθυμο τόνο στο χωριό και ανέβαζε το ηθικό του κόσμου.

Αρχές Σεπτεμβρίου άρχισαν να περνούν από το χωριό ένοπλοι αντάρτες, που φορούσαν μάλιστα στολή. Η εμφάνισή τους προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό στον κόσμο, που έβλεπε πως από το μηδέν είχε ξεφυτρώσει αληθινός στρατός. Και δεν ήταν ξένοι στρατιώτες, ούτε Έλληνες φερμένοι απ’ αλλού. Ήταν δικά του παιδιά, χωριανοί ή κοντοχωριανοί, ένας δικός του, λαϊκός, στρατός.

Στο Γυμνάσιο συγκεντρωνόταν σιγά – σιγά όλη η ηγεσία του νησιού. Ήρθε ο καινούργιος, ο λαϊκός, Νομάρχης, που λεγόταν Φριλίγγος και ήταν γνωστός λογοτέχνης. Ο πατέρας μου, που τον γνώριζε καλά, μου είπε πως ήξερε άριστα εβραϊκά και είχε μεταφράσει το «Άσμα Ασμάτων». Κατόπιν ήρθε και ο Δεσπότης Διονύσιος. Ήταν ένα αδύνατο γεροντάκι, που φορούσε ένα απλό ράσο κι έδινε την εντύπωση καλόγερου παρά δεσπότη. Μου έκανε εντύπωση που ο πατέρας μου, με την πρώτη, έπιασε φιλίες με το Διονύσιο και είχαν ατέλειωτες συζητήσεις μαζί. Μια φορά μάλιστα, αποχαιρετώντας τον, του φίλησε το χέρι. Έτυχε να είμαι μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή, για μένα, κίνηση του πατέρα μου και φαίνεται πως έδειξα μεγάλην έκπληξη, γιατί το βράδυ στο σπίτι μού είπε, σα να δικαιολογιόταν:

«Ξέρεις, ο Διονύσιος δεν είναι σαν τους άλλους παπάδες. Πιστεύει στ’ αλήθεια και είναι συνεπής στην πίστη του. Τέτοιους ανθρώπους δεν μπορείς παρά να τους σέβεσαι, έστω κι αν εσύ έχεις άλλα πιστεύω.»

Σε δυο μέρες μαθεύτηκε πως βρισκόταν στο χωριό και ο άλλος δεσπότης, ο Ιάκωβος. Αυτός φυσικά δεν ήρθε μόνος του, αλλά τον φέρανε συνοδεία. Τον είχε πιάσει ένα περίπολο του ΕΛΑΣ, καθώς πήγαινε στο εξοχικό του στην Αχλαδερή. Ο πατέρας μου μας διηγήθηκε πως όταν μπήκε ανάμεσα στους ένοπλους αντάρτες που τον φρουρούσαν στο Γυμνάσιο, ήταν «ωχρός σα σουδάριο» και έτρεμε.

Την 1η Σεπτεμβρίου έγινε στο χωριό η Παλλεσβιακή Συνδιάσκεψη Εκπαιδευτικών και μαζεύτηκαν αντιπρόσωποι από όλα τα σχολεία του νησιού. Η Συνδιάσκεψη κράτησε τρεις μέρες. Στο μεταξύ μάθαμε πως η Ρουμανία συνθηκολόγησε και οι Ρώσοι φτάσανε στα σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ οι Σύμμαχοι μπήκαν στο Βέλγιο.

Στις 8 του μήνα έγινε, όπως είχε οριστεί, η ορκωμοσία του 22ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο χώρο μπροστά στο Γυμνάσιο. Δεν ήρθαν φυσικά όλοι οι αντάρτες του νησιού, αλλά αντιπροσωπείες από τα τέσσερα τάγματα του Συντάγματος. Για μας πάντως, που πρώτη φορά βλέπαμε συγκεντρωμένους τόσο πολλούς αντάρτες με τα όπλα τους και τις στολές τους, ήταν σα να είχαμε μπροστά μας μια μεραρχία. Το καινούργιο στοιχείο ήταν πως στην ορκωμοσία παρευρέθηκαν πολλοί παπάδες, όχι μόνο αυτοί που ιερούργησαν μαζί με το Δεσπότη, αλλά και μερικοί οπλισμένοι, ανάμεσα στους αντάρτες.

Μετά τη δοξολογία μίλησε ο συναγωνιστής Οικονόμου και ο λόγος του μας συνάρπασε. Το βράδυ είχαμε πάλι βεγγέρα στου κυρ-Πάνου του Ευαγγελινού, που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Ο πατέρας μου με τον Πάνο και το θείο το Γιώργο άρχισαν να τραγουδάνε παλιά ρομαντικά τραγούδια, το «Λησμόνησα το χρώμα των μαλλιών της» το «Στης νύχτας τη σιγαλιά» το «Τα καημένα τα νιάτα» και άλλα πολλά. Ακούγοντάς τους, νόμισα πως ο πόλεμος είχε τελειώσει και ξανάρθαν οι παλιές ειρηνικές μέρες.

imerologio_katoxis10Το πρωί της μεθεπόμενης μέρας μάς ξύπνησαν οι καμπάνες που χτυπούσαν σ’ όλες τις εκκλησιές. Στην αρχή φοβηθήκαμε πως είχαμε νέα επιδρομή Γερμανών, αλλά σε λίγο μαθεύτηκε το απίστευτο νέο: Τη νύχτα οι Γερμανοί άδειασαν κρυφά το νησί. Ήμασταν λεύτεροι. Ντυθήκαμε και πήγαμε τρέχοντας στην πλατεία, όπου είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Ήταν κάτι σα γιορτή. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, στα καφενεία οι καφετζήδες κερνούσαν όλο τον κόσμο ούζο και κρασί. Σε λίγο άρχισαν να βγάζουν λόγους από το μπαλκόνι της Λέσχης.

Το μεσημέρι καθώς τρώγαμε, ο πατέρας μου μας είπε πως αύριο πρωί θα γυρίζαμε στην πόλη κι αυτήν τη φορά όχι με βοϊδάμαξα, αλλά με ένα γερμανικό φορτηγό, λάφυρο του ΕΛΑΣ! Το βράδυ έγινε μεγάλο γλέντι στη Λέσχη.

Δεν υπήρχαν κορίτσια κι έτσι δε χορέψαμε ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά μόνο καλαματιανό, συρτό, απτάλικο, μαζωμένο και μπάλο. Ήρθε και ένας πολύ εύθυμος και αστείος τύπος, ο Αποστόλης, τύφλα στο μεθύσι και σκαρφαλωμένος στους ώμους δυο φίλων του μας έβγαλε λόγο, που μας έκανε να ξεκαρδιστούμε από τα γέλια. Τότε μπήκαν ξαφνικά δυο – τρεις νεαροί πολύ ταραγμένοι και μας είπαν πως το Τσαμλίκι καίγεται! Αμέσως το γλέντι σταμάτησε κι όλοι οι νεαροί ξεκινήσαμε να πάμε να σβήσουμε τη φωτιά. Ο πατέρας μου όμως με μπόδισε.

«Η ώρα είναι έντεκα και ποιος ξέρει πότε θα γυρίσετε πίσω, κι εμείς πρέπει να φύγουμε αύριο στις εφτά.»

Με μισή καρδιά δεν πήγα με τους άλλους για να σβήσουμε τη φωτιά, αλλά τον ακολούθησα στο σπίτι του θείου Γιώργου.

(συνεχίζεται)
 
Την εικόνα του Αναγνωστικού με τα Αετόπουλα, έκδοση της ΠΕΑΕΑ, την βρήκα στο ιστολόγιο Κόκκινος Φάκελος και το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εμπρός», φύλλο 17ης Σεπτεμβρίου 1944, στο άρθρο Μέρες γερμανικής κατοχής στη Λέσβο του http://www.emprosnet.gr
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Στο στέκι των Καλλονιατών, ένα χρόνο μετά

Posted by tofistiki στο 31/12/2012

Ήταν πολύ όμορφα το μεσημεράκι του Σαββάτου στο στέκι των Καλλονιατών! Μαζευτήκαμε να πιούμε ένα ποτήρι στη μνήμη του Μίμη, να γευτούμε όσα με φροντίδα ετοίμασε η Κική, να τον θυμηθούμε, να τραγουδήσουμε τα τραγούδια που αγαπούσε και να μοιραστούμε με τους καλούς του φίλους το καινούργιο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε, αντί μνημοσύνου.

Σας ευχαριστούμε όλους για την αγάπη και τη ζεστασιά με την οποία κρατάτε ζωντανή τη μνήμη του!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Κι ένα βίντεο που προβλήθηκε προχτές, με τη φωνή του να συνοδεύει τραγουδώντας στη ντοπιολαλιά της Μυτιλήνης τρία τραγούδια της Αντίστασης στη Λέσβο:

(πατήστε πάνω στο βίντεο για να το δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος)

Καλή χρονιά σε όλους, με υγεία και καλή παρέα!
🙂

Posted in Εις μνήμην, Σκίτσα-φωτογραφίες, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ένας χρόνος κιόλας χωρίς τον Μίμη…

Posted by tofistiki στο 17/12/2012

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Δεν είναι εύκολη η μέρα σήμερα… Ευχαριστούμε τους φίλους και γνωστούς που μας έστειλαν μηνύματα και λόγια παρηγοριάς, η μνήμη των αγαπημένων που έφυγαν έτσι κρατιέται, όσο τους θυμόμαστε και τους κουβεντιάζουμε οι ζωντανοί. Καλή δύναμη κυρίως στην Κική, το δικό της φορτίο είναι, θαρρώ, το βαρύτερο…

Posted in Εις μνήμην, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

«Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο, του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by tofistiki στο 12/12/2012

Σε λίγες μέρες, κλείνει χρόνος που έφυγε ο Μίμης. Στα συρτάρια του, ξύλινα και ηλεκτρονικά, άφησε ένα σωρό γραφτά, κάποια από τα οποία είναι έτοιμα βιβλία που δεν πρόλαβε να τα δει τυπωμένα. Όπως έλεγε συχνά, «έχω τόσα βιβλία, έτοιμα ή στο μυαλό μου, που πρέπει να ζήσω μέχρι τα 120 για να προλάβω να τα τυπώσω». Δυστυχώς δεν του βγήκε… Και πέρα από όλα τα άλλα που μου λείπουν –η φυσική του παρουσία, η φωνή του, η καλημέρα από το παράθυρο του γραφείου του το πρωί, το γκρίζο κεφάλι σκυμμένο στο πληκτρολόγιο, τα μεγαλειώδη φτερνίσματά του που έσειαν το σπίτι- όσο περνάει ο καιρός και το παίρνω απόφαση πια, ο πόνος μαλακώνει αλλά μου μένει το παράπονο που δεν μπορώ πια να τον ρωτάω για όλα όσα είχε μαζέψει μέσα σ΄εκείνο το προικισμένο μυαλό του.
Τα βιβλία, είναι ένας τρόπος να διατηρείς τη μνήμη, ελπίζω λοιπόν σιγά-σιγά να εκδοθούν όσα είχε έτοιμα.

venetsianikosΠριν λίγες μέρες, βγήκε από τις εκδόσεις Γνώση, «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο, από τα χρόνια του Εμφύλιου στην Πελοπόννησο. Στο οπισθόφυλλο, ο Νίκος σημειώνει:

– Δύο κυνηγημένοι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού βρίσκουν καταφύγιο σε μιαν άγνωστη και ανεξερεύνητη σπηλιά – θα καταφέρουν να επιζήσουν και τι θα ανακαλύψουν στα σπλάχνα της;

– Τρεις μηχανικοί της Αγροτικής Τράπεζας, αποκλεισμένοι από την κακοκαιρία σ ένα ορεινό χωριό, έχουν μιαν απρόσμενη, και λογικά ανεξήγητη, συνάντηση.

– Μια αγωνίστρια της αριστεράς, αντιμέτωπη με μια φριχτή αποκάλυψη, περνάει μέσα απ’ το γυαλί του βενετσιάνικου καθρέφτη, για να βρει τους συντρόφους της νιότης της.

Τρεις νουβέλες, που έχουν κοινό θέμα τους στον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο, στις οποίες ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει πώς σκέφτονται και πώς ένιωθαν οι
άνθρωποι που βρέθηκαν στη δίνη της φοβερής εκείνης εποχής και να περιγράψει την ατμόσφαιρά της.

«Οι μορφές όλων αυτών των ανθρώπων που καθρεφτίστηκαν μέσα σ΄αυτόν τον καθρέφτη, δεν άφησαν άραγες κανένα ίχνος;
Αυτοί οι τόσο ζωντανοί άνθρωποι, που χόρεψαν, τραγούδησαν, μίλησαν, καμάρωσαν, γέλασαν μπροστά του, χάθηκαν έτσι, χωρίς ν αφήσουν τίποτα;»

Posted in Εις μνήμην, Ιστορία, Λογοτεχνία, Νέες εκδόσεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 6 Σχόλια »

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Θυμίζω ότι, στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Μίμης, λόγω της μυωπίας του, είχε σταθεί αιτία για έναν άσκοπο συναγερμό. Η διήγηση συνεχίζεται από εκεί.

[…]

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

 «Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος, και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.»
(Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το, άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό.
Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν.
Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

(Συνεχίζεται)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 06/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Αποδείχτηκε πως τα καθήκοντά μας ήταν να ενισχύσουμε τις σκοπιές στα υψώματα γύρω από το χωριό, που είχαν πολλαπλασιαστεί και λειτουργούσαν πια αδιάκοπα. Ντυμένοι με παλιόρουχα, σαν τσομπανόπουλα, θα φυλάγαμε με βάρδιες από το ξημέρωμα ως τη νύχτα, στους λοφίσκους γύρω από το χωριό, και αν βλέπαμε να ανηφορίζουν τη δημοσιά αυτοκίνητα και μάλιστα φορτηγά, έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό. Επίσης κάποιοι θα ήταν σύνδεσμοι, δηλαδή θα μεταφέρανε μηνύματα από την Οργάνωση σε οργανώσεις άλλων χωριών.

Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου, φύλαγα σκοπός σ’ ένα λόφο στα νότια του χωριού, που όπως έμαθα τον λέγαν Γιορνήσι. Είχα πάει με οδηγό έναν πολιτοφύλακα στις δύο, να αντικαταστήσω τον πρωινό, που ήταν εκεί από τις δέκα. Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι. Η μάνα μου με είχε εφοδιάσει με ένα καλαθάκι, όπου εκτός από ένα μπουκάλι με νερό είχε βάλει ψωμί, τυρί και λίγα απίδια. Ήταν σα να πήγαινα εκδρομή. Κρέμασα το καλαθάκι στο κλαδί μιας ελιάς, κάθισα στη σκιά της, στο σέτι και παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές. Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο. Στο δρόμο δεν έβλεπα την παραμικρή κίνηση. Πέρασαν κάπου δυο ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει και τώρα τον είχα κατάφατσα, καθώς επισκοπούσα τη δημοσιά.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι, όταν είδα να ανηφορίζουν τρία φορτηγά αυτοκίνητα. Πήγαιναν πολύ αργά. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Γερμανικά καμιόνια», σκέφτηκα, «και θα ’ναι γεμάτα στρατό για να πηγαίνουν τόσο αργά.»

Πήγα πίσω από την ελιά, σε μια θέση που να φαίνομαι από την προηγούμενη σκοπιά κι άρχισα να κουνάω την κόκκινη μαντήλα με την οποία με είχαν εφοδιάσει. Όταν είδα το συναγωνιστή να κουνάει κι αυτός μια παρόμοια μαντήλα, μάζεψα τα πράματά μου και κίνησα για το σημείο που είχε οριστεί σα σημείο συγκέντρωσης των σκοπών. Άκουσα τις καμπάνες των εκκλησιών του χωριού να χτυπάνε δυνατά. Ώσπου να φτάσω στην Καυκάρα, πυκνά πλήθη φεύγανε από το χωριό τραβώντας είτε προς τον Κλομηδάδο, είτε προς την Κλοπεδή.

Στην Καυκάρα ήταν μαζεμένοι όλοι οι σκοποί και κάμποσοι άντρες της Πολιτοφυλακής, μερικοί από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με πιστόλια. Ο συναγωνιστής Θουκυδίδης είχε το γενικό πρόσταγμα. Η ώρα όμως περνούσε χωρίς να ακούγεται τίποτα από το χωριό, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί στην προηγούμενη επιδρομή οι ριπές από τα αυτόματα και οι τουφεκιές ήταν πυκνές. Ο Θουκυδίδης φαινόταν να αδημονεί. Στο τέλος έστειλε δυο πολιτοφύλακες για να πάνε κρυφά να εξακριβώσουν τι κάνανε στο χωριό οι Γερμανοί.

Οι ανιχνευτές γύρισαν σ’ ένα τέταρτο, κουβαλώντας μαζί τους τρεις πολίτες, που έδειχναν φοβισμένοι και ανήσυχοι.

«Φύγαν οι Γερμανοί;», ρώτησε ο Θουκυδίδης.

«Ποιοι Γερμανοί; Δεν ήρθαν Γερμανοί στο χωριό, μονάχα τρεις αραμπάδες με μπόμπες να πάρουν λάδι.» (μπόμπες λέγανε τα μεγάλα σιδερένια λαδοβάρελα)

Ο άσκοπος συναγερμός έληξε αμέσως. Ξαναχτύπησαν οι καμπάνες και ο κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Το βράδυ είχαμε πάλι συγκέντρωση όλων των σκοπών. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, που άδειασα χωρίς λόγο ένα ολόκληρο χωριό. Ο Θουκυδίδης με κοίταζε αυστηρός και αγέλαστος.

«Εσύ ήσουν απογευματινό νούμερο στο Γιορνήσι;»

«Εγώ», του λέω.

«Και καλά, δεν είδες πως δεν ήταν φορτηγά, αλλά αραμπάδες με βαρέλια;»

«Κοίτα συναγωνιστή, ο ήλιος ήταν κατάφατσα, δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. Τα άλογα μου φανήκανε σαν τη μηχανή και τα βαρέλια σαν την καρότσα του φορτηγού. Γελάστηκα.»

«Και γιατί, αφού έχεις μυωπία, δε φορούσες τα γυαλιά σου;»

«Δεν έχω γυαλιά»

«Για δες, ρε, ποιον βάλαμε να μας φυλάει!», είπε όλο φούρκα.

 

(συνεχίζεται)

Στην εικόνα, η εφημερίδα «Αντιφασίστας», όργανο του συμβουλίου της ΕΠΟΝ Λέσβου, από το ψηφιακό αρχείο «Ο παράνομος τύπος στις συλλογές των ΑΣΚΙ (1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»


(1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: