Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Μίμης Σαραντάκος’

Δυο χρόνια, κιόλας…

Posted by tofistiki στο 17/12/2013

Δυο χρόνια, πέρασαν κιόλας… Να το λες και να μην το πιστεύεις.

Ας είμαστε καλά, να τον θυμόμαστε, όλοι. Έχει αφήσει πίσω του τόσα πολλά και τόσο αξιόλογα «σημάδια» άλλωστε. Όλα τα γραφτά του, βιβλία που είχε εκδόσει ή είχε ήδη έτοιμα προς έκδοση, σκόρπια κείμενα σε σκληρούς δίσκους, σημειώσεις… βαριά κληρονομιά.

 

mimis (2 of 1)

Ετούτος ο πόνος…

Είναι δικός μου,
καταδικός μου,
δεν τον μοιράζομαι με κανέναν!
Γι αυτό τον κρύβω,
σαν τ’ ακριβό μου απόκτημα,
στο κρυφό μου συρτάρι…
Κάθε πρωί,
τον νιώθω να ξεμακραίνει,
μα χάνεται;
Κρύβεται στα ρούχα τ ο υ,
στη ντουλάπα,
στα συρτάρια με τα χαρτιά τ ο υ,
στα βιβλία στα ράφια,
που ορφανέψαν από τα χέρια του…
Όμως το βράδυ,
σαν κλείνω τις πόρτες και τα παράθυρα
τον νιώθω, πάλι, να πλησιάζει,
γεμάτος ανασφάλειες,
απορίες…
και ενοχές…
να ξενυχτίσει μαζί μου…
Γράφτηκε από την Κική, τον Φεβρουάριο του 2012, δύο μήνες μετά το θάνατο του Μίμη. Μου το έδειξε μόλις χτες…

Posted in Εις μνήμην, Περιοδικό | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μια παλιά διάλεξη για τον Καβάφη

Posted by tofistiki στο 18/10/2013

Πολύς Καβάφης γύρω μας τελευταία, μέχρι και στα τρόλεϊ κυκλοφορεί… Για το θέμα της αποσπασματικής αναφοράς κατακερματισμένων στίχων έγραψε ένα άρθρο ο Νίκος στο ιστολόγιό του, αλλά έχει γεμίσει και το διαδίκτυο από σατιρικά φωτομοντάζ που διακωμωδούν το άτοπο εγχείρημα και κατά τη γνώμη μου, διόλου δεν θα επείραζαν τον ποιητή. Διάβασα όμως κάπου την άποψη πως ο Καβάφης ήταν απολίτικος, και θυμήθηκα μια διάλεξη που είχε δώσει ο Μίμης στον «Μορφωτικό» της Αίγινας, όπου υποστήριζε το αντίθετο. Την παραθέτω λοιπόν με την ευκαιρία, έχει ενδιαφέρον, περιλαμβάνει και μερικά όχι τόσο γνωστά ποιήματα του ποιητή που τόσο αγαπούσαν ο Μίμης και ο πατέρας του, ο παππούς ο Νίκος, και που οι ωραίες απαγγελίες τους μας έχουν μείνει αξέχαστες.

kavafis

Κωνσταντίνος Καβάφης

Προσπάθεια να προσεγγιστούν κάποιες πτυχές του έργου του

          Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

μετά τον Βάρναλη, τον Ρίτσο και τον Σεφέρη, με το έργο ή με μέρος τουλάχιστο του έργου τους σας είχα μιλήσει στο παρελθόν σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, θα επιχειρήσω σήμερα, με δικαιολογημένο στ’ αλήθεια δέος να πλησιάζω το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Πραγματικά τι θα μπορούσα να πω εγώ ο ελάχιστος για τον μέγιστο και ταυτόχρονα τον πιο δυσπρόσιτο των ποιητών μας, με τον οποίον ασχολήθηκαν πολλοί ικανότεροι και αρμοδιότεροι και που τον μελετούν σε ειδικό τμήμα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας (αν δεν κάνω λάθος).

Το περίεργο είναι πως, ποσοτικώς το έργο του Καβάφη είναι πολύ μικρό. Συνολικά  έγραψε σχετικώς λίγα ποιήματα, που δεν ξεπερνούν τα τριακόσια. Από αυτά τα 153 είναι τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα, δηλαδή εκείνα που μπόρεσε να εκδώσει όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν ακόμη 37 ποιήματα, που χαρακτηρίζονται Αποκηρυγμένα, γιατί είτε τα ξανάγραψε με άλλη μορφή είτε τα αποκήρυξε. Κάπου 45 ποιήματα ταξινομούνται στην ενότητα των Κρυμμένων. Είναι δηλαδή ποιήματα, που ο Καβάφης δεν είχε προλάβει να εκδώσει αλλά περιλαμβάνονται στο Αρχείο του. Τέλος άλλα τόσα ποιήματα ανήκουν στην ενότητα των Ατελών, είναι δηλαδή σχεδιάσματα ποιημάτων, που διασώθηκαν και περιλαμβάνονται επίσης στο Αρχείο του Καβάφη.

Μικρό λοιπόν, ποσοτικώς, το έργο του Καβάφη, ιδίως αν συγκριθεί με το έργο του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ρίτσου, που τα ποιήματα τους γεμίζουν τόμους ολόκληρους, τεράστιο όμως και ανυπέρβλητο σε αξία. Η σημασία των λίγων αυτών ποιημάτων για την ελληνική ή καλύτερα την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ανυπολόγιστη και δικαιολογημένα τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα.

Ακόμη λιγότερα είναι τα πεζά κείμενα που μας άφησε ο Καβάφης και τα οποία κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: Δημιουργικά, Κριτικά και Προσωπικά. Η πλήρης και συστηματική καταγραφή και έκδοση των πεζών του Καβάφη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Γενικά ο ποιητής, πιστός στην αρχή του λάθε βιώσας, απέφευγε να “εκθέτει τη ζωή του στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία”. Ιδού πόσο λιτή και απέριττη είναι η αυτοβιογραφία του:

     “Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σε ένα σπίτι της οδού Σερίφ. Μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της ζωής μου το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικία κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα.  Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά”.

Ο Καβάφης γεννήθηκε τα 1863 και έζησε 70 χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα (πάνω από 30) τα πέρασε στην Αλεξάνδρεια και ελάχιστα, ούτε πέντε (δύο το 1900-1901 και τα τρία τελευταία της ζωής του) τα έζησε στην Ελλάδα, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ήταν αποξενωμένος από την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Ας μη ξεχνάμε πως στον καιρό του, από τα πέντε μεγάλα πνευματικά και οικονομικά κέντρα του Ελληνισμού: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πόλη, Σμύρνη και Αλεξάνδρεια, μονάχα το πρώτο (και μετά το 1912 και το δεύτερο), βρίσκονταν μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Όπως προανέφερα, με το έργο και με τη ζωή του Καβάφη έχουν ασχοληθεί πολλοί. Χωρίς υπερβολή, οι μισοί σχεδόν από τους λογοτέχνες, κριτικούς και διανοούμενους της Ελλάδας. Και μολονότι έχουν περάσει εξηνταεννέα χρόνια από το θάνατό του συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και το έργο του να είναι αγέραστο και αθάνατο. Ανάλογη με το πλήθος των μελετητών που έχουν εγκύψει στο έργο και τη ζωή του Καβάφη είναι και η μεγάλη ποικιλία των χαρακτηρισμών που του έχουν δώσει. Τον έχουν πει απόκοσμο και αποτραβηγμένο από τα κοινωνικά δρώμενα. Αποστάτη της καθιερωμένης ηθικής. Ατομιστή, που ζει στην ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού. Ηδονιστή ποιητή της παρακμής και πλήθος άλλα.

Η απουσία εντούτοις καταγραμμένων προσωπικών απόψεων και θέσεων του ποιητή, δε σημαίνει πως ο Καβάφης δεν επηρεαζόταν από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ου αιώνα. Ο ερμητικός αυτός καλλιτέχνης, επειδή ακριβώς ήταν μεγάλος στοχαστής και σοφός άνθρωπος, είχε τεράστια βιωματική εμπειρία, που αγκάλιαζε ευρύτατα σύνολα. Ήταν μεγάλος ποιητής και αυτό σημαίνει πως είχε μεγάλη ψυχή, και πόνεσε, λαχτάρησε και, με τον τρόπο του, αγωνίστηκε για τον άνθρωπο.

Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Παπαδιαμάντη, τον οποίον σημειωτέον θαύμαζε. Ήταν κι αυτός “έξωθεν ψυχρός και έσωθεν φλεγόμενος”. Όπως ο μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, που ακρίτως τον επονόμασαν “κοσμοκαλόγερο”, έτσι και ο Αλεξανδρινός ποιητής, ο δήθεν “αποτραβηγμένος ηδονιστής”, ζούσε έντονα τα προβλήματα της εποχής του και έπαιρνε σαφείς θέσεις πάνω σ’ αυτά. Μόνο που αυτό γινόταν μέσω της Τέχνης του και γι αυτό συχνά δεν γινόταν αντιληπτό.  Τα ποιήματα του Καβάφη αποτελούν την πιο τρανή μαρτυρία για τις θέσεις και απόψεις, που ποτέ δεν διατύπωσε με μορφή δοκιμίου ή κριτικής. Οι “ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν” τα ποιήματά του σαν να είναι ιστορικά. Είναι όμως;

Ας πάρουμε το ποίημά του “Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες”

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς
Τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.

Οι “ανίδεοι Αντιοχείς” θα το θεωρούσαν ιστορικό ποίημα, που αναφέρεται στην ήττα των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 144 π.Χ. Αν όμως σκεφτούμε πως το ποίημα εκδόθηκε μεν το 1921, αλλά στην αρχική του μορφή πρωτογράφτηκε το 1897, βλέπουμε για ποιάν ήττα γράφτηκε στην πραγματικότητα. Ή ακόμα το σπαραχτικό ποίημα “Πάρθεν”

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα,  για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν ‘ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίς’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

που γράφτηκε το 1922. Μέσα λοιπόν από τα ποιήματά του προβάλει ο πατριωτισμός του Καβάφη, γνήσιος, ειλικρινής και καθόλου κραυγαλέος.

Ο Καβάφης, όπως και ο Παπαδιαμάντης ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Τα ποιήματά του “Περιμένοντας τους Βαρβάρους”, που γράφτηκε λίγο μετά την καταστολή της ανταρσίας του Μάχντι στο Σουδάν, ή το άλλο, για “το παιδί που κρέμασαν οι χριστιανοί” *, το μαρτυρούν. Ας ακούσουμε το τελευταίο αυτό

Σαν το ‘φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ‘ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

             Το ποίημα αυτό γράφτηκε με αφορμή τις εξεγέρσεις του αιγυπτιακού λαού κατά των Άγγλων, που ακολούθησαν την καταστολή της επανάστασης του στρατηγού Όραμπι πασά και βεβαίως “χριστιανοί” είναι οι Άγγλοι.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όμως είναι η στάση του Καβάφη απέναντι στον Χριστιανισμό. Νομίζω πως ο προσφυέστερος χαρακτηρισμός του θα ήταν: “εν μέρει εθνικός κι εν μέρει χριστιανίζων” όπως ο Μυρτίας στο ποίημα “τα επικίνδυνα”. Οπωσδήποτε καταγόμενος από την Πόλη κι έχοντας ζήσει δυο χρόνια, έφηβος, εκεί, επηρεάστηκε από τη λειτουργική μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, όπως δείχνει το ποίημά του “στην Εκκλησία”   πέρα όμως από τη μεγαλοπρέπεια, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τα εξαπτέρυγα και τις ψαλμωδίες, στην Εκκλησία και στους ιερείς, ο ποιητής  βλέπει την παρηγορία, την ψυχική γαλήνη και την ενδυνάμωση του πιστού. Πολλά ποιήματά του το μαρτυρούν. Ένα από αυτά, “η Δέησις” αναφέρεται σε μια απλή γυναίκα. Ας το ακούσουμε

Η θάλασσα στα βάθη της πήρε έναν ναύτη
Κι η μάνα του ανύποπτη πάει κι άναφτει
στην Παναγιά μπροστά ένα μακρύ κερί,
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’καλοί οι καιροί.
Κι ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η  εικόνα την ακούει σιωπηλή και λυπημένη
ξέροντας πως δεν θα ‘ρθει ο υιός που περιμένει.

            Να σημειώσω πως στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος “Μυριόβιβλος” περιλαμβάνονται αυτά τα τρία αυτά ποιήματα θεωρούμενα ως τα κατ’ εξοχήν  τα χριστιανικά ποιήματα του Καβάφη.

Εντούτοις στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος για τον κυρ Μανουήλ τον Κομνηνό, διαφαίνεται μια πολύ λεπτή ειρωνεία. Εντονότερη είναι αυτή η ειρωνική διάθεση στο ποίημα “Ιγνατίου τάφος” όπου η φράση κλειδί είναι: “μες στην ασφάλεια του Χριστού”

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

         Από την άλλη πλευρά ο Καβάφης παραμένει εθνικός ωραιολάτρης. Ο αισθησιασμός του τον κάνει να αποζητά το ψυχικό κλίμα της Αρχαιότητας, τότε που οι Έλληνες (και ελληνίζοντες) λάτρευαν  ελεύθερα και απροκατάληπτα το ωραίο. Τότε που ο Κόσμος δεν είχε διχαστεί σε ύλη και πνεύμα, αλλά ο άνθρωπος ένοιωθε πως αποτελεί με τη Φύση ενιαίο, αδιάσπαστο και αρμονικό σύνολο. Στο ποίημά του “Ιωνικόν” δείχνει τη νοσταλγία του για τον κόσμο του αρχαίου κάλλους που χάθηκε.

Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν επέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, εσένα αγαπούν ακόμη
σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει πάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμόσφαιρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των
και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή αόριστη με διάβα γρήγορο
επάνω από τους λόφους σου περνά.

          Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον του Καβάφη για τον Ιουλιανό. Στον αυτοκράτορα αυτόν, που επονομάστηκε αποστάτης διότι, μολονότι γεννημένος χριστιανός και χριστιανομαθημένος, απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό και θέλησε να αναστήσει την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας, αφιερώνει έξι ποιήματα (τα πέντε ανήκουν στα “Αναγνωρισμένα” και το ένα στα “Αποκηρυγμένα”).

Η αρχαία μας θρησκεία άργησε να σβήσει. Επί πολλούς αιώνες σε απρόσιτες γωνιές της ελληνικής γης, στα βουνά της Μάνης και της Θράκης, οι χωρικοί θυσίαζαν στους θεούς, που επί πέντε χιλιάδες χρόνια λάτρευαν οι πρόγονοι τους. Κατάλοιπα της αρχαίας θρησκείας επιβίωσαν ως σήμερα στα “Αναστενάρια” της Μακεδονίας, στον “Καρνάβαλο”, στο «Πανηγύρι του Ταύρου” στη Λέσβο, στον “Λειδινό” της Αίγινας. Αλλά και στις πόλεις υπήρχαν επί πολύ κρυπτο-εθνικοί, όπως ο φτωχός άνθρωπος του ποιήματος “Είγε ετελεύτα”

Πού αποσύρθηκε, πού χάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματα του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του,
που διεδόθηκε εις τόσα έθνη,
εκρύφθη αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ούδε κανείς είδε ποτέ τον τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως, τίποτε
για θάνατο του Απολλώνιου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείνη η ιστορία

Αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη
στο αρχαίο της Δικτύνης ιερόν –
Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσική εμφάνισή του
εις ένα νέον σπουδαστή στα Τύανα –
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός να επιστρέψει
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι,
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος. – Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.

 Έτσι ερέμβαζε μες’στην πενιχρή του κατοικία –
μετά μια ανάγνωση του Φιλοστράτου
«τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» –
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε – ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός – στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ήν εβασίλευεν,

εν άκρα ευλαβεία ο γέρων Ιουστίνος
κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
άθλιους ειδωλολάτρας απεστρέφονταν.

Το ποίημα αναφέρεται στον μέγα διδάσκαλο τον Απολλώνιο τον Τυανέα, που επί αιώνες τον ελάτρεψαν ως θεό και πολλοί τον συγκρίνουν με τον Ιησού τον Ναζωραίο. Ο στίχος «τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές» προδίδει τον ποιητή, που ομοίως  «στο φανερόν έκανε τον Χριστιανόν κι αυτός και εκκλησιάζονταν».

———————————————————————————–

*Από τα «Κρυμμένα» ποιήματα, με τίτλο «27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 2 Σχόλια »

«Τα κατάφερε», ένα άγνωστο κείμενο του Μίμη

Posted by tofistiki στο 16/06/2013

Ενα άγνωστο σε όλους μας κείμενο του Μίμη, που βρήκε τυχαία η Κική ψάχνοντας κάτι άλλο στα αρχεία του υπολογιστή του. Σήμερα ειναι η γιορτή του πατέρα, λένε… Εμείς δεν μπορουμε να του προσφέρουμε δώρα, αλλα εκείνος μας έχει πολλά κρυμμένα ακόμα…

Τα κατάφερε…

Τους κατέβαζαν από την πελώρια τετραξονική νταλίκα, χωρίς να τους βγάλουν από τα σιδερένια κλουβιά τους, που τα άνοιγαν μονάχα σαν τα απίθωναν στο τσιμέντο του χώρου υποδοχής. Κατόπιν οι φύλακες άνοιξαν τις πόρτες των κλουβιών και, καθώς εκείνοι, μουδιασμένοι από την ακινησία και το στρίμωγμα, κουρασμένοι από τόσες ώρες ταξίδι, παραζαλισμένοι και σαστισμένοι από το θόρυβο και τις φωνές της υποδοχής δεν κουνήθηκαν, τους ανάγκασαν να βγούνε χτυπώντας και σπρώχνοντάς τους με καλάμια και ραβδιά.
Με τον ίδιο τρόπο τους οδήγησαν ως την είσοδο και πριν προφτάσουν να αντιδράσουν βρίσκονταν κρεμασμένοι από τα πόδια σ΄ ένα τσιγκέλι που έτριζε πάνω σ΄ έναν ατέρμονα οδηγό.
Ο Δημήτρης παρακολουθούσε άκεφος όλη αυτή τη σκηνή. Ήξερε την συνέχεια και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να παρακολουθήσει τη μακάβρια διαδικασία. Το τσιγκέλι θα τους μετέφερε στην αίθουσα σφαγής κι ένα δισκοπρίονο θα τους έκοβε αστραπιαία το κεφάλι…

ΤΕΜΣΑ_B&WΔεν ήθελε να σκέφτεται τη συνέχεια.Άλλωστε είχε τις δικές του έγνοιες και σκοτούρες. Ήταν η τρίτη φορά που ερχόταν για είσπραξη και ήταν αποφασισμένος να μη φύγει χωρίς λεφτά. Η εργολαβία που τους είχαν κάνει είχε προ πολλού τελειώσει, και είχε παραληφθεί κανονικά, εδώ και τρεις μήνες, αλλά λεφτά ακόμα δεν είδε εκτός από εκείνη την προκαταβολή σαν άρχισαν τις δουλειές.
Καθώς, άκεφος, τα συλλογιζόταν όλα αυτά, τον είδε…
Ήταν ο μόνος που είχε ξεφύγει από το ανάποδο κρέμασμα στο τσιγκέλι. Πώς τα κατάφερε; αναρωτήθηκε, καθώς τον έβλεπε να μένει κρυμμένος κάτω από την νταλίκα, ανάμεσα στους δίδυμους πίσω τροχούς. Για να περάσει η ώρα του βάλθηκε να τον παρατηρεί.
Στον αυθορμητισμό και την αισιοδοξία του Μίμη, οφειλόταν όλα. Κάνανε προφορική συμφωνία, πως θα τους πλήρωναν μόλις τους πήγαιναν το τιμολόγιο. Ο Μίμης πίστευε πως ήταν «συμφωνία κυρίων». Αμ δε! Τρεις μήνες τώρα το καιρορίχναν με διάφορες προφάσεις.
«Τζιράρουν τα λεφτά μας οι καργιόληδες» έλεγε ο Μήτσος, μετά από κάθε άπρακτη επίσκεψη.
«Ξέρουν πως δε μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο από το να τους ενοχλούμε με τις επισκέψεις μας, τα παράπονά μας, άντε και καμιά φωνή» συμπλήρωνε ο Μίμης ξεχνώντας πως εν μέρει ήταν υπεύθυνος γι΄ αυτήν την κατάσταση.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο» συλλογιζόταν ο Δημήτρης και σκέφτηκε πως κι αυτός ο φουκαράς ο δραπέτης δεν μπορούσε να κάνει τίποτες άλλο από το να κρύβεται κάτω από την νταλίκα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως τον ενδιέφερε η τύχη του.
Δεν έμεινε για πολύ ακίνητος στους πίσω τροχούς. Κινήθηκε προσεχτικά ως το μπροστινό μέρος της νταλίκας. Ο Δημήτρης τον είδε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά το προαύλιο του σφαγείου.
Ξέχασε τη δικιά του αδημονία, το ποσό που τους χρωστούσαν, τις υποχρεώσεις που τρέχανε, τον γυαλάκια του λογιστηρίου, όλο ευγένεια και τυπικότητα (προαλειφόμενος γιάπης, ο μαλάκας, με την τσάντα τη σαμσονάιντ – θα έλεγε ο Μήτσος) και περίμενε την επόμενη κίνηση του φυγάδα.
Τον είδε να βγαίνει ξαφνικά την προστατευτική σκιά της νταλίκας και να τρέχει ως το συρματόπλεγμα της περίφραξης. Εκεί χάθηκε σ΄ ένα χαντάκι, που υπήρχε σύρριζά της. Κανένας από το προσωπικό δεν τον είχε πάρει είδηση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | 3 Σχόλια »

Κάποτε τους έλεγαν και πόλισμαν

Posted by tofistiki στο 04/06/2013

Με την ευκαιρία της κουβέντας που γίνεται περί της προσφώνησης «μπάτσοι», που τόσο ενόχλησε τα χρηστά τηλεοπτικά μας ήθη, θυμήθηκα τις διηγήσεις του παππού μου για τον κ. Θεόδωρο, έναν εκκεντρικό τύπο που γνώριζε κι ο οποίος έτρεφε εξαιρετική αντιπάθεια προς τους αστυφύλακες. Ο πατέρας μου, στο βιβλίο του «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», στο οποίο αφηγείται τη ζωή του παππού μου, αφιερώνει ένα ολόκληρο -απολαυστικό- κεφάλαιο στον κ. Θεόδωρο, καθηγητή της Θεολογίας, άντρα πανύψηλο, με τεράστια σωματική δύναμη αλλά με εντελώς ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Από κει, το παρακάτω απόσπασμα με την «προσλαλιά προς πόλισμαν» που τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας μου είχαν αποστηθίσει και συνήθιζαν να την απαγγέλλουν θεατρικά, προς μεγάλη τέρψη των ακροατών τους. Κάποιες φράσεις, είχαν μείνει παροιμιώδεις στις παρέες τους και στην οικογένεια.

μια μποέμικη παρέα[…] Ο κύριος Θεόδωρος δε χρησιμοποιούσε συνήθεις ύβρεις στις λογομαχίες του. Είχε επινοήσει δικές του, αντλώντας συνήθως επίθετα και χαρακτηρισμούς από τη Βίβλο. Η χειρότερη ύβρις του ήταν υπήκοε του Αββαδών, την οποία απηύθυνε σε θηλυπρεπείς τύπους. Βαριές ήταν και οι ύβρεις: τοίχε κεκονιαμένε και σκλάβε καθώς και η τουρκική βρισιά, (συνεκφερομένη στερεοτύπως με την ελληνική της μετάφραση) ραγιά-κιοπόγλου κιοπέκ-άτιμε δούλε-παιδί της σκύλας. Όπως και η αποτρεπτική κραυγή προς κάθε επιτιθέμενο: πίσω σκλάβε!

Ειδική όμως υβριστική αποστροφή επεφύλασσε στους αστυφύλακες. Όπως προανέφερα, ο Θεόδωρος απεχθανόταν τους αστυνομικούς, από την εποχή που φοιτούσε στη σχολή αστυφυλάκων. Είχε λοιπόν φτιάξει μια ειδική προσλαλιά όταν απευθυνόταν προς κάποιο όργανο της τάξεως, την οποία μολονότι την είχαν ακούσει οι φίλοι αρκετές φορές δεν μπορούσαν, λόγω του μήκους της, να τη μάθουν απ’ έξω. Τελικά προκάλεσαν ξανά την απαγγελία της, βάζοντας κάποιο φίλο τους αστυφύλακα να ζητήσει «τα χαρτιά» του Θεόδωρου σ’ ένα δικό τους καφενείο, ενώ ο Μιχάλης κρυμμένος πίσω από το τεζιάκι κρατούσε σημειώσεις.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είχε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Θεόδωρος απευθυνόταν στον αστυφύλακα, κουνώντας το δάχτυλο του απειλητικά:

Πίσω!
Μη με πλησιάζεις ουδέ συρόμενος επί των γονάτων και διά του ατίμου μετώπου σου ψαύων την γην, όπως ενώπιον του Σουλτάνου και του Χαλίφου.
Είσαι κατώτερός μου. Σ’ το θέτω ταξικά!
Ούτε στο ίδιο εστιατόριο να φας ούτε στο ίδιο καφενείο να πιεις νερό!
Το επάγγελμά σου είναι άτιμον. Το επάγγελμα της πόρνης και του προδότου.

Στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος κι ο Θεόδωρος στρέφεται στο κοινό, παρουσιάζοντας τον αστυφύλακα:

Το απελπισμένο παιδί,
που ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο, να παίρνει ένα καρβέλι την ημέρα.
Όπου βλακόπαις και βουβαλόπαις και τεναγόπαις.
Όπου χασικλής και μάγκας κι αγαπητικός.
Που εκδίδει αθώας κορασίδας προς ικανοποίησιν αλλότριας φιληδονίας.

Ο αόρατος εχθρός του απείρου,
που παραμονεύει στη γωνιά και στομώνει το διαβάτη
και κατασκοπεύει την ανθρωπότητα.

Όν ατιμότερον των κατασκόπων, των προδοτών, των βασανιστών και των δημίων.

Εδώ, στρέφεται και πάλι στον πόλισμαν:

Θα σε δέσω με λύσσα σε βελανιδιά με μερμήγκια.
Γυμνόνε. Να μουκανιέσαι και να βοά η ρεματιά
και ν’ αντηχάει το μουκανητό σου στη χώρα.
Θα σου ανοίξω τρίτο μάτι ανάμεσα στα φρύδια
για να πηγαίνεις θαρρετά στον Άδη.
Θα σου περάσω τ’ άντερα λαιμαριά στο λαιμό.
Θα σου κλείσω το φούρνο με σαρανταοχτώ μανταλοσίδερα.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είναι το αριστούργημα της Θεοδωρείου μούσης. Είναι κείμενο εξαιρετικά δουλεμένο που παρουσιάζει μεγάλο υφολογικό ενδιαφέρον. Η φράση θα σου ανοίξω τρίτο μάτι είναι παρμένη από τον «Αθανάσιο Διάκο» του Βαλαωρίτη. Το σ’ το θέτω ταξικά από την καινοφανή τότε «κομμουνιστική διάλεκτο». Οι γλωσσοπλαστικές του ικανότητες (βλακόπαις, τεναγόπαις, βουβαλόπαις) εκπληκτικές, η σωστή εναλλαγή δημοτικής και καθαρεύουσας καθώς και η χρήση των «βοά» και «αντηχάει» για να δώσει την εντύπωση του αντιλαλητού της κραυγής μαρτυρούν μεγάλες λογοτεχνικές ικανότητες. Πολύ ζωντανή επίσης η εικόνα του απελπισμένου παιδιού που ροβόλησε από το, ορεινό και άγονο βεβαίως, χωριό του, με μόνη φιλοδοξία του να μπορεί να έχει ένα καρβέλι την ημέρα – τον άρτον ημών τον επιούσιον. Σ’ αυτή την ταπεινή φιλοδοξία αναφέρεται και η τελευταία απειλή της προσλαλιάς.

Σήμερα φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως θα ’ταν δυνατό να απευθύνεις σε όργανο της τάξεως τέτοιες ύβρεις χωρίς να βρεις για καλά τον μπελά σου, στη δεκαετία όμως του είκοσι φαίνεται πως ο κόσμος ήταν πιο ελεύθερος στις σχέσεις του με την αστυνομία, ίσως δε τα όργανα να μην αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα του Θεόδωρου ή ακόμα (και το πιθανότερο) να τον εξελάμβαναν σαν ακίνδυνο τρελό. Ύστερα, η αστυνομία πόλεων ήταν νέος θεσμός, οργανωμένος πρόσφατα από τους Άγγλους, που διατηρούσε πολλά από τα αγγλικά ήθη. Οι αστυφύλακες δεν οπλοφορούσαν παρά σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Ήταν ευγενέστατοι και άφηναν τις βρώμικες δουλειές, την αντιμετώπιση των απεργών, τη συνοδεία των υποδίκων κ.λπ. στους χωροφύλακες. […]

Φωτογραφία του κ.Θεόδωρου δεν βρήκα στο αρχείο του πατέρα μου και αμφιβάλλω αν αυτός ο τόσο ιδιόρρυθμος τύπος θα επέτρεψε ποτέ να τον φωτογραφήσουν. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από την εποχή πάνω-κάτω που ο παππούς μου γνωρίστηκε με τον κ. Θεόδωρο.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Μεταξύ αστείου και σοβαρού | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 14/05/2013

Αναδημοσιεύω σήμερα από το ιστολόγιο του Νίκου ένα απόσπασμα (επίκαιρο λόγω των επικείμενων πανελληνίων εξετάσεων) από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μίμη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Είναι παρμένο από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Βρισκόμαστε στα 1948, ο Μίμης είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).
Το αναδημοσιεύω και για ένα ακόμα λόγο. Ψάχνοντας κάτι άσχετο στα χαρτιά του πατέρα μου, έπεσα σε μερικά συγκινητικά -για μένα τουλάχιστον – ενθυμήματα από την εποχή εκείνη: Πρόκειται για το απόκομμα της εφημερίδας με τους επιτυχόντες στο ΕΜΠ ανάμεσα στους οποίους κι ο ίδιος, και για τα χειροποίητα, πολύ προσεγμένα, σε μέγεθος κάρτας, προγράμματα μαθημάτων που είχε φτιάξει για κάθε χρονιά της σχολής του.

epityxontesΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

programma EMPΑρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Ο δεύτερος γνωστός, που απόχτησα στο Πολυτεχνείο, από το πρώτο κι όλας τρίμηνο ήταν ο Τάκης ο Μερίκας. Ήταν ένα ήσυχο, μετρημένο και ντόμπρο παλικάρι, στο βάθος πολύ ρομαντικός και αισθηματίας. Μια φορά μου ΄δειξε κάτι πεζοτράγουδα που είχε γράψει. Ήταν δεξιός αλλά, καθώς το ’48 και το ’49 ήταν αδιανόητες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ αγνώστων, αυτό δε στάθηκε εμπόδιο στη γνωριμία μας, που εξελίχθηκε σε φιλία.

 Ο τρίτος φίλος που απόχτησα ήταν ο Στέλιος ο Πάπαρος και ο τέταρτος ο Μαρσέλος ο Κάννερ. Ήταν κι οι δύο Εβραίοι. Στην τάξη μας ήταν τέσσερις Εβραίοι, πράγμα πολύ περίεργο. Ποσοστό 16% ήταν δυσανάλογα υψηλό σε σύγκριση με το ποσοστό των Εβραίων της χώρας, μετά τον αποδεκατισμό τους κατά τον πόλεμο. Από τους τέσσερις, ο Στέλιος καταγόταν από πλευράς του πατέρα του από Ρωμανιώτες Εβραίους,  εγκατεστημένους δηλαδή στην Ελλάδα από αμνημονεύτων χρόνων, ίσως προ Χριστού. Ο Σάμης κι ο Ραϋμόνδος ήταν Σεφαραδίτες από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι πρόγονοί του Μαρσέλου ήταν Ασκεναζίμ, που ήρθαν από τη Ρουμανία.

ΕΜΠ-1Επηρεασμένος από τις αφηγήσεις του πατέρα μου, που είχε επίσης φίλους Εβραίους, στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του ‘20, τους έβλεπα με συμπαθητικό ενδιαφέρον, που με τον καιρό εξελίχθηκε σε θερμή φιλία, ιδίως με τον Στέλιο και τον Μαρσέλο.

Οι δύο πρώτες χρονιές φαγώθηκαν με τα μέχρι θανάτου βαρετά μαθήματα της Γενικής Χημείας και στα ατέλειωτα εργαστήρια της Αναλυτικής. Οι αντίστοιχοι καθηγητές ήταν πανάρχαιοι, με γνώσεις που είχαν αγκυροβολήσει στη δεκαετία του 20, τον ένα μάλιστα, της Γενικής Χημείας, τον είχε πάρει προ πολλού το όριο ηλικίας, που τότε για τους καθηγητές της Ανώτατης Εκπαίδευσης ήταν τα εβδομήντα, αλλά είχε επανέλθει με κάποιες νομικίστικες ταχυδακτυλουργίες, μια που είχε πρωτοστατήσει, κατά το δημοψήφισμα του ΄46, στην κίνηση για την επάνοδο του βασιλιά. Είχαμε τότε στο Πολυτεχνείο τέσσερις τέτοιους προκατακλυσμιαίους καθηγητές, που δεν εννοούσαν να παρατήσουν την έδρα τους.

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης – του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε, (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: “του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου”.

Το προκατακλυσμιαίο των γνώσεων του Βαρούνη συνδυαζόταν με την ιδιόμορφη επιστημονική ορολογία, την οποίαν, αφού μάταια προσπάθησε να την επιβάλει στην επιστημονική κοινότητα της χώρας, την έκανε, αντιστάσεως μη ούσης, υποχρεωτική τουλάχιστον στο μάθημα του. Αλίμονο στο φοιτητή που στις εξετάσεις δεν έλεγε τα ηλεκτρόνια ηλεκτρά, τα πρωτόνια πρώτα, τα δευτερόνια  δεύτερα, τα νετρόνια ουδέτερα και πάει λέγοντας! Υπήρχαν φυσικά και χειρότερα. Στους πολιτικούς μηχανικούς υπήρχε τότε  καθηγητής που, στο μέσον ακριβώς του 20ού αιώνα, δίδασκε: “εσχάτως οι σιδηρόδρομοι ηλεκτροφωτίζονται”.

Τη μανία να αρνούνται τη διεθνώς καθιερωμένη ορολογία και να επιβάλουν τη δική τους την είχαν κι άλλοι καθηγητές τότε. Ήταν ένας τρόπος να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μια που δεν είχαν να παρουσιάσουν ούτε συγγραφικό, ούτε διδακτικό έργο, σε μιαν εποχή που μεσουρανούσαν Δάσκαλοι, όπως ο Χόνδρος, ο Αθανασιάδης, ο Δημήτριος Αιγινήτης, ο Καραντάσης, ο Νίκος Κιτσίκης, ο Παπαπέτρου και άλλοι.  Στο Πανεπιστήμιο, ο Βασίλειος Αιγινήτης, μικρότερος σε ηλικία και επιστημονική αξία αδελφός του Δημητρίου, ήθελε να λένε ηλεκτριόντα, πρωτιόντα, δευτεριόντα, ακόμα και ουδετεριόντα, χωρίς να σκεφτεί, ο αθεόφοβος, πώς ήταν δυνατό να είναι και ουδέτερα και ιόντα.

Ο καθηγητής της Αναλυτικής Χημείας, ο Χορς, αγγλικής ή βαυαρικής καταγωγής προφανώς, ήταν κάπως νεότερος από την τετράδα, αλλά από επιστημονικής πλευράς είχε σταματήσει κάπου μεταξύ 1925 και 1930. Οι παραδόσεις του, στην ποιοτική ανάλυση, που την κάναμε στο πρώτο έτος, γίνονταν από κάτι άθλια λιθογραφημένα φυλλάδια, τα τυπωμένα πρωτότυπα των οποίων είχαν εξαντληθεί πριν τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας με πιστότητα ντικταφόν το κείμενο, χωρίς να αλλάζει ή να παραλείπει ούτε μία φράση. Μερικές περικοπές είχαν μείνει στην ιστορία:

“Κατά την αντίδρασιν ταύτην σχηματίζεται περίπλοκον ανιόν πολυπλόκου συστάσεως”.

Επί πλέον ήταν κουφός όσο ένα ντουβάρι ή μάλλον πολύ περισσότερο (δοθέντος ότι εκείνην ακριβώς την εποχή και οι τοίχοι είχαν αυτιά). Γι΄ αυτό κυκλοφορούσε εξοπλισμένος με ισχυρότατο όσο και παλαιοτάτης τεχνολογίας ακουστικό, του οποίου το μεγάφωνο ήταν χωμένο στο αυτί του, το μικρόφωνο ήταν τοποθετημένο στο στέρνο του κάτω από το πουκάμισο και οι μπαταρίες στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Τα καλώδια, που συνέδεαν τα τρία συστατικά μέρη, περνούσαν μέσα από τα μανίκια του και ξεπρόβαλλαν από το κολάρο ή τις κουμπότρυπες του πουκάμισου, δίνοντας του κάπως την όψη κάποιου παλαιϊκού ρομπότ, που μόνο η φαντασία του Ιουλίου Βερν θα μπορούσε να επινοήσει.

 
Η φωτογραφία είναι από κάποια εκδρομή με τη Σχολή. Αριστερά επάνω ο Μίμης, από κάτω ο Στέλιος ο Πάπαρος και ακόμα πιο κάτω ο νονός του -αγέννητου ακόμα- Νίκου, ο Γιώργος ο Κανελλόπουλος. Θαρρώ πως ο τέταρτος από αριστερά, στην πάνω σειρά, είναι ο Μαρσέλος ο Κάννερ, αλλά μπορεί να λαθεύω.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Δάσκαλοι

Posted by tofistiki στο 11/05/2013

μαθητες και δασκαλοιΑυτές τις μέρες που οι δάσκαλοι λοιδορούνται και βάλλονται σχεδόν από παντού, θυμήθηκα το βιβλίο «Μαθητές και δάσκαλοι», που είχε αφιερώσει ο πατέρας μου στους δικούς του δασκάλους, που όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, αποτελεί ένα μικρό φόρο τιμής στη μνήμη των άξιων δασκάλων που κυριολεκτικά διαμόρφωσαν την προσωπικότητα των μαθητών τους και τους έδωσαν το ευ ζην. Ίσως αυτό ακούγεται στις μέρες μας κάπως κλισέ και παρωχημένο, τώρα που όλοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν τέτοιοι δάσκαλοι σήμερα.

Όμως εγώ έχω γνωρίσει τέτοιους δασκάλους, κι έχω φίλους μερικούς τέτοιους ανθρώπους, σαν τη Σάσα, τη Σούλα, την Κρίνα, την Ελένη, τον Στέλιο, τη Σοφία, την Τασούλα, δασκάλους που μέσα σε αντίξοες συνθήκες δίνουν καθημερινά, κομμάτια από την ψυχή τους για να μορφώσουν τα παιδιά μας. Αφιερωμένο σ’ αυτούς κι αυτές λοιπόν, το σημερινό απόσπασμα. 

Γιώργος Βαλέτας

Βαλέτας-ταξηΤον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
Κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά, οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

Μίλτης Παρασκευαϊδης

Εκδρομή-Πυργί-ΜιλτηςΜε την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος*, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί τον Χαράλαμπο τον παραδεχόμουν απόλυτα. Άρχισα από τότε να βλέπω με άλλο μάτι τον καινούργιο καθηγητή και ανακάλυψα πως διέφερε σε όλα σχεδόν τα σημεία από τους άλλους δάσκαλους ή καθηγητές που έτυχε να περάσω από τα χέρια τους. Φαίνεται δε πως σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήξανε και οι άλλοι συμμαθητές, γιατί από τις αρχές του ΄42, η διάθεσή μας απέναντί του άλλαξε. Καταλάβαμε πως είχαμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό δάσκαλο. Διαπιστώσαμε πως ο καινούργιος ήταν πολύπλευρη προσωπικότητα, δεινός φιλόλογος, εξαίρετος σκιτσογράφος, καλός ζωγράφος επίσης, εραστής της φωτογραφίας, λάτρης της μουσικής και πολύγλωσσος.

Ποτέ του δε θυμάμαι να σκαμπίλισε ή να έδειρε μαθητή, ούτε ποτέ να κράτησε στα χέρια του βίτσα ή χάρακα ή άλλο σύμβολο εξουσίας και όργανο τιμωρίας ταυτόχρονα, που άλλοι καθηγητές δεν τ’ αποχωρίζονταν ποτέ. Επιβαλλόταν με τη στάση του και με τον καιρό η προειδοποίηση:

«Πρόσεξε, γιατί θα σε πετάξω έξω!»

που ήταν η συνηθέστερη απειλή του, αποδείχτηκε το αποτελεσματικότερο σωφρονιστικό όπλο του, γιατί πολύ σύντομα ο τρόπος και το περιεχόμενο των παραδόσεων του μας συνάρπασαν και κανείς δεν ήθελε να χάσει την παράδοσή του.

Ο Μίλτης όπως κι οι περισσότεροι συνάδελφοι του και μαθητές του υπόφερε από την πείνα του πρώτου χειμώνα της Κατοχής, κατάφερε όμως να οργανώσει μια εκδρομή της τάξης μας, που μας έμεινε αξέχαστη, γιατί σ’ αντίθεση με άλλες εκδρομές δεν κουβαλήσαμε μαζί μας τρόφιμα (πού να τα βρίσκαμε άλλωστε οι πιο πολλοί) αλλά μαγειρέψαμε επί τόπου! Κατάφερε και βρήκε ένα μικρό σακί φασόλια, δωρεά ενός φίλου του εμπόρου κι ένα καζάνι, πιάτα και μαχαιροπίρουνα (δεν υπήρχε τότε η ευκολία των πλαστικών), που τα κουβαλήσαμε, εναλλασσόμενοι διαδοχικά, όλοι οι μαθητές, από το Γυμνάσιο ως την Ουτζά. Εκεί στήσαμε το καζάνι σε πέτρες, φέραμε νερό από μια κοντινή πηγή, ανάψαμε φωτιά και ο Γιώργος ο Κουκούλης, που λόγω πατρικού επαγγέλματος ήταν ειδήμων, μας μαγείρεψε μια θαυμαστή φασολάδα. Φάγαμε όλοι μέχρι σκασμού και χορτάτοι το ρίξαμε στο τραγούδι. Πολλοί από μας είχανε μήνες ίσως να χορτάσουν φαϊ. Δεν ήταν όμως μόνο η ικανοποίηση της πείνας που μας έφερε τέτοιαν ευεξία, όσο η αίσθηση πως αυτενεργούσαμε, πως μαγειρέψαμε μόνοι μας, κάτι που μόνο οι μανάδες μας έκαναν και πως ύστερα φροντίσαμε μόνοι μας να πλύνουμε το καζάνι και τα πιάτα. Με την εκδρομή αυτή ο Μίλτης κέρδισε ολοκληρωτικά την αγάπη μας. […]

Απόστολος Αποστόλου, ο Δάσκαλος

ΑποστολουΈτσι τον έλεγαν όλοι, μαθητές του και μη. Στη Λέσβο ο τίτλος «Δάσκαλος» είχε μεγαλύτερο κύρος από τον τίτλο «Καθηγητής». Και ο Απόστολος Αποστόλου ήταν ο κατεξοχήν δάσκαλος, με την έννοια του πλάστη χαρακτήρων.

Εμείς τον πρωτογνωρίσαμε στην 4η οκταταξίου, όταν αρχίσαμε Χημεία, που είχε τη φήμη βαρετού και δύσκολου μαθήματος. Από το πρώτο του μάθημα κι όλας αλλάξαμε γνώμη. Ο Αποστόλου μας μίλησε για τη Χημεία, το περιεχόμενό της και τη σημασία της στην καθημερινή μας ζωή, με τέτοιον ενθουσιασμό και έξαρση, λες και ήταν ερωτευμένος μαζί της (και όντως ήταν) και κατάφερε να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του στους περισσότερους από μας. Κυριολεκτικά μας συνάρπασε.

Και αυτό δεν έγινε μόνο στη δικιά μας τάξη αλλά και σε πολλές που προηγήθηκαν και σε άλλες που ακολούθησαν. Το ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό χημικών και χημικών μηχανικών, που προέρχονται από απόφοιτους των Γυμνασίων και του Πρακτικού Λυκείου της Μυτιλήνης, οφείλεται στο πέρασμα του Αποστόλου από τα σχολειά αυτά.

Πριν διοριστεί στη Μυτιλήνη υπήρξε για ένα διάστημα βοηθός του Μιχαήλ Στεφανίδη, που υπήρξε επίσης καθηγητής στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης αλλά κατόπιν έγινε καθηγητής της Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τη δικιά του ενθάρρυνση, (αλλά και υλική αρωγή σε όργανα και σκεύη) δημιούργησε με προσωπική εργασία του, στα υπόγεια του Γυμνασίου, πλήρες εργαστήριο χημείας, όπου έκανε πειράματα, που πραγματικά μάγευαν τους μαθητές. Η δικιά μας τάξη δυστυχώς δε χάρηκε τέτοια πειράματα γιατί τον χειμώνα, πριν τα αρχίσουμε, από μια σφοδρή νεροποντή πλημμύρησαν τα υπόγεια του κτιρίου και το χημείο καταστράφηκε.

Ο Δάσκαλος διέσωσε τα περισσότερα όργανα και βιβλία του εργαστηρίου, τα μετέφερε στο σπίτι του, όπου με τη βοήθεια της γυναίκας του και των θυγατέρων του, τα καθάρισαν από τις λάσπες και κατόπιν τα επέστρεψε στο Γυμνάσιο. Το Χημείο όμως δεν ανασυγκροτήθηκε παρά πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Δάσκαλος είχε φύγει από τη ζωή. Σήμερα υπάρχει, στην παλιά του θέση, στα υπόγεια του Γυμνασίου, λειτουργεί και ονομάζεται «Χημείο Απόστολου Αποστόλου».

Δεν ήταν όμως μόνο ο τρόπος διδασκαλίας που σε τραβούσε. Ήταν και η ίδια η προσωπικότητα του διδάσκοντος. Πρόσωπο πράο και ιλαρό, μάτια που έφεγγαν από καλοσύνη, σε πείσμα των πυκνών και άγριων φρυδιών που τα σκίαζαν, ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα, που δείχνανε άνθρωπο που του άρεσε να γελάει και γλώσσα απλή και κατανοητή, ήταν τα στοιχεία που σε τραβούσαν με την πρώτη.

Αργότερα διαπιστώσαμε πως κάτω από αυτή την απλή και καθόλου επηρμένη όψη, κρυβόταν επιστήμονας μεγάλης αξίας. Όταν ήμουνα στην 5η τάξη ο πατέρας μου, μου έδωσε να διαβάσω ένα μικρό βιβλίο του Αποστόλου που επιγραφόταν «το πρόβλημα της ύλης, χθες και σήμερον». Με προειδοποίησε πως επρόκειτο για βιβλίο δύσκολο για ένα παιδί της ηλικίας μου (ήμουν τότε 14 χρονών), αλλά πίστευε πως θα τα έβγαζα πέρα. Και πράγματι όχι μόνο κατάφερα να το διαβάσω, αλλά να το μελετήσω σε βάθος. Το διάβαζα όλο το καλοκαίρι του ΄43, με επιμέλεια και προσήλωση, λες και θα έδινα τον Σεπτέμβρη εξετάσεις πάνω σ΄ αυτό. […]

Όπως ο Παρασκευαϊδης, ο Αρχοντίδης και πολλοί άλλοι εκπαιδευτικοί και διανοούμενοι της Λέσβου και ο Αποστόλου είχε οργανωθεί στην Αντίσταση. Εκείνος όμως αναδείχτηκε ηγέτης της. Στο τέλος της Κατοχής ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, πόστο που κράτησε και τα επόμενα χρόνια, ώσπου άρχισαν οι διώξεις. Χαρακτηριστικό πάντως της ευσυνειδησίας και της επίγνωσης που είχε, αναφορικά με τα καθήκοντά του ως Δάσκαλου, είναι πως δε σταμάτησε να διδάσκει και όταν είχε το πόστο του Γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, παρά τις δυσβάστακτες ευθύνες, που συνεπαγόταν.

Πιστεύω πως η παρουσία στην ηγεσία της Αντίστασης στη Λέσβο, ανθρώπων σαν τον Αποστόλου, τον Κανόνη, αλλά και τον Κοντάρα, ήταν καθοριστικής σημασίας. Χάρη στους φωτισμένους και πράους αυτούς ανθρώπους, επικράτησε στο νησί ατμόσφαιρα ηρεμίας και ομοψυχίας και δεν υπήρξαν υπερβολές και έκτροπα.


* Χαράλαμπος Κανόνης, αδελφικός φίλος του Μίλτη, επιστήμονας μεγάλης αξίας, και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, πιάστηκε αιχμάλωτος και δολοφονήθηκε στη Χίο το 1947. Αιωνία του η μνήμη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Παιδεία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μια κριτική για τον «Βενετσιάνικο καθρέφτη»

Posted by tofistiki στο 30/03/2013

Στα σημερινά «Νέα», στο ένθετο «Βιβλιοδρόμιο», δημοσιεύεται κριτική του Δημοσθένη Κούρτοβικ για το τελευταίο βιβλίο του Μίμη Σαραντάκου, στην οποία κάνει και μια παρουσίαση του συνολικού έργου και της προσωπικότητάς του. Ο Μίμης, εκτιμούσε πολύ τον Δ.Κ. και πάντα του έστελνε τα βιβλία του για να του πει τη γνώμη του.
Παρ’ όλη την αμοιβαία εκτίμηση και συμπάθεια, δεν μπόρεσαν δυστυχώς να γνωριστούν από κοντά.
Η επίσκεψη στην Αίγινα που σχεδίαζαν, με το ένα και με το άλλο, δεν έγινε ποτέ…
 
 
mimis-kourtovik

 
(Η φωτογραφία, είναι του Σταμάτη Λαγάνη)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Με αφορμή μια φωτογραφία

Posted by tofistiki στο 07/03/2013

Πριν λίγο καιρό, ένας παλιός, καλός φίλος του πατέρα μου, έστειλε ένα μέιλ στη μητέρα μου με μια φωτογραφία που την συνόδευε ένα συγκινητικό κείμενο με αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα. Θέλησα να μάθω περισσότερα κι επικοινώνησα μαζί του, κι εκείνος είχε την καλοσύνη να μου στείλει δυο λόγια παραπάνω. Τα μεταφέρω εδώ, σχεδόν όπως μου τα έστειλε, κι ελπίζω σύντομα να διαβάσουμε περισσότερα, καθώς όπως μου είπε, έχει κατά νου να εκδώσει ένα σχετικό βιβλίο.

mimis-manolis-vasilisΜε τον πατέρα σου γνωριζόμαστε από παιδιά. Είχαμε άλλωστε την ίδια ηλικία και μέναμε περίπου στην ίδια γειτονιά στη Μυτιλήνη. Σχολείο, ΕΠΟΝ κ.λπ.,  χωρίς να έχουμε πάντα πλήρη γνώση των εξελίξεων που τις καθόριζαν άλλοι, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους μάλιστα τα μερικά ή γενικά συμφέροντά μας ή και τις συνέπειες σε μας […]

Μεγάλωσα, ακολουθώντας τη δασκάλα μητέρα μου, στα Λουτρά, ένα χωριό 7 χιλιόμετρα από την πόλη της Μυτιλήνης, τουρκοχώρι πριν από το 1926 που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, οπότε και ήρθαν στα Λουτρά Έλληνες από το χωριό Ατζανός (τώρα Βademli) της Μ. Ασίας και πήγαν οι Τούρκοι στα σπίτια τους εκεί.

Σχολειό πήγα στα Λουτρά της Λέσβου που ήταν τόπος «φιλοξενίας» των «τουρκόσπορων». Και τους γνώρισα , όπως τους περιγράφει ο Θέμελης στο βιβλίο του «Οι αλήθειες των άλλων» και μεγάλωσα και γω μαζί τους και είδα τον κόσμο όπως είναι, σκληρός και ανελέητος, που στρατολογεί εύκολα θύματα (και οι δύο κόσμοι…) και θυσιάζει τους πιο περήφανους και θαρραλέους, στο όνομα φρέσκων ιδεών και ειδώλων. Αυτοί βέβαια με τη θυσία τους, φέρνουν κάθε φορά την Άνοιξη! Δεν γίνεται αλλιώς!
Εκεί είδα και ένοιωσα στο πετσί μου την κοινωνική αδικία και την επανάσταση και τους επαναστάτες (θύματα στη συνέχεια) που εκτρέφει και προωθεί.skala_loutron_1937 […]

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία που στέλνω, έχει τραβηχτεί από πλανόδιο φωτογράφο της εποχής, στην οδό Πανεπιστημίου, το Νοέμβρη του 1947. Εκτός από μένα δεξιά και το Μίμη στα αριστερά, στη φωτογραφία φαίνεται και ο μακαρίτης ο Μανώλης ο Στάθης (ήταν φιλόλογος και έγινε γυμνασιάρχης στα Κύθηρα). Πηγαίναμε και οι τρεις στο φροντιστήριο του Φιλίππου, στην αρχή της Θεμιστοκλέους.

Εγώ είχα κατεβεί από τη Μυτιλήνη με ένα καΐκι, αλλά έμεινα μαζί τους μόνο ενάμιση μήνα. Θυμάμαι μέχρι τις 15-11-47. Τη μέρα εκείνη άρον-άρον τους εγκατέλειψα και γύρισα στη Μυτιλήνη, γιατί στο μεταξύ απέλυσαν τη μητέρα μου από το σχολείο, λόγω «κοινωνικών φρονημάτων» (ήταν δασκάλα, στα Λουτρά της Μυτιλήνης) και συνέχισα την προετοιμασία μου, με τη βοήθεια των καθηγητών μου (του Αρχοντίδη και άλλων).

Όταν κατέβηκα πάλι στην Αθήνα το Σεπτέμβρη του 1948 και έδωσα εξετάσεις, στο μεν Πολυτεχνείο δεν πέρασα (θυμάμαι μάζεψα 35 μονάδες, αντί για 36) ενώ μπήκα στο Φυσικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής σχολής πρώτος (έχω ακόμα το απόκομμα από εφημερίδα της εποχής). Στο Πανεπιστήμιο δεν με γράψανε λόγω …κακών φρονημάτων.
Γράφτηκα την επόμενη χρονιά , αφού προηγουμένως η  κ. Καλλιόπη (η μητέρα μου) υποχρεώθηκε να κάνει δήλωση. Μια νύχτα, κλαίγοντας με πήρε και πήγαμε μαζί στην ασφάλεια, όπου διοικητής ήταν ένας μαθητής της που την παρακάλαγε από καιρό να το κάνει, γιατί η μη εγγραφή μου στο Πανεπιστήμιο είχε κάνει πάταγο στη Μυτιλήνη, όπου οι συντοπίτες μου είχαν πανηγυρίσει δεόντως για την επιτυχία μου.

Η περίοδος 1948-49, μου βρήκε σε καλό. Με στείλανε, μέσω του Γυμνάσιου, να διδάξω στην Πέτρα, ένα χωριό στη Μυτιλήνη όπου λειτουργούσε φροντιστήριο «κατ’ οίκον διδαχθέντων», και είχα μεγάλη επιτυχία. Έβγαλα, αν θυμάμαι καλά, 1500 οκάδες λάδι (συναλλακτικό αγαθό – νόμισμα – ήταν το λάδι ) που ισοδυναμούσαν με 25 χρυσές λίρες, τις οποίες έδωσα στη θεία μου, στην Αθήνα, όπου νοικιάσαμε ένα σπίτι στην οδό Σάμου στο σταθμό Λαρίσης, με την υποχρέωση να μένω μαζί με τα παιδιά της. Είχε δυο παιδιά, το Μάνο – που ήταν συμμαθητής του Μίμη- και τη Μυρτώ, που ήταν ήδη παντρεμένη με τον Έκτορα, καθηγητή μαθηματικό και μέναμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο 2 επί 3μ., μέχρι το τέλος των σπουδών μου.

Τα Πολυτεχνείο δεν το ξέχασα και μπήκα και κει το 1957, με κατατακτήριες εξετάσεις, στο δεύτερο έτος, απ’ όπου τελείωσα το 1961. Σαν μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος σταδιοδρόμησα στη ΔΕΗ.

Σου στέλνω μαζί με το παρόν και μια ομάδα φωτογραφιών από μια συνάντηση, το Γενάρη του 2008 σε μια ταβέρνα στο Παλαιό Φάληρο, όπου ο πατέρας σου «κυριάρχησε» με τη φυσαρμόνικά του. Συνδαιτυμόνες, ήταν φίλοι και συμμαθητές μας από τη Μυτιλήνη. Τελειώνοντας το γεύμα εκείνο, θυμάμαι ότι περάσαμε στην επιστροφή, από το  σπίτι σας για ένα καφέ…

Scan0012

Με αγάπη
Βασίλης  Αργυρίου

 
 
 
Η φωτογραφία της Σκάλας Λουτρών Λέσβου είναι παρμένη από τον ιστότοπο του Συλλόγου Μικρασιατών Σκάλας Λουτρών Λέσβου «το Δελφίνι».

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Σκίτσα-φωτογραφίες, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μια επέτειος

Posted by tofistiki στο 23/02/2013

Οι γονείς μου, σαν ζευγάρι, γιόρταζαν δύο επετείους που μου ήταν εύκολο να τις θυμάμαι γιατί έπεφταν σε σημαδιακές μέρες: Η επέτειος της γνωριμίας τους ήταν 4η Αυγούστου, και του γάμου τους, σαν σήμερα, 23 Φλεβάρη, μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ.

mimis-wedding-5 goneis epeteios

Η δεύτερη φωτογραφία, είναι από την τελευταία τους επέτειο, τον Φλεβάρη του 2011. Ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες πέρασαν 53 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη…

Για την 70η επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ, σίγουρα θα γίνουν πολλά αφιερώματα, όπως αυτό εδώ του ιστολόγιου «Βαθύ Κόκκινο». Εγώ θα βάλω ένα τραγούδι που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου, σε στίχους Πέτρου Ανταίου* και στο σκοπό της «Σαμιώτισσας»:

Κι εδώ, ένα τραγούδι στη λεσβιακή ντοπιολαλιά, που τραγουδούσε πολύ ωραία κι πατέρας μου, κι ακόμα άλλο ένα που τον θυμάμαι να λέει, εδώ.

Εδώ, ένα άρθρο με αναμνήσεις του Μίμη από την ΕΠΟΝ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Α Σελάνα» και στην εφημερίδα «Εμπρός» της Μυτιλήνης, και το είχε  αναδημοσιεύσει και το Φιστίκι.

***

*Πέτρος Ανταίος: πως ιδρύσαμε την ΕΠΟΝ, από το tvxs

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 21/01/2013

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, κι η Μυτιλήνη ζει τις πρώτες ελεύθερες μέρες μετά την Κατοχή.
 

Από εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

ΕΦΤΑ 306Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Η οργάνωσή μας, η ΕΠΟΝ, είχε στην πόλη δέκα τμήματα. Τα εννέα ήταν κατά γειτονιές και το 10ο ήταν των μαθητών του γυμνασίου, η «Μαθητική ΕΠΟΝ». Στην αρχή ήμασταν έντεκα, όλο αγόρια, αλλά σύντομα αυξηθήκαμε σε είκοσι πέντε. Ανάμεσά μας είχαμε τώρα και κορίτσια: τη Δήμητρα τη Σκαλτσούνη, πολύ όμορφη και κάπως παχουλή, που γι’ αυτό τη φωνάζαμε «Βαρελάκι», τη Μαρίκα τη Χατζηράλλη, που ήταν πάντα γελαστή και τη λέγαμε «Σου γελάω», τη Σούλα την Κουκουτού, τη Νέδα τη Νικήτα, την Αρίσβα Παπαχαραλάμπους, τη Βάσω και την Ερμιόνη Κορίτατζη, τη Ζωή Καραμπελοπούλου, την Ευτυχούλα Κακαβιά, τη Βαγγελίτσα την Αποστόλου και την Παρίτσα τη Χωριανοπούλου, που ήταν γειτονοπούλα μου, όλα όμορφα, δροσερά κορίτσια της 6ης, 7ης και 8ης τάξης.

Κάναμε εκλογές και στο Τμηματικό Συμβούλιο εκλέξαμε γραμματέα τον Τάκη το Γιαννακόπουλο, διαφωτιστή τον Τάκη τον Παπαθανασίου και οικονομικό υπεύθυνο το Μάριο το Γιουρουκέλλη. Η Δήμητρα κι εγώ βγήκαμε απλά μέλη.

Η στενή παρέα ανάμεσα σε νεαρούς και νεαρές, που δημιουργούσε η συμμετοχή τους στην ίδια οργάνωση και στις εκδηλώσεις της, δεν προκάλεσε προβλήματα. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν μάλλον πουριτανική, αλλά καθόλου υποκριτική. Βεβαίως ακόμα και απλά φλερτ θεωρούνταν απαράδεκτα καμώματα, αλλά από την αρχή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια (στη δικιά μας περίπτωση) ή σε νεαρούς και κοπέλες (στις οργανώσεις των μεγαλύτερων), αναπτύχθηκε μεγάλη εγκαρδιότητα και συντροφικότητα. Κάναμε πολύ κεφάτα πάρτυ και τρελές εκδρομές, αλλά πλέον ου. Φυσικά δεν άργησαν να σχηματιστούν κάποια ζευγαράκια, αλλά αυτές ήταν σπανιότατες περιπτώσεις και κατά κάποιον τρόπο είχαν την έγκριση και κάλυψη της οργάνωσης, μια που αφορούσαν ερωτευμένα παιδιά, που είχαν δηλώσει πως θέλανε να παντρευτούν και να ζήσουνε μαζί. Σε μας τουλάχιστον (τους μαθητές) η μοναδική περίπτωση ήταν του Λαλάκου και της Βάσως, που κατέληξε, μετά εφτά χρόνια, σε γάμο, ο οποίος κράτησε ισοβίως. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των (μεγαλύτερών μας) Θόδωρου και Αφροδίτης.

Είχαμε πάντως αρχίσει να συζητάμε (οι νεαροί μεταξύ μας) για τις σχέσεις με το άλλο φύλο και για το πώς θα λύναμε το σεξουαλικό μας πρόβλημα. Δεν ξέραμε όμως ποιον από τους μεγάλους να ρωτήσουμε σχετικά. Όσο θάρρος κι αν είχαμε μαζί τους, θεωρούσαμε αδιανόητο να ρωτήσουμε το Μίλτη τον Παρασκευαΐδη ή το Βασίλη τον Αρχοντίδη. Τους ντρεπόμασταν. Θα μας ήταν ίσως πιο βολικό να ρωτήσουμε το «Δάσκαλο», τον Αποστόλου, που μας φαινόταν πολύ πιο προσιτός, αλλά αυτός τώρα ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής, πού να βρει καιρό να ασχοληθεί μαζί μας και μάλιστα για τέτοια θέματα.

Τελικά μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία του Τζίμη του Φράγκου, πήγαμε στα γραφεία της Νομαρχιακής Επιτροπής και βρήκαμε τον Αχιλλέα τον Κοντάρα, σεβαστό και κοσμαγάπητο αγωνιστή, που είχε το χάρισμα να δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας με όλους τους συνομιλητές του και η οποία, στην περίπτωσή μας, κάλυψε το χάσμα της διαφοράς ηλικίας.

Ο μπαρμπα-Αχιλλέας μάς άκουσε προσεχτικά, με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο να φέγγει στο πρόσωπό του, κι ύστερα μας μίλησε πολύ φιλικά, αλλά δυστυχώς πολύ γενικόλογα.

«Ό,τι και να κάνετε, κι όπως και να γίνει, να έχετε πάντα στο νου σας πως τη γυναίκα πρέπει να τη σεβόσαστε. Ακόμα και οι πόρνες είναι άξιες του σεβασμού σας, γιατί είναι κι αυτές θύματα της κοινωνίας. Βοηθάτε να στεριώσουμε την καινούργια κοινωνία, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και φυσικά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, θα είναι λεύτερες, γιατί δε θα καθορίζονται από το χρήμα και τότε όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν.»

Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγάλαμε φεύγοντας, ήταν πως έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να φτιάξουμε αυτή την κοινωνία της λευτεριάς.

 

 
Στη φωτογραφία, η παρέα των επονιτών σε θαλασσινή βόλτα με καΐκι.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: