Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Κώστας Βάρναλης’

Παρουσίαση βιβλίου: Γράμματα από το Παρίσι, του Κώστα Βάρναλη

Posted by tofistiki στο 16/12/2013

Επέτειος του θανάτου του Κώστα Βάρναλη σήμερα, και στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών γίνεται παρουσίαση του βιβλίου “Γράμματα από το Παρίσι”  που εκδόθηκε πρόσφατα, σε επιμέλεια του Νίκου Σαραντάκου, από τον εκδοτικό οίκο “Αρχείο”. Αντιγράφω, από τον ιστότοπο των εκδόσεων:
Το 1926 ο Βάρναλης επισκέφτηκε τη Γαλλία ως ανταποκριτής μιας εφημερίδας που δεν υπάρχει πια (Πρόοδος των Αθηνών). Σε μια στήλη που ονομαζόταν Γράμματα από το Παρίσι ή Παρισινά Γράμματα, κατέγραψε τις εντυπώσεις του, όχι μόνο από το Παρίσι, αλλά και από διάφορα άλλα μέρη της χώρας. Είναι οι πρώτες ανταποκρίσεις που έγραψε από κει -άρθρα ευχάριστα, ανάλαφρα, ενδιαφέροντα για όλους, γραμμένα με κέφι και σοβαρότητα, με την ευγενική ειρωνεία και το χιούμορ που χαρακτηρίζει τον ποιητή.
Με την έκδοση αυτή, τα Γράμματα δημοσιεύονται για πρώτη φορά σε βιβλίο. Συνοδεύονται από εφτά άρθρα περί αισθητικής, που γράφτηκαν την ίδια περίοδο, τα περισσότερα στο Παρίσι. Η έκδοση διαθέτει ένα εξαιρετικά προσεγμένο χρονολόγιο και έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιλαμβάνει αρχειακές φωτογραφίες του ποιητή από τα χρόνια της Γαλλίας, δύο σκίτσα φίλων του καλλιτεχνών και πρωτότυπη εικονογράφηση, βασισμένη στις φωτογραφίες που συνόδευαν τότε τα άρθρα της Προόδου.

-Διαβάστε σχετικά στο ιστολόγιο του Νίκου: Η πρωτεύουσα του κόσμου στον μεσοπόλεμο: ο Κ. Βάρναλης στο Παρίσι
-Συνέντευξη του Νίκου στον Στρατή Μπουρνάζο, από την «Αυγή»
 
-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών:
http://www.eie.gr/location-gr.html

Posted in Δημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Λογοτεχνία, Νέες εκδόσεις, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κώστας Βάρναλης – Η μάνα του Χριστού

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

***

Το ποίημα αυτό, ανήκει στη συλλογή «το Φως που καίει», που γράφτηκε στην Αίγινα. Αντιγράφω από μια πολύ ωραία διάλεξη που είχε κάνει ο Μίμης στο Λαογραφικό Μουσείο, για την «Αιγινήτικη» περίοδο του Βάρναλη:

[…] Εδώ λοιπόν, το καλοκαίρι του 1921 ο Βάρναλης έγραψε το «Φως που Καίει» στην πρώτη του μορφή, με την οποία εξεδόθη τον επόμενο χρόνο από τον εκδοτικό οίκο της Αλεξάνδρειας «Γράμματα» με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Χρησιμοποίησε ψευδώνυμο γιατί ήταν δημόσιος υπάλληλος και είχε επίγνωση του  τι φωτιά θα άναβε το έργο του.  Οι καιροί ήταν πονηροί. Οι συντηρητικές δυνάμεις, αφού ανέτρεψαν στις εκλογές το Βενιζέλο με το σύνθημα Οίκαδε και με την υπόσχεση άμεσης ειρήνης με τους Τούρκους, όχι μόνο συνέχισαν τον πόλεμο αλλά  έβαλαν στόχο τους την κατάληψη της Αγκυρας! Φυσικά η κατάληξη ήταν η καταστροφή.

Ο Βάρναλης με το έργο του αυτό κατηγορούσε όλους τους πολέμους και όλη την αδικία και εκμετάλλευση που γινόταν εν ονόματι της Πατρίδας και της Θρησκείας. Από το 1919 ήταν ήδη στρατευμένος στο νεαρό τότε κομμουνιστικό κίνημα, μολονότι δεν εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα παρά μόνο στην Κατοχή και ως το 1946 αν δεν κάνω λάθος. Δεν έμπαινε εύκολα σε καλούπια και πειθαρχία. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «τότε που ζούσαμε», μας δίνει μια χαρακτηριστική μαρτυρία: Γύρω στο 1935 το κόμμα κυκλοφόρησε μια έντυπη διαμαρτυρία για κάποιο  ζήτημα και ζητούσε να την υπογράψουν γνωστοί διανοούμενοι και κοινωνιοί παράγοντες. Ο Βάρναλης καθόταν με το Γληνό σε ένα γνωστό στέκι συγγραφέων όταν τους πλησίασε ο Σιδερίδης (ο άντρας της Ηλέκτρας Αποστόλου – της μετέπειτα ηρωίδας της Αντίστασης) και τους έδωσε το έντυπο για να το υπογράψουν. Ο Γληνός το διάβασε και χωρίς άλλα σχόλια το υπέγραψε. Ο Βάρναλης αντίθετα όταν το διάβασε, το έδωσε πίσω στον Σιδερίδη και του ‘πε

— Συμφωνώ με το νόημα αλλά πάρτο πίσω, γράψτο σε σωστά ελληνικά και φέρε μου το ξανά,  να το υπογράψω. Δεν είναι γλώσσα αυτή.

Ανεξάρτητα βέβαια από αυτά, παρέμεινε σε όλη τη ζωή του πιστός και ένθερμος οπαδός του κόμματος.

Το ότι έγραψε το «Φως που καίει» στην Αίγινα το μαρτυρεί ο ίδιος στα φιλολογικά του απομνημονεύματα. Είμαι σίγουρος δε πως τον «Πρόλογο» τον εμπνεύσθηκε  κατηφορίζοντας από το Σφεντούρι  (ήταν δεινός πεζοπόρος) καθώς αγνάντευε  τη θάλασσα από ψηλά. Όλα όσα αναφέρει στο ποίημα είναι εκεί: οι γκρεμοί, τα άσπρα σπιτάκια, οι κάβοι και τα νησάκια ως μεταξένοι αχοί, ακόμα και το κυπαρίσσι.[…]

Posted in Αιγινήτικα, Εις μνήμην, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Πρωτομαγιά του 1944 – Κώστας Βάρναλης

Posted by tofistiki στο 01/05/2013

ΦΩΚΙΩΝ_Η ΣΦΑΓΗ

ΦΩΚΙΩΝ-1ΜΑΗ44

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα

με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,

όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!

Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,

φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις

τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!

Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.

Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.

Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω

(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)

που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους

και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,

όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,

μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους

κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.

Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.

Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν

κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,

δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται

παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.

Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,

που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,

και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!

Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!

Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,

θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.

Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

***

Το ποίημα το πήρα από το ιστολόγιο Στηθάγχη.
Τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη είναι από το λεύκωμα «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα», Εκδ. Μαρή, 1970. Το πρώτο έχει τίτλο «Η σφαγή» και το δεύτερο «Ο θρήνος του χορού» και αναφέρεται στην εκτέλεση των 200 κομμουνιστών κρατουμένων της Ακροναυπλίας. Η λεζάντα γράφει: Όταν την πρωτομαγιά του 1944 έγινε γνωστό πως θα τυφεκίζονταν διακόσιοι όμηροι μαζύ, χιλιάδες κόσμου, συγγενείς και φίλοι των μελλοθανάτων, μαζεύτηκαν στα υψώματα γύρω του Σκοπευτηρίου και άρχισαν έναν σπαραχτικό ομαδικό θρήνο.
 
Ο «Ναπολέος» του ποιήματος,  που είναι «δυο μπόγια πάνου απ’ όλους, κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου» είναι βέβαια ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο άνθρωπος που με μια λέξη του μόνο μπορούσε να σώσει τη ζωή του, αλλά αρνήθηκε, αφού θα έμπαινε κάποιος άλλος στη θέση του. Αντιγράφω από σχετικό κείμενο του Θανάση Τριαρίδη:
 
Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη είναι κάτι σαν απάντηση, στην ιστορία που προχωρεί, στο μέγα ψεύδος μας, στο κενό μας: τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι οδηγήθηκαν στο νεοσύστατο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ο Σουκατζίδης καθώς ήξερε γερμανικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας. Μια επίθεση των ανταρτών εναντίων του στρατηγού Κρεντς στους Μολάους, φέρνει την διαταγή να εκτελεστούν ως αντίποινα διακόσιοι κρατούμενοι.  Λίγο πριν από το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944 η Γερμανική Διοίκηση μαζεύει τους κρατούμενους και δίνει στον Σουκατζίδη να διαβάσει την διαταγή και τα ονόματα. Ο Σουκατζίδης διαβάζει’ στο όνομα 167 –το όνομά του- φωνάζει «Παρών» και δίνει τον κατάλογο στον Γερμανό υπαξιωματικό για να σταθεί στην πλευρά των μελλοθανάτων. Ο Φίσερ, διοικητής του Στρατοπεδου, κάνει νόημα στον Σουκατζίδη να μείνει στην θέση του. Εκείνος τον ρωτά: «Εάν εγώ γλυτώσω, θα εκτελεστεί ένας λιγότερος;». Ο Φίσερ του απαντά «έχω διαταγή να εκτελέσω διακόσιους». «Άρα θα είμαι στη σειρά μου» του αντιγύρισε οι Σουκατζίδης. Ο Ψαθάς γράφει πως τότε «ο Φίσερ, το ανθρώπινο κτήνος, στάθηκε σε στάση προσοχής». Έτσι ο Ναπολέων Σουκατζίδης κράτησε τη σειρά του του στον κατάλογο των μελλοθανάτων, το νούμερο 167: ego sum qui sum
            Μια ώρα αργότερα, οι Διακόσιοι εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδώντας κάτι ολότελα διαφορετικό από έναν εθνικό ύμνο. Ξημέρωνε Πρωτομαγιά κι ήσαν όλοι στη σειρά τους – όλοι παρόντες.
 
Για το ίδιο θέμα, διάβασα μιαν ανέκδοτη προσωπική μαρτυρία της Ρίτας Μπούμη Παπά στο ιστολόγιο Κόκκινος Τύπος, και στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, την τραγική μαρτυρία της αρραβωνιαστικιάς του Σουκατζίδη, στην οποία άφησε το παρακάτω σημείωμα: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».
(από αφιέρωμα στους 200 της Καισαριανής, στο ιστολόγιο του Γιώργου Αγοραστάκη)
 
 
Οι στίχοι του Κώστα Βίρβου, είναι εμπνευσμένοι από τους 200 της Καισαριανής.
 

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Ιστορία, Περιοδικό, Ποίηση, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: