Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Λέσβος’

Επείγουσα έκκληση από τη Λέσβο

Posted by tofistiki στο 02/06/2015

Δραματική η κατάσταση στη Μυτιλήνη, δραματική και η έκκληση των εθελοντών της ΜΚΟ «Αγκαλιά»

11109005_1011860175504878_3893133444356917308_n

«Λέσβος 27/05/2015:
4μηνο βρέφος με υποθερμία. Δυο παιδιά 8 και 12 ετών ασυνόδευτα. Δυο άτομα με κακώσεις στα γόνατα. 4 άτομα σε σχισμένα πέλματα από την φτέρνα έως το μεγάλο δάχτυλο. Πάνω από 100 βρεγμένοι άνθρωποι, πρώτα από θαλασσινό νερό και έπειτα από μπόρα. Σχεδόν όλοι κρυωμένοι με βήχα, πολλοί με πυρετό. Εφτά οικογένειες με γέροντες και παιδιά.Το μόνο που θέλουν είναι να φτάσουν με ασφάλεια σε έναν τόπο όπου θα ξαποστάσουν και θα τους δει ένας γιατρός, θα φάνε κάτι. Τι καταστάσεις να μπαλώσουμε εμείς; Και να θέλουν να πληρώσουν, να έχουν τα χρήματα και να ΜΗΝ τους παίρνει ούτε λεωφορείο ούτε ταξί από φόβο «μην μπλέξουμε». Έχουμε και λέμε : από Αρχαία Άντισσα μέχρι Καλλονή 8 ώρες πορεία κατά μέσο όρο. Από Καλλονή Μυτιλήνη τουλάχιστον 6, για τις οικογένειες αδύνατον κάτω από 10-11 ώρες. Εξόντωση. Συγνώμη, για να λυθεί και αυτό θα περιμένουμε την χρηματοδότηση του Ντράγκι; Ένα πράγμα μόνο θα πω: θα μπορέσω να καταλάβω αν οι «διαπραγματεύσεις» ναυαγήσουν. Δεν θα συγχωρέσω όμως το ότι δεν έγιναν ορισμένα απλά βήματα αναδιοργάνωσης που δεν κοστίζουν απολύτως τίποτα. Και ένα ακόμα : αν οι ένστολοι το παίζουν δύσκολοι, αν ο τοπικός πρόεδρος/πάρεδρος/σαλτιμπάγκος το παίζει τρελός, υπάρχει ο εισαγγελέας. Βάλτε τους πάντες προ των ευθυνών τους, οργανώστε τα πράγματα. Μεταφέρετε προσωπικό από θέσεις/αραλίκια σε σημεία που θα είναι χρήσιμοι. Τα ήδη υπάρχοντα «πράγματα» και πρόσωπα τα οποία ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ήδη. Καταλαβαίνω πως παίρνει χρόνο σε μια νέα κυβέρνηση να χαλιναγωγήσει δομές εξουσίας που σαπίζουν χρόνια τώρα. Κάντε γρήγορα χρόνος ΔΕΝ υπάρχει. Και ένα τελευταίο : φέρτε τον Βαρβιτσιώτη και τη Σεσίλια να καμαρώσουν τώρα το κέντρο κράτησης των πολλών εκατομμυρίων που έφτιαξαν…

«Παιδιά πνιγόμαστε, βοηθήστε. Όσοι δεν είστε Λέσβο και δεν μπορείτε να βοηθήσετε σε είδος στείλτε κανένα φράγκο. Υπολογίστε πως με 50 ευρώ έχουμε βρει τον τρόπο να δίνουμε ένα γεύμα σε 100 άτομα. Ειλικρινά δεν έχουμε κάνει ποτέ τόσο επείγουσα έκκληση, αλλά είμαστε στα όριά μας, έχουμε εκατοντάδες κόσμο από Συρία και Αφγανιστάν κατά κύριο λόγο οικογένειες και παιδιά σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Και 5 ευρώ βοηθούν. GR 5401405990599002101026620, Αlpha Bank, ΜΚΟ Αγκαλιά…. Κοινοποιήστε, είναι πραγματική ανάγκη.»

Η περιγραφή της κατάστασης από το προφίλ ενός άλλου εθελοντή, από το «Χωριό του Όλοι Μαζί», στο facebook:

«Σήμερα τα πράγματα ξανά- κόλλησαν…και στον Μόλυβο.
Περίπου 120 άτομα πρέπει να κοιμηθούν στην ύπαιθρο. Το λεωφορείο για την Μυτιλήνη δεν θα έλθει να τους πάρει.
Είναι στο Parking δίπλα στο σχολείο και θα αρχίσουν πάλι οι κόντρες για το που θα πάνε να κάνουν την ανάγκη τους , για αρρώστιες και τα παιδιά μας και τα λεφτά μας, τον τουρισμό μας… και άλλα τέτοια!

Ούτε κουβέντα για την … ανθρωπιά μας!
Μνήμες κοντές , παππούδες και γιαγιάδες ξεχασμένοι , μανάδες παιδιά …»Δεν είναι δικά μας»!
Τι στο διάολο είμαστε;  
Τα νούμερα θα μεγαλώσουν και οι ρυθμοί επίσης. Θα πρέπει το σχέδιο να μεγαλώσει. Οι χώροι υποδοχής, να αυξηθούν ή … οι ρυθμοί εξυπηρέτησης να αυξηθούν. Χρειάζονται δομές και άτομα στο λιμενικό και την αστυνομία, για μην βγει κάποια ώρα στους δρόμους ο… Στρατός.

Θα μπορούσαν πολλές ζωές να γλυτώσουν, αν όλοι αυτοί ταξίδευαν ελεύθερα στις χώρες που θέλουν με αεροπλάνα και ξόδευαν τα λεφτά του traffiking, στην χώρα επιλογής τους, για την προσωρινή διαμονή τους, για τις υποδομές της φιλοξενίας τους, μέχρι να αλλάξουμε τις πολιτικές μας , που κόστισαν και κοστίζουν τους πολέμους στις περιοχές τους.
Είναι ώρα για αλλαγές, στην αντίληψη και τον τρόπο μας.
Θα είμαστε άξιοι της τύχης μας, αν κάποια ώρα βρεθούμε στην θέση τους και δεν μας βοηθήσει… κανείς!
Ας μην είναι κανένας μας σίγουρος για τίποτα, στις μέρες μας… εκτός από την ανθρωπιά μας.

Διαβάστε:

Grèce : l’accueil des migrants à Lesbos

Δείτε:

The First Step/ Το πρώτο βήμα

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, ενεργοί πολίτες, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Χριστούγεννα 1944, Μυτιλήνη

Posted by tofistiki στο 25/12/2014

Σκαλίζοντας στα ηλεκτρονικά αρχεία που άφησε ο Μίμης, έπεσα πάνω σε ένα βίντεο που την ύπαρξή του δεν ήξερα*. Αναφέρεται στα γνωστά γεγονότα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1944, στη Μυτιλήνη, όπου η παλλαϊκή αντίσταση των ντόπιων απέκρουσε με μια φωνή -GO BACK!- την προσπάθεια απόβασης του αγγλικού στόλου στο νησί όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ.

Παρακολουθώντας το, διάβασα στο τέλος του, ότι φτιάχτηκε για μια εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Λέσβου, που έγινε το 2007 . Επειδή δεν βρήκα το βίντεο κάπου στο διαδίκτυο, το ανέβασα, καθώς συμμετέχει η φωνή του Μίμη.

Ας δούμε λοιπόν την ιστορία, μέσα από εικόνες της εποχής και τα τραγούδια που σκάρωσαν οι ντόπιοι, όπως τα τραγουδάνε ο Μίμης και μια άγνωστη Μυτιληνιά, στο τέλος του βίντεο:

 

 

Η ίδια ιστορία, σε ένα επίσης ενδιαφέρον βίντεο, με αρκετή αφήγηση των γεγονότων. Δεν ξέρω ποιος αφηγείται:

 

 

Το 2007, είχε κάνει αφιέρωμα στα γεγονότα, ο αξέχαστος Allu Fun Marx, με τίτλο Κατ’ αγριγιαθρώπ’ μας φέραν…, όπου παρέθετε τις ηχογραφήσεις του Μίμη και τους στίχους των τραγουδιών, αλλά και τις αναμνήσεις του Μίμη από εκείνες τις ηρωικές μέρες:

«Την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1944 είχα περάσει από την Τράπεζα και με τον πατέρα μου πήγαμε στην αγορά για ψώνια. Ήταν γύρω στις 10 το πρωί και αντιληφθήκαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τότε είδαμε πως έξω από το λιμάνι είχαν έρθει 4 αγγλικά πολεμικά και 7 μεγάλα μεταγωγικά, από ένα από τα οποία προερχόταν μια ατμάκατος γεμάτη με ινδούς στρατιώτες, που κατευθυνόταν στο μέσα λιμάνι. Μη ξεχνάτε, πως εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Άγγλων.

Ήταν η πρώτη απόπειρά τους να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη, η οποία, σημειωτέον, μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν σταθερά κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από την Απελευθέρωση και μετά στο νησί υπήρχε κάποια δυαδική εξουσία. Από τη μια υπήρχε η εξουσία του ΕΑΜ, με δικιά της Τοπική Αυτοδιοίκηση, Νομάρχη, Πολιτοφυλακή και το 22ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Από την άλλη υπήρχε η Συμμαχική Αποστολή από καμιά δεκαριά αξιωματικούς (όλους Άγγλους), η (ελληνική) Ναυτική Διοίκησις Αιγαίου, με τον πλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη (αυτόν του «Παπανικολή»), ένα άγημα ναυτών και το αντιτορπιλικό «Αετός», που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι και μία διμοιρία Ιερολοχιτών. Όλοι αυτοί όμως δεν είχαν καμιάν ουσιαστική δύναμη, αλλά σε συνεργασία με τους ντόπιους αντιδραστικούς βυσσοδομούσαν κατά της εαμικής εξουσίας.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.
Η απόπειρα αποκρούστηκε αμέσως από εκατοντάδες πολίτες, που με φωνές, σπρωξιές, μπαστουνιές και ομπρελιές (ψιλόβρεχε), εμπόδισαν τους ινδούς να πατήσουν καν το πόδι τους στο μουράγιο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κραδαίνοντας την ομπρέλα του να πρωτοστατεί στην απώθηση.
Αμέσως άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και σε όλες τις γειτονιές βγήκαν συνεργεία της ΕΠΟΝ και με χωνιά ξεσήκωσαν τον κόσμο. Σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες στα Μπλόκια.

Με τον πατέρα μου δε γυρίσαμε στο σπίτι (άλλωστε δεν είχαμε προλάβει να ψωνίσουμε τίποτα) αλλά πήγαμε στα γραφεία των οργανώσεων. Ο πατέρας μου έβαλε σε λειτουργία τον «Ραδιοφωνικό Σταθμό ΕΑΜ Λέσβου», που είχε φτιάσει σχεδόν μόνος του και άρχισε να εκπέμπει. Εμένα με στείλανε, με τα πόδια φυσικά, στη Μόρια, να δώσω σχετικό μήνυμα στην τοπική οργάνωση, γιατί δεν υπήρχε τηλέφωνο στο χωριό. Άλλους συνομήλικους μου (εμείς οι μαθητές βλέπεις είχαμε διακοπές) τους έστειλαν σε άλλα κοντινά χωριά.
Από το απόγεμα άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη τραγουδώντας, φάλαγγες χωρικών, αυτοσχέδια οπλισμένων. Συνεργεία επονιτών αναλάβαμε να πηγαίνουμε τις ομάδες των χωρικών σε σπίτια (αντιδραστικών κατά προτίμηση), όπου θα κοιμόντουσαν τη νύχτα. Μας είχαν εφοδιάσει με έγγραφη εξουσιοδότηση και σε ορισμένες περιπτώσεις μας συνόδευε και ένας πολιτοφύλακας. Δημιουργήθηκε επίσης υπηρεσία τροφοδοσίας όλου αυτού του πλήθους, από κοπέλες της ΕΠΟΝ.

Ως το πρωί της επομένης είχαν έρθει στην πόλη, χωρίς υπερβολή, 60.000 άνθρωποι. Τη νύχτα η Μυτιλήνη γέμισε οδοφράγματα, έτσι που θύμιζε το Παρίσι της εποχής των επαναστάσεων του 19ου αιώνα.
Από την πρώτη στιγμή επίσης άρχισαν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, μεταξύ της ηγεσίας του ΕΑΜ και των Άγγλων, που επέτρεψαν στους δικούς μας να κερδίσουν καιρό. Για λόγους τακτικής ο ΕΛΑΣ δεν εμφανίστηκε πουθενά, είχε όμως καταλάβει επίκαιρες θέσεις στο Κάστρο και σε οικοδομήματα που δεσπόζανε και ελέγχανε το χώρο αποβίβασης, ενώ τα φορτηγά που περίμεναν να φορτώσουν τους ινδούς αχρηστεύθηκαν, με την αφαίρεση των μπουζί από τις μηχανές τους.

Επί έξι ημέρες και έξι νύχτες μείναμε όλοι στα Μπλόκια και στις γύρω παραλίες, παρά το ψοφόκρυο που έκανε. Είχαμε ανάψει φωτιές για να ζεσταθούμε και με την παραμικρή κίνηση που παρατηρούσαμε στα πλοία, χτυπούσαν αμέσως τις καμπάνες και όσοι μένανε στα σπίτια κατέβαιναν αλαλάζοντας και κραδαίνοντας αυτοσχέδια όπλα στην παραλία. Γενικά επικρατούσε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και κεφιού, που το συντηρούσαν χορωδίες νεαρών, που γυρνούσαν και λέγανε επαναστατικά ή σατιρικά τραγούδια, καθώς και πολλοί (ο πατέρας μου μεταξύ των πρώτων, όταν δεν εξέπεμπε ο σταθμός), που ανεβασμένοι στα Μπλόκια ή στα οδοφράγματα απαγγέλναν φλογερά ποιήματα.

Τελικά οι Άγγλοι υποχώρησαν και φύγανε από το νησί. Αυτή η αναίμακτη νίκη γιορτάστηκε με τρικούβερτο παλλαϊκό γλέντι. Θυμάμαι μια ομάδα από Αγιασώτες, που είχαν καταλύσει στο κτίριο της Λέσχης «Πρόοδος» – που ήταν τότε το προπύργιο της Αντίδρασης, να παρακολουθούν από το μπαλκόνι της τα παρελαύνοντα πλήθη φωνάζοντας «ζήτω η Λέσχη Πρόοδος».»

Διαβάστε επίσης -από τον ιστότοπο «Βραχόκηπος»- το βιβλιαράκι  «Μυτιλήνη, Χριστούγεννα 1944, GO BACK», που εκδόθηκε το 1945, από το οποίο είναι παρμένες θαρρώ, όλες οι φωτογραφίες των αφιερωμάτων:

* Για τα γεγονότα αυτά και τις δύο αναρτήσεις του Allu Fun Marx, είχε κάνει ανάρτηση το 2009, ο Νίκος στο ιστολόγιό του, σε δύο συνέχειες: Ο Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται και τραγουδάει – Μέρος 1 και Μέρος 2, όπου έκανε αναφορά και στο πρώτο βίντεο, φτιαγμένο από τον Σύριζα Λέσβου, αλλά δεν το είχα προσέξει, ή δεν το θυμόμουν και το οποίο τελικά υπάρχει στο youtube. 

Χρόνια μας πολλά, και μακάρι αυτή η αντίδραση των Μυτιληνιών το 1944, να αποτελεί έμπνευση για μας σήμερα…

 

Posted in Αριστερά - κινήματα, Διαδίκτυο, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Επιστολή των εθελοντών του «Χωριού του Όλοι μαζί»

Posted by tofistiki στο 23/08/2014

Ενώ καθημερινά το Αιγαίο γίνεται τάφος αθώων, κάποιοι εθελοντές με πολύ προσωπικό κόπο και κόστος, προσπαθούν να κάνουν αυτό που θα έπρεπε, αλλά αρνείται να κάνει, η επίσημη Πολιτεία. Η οποία όχι μόνο δεν τους βοηθά, αλλά μοιάζει να επαναπαύεται κιόλας (όπως γίνεται πολύ συχνά με παρόμοια εγχειρήματα τελευταίως). Διαβάστε τι αντιμετωπίζουν, στην παρακάτω επιστολή που απευθύνουν στους αρμοδίους. Σχετικό Δελτίο Τύπου για την κατάσταση στο κέντρο κράτησης της Μόριας, εδώ: “What if it was your child?”
 

ΠΡΟΣ

ΛΙΜΕΝΑΡΧΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ-ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

ΥΠΑΤΗ ΑΡΜΟΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΗΕ.
ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Θέμα: Λειτουργία ΠΙΚΠΑ

Γνωρίζετε ότι από τον Ιούλιο του 2014 εώς σήμερα φιλοξενήθηκαν στο ΠΙΚΠΑ πάνω από 1.300 νεοαφιχθέντες, πρόσφυγες στην πλειοψηφία τους.

Έχουμε διαπιστώσει ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις μας στις υπηρεσίες ευθύνης σας, εξακολουθείτε να μεταφέρετε κόσμο στο ΠΙΚΠΑ χωρίς να φροντίζετε η παραμονή τους εκεί να μην ξεπερνά την μία μέρα, κάτι που έχει τεθεί εξαρχής ως προυπόθεση για την μεταφορά νεοαφιχθέντων στο ΠΙΚΠΑ και χωρίς να τηρείται το μέγιστο όριο χωρητικότητας του ΠΙΚΠΑ που είναι 80 άτομα.

Σήμερα βρίσκονται εκεί ξανά πάνω από 80 άτομα ενώ για έννατη κατά σειρά μέρα εξακολουθούν να παραμένουν στο ΠΙΚΠΑ 53 Αφγανοί, οικογένειες με μικρά παιδιά, ανήλικοι, και κάποιοι ηλικιωμένοι.

Όπως όλοι οι προηγούμενοι έτσι και αυτοί ήρθαν κατευθείαν από το λιμάνι χωρίς να τους έχει εξετάσει γιατρός και καλούμαστε εμείς, απλοί εθελοντές, χωρίς ιατρικές γνώσεις, να διαπιστώσουμε ποιοι είναι άρρωστοι και χρήζουν ιατρική περίθαλψη,ενώ επιβαρύνεται το ΕΚΑΒ για την μεταφορά τους στο νοσοκομείο.

Το μόνο που παρέχεται στους νεοαφιχθέντες από τις αρχές στο ΠΙΚΠΑ είναι το φαγητό τους (μέσα από πολλές αδυναμίες συντονισμού) και από κει και πέρα δεν διατίθεται για πολλές ημέρες κανένα απαραίτητο είδος ατομικής υγιεινής. Αναγκαζόμαστε λοιπόν εμείς ως εθελοντές να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες χωρίς να διαθέτουμε το ανθρώπινο δυναμικό και τα είδη που χρειάζονται.

Το κυριότερο όμως είναι ότι όταν αναγκαστήκαμε να δεχτούμε τόσο μεγάλη καθημερινή προσέλευση ανθρώπων στο ΠΙΚΠΑ, αναμέναμε από τις αρχές να φροντίσουν ώστε να γίνονται καθημερινές απελευθερώσεις από την Μόρια ώστε να μπορέσει να αποσυμφορηθεί η κατάσταση πράγμα το οποίο δεν γίνεται με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η λειτουργία του ΠΙΚΠΑ και να πέφτει δυσανάλογο βάρος στις πλάτες των εθελοντών και αλληλέγγυων πολιτών.

Σας ξανακάνουμε λοιπόν γνωστές τις θέσεις μας και αναμένουμε άμεσα τις ενέργειές σας:
• Η παραμονή των νεοαφιχθέντων στο ΠΙΚΠΑ δεν μπορεί να ξεπερνά την μία ημέρα και αφού έχει γίνει ο απαραίτητος ιατρικός έλεγχος.
• Ο αριθμός των νεοαφιχθέντων δεν μπορεί να ξεπερνά τα 80 άτομα μέσα στο ΠΙΚΠΑ.
• Θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα για την καθαριότητα του χώρου( έγκαιρη ενημέρωση για το ποιοι μεταφέρονται στην Μόρια ώστε να έχουν καθαρίσει τον χώρο τους πριν αποχωρήσουν, άδειασμα των κάδων σκουπιδιών, ταχτική απεντόμωση – απολύμανση).
• Θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα για συχνό και τακτικό άδειασμα του βόθρου.
• Υπάρχει η δυνατότητα και θα πρέπει να την λάβετε σοβαρά υπόψη σας, όλοι οι αυτοί οι άνθρωποι που παραμένουν στο ΠΙΚΠΑ να απελευθερώνονται απευθείας από το ΠΙΚΠΑ χωρίς να μεταφέρονται στον χώρο κράτησης, κάτι που έχει γίνει και στο παρελθόν και αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό.

Τέλος, πληροφορηθήκαμε ότι οι 37 περίπου ανήλικοι που κρατούνταν στη Μόρια για πάνω από 20 ημέρες μεταφέρθηκαν με το πλοίο Αθήνα συνοδευόμενοι από αστυνομικούς. Θέλουμε να μας πληροφορήσετε που έχουν μεταφερθεί και αν υπάρχει κατάλληλος χώρος για να φιλοξενηθούν, που προφανώς ΔΕΝ μπορεί να είναι η Αμυγδαλέζα.

Περιμένουμε άμεσα τις απαντήσεις και τις ενέργειές σας στα θέματα που σας έχουν τεθεί.

Δίκτυο εθελοντών,

Το Χωριό του Όλοι Μαζί

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

«Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Αναδημοσιεύω από το Λέσβος News. Γιατί για κάποιους, πολλούς, μετά το μαρτύριο δεν έρχεται Ανάσταση.

Γράφει: Γιώργος Τυρικός – Εργάς

Υπάρχουν καταστάσεις που δεν σηκώνουν πολλά λόγια μα και πάλι απαιτούν να μιλήσουμε για αυτές, απαιτούν να μην σιωπούμε.

Χτες μέχρι αργά το βράδυ είχαμε στην Καλλονή πρόσφυγες από Σομαλία και Συρία. Έφτασαν στα βόρεια του νησιού και τους πήρε 11 ώρες να κατηφορίσουν στο λεκανοπέδιο. Εφτασαν κομμάτια έξω από την παλιά εφορία και κουκούβισαν στο προαύλιο.

Χτες είδα πάλι να παίζεται το δράμα του Χριστού, αν και με τους θεούς δεν τα πήγαινα ποτέ καλά.

Τον είδα όμως τον ίδιο Ναζωραίο πάλι να λέει, «Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»…Τον είδα μέσα στα κόκκινα από την κούραση μάτια τους, πρόβαλλε από τις σχισμές των τριμμένων ρούχων τους.

Φαίνεται όμως πως από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 10 κανείς άλλος δεν έβλεπε τον Χριστό εκεί γύρω. Οι εκκλησιαζόμενοι πήγαιναν να ακουσουν το τροπάρι της Κασιανής, καλοντυμένοι αφού πια είχαν αγοράσει τα χρειαζούμενα για τις γιορτές. Εριχναν ένα απότομο βλέμμα στους πρόσφυγες (στη Σομαλία και στη Συρία εμφύλιος!) και ψιθύριζαν μεταξυ τους διάφορα λες και κινδύνευαν λες και κάτι απαράδεκτο ήρθε στην πόλη τους. Δεν έκαναν καμιά κίνηση. Ο εμφύλιος, ο πόνος, η ελεημοσύνη, η αδερφοσύνη («αφού το κάνατε αυτό σε έναν από τους αδερφούς μου, ειναι σαν να το κανατε σε εμένα !») ολα υποκρισία, όλα φόβος. Ας κάνουμε μεγάλο-μεγάλο τον σταυρό μας στο «Δι ευχών».

Ο Παπά-Στρατής δίπλα μου είχε σπάσει πάλι τα τηλέφωνα να ξεσηκώνει το λιμενικο, την αστυνομία, υπουργεία, κάθε φορά τα ίδια, κάθε φορά τα χέρια όλων δεμένα από έναν αόρατο Πόντιο Πιλάτο. Οταν κανείς πια δεν αναλάμβανε καμιά ευθύνη (είμαστε σε αυτό το στάδιο πλέον) πήραμε τους ανθρώπους και τους βάλαμε στο προαύλιο του Ναού. Ένα πρόχειρο γεύμα, μερικά είδη υγιεινής…Αυριο; Ταξί δεν τους παίρνει. Το λεωφορείο δεν τους παίρνει. Λιμενικό, αστυνομία, ο ένας στέλνει στον άλλο. Θα πρέπει να κάνουν άλλα 45 χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι Μυτιλήνη. Μετά; Τίποτα. Τους το εξηγήσαμε. «Θα περπατήσουμε, τι να γίνει;»

Μεσάνυχτα αφήσαμε τους Σομαλούς να ξεκουραστούν (πόσο να ξεκουραστεί κανείς πάνω στο τσιμέντο κάτω από το βραδινό αγιάζι) και πήγαμε να βρούμε την ομάδα Σύριων που είχε και παιδιά. Φτάσαμε με το αμάξι μέχρι τις Αλυκές, κανείς. Σε κάποιον παράδρομο θα ήταν, κάπου εκεί έξω…Γυρίσαμε πίσω. Ολο το βράδυ εφιάλτες.

Ο παπά Στρατής σε κάποια φάση όταν τους καληνυχτίσαμε, ζήτησε συγνώμη εκ μέρους της χώρας, της πατρίδας του, του νησιού που αγαπάει αλλά τον πικραίνει με κάθε ευκαιρία. «Ζητώ συγνώμη που αυτές τις άγιες μέρες το μόνο που έχουμε να σας προσφέρουμε σαν Έλληνες είναι ένα τοστ και έναν χυμό. Ζητώ συγνώμη που το καλύτερο μέρος που μπορώ να σας βάλω είναι εδώ». Εγώ μετέφραζα με έναν μεγάλο κόμπο στον λαιμό, έτοιμος να…δεν ξέρω τι. Θυμός λύπη, όλα.

Η ίδια κατάσταση χρόνια τώρα. Από το 2009. Ένας από τους Σομαλούς κατάλαβε την αμηχανία μας και με χτύπησε στον ώμο. «Πες του παπά πως εδώ ειναι ξενοδοχείο πολυτελείας. Ειναι χίλιες φορές καλύτερο από εκεί που ερχόμαστε. Καλύτερα δεν γίνεται» και χαμογελούσε. Χαμογελούσε ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα αυτήν την στιγμή στον κόσμο παρά εκατό δολάρια στην τσέπη, τα ρούχα που φορά και το σώμα του.

Και χαμογελούσε ΓΙΑ ΕΜΑΣ τους πολιτισμένους, που τα έχουμε όλα, επειδή μας είδε να έχουμε θλίψη. Τέτοιο δώρο δεν μου έχει κάνει άνθρωπος.

Να πω ένα τελευταίο. Καθώς ήταν στον δρόμο οι πρόσφυγες μπροστά από την εφορία, τρεις άνθρωποι, εκτός από εμάς, είχαν το θάρρος και την παρρησία και ήρθαν κοντά τους. Ενα ζευγάρι νέων ανθρώπων, έφερε μια κούτα χυμό και μπισκότα. Μας τα έδωσε και είπαν «κουράγιο» στους ανθρώπους. Ένας ακόμα, ανθρωπος απλός με το φανελάκι, μεσόκοπος, προχειροντυμένος ήρθε με μια πλαστική σακούλα με λίγα φρούτα και ένα μπουκάλι νερό. «Δεν ήξερα τι να φέρω», μου είπε, «λίγο νερό να πιουν».

Σταυρώνεται αιώνια ο Χριστός, μέρα νύχτα. Η ανάστασή του δεν διαρκεί παρά όσο μια αστραπή. Για αυτό το λίγο φως που βαστά μια στιγμή μονάχα, για αυτό το λίγο φως κάνουμε αγάντα και βαστούμε.

(φωτογραφία άρθρου: τηλεοπτικό δίκτυο ABC – ρεπορτάζ για την ανθρωπιστική κρίση στη Σομαλία)

———————-

Σχετικό: Απεργία πείνας Αφγανών και Σύριων μεταναστών στο λιμάνι της Μυτιλήνης, του Στέλιου Κραουνάκη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Με αφορμή μια φωτογραφία

Posted by tofistiki στο 07/03/2013

Πριν λίγο καιρό, ένας παλιός, καλός φίλος του πατέρα μου, έστειλε ένα μέιλ στη μητέρα μου με μια φωτογραφία που την συνόδευε ένα συγκινητικό κείμενο με αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα. Θέλησα να μάθω περισσότερα κι επικοινώνησα μαζί του, κι εκείνος είχε την καλοσύνη να μου στείλει δυο λόγια παραπάνω. Τα μεταφέρω εδώ, σχεδόν όπως μου τα έστειλε, κι ελπίζω σύντομα να διαβάσουμε περισσότερα, καθώς όπως μου είπε, έχει κατά νου να εκδώσει ένα σχετικό βιβλίο.

mimis-manolis-vasilisΜε τον πατέρα σου γνωριζόμαστε από παιδιά. Είχαμε άλλωστε την ίδια ηλικία και μέναμε περίπου στην ίδια γειτονιά στη Μυτιλήνη. Σχολείο, ΕΠΟΝ κ.λπ.,  χωρίς να έχουμε πάντα πλήρη γνώση των εξελίξεων που τις καθόριζαν άλλοι, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους μάλιστα τα μερικά ή γενικά συμφέροντά μας ή και τις συνέπειες σε μας […]

Μεγάλωσα, ακολουθώντας τη δασκάλα μητέρα μου, στα Λουτρά, ένα χωριό 7 χιλιόμετρα από την πόλη της Μυτιλήνης, τουρκοχώρι πριν από το 1926 που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, οπότε και ήρθαν στα Λουτρά Έλληνες από το χωριό Ατζανός (τώρα Βademli) της Μ. Ασίας και πήγαν οι Τούρκοι στα σπίτια τους εκεί.

Σχολειό πήγα στα Λουτρά της Λέσβου που ήταν τόπος «φιλοξενίας» των «τουρκόσπορων». Και τους γνώρισα , όπως τους περιγράφει ο Θέμελης στο βιβλίο του «Οι αλήθειες των άλλων» και μεγάλωσα και γω μαζί τους και είδα τον κόσμο όπως είναι, σκληρός και ανελέητος, που στρατολογεί εύκολα θύματα (και οι δύο κόσμοι…) και θυσιάζει τους πιο περήφανους και θαρραλέους, στο όνομα φρέσκων ιδεών και ειδώλων. Αυτοί βέβαια με τη θυσία τους, φέρνουν κάθε φορά την Άνοιξη! Δεν γίνεται αλλιώς!
Εκεί είδα και ένοιωσα στο πετσί μου την κοινωνική αδικία και την επανάσταση και τους επαναστάτες (θύματα στη συνέχεια) που εκτρέφει και προωθεί.skala_loutron_1937 […]

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία που στέλνω, έχει τραβηχτεί από πλανόδιο φωτογράφο της εποχής, στην οδό Πανεπιστημίου, το Νοέμβρη του 1947. Εκτός από μένα δεξιά και το Μίμη στα αριστερά, στη φωτογραφία φαίνεται και ο μακαρίτης ο Μανώλης ο Στάθης (ήταν φιλόλογος και έγινε γυμνασιάρχης στα Κύθηρα). Πηγαίναμε και οι τρεις στο φροντιστήριο του Φιλίππου, στην αρχή της Θεμιστοκλέους.

Εγώ είχα κατεβεί από τη Μυτιλήνη με ένα καΐκι, αλλά έμεινα μαζί τους μόνο ενάμιση μήνα. Θυμάμαι μέχρι τις 15-11-47. Τη μέρα εκείνη άρον-άρον τους εγκατέλειψα και γύρισα στη Μυτιλήνη, γιατί στο μεταξύ απέλυσαν τη μητέρα μου από το σχολείο, λόγω «κοινωνικών φρονημάτων» (ήταν δασκάλα, στα Λουτρά της Μυτιλήνης) και συνέχισα την προετοιμασία μου, με τη βοήθεια των καθηγητών μου (του Αρχοντίδη και άλλων).

Όταν κατέβηκα πάλι στην Αθήνα το Σεπτέμβρη του 1948 και έδωσα εξετάσεις, στο μεν Πολυτεχνείο δεν πέρασα (θυμάμαι μάζεψα 35 μονάδες, αντί για 36) ενώ μπήκα στο Φυσικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής σχολής πρώτος (έχω ακόμα το απόκομμα από εφημερίδα της εποχής). Στο Πανεπιστήμιο δεν με γράψανε λόγω …κακών φρονημάτων.
Γράφτηκα την επόμενη χρονιά , αφού προηγουμένως η  κ. Καλλιόπη (η μητέρα μου) υποχρεώθηκε να κάνει δήλωση. Μια νύχτα, κλαίγοντας με πήρε και πήγαμε μαζί στην ασφάλεια, όπου διοικητής ήταν ένας μαθητής της που την παρακάλαγε από καιρό να το κάνει, γιατί η μη εγγραφή μου στο Πανεπιστήμιο είχε κάνει πάταγο στη Μυτιλήνη, όπου οι συντοπίτες μου είχαν πανηγυρίσει δεόντως για την επιτυχία μου.

Η περίοδος 1948-49, μου βρήκε σε καλό. Με στείλανε, μέσω του Γυμνάσιου, να διδάξω στην Πέτρα, ένα χωριό στη Μυτιλήνη όπου λειτουργούσε φροντιστήριο «κατ’ οίκον διδαχθέντων», και είχα μεγάλη επιτυχία. Έβγαλα, αν θυμάμαι καλά, 1500 οκάδες λάδι (συναλλακτικό αγαθό – νόμισμα – ήταν το λάδι ) που ισοδυναμούσαν με 25 χρυσές λίρες, τις οποίες έδωσα στη θεία μου, στην Αθήνα, όπου νοικιάσαμε ένα σπίτι στην οδό Σάμου στο σταθμό Λαρίσης, με την υποχρέωση να μένω μαζί με τα παιδιά της. Είχε δυο παιδιά, το Μάνο – που ήταν συμμαθητής του Μίμη- και τη Μυρτώ, που ήταν ήδη παντρεμένη με τον Έκτορα, καθηγητή μαθηματικό και μέναμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο 2 επί 3μ., μέχρι το τέλος των σπουδών μου.

Τα Πολυτεχνείο δεν το ξέχασα και μπήκα και κει το 1957, με κατατακτήριες εξετάσεις, στο δεύτερο έτος, απ’ όπου τελείωσα το 1961. Σαν μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος σταδιοδρόμησα στη ΔΕΗ.

Σου στέλνω μαζί με το παρόν και μια ομάδα φωτογραφιών από μια συνάντηση, το Γενάρη του 2008 σε μια ταβέρνα στο Παλαιό Φάληρο, όπου ο πατέρας σου «κυριάρχησε» με τη φυσαρμόνικά του. Συνδαιτυμόνες, ήταν φίλοι και συμμαθητές μας από τη Μυτιλήνη. Τελειώνοντας το γεύμα εκείνο, θυμάμαι ότι περάσαμε στην επιστροφή, από το  σπίτι σας για ένα καφέ…

Scan0012

Με αγάπη
Βασίλης  Αργυρίου

 
 
 
Η φωτογραφία της Σκάλας Λουτρών Λέσβου είναι παρμένη από τον ιστότοπο του Συλλόγου Μικρασιατών Σκάλας Λουτρών Λέσβου «το Δελφίνι».

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Σκίτσα-φωτογραφίες, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

«Στη Μυτιλήνη μετά σαράντα χρόνια»

Posted by tofistiki στο 28/10/2012

Αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Μίμη Σαραντάκου, «Στη Μυτιλήνη μετά σαράντα χρόνια» από το αφιέρωμα του περιοδικού Ένεκεν της Θεσσαλονίκης με τίτλο «Η Λέσβος της ψυχής μας», που επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Σκορδάς και στο οποίο ανθολογούνται 20 περίπου Λέσβιοι λογοτέχνες.
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Μίμη «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».
 

(Ήθελα να γράψω κάτι προχτές, ημέρα της γιορτής του Μίμη, αλλά δεν το μπόρεσα. Είναι άτιμο πράμα οι πρώτες επέτειοι που λείπει ο αγαπημένος άνθρωπος, που έπιανε τόσο χώρο στη ζωή σου και δεν το είχες συνειδητοποιήσει…)
 
 
 
 
 
Στη Μυτιλήνη μετά 40 χρόνια (πατήστε στο σύνδεσμο για να κατεβάσετε το δισέλιδο σε αρχείο pdf)
 
 
ΥΓ: Τα βιογραφικά στοιχεία του Μίμη στην τελευταία σελίδα, είναι παρμένα από τη Βικιπαίδεια θαρρώ, όπου εμφανίζομαι κι εγώ να συνεχίζω την οικογενειακή παράδοση συγγραφέων και ποιητών/τριών, κάτι που, ακόμα τουλάχιστον :-), δεν είναι αλήθεια. Το διόρθωσα σήμερα, ελπίζω να πάψει να αναπαράγεται…
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 09/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα και βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο πατέρας του Μίμη) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

«Ο Δημόκριτος και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος και ο Πρωταγόρας, είχαν καταλάβει πολλά από τα μυστικά της Φύσης. Δυστυχώς όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία τους χάθηκαν. Αν είχαν σωθεί, ίσως να είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η ανθρώπινη σκέψη. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά τους.»

Ο πατέρας μου συνέχιζε να μου αναπτύσσει τις απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων για τον Κόσμο και κατάληξε λέγοντας:

«Οι Έλληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός της Αρχαιότητας που δεν πίστευε πως τον Κόσμο τον έπλασε ο θεός ή οι θεοί.»

Από τότε που ήμουν στην τετάρτη Δημοτικού, ήξερα πως ο πατέρας μου ήταν άθεος. Δε μου είχε κάνει όμως ποτέ του καμμιά συζήτηση για τις πεποιθήσεις του ή τις δικές μου. Είχα βέβαια διαβάσει ένα ποίημα που είχε γράψει πριν πέντε χρόνια στη Σάμο, τη «Γέννηση», και μάλιστα με είχε κάπως σοκάρει το τέλος του,

«Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ, μες στου χειμώνα την καρδιά,
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδιά
και ρύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία»,

που μου φάνηκε βλάσφημο.

Η απομάκρυνσή μου από τη χριστιανική πίστη, που την είχα αδιαφιλονίκητη ως τα δώδεκά μου χρόνια, έγινε σιγά – σιγά. Για ένα σύντομο διάστημα έγινα οπαδός της αρχαίας θρησκείας του Δωδεκάθεου και ιδίως της θεάς Αθηνάς, που τη θαύμαζα, γιατί συνδύαζε την ομορφιά με τη σοφία. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα το βιβλίο «Αθηνά» των Γκόου και Ρέινεκ, της σειράς των «52 του Ελευθερουδάκη», και μαγεύτηκα από τον πολιτισμό και τη σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας.

Ξαφνικά ο Χριστιανισμός μού φάνηκε μίζερος, αυστηρός, σκοτεινός, και κατά κάποιον τρόπο ανήθικος. Άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά από όπως σκεφτόμουν ως τότε, ή μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε ουσιαστικά άρχισα να σκέφτομαι:

«πώς είναι δυνατό να έπλασε το φως και το σκότος, την ημέρα και τη νύχτα, την πρώτη μέρα της Δημιουργίας και τον ήλιο και τα αστέρια μόλις την τέταρτη;»
«πού βρέθηκε τόσο νερό για να σκεπαστεί όλη η Γη ως τα πιο ψηλά βουνά και πού πήγε αυτό το νερό μετά τον Κατακλυσμό;»
«από πού κι ως πού έπρεπε να νιώθω εγώ ένοχος γιατί ο Αδάμ έφαγε το μήλο;»
«γιατί είναι αμαρτία να φάω κρέας την Παρασκευή;»
«δεν πρέπει να κάνω το κακό για να μην τιμωρηθώ ή γιατί δεν είναι σωστό;»
«είναι ηθικό να κάνουμε το καλό, προσδοκώντας να ανταμειφθούμε στον Παράδεισο;»

και πολλές άλλες, που ως τότε δε μου είχαν περάσει από το μυαλό.

Μετά τη διασταύρωση της Γέρας αρχίζαμε να ανηφορίζουμε. Κοντά στο χωριό Λάμπου Μύλοι, πιο γνωστό ως Λάμπες, κάτσαμε σε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ήπιαμε δροσερό νερό και φάγαμε το φαΐ που μας είχε η μάνα μου στην καστάνια. Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, ξεκινήσαμε. Πριν ξεκινήσουμε, ο πατέρας μου έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο κι είδε την ώρα.

«Μπρε!», έκανε έκπληκτος. «Κοντεύει δύο, δηλαδή περπατάμε πέντε ώρες. Κουράστηκες;»
«Μπα όχι, εντάξει είμαι», του λέω και δεν έλεγα ψέματα.
«Θέλουμε άλλες έξι ώρες ως την Αγιά Παρασκευή», με προειδοποίησε «Τι λες, θα τα καταφέρεις;»
«Μη νοιάζεσαι», του λέω, αν και δεν ήμουνα σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

Περπατήσαμε άλλη μιαν ώρα και στην αρχή του Τσαμλικιού συναντήσαμε έναν αραμπά, που τον έσερναν δύο βόδια. Πήγαινε πιο αργά από μας, που κατά τους υπολογισμούς του πατέρα μου καλύπταμε περίπου τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα.

«Για πού το βάλατε, πατριώτες;», μας ρώτησε ο αραμπατζής.
«Για την Αγιά Παρασκευή», απάντησε ο πατέρας μου. «Εσείς;»
«Για την Καλλονή.»
«Έχει χώρο να μας πάρεις ως τη διασταύρωση;»
«Έχει, και θα σας πάρω το μισό ναύλο.»
«Εντάξει», είπε ο πατέρας μου.

Η βοϊδάμαξα σταμάτησε κι εμείς ανεβήκαμε. Οι άλλοι επιβάτες μάς έκαναν τόπο και βολευτήκαμε στο πίσω μέρος του αραμπά.
Η βοϊδάμαξα πήγαινε πολύ αργά. Ίσως με λιγότερα από τρία χιλιόμετρα την ώρα.

«Πόσες ώρες κάνεις από τη Μυτιλήνη ως την Καλλονή;», ρώτησε ο πατέρας μου τον αραμπατζή.
«Δε θέλω δώδεκα; Ξεκινήσαμε από τη χώρα στις οχτώ και θα ‘μαστε στην Καλλονή το πρωί κατά τις οχτώ ή εννιά.»

Σε λίγο, το αργό κούνημα του αραμπά, το τρίξιμο των τροχών του και οι κουβέντες των επιβατών με νανούρισαν. Ήταν και η κούραση από την πεντάωρη πεζοπορία, που φάνηκε μόλις κάθισα και νύσταξα αμέσως.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σε λίγο κοιμόμουνα βαθιά.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, ο Μίμης με τους γονείς του, την ξαδέρφη του Αγγέλα και τους γονείς της. Είναι το καλοκαίρι του ’43, στον θερινό κινηματογράφο «Σαπφώ».
«Καστάνια«, για τους νεότερους που ίσως δεν το έχουν ακούσει, λεγόταν το ανοξείδωτο -ή συχνότερα τότε αλουμινένιο- δοχείο φαγητού που το καπάκι του είχε κλείστρο ασφαλείας και ήταν ιδανικό για ταξίδια.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν μας έκαναν έρευνα οι Γερμανοί

Posted by tofistiki στο 28/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

 

Αρχές Μαρτίου ένα γεγονός μας συντάραξε όλους. Η Γκεστάπο πήγε να πιάσει ένα ράφτη, μέλος της Οργάνωσης, τον Μανόλη τον Λαμπαδάριο, αυτός όμως κατάφερε να κλειδώσει τους γκεσταπίτες στο μαγαζί του και να φύγει. Αυτοί σπάσανε την πόρτα, τον κυνήγησαν και τελικά τον πιάσανε. Τον κλείσανε στην Γκεστάπο και τον βασάνισαν άγρια. Εντούτοις, δυο μέρες μετά, ο Λαμπαδάριος δραπέτευσε μέσα απ’ του λύκου το στόμα. Αναγάλλιασε όλη η Μυτιλήνη μόλις μαθεύτηκε το νέο κι οι Γερμανοί φρύαξαν.

Καθώς κόντευε η 25η Μαρτίου σε πολλά χωριά του νησιού, που δεν είχαν Γερμανούς ή χωροφύλακες, στην Αγιάσο, το Μανταμάδο και άλλα, ετοιμάζανε να γιορτάσουν την επέτειο. Όλα δείχνανε πως κάτι ξεσήκωνε τον κόσμο.
Στις 23 Μαρτίου το απόγεμα χτύπησε η πόρτα της αυλής μας.
Πήγα ν’ ανοίξω και πάγωσα. Ήταν ένας με πολιτικά και τέσσερις οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες! Αυτός με τα πολιτικά με ρώτησε αν ήταν εδώ ο πατέρας μου. Δεν ήταν Γερμανός αλλά μυστικός της Ασφάλειας και φαινόταν μάλλον στεναχωρημένος που έκανε αυτή τη δουλειά. Ο πατέρας μου έλειπε κι οι μουσαφίρηδες μπήκαν στο σπίτι και ο «μυστικός» άρχισε να ρωτάει τη μητέρα μου. Εκείνη τους αντιμετώπισε με μεγάλη ψυχραιμία, αλλά δεν τους είπε πού μπορεί να ήταν ο πατέρας μου. Ο επικεφαλής των Γερμανών, ένας δεκανέας, διέταξε τους δυο στρατιώτες του να μείνουν στο σπίτι μας και πήρε εμένα.

Οι τέσσερίς μας, ο «μυστικός» κι εγώ εν μέσω των δύο στρατιωτών, ξεκινήσαμε για να βρούμε τον πατέρα μου. Διασχίσαμε το δρομάκο μας και κατεβήκαμε την Αγίου Συμεών ως την αγορά, ενώ μας παρακολουθούσαν δεκάδες μάτια, πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ή από τις πόρτες και τις αυλές. Αποφάσισα να τους πάω σε όλα τα μέρη όπου ήταν μαθηματικώς αδύνατο να είχε περάσει ή να βρισκόταν ο πατέρας μου, θέλοντας ταυτόχρονα, με την περιπλάνησή μου αυτή, να τον ειδοποιήσω, με τους γνωστούς που θα με βλέπανε, να κρυφτεί. Έτσι οδήγησα το μυστικό και τους φρουρούς μου στο «Πανελλήνιον», στη «Φέμινα», στη «Λέσχη Πρόοδο», στην Τράπεζα (που ήταν φυσικά κλειστή) ως και σ’ ένα κέντρο διασκεδάσεως, που βρισκόταν ψηλά στο Κιόσκι. Ξεποδαριαστήκαμε, αλλά, περνώντας από την Κουλμπάρα, διαπίστωσα πως Γερμανοί στρατιώτες βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χαράλαμπου και του διευθυντή της Τράπεζας, ενώ περνώντας από το κτίριο, όπου ήταν το γραφείο του Τάκη του Αμπατζή, δικηγόρου και φίλου του πατέρα μου, είδα μιαν ανεξήγητη ταραχή.

Καμιά φορά, ο δεκανέας αποφάσισε να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Όλη η γειτονιά ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα και μπαίνοντας μέσα σάστισα, γιατί το βρήκα γεμάτο γυναίκες. Οι Γερμανοί που είχαν μείνει εκεί, είχαν διαταγή να πιάνουν όποιο άτομο έμπαινε και να μη το αφήνουν να βγει για να μην ειδοποιήσει κανέναν. Έτσι κράτησαν τη γιαγιά μου, τη θεία Μένη, τη θεία Μάρω, τη θεία Ζωή, τη θεία Ευτυχία, την κυρία Αντιγόνη, την κυρία Μαρίκα και άλλες δύο γειτόνισσες.
Ανάμεσα σ’ αυτό το γυναικομάνι, είδα τελικά, τον πατέρα μου να κάθεται στον καναπέ, ανάμεσα στους δύο Γερμανούς. Όπως έμαθα αργότερα, σαν έμαθε πως με είχαν πιάσει και με περιφέρανε στους δρόμους της Μυτιλήνης, δε δίστασε ούτε στιγμή. Ήρθε σπίτι να δει τι συμβαίνει. Ο δεκανέας βλέποντας πως ο αναζητούμενος βρέθηκε, έδωσε εντολή να φύγουν όλοι οι ξένοι και το σπίτι άδειασε.

Σε λίγο ήρθαν άλλοι δύο Γερμανοί, με πολιτικά και άρχισαν να ερευνούν  με γερμανική μεθοδικότητα και προσοχή όλο το σπίτι. Ξεκίνησαν από το ισόγειο και έφτασαν ως το υπερώο. Ο ένας κρατούσε ένα κλεφτοφάναρο χωρίς μπαταρία, που έφεγγε όταν πατούσε συνεχώς ένα έμβολο. Δε δώσανε προσοχή σε χαρτιά ή βιβλία αλλά φτάνοντας στο εργαστήριο της σοφίτας και βλέποντας τα παλιά ραδιόφωνα, και όλα τα λοιπά εξαρτήματα που είχε ο πατέρας μου, σοβάρεψαν και βγάλαν τα πιστόλια τους. Όταν μάλιστα είδαν στην ταράτσα την παγίδα για πουλιά, που είχαμε φτιάξει το χειμώνα της πείνας μήπως πιάσουμε κανένα πουλί να φάμε (δεν πιάσαμε ποτέ τίποτα), σάλταραν κι οι δύο, πήγαν κοντά της και την περιεργάζονταν για λίγα λεπτά. Πίστεψαν πως έπιασαν κάποιο μεγάλο κατάσκοπο και φαντάστηκαν πως η παγίδα σκέπαζε κάτι σαν ασύρματο.
Εν πάση περιπτώσει μάζεψαν μπομπίνες, μεγάφωνα, κουτιά παλιών ραδιοφώνων κι ό,τι άλλο κρίναν ύποπτο, για επιμελέστερο έλεγχο. Στον «τρίποδα της Πυθίας», δηλαδή το σκαμνάκι-σασί του αυτοσχέδιου ραδιοφώνου που είχε σκαρώσει ο πατέρας μου και που τώρα επάνω του κοιμόταν μακαρίως η γάτα μας, ο Προκόπης, δεν έδωσαν καμιά σημασία.

Στο ισόγειο που κατεβήκαμε, φόρτωσαν τον πατέρα μου με τα ύποπτα εξαρτήματα και βάζοντάς τον στη μέση, με εφ’ όπλου λόγχη, κίνησαν για την Ορτς Κομαντατούρ. Η μητέρα μου κι εγώ τον φιλήσαμε πολλές φορές πριν βγει στο δρόμο. Μου έκανε εντύπωση η ψύχραιμη στάση της μάνας μου, που την ήξερα για αδύνατη και φοβιτσιάρα κι αυτό μ’ έκανε κι εμένα να μη λιποψυχήσω κι ας τρέμανε τα πόδια μου και χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου.
Όλη η γειτονιά είχε βγει στις πόρτες και τα παράθυρα και κοίταζε σιωπηλή την πομπή που απομακρυνόταν.

Αμέσως που φύγανε οι Γερμανοί με τον πατέρα μου, ήρθαν ο θείος Αντρέας κι ο θείος Θόδωρος και ξαναψάξαμε μαζί το σπίτι, γιατί ήταν βέβαιοι πως οι Γερμανοί θα ξανάρχονταν. Ο «τρίπους της Πυθίας» κομματιάστηκε και κάηκε στη σόμπα και οι ραδιοφωνικές λυχνίες, οι πυκνωτές και τα εξαρτήματα που ήταν κρυμμένα σε παλιά ρούχα και δεν τα ανακάλυψαν οι Γερμανοί, πετάχτηκαν στον υπόνομο.
Σε μισήν ώρα ήρθανε η Ζήνα και ο κύριος Βόρης, για να μας δώσουν κουράγιο και να πάρουν όλα τα ρωσικά βιβλία και τα τετράδια με τις σημειώσεις των μαθημάτων της ρωσικής, κρίνοντας πως αν τα ανακάλυπταν οι Γερμανοί θα είχαν ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο στη διάθεσή τους. Όπως μάθαμε, όταν η πομπή με τους Γερμανούς και τον πατέρα μου, πέρασε μπροστά από το Παρθεναγωγείο, την ώρα που σχολούσαν οι μαθήτριες, η Ζήνα, βλέποντας το φίλο του πατέρα της εν μέσω Γερμανών στρατιωτών, στην αρχή μαρμάρωσε, ύστερα όμως του φώναξε με δυνατή φωνή
«Κουράγιο κύριε Νίκο!»
κι έτρεξε στο σπίτι της να πει τα νέα.

(συνεχίζεται)

Στην φωτογραφία, η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝ. Ανακαθισμένος 2ος από δεξιά, ο Μίμης.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο Γιάσος (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί – β΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 04/02/2012

Δεύτερη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Όταν με ξύπνησε η μαμά μου, το βαπόρι είχε φτάσει απ’ έξω από το λι­μάνι του νησιού μας.
Ώσπου να πλυθώ και να ντυθώ είχε ρίξει με θόρυ­βο τις άγκυρές του.

Όταν ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, είχε κυκλω­θεί από τις βάρκες, που είχαν ξεκινήσει να το προϋπαντήσουν μόλις φά­νηκε στ’ ανοιχτά. Έφερναν τους επιβάτες που θα ταξίδευαν για τον Πειραι­ά και θα παίρνανε τους φερμένους στο νησί.
Σε κάθε βάρκα ήταν συνήθως οι δυο βαρκάρηδες, ο βοηθός τους, καμμιά δεκαριά επιβάτες κι αμέτρητο πλήθος βαλίτσες, καλάθια, μπόγοι, κλουβιά με πουλιά, κότες δεμένες ανά δύο από τα πόδια τους κι άλλα τσουμπλέκια. Οι βαρύτερες αποσκευές, μπαούλα, έπιπλα και εμπορεύματα, έρχονταν με τις χοντρές μαύρες μαούνες, που τις αργόσερναν μπενζίνες.

Οι βαρκάρηδες κάνανε τρομερό σαματά με τις φωνές τους. Όλοι βιάζονταν να περάσουν πρώτοι τους επιβάτες τους στο καράβι για να πάρουν τους ταξιδιώτες, που θ’ αποβιβάζονταν στο νησί. Όποιος αργούσε σ’ αυτή την επιχείρηση, κινδύνευε να γυρίσει άδειος πίσω.

Η μητέρα μου, που κρατιόταν γερά από τα κάγκελα του βαποριού και με κρατούσε και μένα το ίδιο σφιχτά από το χέρι, σα να φοβόταν πως θα γλιστρούσα και θα ‘πεφτα στη θάλασσα, έβαλε ξαφνικά χαρούμενες φωνές και μου ‘δειξε τις βάρκες.

Ξεχώρισα αμέσως, στη δεύτερη, τον Γιάσο, που ήταν από τέτοια απόσταση ορατός διά γυμνού οφθαλμού, καθώς ήταν τεράστιος σε ανάστη­μα, πραγματικός γίγαντας και το τελείως φαλακρό κεφάλι του άστραφτε στον ήλιο, σαν καινούργιο καλογυαλισμένο χάλκωμα.

Ο Γιάσος δεν ήταν ούτε βαρκάρης, ούτε βοηθός, ούτε επιβάτης, ήταν όμως πάντοτε μέσα στις βάρκες και φαινόταν πως είχε το γενικό πρόσ­ταγμα. Για πολλά χρόνια μου είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση πως ο Γιάσος, που τον θυμόμουν από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ήταν το αφεντικό του λιμανιού, ένα είδος υπερλιμενάρχη. Όποτε μ’ έπαιρνε βόλτα από το σπίτι μας, η πεποίθηση αυτή ρίζωνε ακόμα περισσότερο.
Γιατί ο Γιάσος έπαιρνε, χωρίς να ζητήσει κανενός την άδεια, όποια βάρκα ήθελε και με πήγαινε ένα γύρω στο λιμάνι ή στο Μακρύ Γιαλό ή στα Τσαμάκια. Όλοι οι άνθρωποι του λιμανιού τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν φιλικά. Την Καθα­ρή Δευτέρα, που τη γιορτάζαμε όλοι μαζί, συνήθως στη συνεχόμενη αυλή της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, ο Γιάσος έφερνε τα καταπληχτικότερα και σπανιότερα θαλασσινά στο τραπέζι μας. Κι ακόμα μου διηγιόταν συναρπαστικές ιστορίες από τα ταξίδια του στην Πόλη και στα βάθη της Ανατολής.
(Πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως ο Γιάσος ήταν, μονάχα, ένας από τους φορτοεκφορτωτές του λιμανιού.)

Τον καιρό εκείνον ο Γιάσος είχε περάσει τα σαράντα και ήταν μισοσακατεμένος από ένα ατύχημα. Στα νιάτα του όμως ήταν, όπως μου διηγιόταν η γιαγιά, πραγματικός Ηρακλής. Μπορούσε να σταματήσει έναν αραμπά, που τον έσερναν δυο άλογα και μπορούσε, λέγανε, να σηκώσει ένα γάιδαρο με το φορτίο του μαζί. Κάποτε όμως, δέκα περίπου χρόνια πιο πριν, εξαιτίας κακής στιβασίας έπεσαν απάνω του όλα τα άδεια σιδερένια λαδοβάρελα, αυτά που τα λένε «μπόμπες», που ήταν φορτωμένα σ’ έναν αραμπά. Οποιοσδήποτε άλλος θα σκοτωνόταν επί τόπου. Ο Γιάσος όμως κατάφερε, όχι μόνο να σηκωθεί, αλλά πήγε μόνος του ως το γιατρό.
Από τότε όμως το αριστερό του χέρι και το αριστερό του πόδι ήταν λίγο πιο αργοκίνητα από τα αν­τίστοιχα δεξιά του άκρα και το δεξί του μάτι ήταν μόνιμα μισόκλειστο. Το σακατιλίκι αυτό όμως έκανε το Γιάσο να φαίνεται στα παιδικά μου μάτια σαν ένας συμπαθητικός κύκλωπας.

Όταν η βάρκα έφτασε στη σκάλα του βαποριού, ο Γιάσος αρπάχτηκε σβέλ­τα από τα σκοινιά και παρακάμπτοντας βαρκάρηδες και χαμάληδες, επιβιβαζόμενους και αποβιβαζόμενους επιβάτες, ναύτες και λιμενικούς, ανέβη­κε στο κατάστρωμα. Η μητέρα μου τον αγκάλιασε και ο Γιάσος τη φίλησε σταυρωτά. Ύστερα στράφηκε σε μένα, με άρπαξε από τις μασχάλες, με πέ­ταξε ψηλά, με άρπαξε στον αέρα και με ξανάστησε στα πόδια μου φωνά­ζοντας,
«Γεια σου, Μίμαρε!»
Κατόπιν πήρε όλες σχεδόν τις αποσκευές μας στα δυο του χέρια και ξανακατέβηκε στη βάρκα του το ίδιο γρήγορα και αντικανονικά.

(συνεχίζεται)

Οι παλιές φωτογραφίες του λιμανιού της Μυτιλήνης είναι από εδώ

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: