Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Κική Σαραντάκου’

Λιγοστέψαμε…

Posted by tofistiki στο 08/04/2015

Από την Κική, για τον Βαγγέλη Λινό που έφυγε χτες…
 –
VagelisLinos
 –

Σήμερα το πρωί, σαν άνοιξα το κομπιούτερ, με περίμενε ένα πικρό νέο από την Αίγινα:
– Ο Βαγγέλης ο Λινός, ο αγωνιστής, ο εγκάρδιος φίλος, ο συναγωνιστής στο στήσιμο της Δημοκρατικής Παράταξης: «Δημοτική Κίνηση Αίγινας»,

που κλάψαμε μαζί, όταν δεν τα καταφέραμε,
ο συνεχώς αγωνιζόμενος και ανταγωνιζόμενος,

ο ανιδιοτελής συνδικαλιστής, ο μοναχικός ανένταχτος συνασπιστικός, σπάνιον είδος στα χρονια μας,

που έγραφε μόνος του τα συνθήματα και τις ανακοινώσεις του κόμματος (του 2,9%, του 3% ή 4%)

και γέμιζε αφίσες του ΣΥΝ  τις κολώνες του νησιού…
Ο Συριζαίος αντιπρόσωπος στο ιδρυτικό του Συνέδριο – δεν τα θυμάμαι και καλά-

έφυγα κι εγώ απ την Αίγινα μετά τον Μίμη…

Στις εκλογές μας περίμενε έναν-έναν, στα περίπτερα του Λιμενοβραχίονα,
στην αυλή του Σχολείου, με τους καταλόγους και τα ψηφοδέλτια στα χέρια…

Και μας μετρούσε…
μήπως κάποιος δεν φανεί, να ρωτήσει, να μάθει,
γιατί αργεί;

Στις τελευταίες εκλογές δεν τον είδα, ρώτησα,
κάτι μου απάντησαν, αλλά δεν κατάλαβα, βιαζόμουν να προλάβω το πλοίο!

Στη γιορτή του δεν απαντούσε, του έστειλα sms με ευχές, δεν πήρα πάλι απάντηση…

Δεν ειδοποίησαν οι εναπομείναντες φίλοι, ελάχιστοι πλέον…

– Αχ, βρε Βαγγέλη, Μ. Τετάρτη και σύ, σαν τον Νότη!
Σίγουρα θα πρόλαβες να μάθεις τ’ αποτελέσματα των εκλογών, θα χάρηκες, μπορεί να ήπιες,
στα κρυφά και κάποιο ποτηράκι…

Καλό σου ταξίδι, καλέ μου φίλε και σύντροφε!

Λιγοστέψαμε, απελπιστικά…

κ.

ΑΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ ΛΙΓΟ… 

Αν περίμενες λίγο,
θα ‘ρχόταν η Άνοιξη
και θα ‘βλεπες τα τριαντάφυλλα
να μπουμπουκιάζουν στις γλάστρες…

Αν περίμενες λίγο,
θα πρασινίζαν οι φιστικιές
και θα ‘κρυβαν την ασχήμια των χωραφιών,
καθώς ανηφόριζες…

Αν περίμενες λίγο,
μπορεί να προλάβαινες την ΑΝΑΣΤΑΣΗ…

Κική Σαραντάκου 8/4/2015

 –

 
Για τον Βαγγέλη Λινό:
Η φωτογραφία είναι από το http://www.aeginaphotographer.com
Advertisements

Posted in Αιγινήτικα, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Αγιοδημητριάτικα

Posted by tofistiki στο 26/10/2014

Άλλη μια δύσκολη μέρα σήμερα, κυρίως για την Κική, όπως οι περισσότερες γιορτές και οι επέτειοι, πλέον. Ελπίζω μόνο, όπως γράφει και στα παρακάτω ποιήματά της*, τα λόγια, η μορφή κι η ζεστασιά του Μίμη, να είναι γραμμένα ανεξίτηλα μέσα στο μυαλό και την καρδιά της και να την συντροφεύουν για πάντα, τώρα που εκείνος λείπει…
 

love-poem_11

mama-mpampas-2-small

                                 ***

love-poem_06

 

*Από την ποιητική συλλογή της με τίτλο «Του Έρωτα και του Αγώνα», Δεκέμβριος 1986

Posted in Εις μνήμην, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Χρόνια πολλά, μαμά!

Posted by tofistiki στο 10/10/2014

   Ένα ποίημα από την πρώτη ποιητική συλλογή της μάνας μου, «Του έρωτα και του Αγώνα», που εκδόθηκε το 1986, δημοσιεύω σήμερα που έχει τα γενέθλιά της.
Έχει τίτλο «Οι δυο βάρδιες», και νομίζω πως περιγράφει πολύ εύστοχα τις γυναίκες της γενιάς της, τις πρώτες επιστημόνισσες που έπρεπε να εφεύρουν, πρώτες εκείνες, μέσα τους και γύρω τους εκείνη την περίφημη ισορροπία μεταξύ της προσωπικής ζωής, της δουλειάς τους, της οικογένειάς τους.
Πιο συχνά, εκείνο που θυσίαζαν ήταν βέβαια η προσωπική τους ζωή…
Χρόνια πολλά, μαμά, ευχαριστούμε, για όλα.
 

mama-poems013

 

mama1  mama4

mama3  mama2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ποίηση | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

4η Αυγούστου 1952

Posted by tofistiki στο 04/08/2014

Σαν σήμερα το 2011, είχα αναρτήσει ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου με τίτλο “Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, στο οποίο περιγράφει πολύ γλαφυρά και νοσταλγικά πώς γνώρισε τον έρωτα της ζωής του, την Κική, στις 4 Αυγούστου του 1952. Στο τέλος, έκανα μια ευχή που δυστυχώς δεν βγήκε. Σήμερα, δημοσιεύω τη συνέχεια του κειμένου.

Το τέταρτο Καλοκαίρι (1952)

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό. Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά, ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ, στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.
Για μένα το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις
κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το
κάλεσμά σου.
Το καθοριστικό και το θαυμάσιο
είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα!*

Το βράδυ, στο συνοπτικό ημερολόγιο που κρατούσα, σημείωσα:
“Μια μέρα σταθμός. Γνώρισα μια κοπέλα που μου κάνει. Τη λένε Κική. Μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Γράφει ποιήματα και θέλει να σπουδάσει χημικός. (Πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα!)”. […]

Με τα παραπάνω λόγια, τέλειωνε η ανάρτηση του 2011, ακολουθεί τώρα η συνέχεια του κεφαλαίου:

Όλη τη νύχτα δε μου κόλλαγε ύπνος. Επηρεασμένος κι από το φεγγάρι, που σε λίγο θα γινόταν πανσέληνος, τη συλλογιζόμουν διαρκώς. Ήθελα να την ξαναδώ, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τι θα γινόταν παραπέρα. Φοβόμουν μήπως τα κάνω πάλι θάλασσα. Παρά τη φαινομενική ζωηράδα μου, στις σχέσεις μου με το άλλο φύλο ήμουν γενικά αδέξιος και ουσιαστικά άτολμος. Μπορεί δεκαπέντε χρονών να φίλησα για πρώτη φορά κορίτσι, τη γλυκιά εκείνη Αγλαΐτσα, αλλά ήταν το μοναδικό. Δεν υπήρξε συνέχεια και από το νησί έφυγα παρθένος και ερωτευμένος με την πρώτη μου αγάπη. Ξαναθυμήθηκα τα βάσανα της ερωτικής μου απογοήτευσης, που άργησαν πολύ να επουλωθούν και έτρεμα στην προοπτική μιας επανάληψης.

Στο χρόνο που πέρασε μπορεί να ρίχτηκα με τα μούτρα στις γυναίκες, αλλά μόνο σαρκικά, γιατί απέφευγα την παραμικρή συναισθηματική εμπλοκή μαζί τους. Ως τη χτεσινή μέρα δεν ένοιωθα έτοιμος να βάλω άλλο κορίτσι στο βάθρο, από το οποίο κατέβηκε μόνη της η παλιά μου αγάπη. Οπωσδήποτε είχα συνέλθει από την ερωτική μου απογοήτευση. Για μένα είχε κλείσει οριστικά αυτή η ιστορία,  αλλά αισθανόμουν κενό μέσα μου και ζούσα σε μια κατάσταση απροσδιόριστης ερωτικής αναμονής και προσδοκίας. Το ποίημα του Ουράνη ανταποκρινόταν στα συναισθήματα που ένοιωθα τότε. Καρτερούσα με τα μάτια στυλωμένα στους νεκρούς δρόμους, περιμένοντας να φανεί η αγάπη. Δεν είχα πάψει να ελπίζω πως κάποτε θα συναντούσα τη γυναίκα που περίμενα, το κορίτσι, που, κατά κάποιον τρόπο, μου το χρωστούσε η ζωή.

Είχα τότε γράψει ένα ποίημα μ΄ αυτό το θέμα:

Πιστεύω ακράδαντα πως θα ΄ρθεις κάποια μέρα.
Δεν ξέρω αν θα ΄ναι αύριο ή του χρόνου
ένα μονάχα ξέρω, πως θα΄ρθείς

Ίσως να σε γνωρίσω στο εργαστήριο
σφιγμένη μεσ΄στην μπλούζα να δουλεύεις
και δοκιμαστικούς σωλήνες να κρατάς.

Ίσως σε δω στο δρόμο σαστισμένη
απ΄την κοσμοπλημμύρα της βραδιάς
από τα φώτα κι από τους θορύβους.

Δεν αποκλείεται και να σ΄ αντικρίσω
μιαν ώρα ταραγμένη και θολή
σε ταραχές ή σε συλλαλητήρια,
μέσα στις φασαρίες και στις φωνές….

Δεν έχει σημασία πού θα σε βρω.
Ξέρω μονάχα πως θα σε γνωρίσω,
όπως και μ΄όποιαν όψη κι αν σε δω.

Θα ΄ναι το βλέμμα σου γεμάτο καλοσύνη
και θα ΄χεις ένα γέλιο παιδικό.
Ίσως να ΄χεις κοτσίδες τα μαλλιά,
που κάποτε θα σκύψω να φιλήσω.

Τα χέρια σου θα ΄ναι μικρούλια και ζεστά
και μέσα στα δικά μου θα τρυπώνουν.
Ξέρω πως θα ΄ναι το κορμί σου λυγερό,
όπως της Λυγερής των τραγουδιών μας…

(η συνέχεια έχει χαθεί)

Πριν ξεκινήσουμε για τη Σουβάλα είχα δει ένα θαυμάσιο σουηδικό φιλμ, ενός καινούργιου, άγνωστου, σκηνοθέτη, του Ίγκμαρ Μπέργκμαν, το “χόρεψε ένα καλοκαίρι” που με μάγεψε. Διάβασα επίσης την “Ανθρώπινη Δουλεία” του Σόμερσετ Μωμ, ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, γιατί μιλούσε για έναν άτυχο βασανιστικό έρωτα, που μονάχα όταν ο νεαρός συνάντησε το κορίτσι που του ταίριαζε, γιατρεύτηκε οριστικά. Θα ήμουν κι εγώ το ίδιο τυχερός; Δε θα άντεχα να δευτερώσει το κακό. Αν δε συναντούσα το κορίτσι που περίμενα, φοβόμουν πως θα καταντούσα κυνικός και πεζός, όπως ήταν ήδη πολλοί συνομήλικοί μου.

Το πρωί την άλλη μέρα η Κική με την Ολυμπία και την Ξανθίππη, ξανάρθαν στον κολπίσκο για μπάνιο. Αυτή τη φορά ανοιχτήκαμε οι δυο μας πολύ βαθιά και κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα. Δεν την ακούμπησα καθόλου, ούτε καν τυχαίως. Φοβόμουν μην την τρομάξω και τη χάσω. Κανονίσαμε πάντως να ξαναβρεθούμε το βράδυ, που είχε εσπερινό στο εκκλησάκι του Αη Γιάννη. Όπως μού ΄πε ήταν ορφανή από πατέρα κι όπως μ΄ άφησε να καταλάβω η μητέρα της ήταν πολύ αυστηρή και υπερπροστατευτική. Οι δουλειές της στο σπίτι, στην Αίγινα, την είχαν εμποδίσει  να παραθερίσει κι αυτή στη Σουβάλα (ευτυχώς, σκέφτηκα) αλλά την είχε υπό τη συνοδεία και την αυστηρή επιτήρηση δύο θειάδων της, που επί πλέον ήταν θρήσκες ή μάλλον θρησκόληπτες και την έσερναν μαζί τους σε λειτουργίες, εσπερινούς, ακόμα και σε όρθρους και αγρύπνιες.

Από τότε άρχισα να κάνω νερά, όσον αφορά τη συμμετοχή μου στη ζωή της  παρέας.  Άφηνα τους άλλους τρεις να πηγαίνουν μόνοι τους πεζοπορία ως το γειτονικό χωριουδάκι, ή να σκαρφαλώνουν στο βουνό ή ακόμα πιο κατακριτέο, να τα πίνουν στο μαγέρικο του Πετρίτη κι εγώ έτρεχα στα ξωκκλήσια, που αφθονούσαν στην περιοχή. Βέβαια η μικρή χωρητικότητά των ναϊδρίων αυτών επέτρεπε την είσοδο μόνο στα ευλαβέστερα από τα μέλη του εκκλησιάσματος. Οι λοιποί παρακολουθούσαμε την ιεροτελεστία απ’ έξω, μέσα στην ευωδία των πεύκων και των θυμαριών και στο μαγικό μούχρωμα της καλοκαιρινής βραδιάς.

Σε μια τέτοια βραδινή τελετή, τη δεύτερη μέρα της γνωριμίας μας, επωφεληθήκαμε από την προσήλωση των θειάδων στην ιεροτελεστία και καθίσαμε στα βράχια της ακτής κουβεντιάζοντας. Σουρούπωνε. Από τα απέναντι βουνά της Αττικής πρόβαλε η πανσέληνος, τόσο μεγάλη που έμοιαζε ψεύτικη. Ήτανε σχεδόν πορτοκαλιά, σαν τον ήλιο που μόλις είχε βασιλέψει στην άλλη άκρη του ορίζοντα, πίσω από τα βουνά της Κορινθίας. Η Κική, πιο ενήμερη στα θρησκευτικά δρώμενα από μένα, που, τα τελευταία δέκα χρόνια, στις εκκλησίες έμπαινα αποκλειστικά και μόνο για κοινωνικούς λόγους (γάμους, βαφτίσια, μνημόσυνα και κηδείες), με πληροφόρησε ότι οι επιτηρήτριές της είχανε δώσει στον παπά μακρύ κατάλογο με ονόματα πεθαμένων συγγενών τους να τα μνημονέψει και δε θά ΄βγαιναν από το εκκλησάκι αν πρώτα δεν τα άκουγαν, δηλαδή σε μιαν ώρα τουλάχιστον. Μου εξήγησε επίσης ότι η συχνότητα του μεσαιωνικού ονόματος Νεκτάριος οφειλόταν σ΄ έναν τοπικό άγιο, που μόνασε στο νησί στις αρχές του αιώνα.

“Είναι ο μόνος άγιος που έχουμε φωτογραφίες του” μου είπε γελώντας
Με υπόκρουση τη φωνή του παπά, που έλεγε συνεχώς και μονότονα

….Σπυρίδωνος, Ελένης, Πηνελόπης, Μαρίας και των τέκνων, Γεωργίου, Διονυσίου, Μαρδικούλας…..

κουβεντιάσαμε για χίλια δυο θέματα, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια. Μια θερμή αίσθηση οικειότητας μας τύλιξε.

“Δεν έχω τι να σου δώσω για να θυμάσαι τη γνωριμία μας” της λέω, “γιαυτό θα σου χαρίσω εκείνο το αστέρι” και της έδειξα τον Αποσπερίτη, που έγερνε να βασιλέψει στη Δύση. Ήταν το μόνο άστρο που δεν είχε σκεπάσει το ασήμι της φεγγαράδας. Με μεγάλο χτυποκάρδι τόλμησα να της πιάσω το χέρι. Σαν ακούμπησα την  παλάμη μου στη ράχη του χεριού  της ήταν σα να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα από τον έναν στον άλλον. Ένοιωθα σα να ζούσα σε μια μαγεία. Αν με ρωτούσε κανείς εκείνη την ώρα πόσα δάχτυλά της κρατούσα στο χέρι μου δε θα μπορούσα να του πω ακριβή αριθμό. Η κουβέντα μαζί της μ΄ ευχαριστούσε. Μιλούσε ωραία κι είχε την αίσθηση του χιούμορ. Επισήμανα ακόμα πως, ενώ ήταν καλά ενημερωμένη αναφορικά με τη λογοτεχνία, ήταν μάλλον άσχετη με τα πολιτικά, γιατί όταν της είπα

“Γνωριστήκαμε μιαν αποφράδα μέρα, αλλά εμείς θα την κάνουμε τυχερή”

εκείνη δεν έπιασε τον υπαινιγμό και με ρώτησε τι το κακό έγινε στις 4 Αυγούστου. Της εξήγησα εν συντομία κι αυτή ήταν η πρώτη πολιτική συζήτηση που κάναμε.

Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά, ασημώνοντας όλο το τοπίο. Ξαφνικά κάποια στρογγυλή μαύρη σκιά άρχισε να σκεπάζει τον λαμπερό του δίσκο.

“Έχουμε έκλειψη σελήνης”, είπα στην Κική και παρακολουθήσαμε για αρκετήν ώρα το φαινόμενο. Ήταν πραγματικά ολική έκλειψη και κράτησε αρκετήν ώρα.

“Η γνωριμία μας άρχισε με σημαδιακά γεγονότα”, την πείραξα. Δεν απάντησε αλλά μού’ σφιξε πιο πολύ το χέρι.

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο οι άλλοι τρεις μου δήλωσαν πως “είχαν εξερευνήσει το νησί” και είχαν παρακολουθήσει την έκλειψη από το διάσελο της λοφοσειράς που βρίσκεται πίσω τους. Για να φτάσουν ως εκεί διασχίσανε το γειτονικό πευκόδασος, καβαλήσανε τη λοφοσειρά, είδανε πλήθος από ερειπωμένα εκκλησάκια σ΄ένα λοφίσκο, κατηφορίζοντας δε από την άλλη πλευρά βρήκαν απροσδοκήτως δρόμο ασφαλτοστρωμένο!

“Αυτό το νησί είναι μυστήριο”, μου΄πε ο Τάκης με ύφος εξερευνητή παρθένων εδαφών. “Αυτή η γυμνή παραλία σε ξεγελά. Στο εσωτερικό του είναι κατάφυτο”.

“Να πάρεις την καινούργια σου γνωριμία και να πάτε ως την πηγή, μέσα στο δάσος”, με συμβούλεψε με κάπως πονηρό χαμόγελο ο Στέλιος

“Αύριο κι όλας θα πάμε. Είναι του Σωτήρος και γιορτάζει εκείνο το ξωκλήσι εκεί πέρα”, τους έδειξα ένα άσπρο σημάδι στην ακτή. “Λέω να πάω στον όρθρο…”

Με κοίταξαν σχεδόν αποσβολωμένοι, αλλά δεν είπαν τίποτα. Μονάχα ο ξάδερφος μου είπε σιγανά “μαλάκα, δε μας είπες πως τά ΄φτιαξες με θεούσα”. Σ΄ αντίθεση με μας τους μεγαλύτερους, ο Μίμης χρησιμοποιούσε τη λέξη μαλάκα αφειδώς, σα να ήταν προσηγορικό.

Ξύπνησα πρωί πρωί πριν ακόμα φέξει, ετοιμάστηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και στις εξήμισι ήμουν μπροστά στο κάτασπρο εκκλησάκι. Ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος και η Κική με περίμενε καθισμένη στο ασβεστωμένο πεζούλι. Μου φάνηκε σαν κοριτσάκι με το εμπριμέ φουστανάκι της, τα σοσόνια και τα γοβάκια της. Από τα πανέρια των μικροπωλητών που ήταν αραδιασμένα εκατέρωθεν του δρόμου που οδηγούσε στο ναΐσκο, της αγόρασα ένα πανηγυριώτικο δαχτυλίδι. Το πήρε και το φόρεσε γελώντας. Οι θειάδες της είχαν πιάσει στασίδι από το χάραμα και δε θά ΄βγαιναν αν δεν σχολούσε η εκκλησιά. Έτσι όταν της πρότεινα να πάμε ως την πηγή, το Κουρέντι, στο γειτονικό δάσος, δέχτηκε πρόθυμα. Ανηφορίσαμε χωρίς να μιλάμε και όταν σε ένα ίσιωμα σταθήκαμε να πάρουμε ανάσα, είδαμε πως είχαμε ανεβεί αρκετά. Μέσα από τα πεύκα βλέπαμε τη δαντελένια ακτή, πέρα  από τη βαθυγάλανη θάλασσα τα βουνά της Σαλαμίνας και αριστερότερα μια συστάδα από μικρά νησάκια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε πεύκο, αψιθιά και θυμάρι. Άκουσα την πηγή να κελαρύζει εκεί κοντά και, πώς μου΄ρθε, άρχισα να της λέω το ποίημα του Θρασύβουλου Σταύρου:

Στο δρόμο που πηγαίναμε, μου λέει «διψώ»
-κι εγώ διψώ
 και πήραμε το δρόμο μεσ΄ στα ελάτια
να η εκκλησούλα, να η πηγή, ζωσμένες με κισσό,
δυο πέτρες είναι η πόρτα της, πεντέξι σκαλοπάτια
 φέρνανε στο νερό βαθιά. Και κατεβήκαμε κι οι δυο
 κι ήτανε μέσα μια δροσιά, κι ήταν μέσα μια ευωδιά
ολόγυρα χυμένη κι έμοιαζε η πηγούλα μ΄ εκκλησιά
που λειτουργιά προσμένει

Όταν έφτασα στους στίχους:

Κι εγώ γονάτισα στην πέτρα τη βρεμένη,
της πήρα μεσ΄ στα χέρια το κεφάλι
και την εφίλησα στο στόμα…

σταμάτησα την απαγγελία και την κοίταξα στα πανέμορφα μάτια της. Μέσα μου έτρεμα σαν το φύλλο. Δεν ήθελα να αποχωριστώ από τα μάτια αυτά. Ήξερα πως, αν και κείνη το ήθελε, από αυτή τη μέρα όλη η ζωή μου θα άλλαζε. Θα ήθελα να ξεκινούσαμε κάτι πιο ανώτερο από τη φιλία, πιο δυνατό από την αγάπη και πιο ολοκληρωμένο από τον σαρκικό έρωτα. Κάτι που να κρατήσει όλη μας τη ζωή. Το πήρα απόφαση και, πιάνοντας το κεφάλι της με τα δυο μου χέρια, τη φίλησα στο στόμα. Τη φίλησα με το απλό φιλί. Δεν ήθελα να τη φιλήσω όπως φιλιόμασταν με την Ιωάννα ή τη Σοφία. Ήταν τόσο άπραγη, που ίσως να τρόμαζε. Τα χείλια της ήταν δροσερά και γλυκά. Είχε κοκκινίσει αλλά δεν με απώθησε. Ψιθύρισε μόνο παιχνιδιάρικα

“Θα σε δείρω, ξέρεις”

Πήρα θάρρος και την ξαναφίλησα

“Μη με πάρεις για επιπόλαιο, μ΄ αυτό που θα σου πω, αλλά να ξέρεις, θέλω να είμαστε μαζί για όλη μας τη ζωή. Θέλω να σε παντρευτώ”

Την είδα πως τα είχε χάσει λίγο

“Πολύ δε βιάζεσαι;” μου είπε αμήχανα

Κατάλαβα πως παραξενεύτηκε. Δεν ήταν όμως από μέρους μου κάτι το άσκεφτο. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως είχα βρει το κορίτσι, που ονειρευόμουνα να βρω σ΄ όλη μου τη ζωή, τη γυναίκα, που θα γινόταν συντρόφισσα της ζωής μου ώσπου να μας χωρίσει ο θάνατος. Γυρίσαμε στο ξωκλήσι πιασμένοι από το χέρι, χωρίς να μιλάμε. Τα φιλιά που ανταλλάξαμε μας είχαν γεμίσει και κάνανε περιττές τις κουβέντες.

Το ίδιο απόγεμα συνειδητοποίησα πως οι διακοπές μας είχαν τελειώσει και πως αύριο θα φεύγαμε. Μ΄ έπιασε απελπισία. Έπρεπε να την ξαναδώ και να κανονίσω πώς θα αλληλογραφούσαμε. Μέσα μου είχα αποφασίσει να ξανάρθω το συντομότερο δυνατό στο νησί, προείχε όμως η εξασφάλιση του τρόπου να αλληλογραφούμε.

Τελικά το απόγεμα κατάφερα να τη δω. Ήταν και της  Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που ήταν τοπικό πανηγύρι και όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην παραλία. Μέσα σ΄ αυτή την ατμόσφαιρα χαράς και γλεντιού, εγώ γυρνούσα θλιβερός και συννεφιασμένος, ώσπου την είδα να κάνει βόλτα με τις φίλες της.  Με αρκετή δυσκολία καταφέραμε να ξεμοναχιαστούμε στην άκρη του λιμενοβραχίονα. Κανονίσαμε να της στέλνω τα γράμματα Ποστ Ρεστάντ στο όνομα μιας ξαδέρφης της, που ήταν λογοδοσμένη με κάποιον από τη Θεσσαλονίκη και είχε το ελεύθερο να αλληλογραφεί. Φυσικά θα έβαζα ως αποστολέα το όνομα του Σαλονικιού, αλλά χωρίς τη διεύθυνσή του. Έτσι η ξαδέρφη θα καταλάβαινε πως το γράμμα δεν ήταν για κείνη αλλά για την Κική. Της υποσχέθηκα πως θα ξαναρχόμουν σε ένα μήνα το αργότερο. Δε μπορέσαμε να αποχαιρετιστούμε όπως θέλαμε και μείναμε πολλήν ώρα να κοιταζόμαστε σιωπηλοί.

Ανακουφισμένος γύρισα στην παρέα, τα ήπιαμε στου Πετρίτη και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο, όπου με άλλους νεαρούς και κοπέλες, που είχαμε γνωρίσει στις δεκαπέντε μέρες της διαμονής μας, κάναμε πολύ κέφι και ακόμα περισσότερη φασαρία, αφού παίξαμε ως και μπιζ και τραγουδούσαμε σχεδόν ως τις δύο τα μεσάνυχτα, οπότε οι ηλικιωμένοι ένοικοι του ξενοδοχείου, «τα γερόντια», βγήκαν στα παράθυρα και με φωνές και βρισιές άφησαν τη συμπιεσμένη αγανάκτησή τους να ξεσπάσει.

 Την άλλη μέρα φύγαμε. Αυτή τη φορά πήραμε ένα καΐκι, που έκανε την τοπική συγκοινωνία με τον Πειραιά. Καθώς το πλεούμενο έβγαινε από το λιμανάκι, την είδα να βγαίνει  από το σπιτάκι όπου έμενε, στην πλαγιά του λόφου, που έκλεινε από τη δύση τον ορμίσκο και να κουνάει ένα μεγάλο μαντήλι. Έμεινε εκεί χαιρετώντας με, ώσπου η απόσταση μας εξαφάνισε.

Οι διακοπές μας είχαν τελειώσει, αλλά οι πέντε τελευταίες μέρες τους σημάδεψαν τη ζωή μου. Ξαφνικά όλα άλλαξαν, μέσα μου και γύρω μου. Ήταν σα να γίνηκε γιορτή. Ο ουρανός γέμισε αστέρια. Γυρίζοντας στο σπίτι μου ένοιωθα η καρδιά μου είχε μείνει πίσω στο νησί, πως η ζωή μου είχε σταματήσει σ΄αυτές τις μαγικές εσπέρες, που περπατήσαμε μαζί κουβεντιάζοντας.[…]

 
——————————————————————–
* Οι στίχοι, είναι από ποίημα της Κικής
Η παλιά φωτογραφία της Σουβάλας, είναι παρμένη από το www.souvala.gr

Posted in Αναμνήσεις, Περιοδικό | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

5η ποιητική βραδιά σύγχρονων Αιγινητών ποιητών

Posted by tofistiki στο 09/07/2014

Η καθιερωμένη πλέον ποιητική βραδιά, αφιερωμένη στους ποιητές της Αίγινας, πραγματοποιήθηκε  και φέτος , για πέμπτη χρονιά, στην όμορφη αυλή του Λαογραφικού Μουσείου Αίγινας. Η εκδήλωση οργανώνεται από τον Περιβαλλοντικό και Πολιτιστικό Σύλλογο «Ο Άγιος Λεόντιος».   Η βραδιά ήταν αφιερωμένη στους σύγχρονους ποιητές που ζουν και γράφουν στο νησί.
Η Κική, παρουσίασε το παρακάτω ποίημά της:  
 
ΑΦΙΣΣΑ-ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ-ΒΡΑΔΙΑΣ-1
Όπως μ’ εκείνα τ’ αστέρια…
 

Έσκυψες το πρόσωπό σου στα χέρια μου

Κι εγώ φυλάκισα στις φούχτες μου την ανάσα σου,

έτσι, που μέσα στο καταχείμωνο,

κράτησα όλη τη ζέστα του καλοκαιριού.

 

Πήρα τη φλόγα που απίθωσες στην καρδιά μου

κι όπως κάθισες δίπλα μου,

και με προφύλαγες απ τους ανέμους,

άναψα μέσα και γύρω μου χιλιάδες φωτιές.

 

Και τόσο, θαρρώ, φεγγοβολάει ο κόσμος,

που, ακόμη κι όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε,

θα ‘χει μείνει, ωστόσο, η ανταύγεια της.

Όπως μ εκείνα τα αστέρια,

που γυρνάνε σβησμένα στον ουρανό,

κι εμείς βλέπουμε ακόμη το φως τους!

 

 Κική Σαραντάκου

 

Σχετικό αφιέρωμα μπορείτε να διαβάσετε στο Aegina Portal

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Παγκόσμια μέρα ποίησης – Κική Σαραντάκου

Posted by tofistiki στο 21/03/2014

Για τη σημερινή παγκόσμια μέρα ποίησης, η Κική διάλεξε και μου έστειλε ένα παλιότερο ποίημά της:

Μεταλλαγές… wildflowers

Πόσες φορές, αληθινά, κοιτάζουμε
την εξωτερική εικόνα, μόνο, των αντικειμένων!
Πόσες φορές αγγίζουμε μ’ ελπίδα χέρι φιλικό
χωρίς η ζεστασιά του να περάσει στο δικό μας.
Μπορεί και τη ζωή μας όλη να ξοδέψουμε
να μάθουμε τις γλώσσες όλων των ανθρώπων
μα να ξεχάσουμε τον μυστικό τον κώδικα
της επικοινωνίας με τους διπλανούς μας!
Έτσι, που η ζωή μας καταντά
σαν αδιάκοπη προσπάθεια προσέγγισης
χωρίς να πετυχαίνει, πάντα, το σκοπό της…
Ώσπου μια μέρα,
αναπάντεχα,
η σπίθα μες τα αρχέγονά μας κύτταρα,
κληρονομιά της σπίθας της ζωής,
που κάποτε συνένωσε τα πρώτα μόρια της ύλης,
ανάφτει μέσα μας φωτιά.
Και ξεκινούν εκείνες οι μεταλλαγές,
που αλλάζουνε την όψη,
όλου του κόσμου,
μέσα κι έξω!

Κική Σαραντάκου, Εφεδρείες, 1994

Posted in Ποίηση | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Στις 23 Φλεβάρη

Posted by tofistiki στο 23/02/2014

Για τη σημερινή επέτειο ίδρυσης της ΕΠΟΝ,
(αλλά και για την πιο προσωπική, την επέτειο γάμου της Κικής και του Μίμη,
που πάντα την θυμόμαστε λόγω της άλλης),
ένα τραγούδι που αγαπούσαν κι έλεγαν πολύ ωραία μαζί οι δυο τους:
 

 

Τι έγραφε στο ιδρυτικό της κείμενο η ΕΠΟΝ, για να μαθαίνουν οι μικρότεροι και να θυμούνται οι μεγαλύτεροι, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Ένα ωραίο αφιέρωμα με ντοκιμαντέρ της εποχής, δημοσιεύεται σήμερα στη σελίδα της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό

Posted in Αριστερά - κινήματα, Εις μνήμην, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Επέτειος απελευθέρωσης της Αθήνας – προσωπική μαρτυρία

Posted by tofistiki στο 12/10/2013

Από την Κική, μια προσωπική μαρτυρία για τη σημερινή επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 12 Οκτωβρίου του 1944.

 

Σαν σήμερα, 12 του Οκτώβρη, δύο δευτεροετείς φοιτήτριες του Χημικού Αθήνας, η ‘Έζμπα’ και η ‘Σόνια’, συλλαμβάνονται από την Ασφάλεια Αθηνών, γιατί πετούσαν στον δρόμο και αφισοκολλούσαν προκηρύξεις, για να υπενθυμίσουν σε όσους είχαν ξεχάσει, αλλά και να τιμήσουν την επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς κατακτητές…

Οι προκηρύξεις, ήταν αυτοσχέδιες ευτυχώς, τις είχαν φτιάξει μόνες τους, αλλά λόγω απειρίας, έριξαν μερικές και σε αυτοκίνητο με μυστικούς της Ασφάλειας… Έτσι, ακολούθησαν όλη τη μαρτυρική ‘πορεία’ του εγκλεισμού και της απομόνωσης στα υπόγεια της Ασφάλειας, μέρες και μέρες (πόσες;) σε κελιά 1,5×2 στο Μεταγωγών, στις φυλακές «Αβέρωφ», ως υπόδικες κάποιους μήνες… Δίκη στο Πενταμελές Εφετείο με την κατηγορία της «απόσπασης μέρους ή όλου της επικρατείας», δεν θυμάμαι ακριβώς τον «τίτλο», πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Αλλά να, τώρα τα θυμήθηκα, λόγω των ημερών και των συγκυριών… και ήθελα να τα επικοινωνήσω και σε κάποιους διαδικτυακούς φίλους….

Και κουράγιο!

Η Σόνια και η Έζμπα επιμένουν…

Η ζωή μας είναι παντοδύναμη, το ίδιο κι η αγάπη σ’ αυτήν!

Παραθέτω κάποια ποιήματα της Κικής από την συλλογή «Με την άμπωτη», που γράφτηκαν για τα παραπάνω γεγονότα.

Η επέτειος

Κανείς δεν θυμόταν την επέτειο!
Η μέρα ξημέρωνε θλιβερή
κι η βροχή του Οκτώβρη μαστίγωνε τους διαβάτες

Η Ρόζα θυμόταν,
Ήταν η μεγάλη μας και θυμόταν.
Πρέπει να μάθουν, μας είπε,
να θυμηθούν!

Το βράδυ γέμισαν προκηρύξεις οι δρόμοι
κι οι τοίχοι μ’ αναστημένα συνθήματα:
12 ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ
ΕΠΟΝ

Δεν μας άφησαν να γυρίσουμε σπίτι μας.
Ήταν και «κάποιοι» που θυμόντουσαν
και περίμεναν…

***

Η ανάκριση

Ο «διάλογος» ίδιος
όλες τις νύχτες,
ως το πρωί:

Ποιος;
Εγώ.
Με ποιους;
Μόνη μου.
Γιατί;
Για να μην ξεχνάμε!

***

Η έρευνα

Ψάχνουν σπίτι μου,
στα χαρτιά μου,
στα ρούχα μου.
Ψάχνουν να βρούνε τους «άλλους»
και με κρύβουν από τη μάνα μου…

***

Υπόδικες

Ετοιμάσανε τις σφραγίδες μας:
«Επικίνδυνες».
Σφραγίζουνε τα δακτυλικά μας αποτυπώματα,
τις φωτογραφίες μας,
τα χαρτιά μας,
το μέλλον μας!

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Ιστορία, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Παγκόσμια μέρα ποίησης

Posted by tofistiki στο 21/03/2013

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα, και ακολουθώντας την προτροπή της Κικής, «ας μη διαβάσουμε σήμερα εφημερίδες, ας μην ακούσουμε ειδήσεις! Ας διαβάσουμε κι ας ακούσουμε ποιήματα….»  
Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από την ίδια, κάποια είναι ποιήματα που τώρα γράφονται από την Αυγή και άλλα είναι παλιότερα.
 

Νεκτάριος ΚοντοβράκηςΜετανάστες

Μετανάστες, σκύβαλα του ανέμου
κόκκοι που διψούν για μια σταλιά νερό
για να ριζώσουν και να βλαστήσουν
έρμαια ρευμάτων ζοφερών
στου κόσμου τον αδιάκοπο ίλιγγο.

Και σαν οι γενιές
λογαριάσουν το μερτικό τους
και το βρουν λειψό
μεταλλάσσεται ο ξένος σε μένος και δεμένος
στης στιγμής τον ανεμοστρόβιλο
ξαμολάει την μπόρεση του.

Μετανάστες κι οι γηγενείς
αποκομμένοι απ’ τη σφύζουσα ζωή
βυθισμένοι
στη σφαίρα όπου ηγεμονεύουν
ο αυτισμός κι η ανεγκεφαλία.

Και σαν οι γενιές
λογαριάσουν το μερτικό τους και
το βρουν λειψό, θα ‘ναι γιατί
μεταλλάχθηκε η συναισθηματική ευφυΐα
σε εικονική πραγματικότητα

ξεδοντιασμένη βασίλισσα ξεπεσμένου οίκου.

Στέργιος Πολύζος

***

Των αγίων αστέγων

Το πολύαστρον των αγίων αστέγων ενδιαίτημα.
Οι ακτήμονες ώρες τους ως πεινασμένα στρουθία τ’ ουρανού,
σε αθέριστα σπαρτά νοερά φτεροκοπούνε.

Στο γρασίδι και στα παγκάκια των αμέριμνων περιπάτων
όπου για λίγο κάθονται κάτι γριές – σημασίες
σαν ξεχειλωμένες κρεμάστρες για να ξαποστάσουν.

Κι άλλοτε κάτι παχύσαρκοι κλειδούχοι με πρησμένους συνειρμούς
κι αστραγάλους τρεμουλιάζουν στο πένθιμο λίπος τους
πνιγμένοι.

Του χρήματος η λάμψη τους σέρνει δώθε κείθε
σαν περιφερόμενα φέρετρα. Ώσπου ν’ ακουστεί η νεκρώσιμη μπάντα
με το άπειρο πλήθος των πενθούντων. Να στηθούν γύρω – γύρω,
στα γνωστά ξύλινα τρίποδα τα στέφανα των ανθέων
με τις επώνυμες αστραφτερές τους κορδέλες.

Ενώ συχνά οι άστεγοι στου σκοταδιού την παγωνιά ξυλιάζουν.
Κι ο κηπουρός – αέρας, αδιάφορός, με τ’ άλλα ράκη
φτυαριές – φτυαριές γεμίζει τα κοντέινερς. Φτυαριές – φτυαριές
γεμίζει του έρεβος τ’ απορριμματοφόρα.

Συχνά δεν έχουν όνομα. Συχνά δεν έχουν συγγενείς.
Οι ενορίες τους διώξανε σαν ψωραλέους σκύλους.
Κανείς δεν τους χαμογελά, πάρεξ κάτι μισάνοιχτες
ξεδοντιασμένες πόρτες.
Πάρεξ κάτι φτωχά παράθυρα που ξεφυλλίζει ο ζόφος.
Και τότε αυτά τα πετεινά ανοίγονται στις ερημίες.

Τα μόνα που τους νοιάζονται είναι τα μαύρα δέντρα.
Από τις σκιές τους κόβουνε διπλόφαρδα σεντόνια.
Και αμισθί πλαγιάζουνε στους δένδρινους ξενώνες.
Και όταν έρχεται βροχή, πάνω από τα κορμάκια τους
ανοίγονται σα σπλαχνικές ομπρέλες.

Στην ανώνυμη ταφή τους δύο καν τρεις παλιόφιλοι σκυφτοί
ακολουθούνε.
Στα λιγδιασμένα ρούχα τους κρύβουνε τα παλιά φτερά.
βάρβαρο μάτι μην τα δει).
Και πίσω – πίσω κάτι αδέσποτα,
σαν έκπτωτος αστερισμός, κλείνουνε
τη σεμνή πομπή.
Μα ο νεωκόρος τα πετροβολά.

Κι ένα χλωμό ρακένδυτο παιδί του ψιθυρίζει:
Τι κάνεις αθεόφοβε, πετροβολάς τ’ αστέρια;
Εσείς, εσείς αγριοκόρακες κατεδαφίζετε τον ουρανό.
Και με αντιπαροχή άβυσσο οικοδομείτε.

Μανόλης Πρατικάκης

***

Σπύρος-Παπαλουκάς-«Τοπίο-Μυτιλήνης»Ο Οδυσσέας… στη Μυτιλήνη

Σαν τον πολύπλαγκτον Οδυσσέα,
επιστρέφεις,
στις ρίζες σου.

Δεν περιμένουν τον γυρισμό σου
κι ο δρόμος ερήμωσε,
κι όμως εσύ επιστρέφεις,
πολύπειρος,
νουνεχής,
τριγυρισμένος με απογόνους
και νέους συντρόφους,
πούχουν πλανέψει οι διηγήσεις σου…

Επιστρέφεις,
εκτελώντας γενετικές εντολές των προγόνων σου…
Επιστρέφεις
για να στεγάσεις τις μνήμες,
πριν σκορπίσουν,
σαν Ερινύες,
ακολουθώντας σε…

 

Κική Σαραντάκου, 1995

***

Οι Νεκροζώντανοι (Ι)

(το πρώτο απ τα πέντε)

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω
αξιοπρεπώς, ησύχως, σιωπηλά.
Μου κόβουν το μισθό μου και το ξέρω
πως θα πληρώσω κι άλλη εισφορά.

Πρωί. Ακίνητο ποτάμι τροχοφόρα –
μετρό και τραμ, λεωφορεία ν’ απεργούν.
Σκουπίδια ατέλειωτα κατέβασε η μπόρα.
Τα καύσιμά μου στο παπάκι δεν αρκούν.

Τα μεσημέρια όλο μετράω τα ψιλά μου –
να φάω κάτι σε φαγάδικο φτηνό.
Δεν βγαίνουν για ένα μήνα τα έξοδά μου.
Πες μου, τον έκτακτο το φόρο που θα βρω;

Απόγευμα και πάω προς το καφενείο
για να περάσει κι η στενάχωρη βραδιά.
Γυρίζουν τώρα οι μαθητές απ’ το σχολείο
και λέω: “ευτυχώς – δεν έκανα παιδιά”.

Τα βράδια βλέπω σήριαλ στην οθόνη.
Στο σπίτι έχουν μπει κιόλας οι εχθροί.
Η Τράπεζα τ’ αρπάζει, με περικυκλώνει,
στο δρόμο με πετάει μες τη σιωπή.

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω –
με τύλιξε το σοκ και το κενό.
Θ’ αντέξουμε; Δεν σκέφτομαι, δεν ξέρω.
Ουρλιάζω. Θα ουρλιάξω: “ως εδώ!”

14/10/2011,   Σοφία Κολοτούρου

***

ΣυμβασιούχοιΑντρέας Βουρλούμης

Σπουδάζουμε και παίρνουμε πτυχία
που στέκοντ’ ύστερα στον τοίχο, ειρωνικά.
Μας παίρνουν έπειτα σε μι’ άσχετη δουλειά
– με σύμβαση κι η σταδιοδρομία.

Μετράμε κάθε μέρα τα έξοδά μας
– βγαίνει δεν βγαίνει ο προϋπολογισμός-
Μια σύμβαση όλα, ψυχαναγκασμός
μη χάσουμε στο τέλος τη δουλειά μας.

Και ζούμε τη ζωή μας με συμβάσεις:
μόνιμο τίποτα, κανένας, πουθενά.
Κι αν παντρευόμαστε, χωρίζουμε ξανά
και στήνουμ’ οικογένειες σ’ άλλες βάσεις.

Με σύμβαση μετράμε και το χρόνο
– μόλις θ’ αντέξουμε για καναδυο χρονιές-
Τώρα, με γράμματα ψιλά μες τις γραμμές
κι εγώ τη σύμβασή μου ανανεώνω.

 Γ. Μαρίνος

Τις εικόνες από τους πίνακες των: Νεκτάριου Κοντοβράκη, Σπύρου Παπαλουκά και Αντρέα Βουρλούμη, τις πήρα από το διαδίκτυο.

Posted in Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μια επέτειος

Posted by tofistiki στο 23/02/2013

Οι γονείς μου, σαν ζευγάρι, γιόρταζαν δύο επετείους που μου ήταν εύκολο να τις θυμάμαι γιατί έπεφταν σε σημαδιακές μέρες: Η επέτειος της γνωριμίας τους ήταν 4η Αυγούστου, και του γάμου τους, σαν σήμερα, 23 Φλεβάρη, μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ.

mimis-wedding-5 goneis epeteios

Η δεύτερη φωτογραφία, είναι από την τελευταία τους επέτειο, τον Φλεβάρη του 2011. Ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες πέρασαν 53 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη…

Για την 70η επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ, σίγουρα θα γίνουν πολλά αφιερώματα, όπως αυτό εδώ του ιστολόγιου «Βαθύ Κόκκινο». Εγώ θα βάλω ένα τραγούδι που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου, σε στίχους Πέτρου Ανταίου* και στο σκοπό της «Σαμιώτισσας»:

Κι εδώ, ένα τραγούδι στη λεσβιακή ντοπιολαλιά, που τραγουδούσε πολύ ωραία κι πατέρας μου, κι ακόμα άλλο ένα που τον θυμάμαι να λέει, εδώ.

Εδώ, ένα άρθρο με αναμνήσεις του Μίμη από την ΕΠΟΝ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Α Σελάνα» και στην εφημερίδα «Εμπρός» της Μυτιλήνης, και το είχε  αναδημοσιεύσει και το Φιστίκι.

***

*Πέτρος Ανταίος: πως ιδρύσαμε την ΕΠΟΝ, από το tvxs

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: