Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘«Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια»’

Τέσσερα χρόνια χωρίς τον Μίμη

Posted by tofistiki στο 17/12/2015

Σήμερα κλείνουν 4 χρόνια από τότε που χάσαμε τον Μίμη, αλλά δεν περνάει ούτε μια μέρα να μην τον σκεφτόμαστε… Αναλογιζόμουν από χτες, τι ήταν αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε και δεν πρέπει να είναι σύμπτωση πως, στο αφιέρωμα που έκανε σήμερα ο Νίκος, διάλεξε απ’ όλα τα χαρακτηριστικά του να αναφέρει την αισιοδοξία. Πράγματι, πολύ πριν γίνει μόδα η θετική σκέψη και τα σχετικά, ο Μίμης είχε έμφυτη μάλλον, μια ανεξάντλητη αισιοδοξία (που συχνά διαόλιζε την Κική) και η οποία, ενώ δεν τον εμπόδιζε να βλέπει καθαρά, εντούτοις, βοηθούσε τον ίδιο αλλά και όλους γύρω του να μην πέφτουν σε απελπισία. Θα παραθέσω ένα κομμάτι από τον επίλογο του ανέκδοτου -ακόμα- αυτοβιογραφικού του βιβλίου «Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που νομίζω συνοψίζει αυτή τη στάση ζωής που τόσο μας λείπει, μαζί και η φυσική του παρουσία….

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

[…] Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα πως στην εικοσιπενταετία, που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι, έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως προσωπικά δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δε μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

[…]

Γι΄ αυτό και δε χάνω το κουράγιο μου. Έχω βαθιά πεποίθηση πως η ανθρωπότητα θα βρει το δρόμο της. Δεν θα αυτοκτονήσει, καταστρέφοντας ταυτόχρονα τον πλανήτη, για να αφήσει μια χούφτα παράσιτα να κάνουν λεφτά. Υπάρχουν στην οικουμένη εκατομμύρια λογικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, που πονάνε γι΄ αυτή την κατάσταση και προβληματίζονται για το πώς η ανθρωπότητα θα βγει από το σημερινό τέλμα.

Διαισθάνομαι πως εκκολάπτεται ένα οικουμενικό, πολύμορφο και πολυδύναμο Κίνημα Αντίστασης, που στους στόχους του δεν έχει μόνο την απαλλαγή των ανθρώπων από την εξάρτηση, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, την αμορφωσιά και την ένδεια, αλλά και την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στόχο που τον θεωρώ ανώτερο από όλους τους άλλους. Ένα κίνημα που καταργεί τη διαίρεση των ανθρώπων σε ηγέτες, καθοδηγητές, ποιμένες και ηγούμενους, από τη μια μεριά, και σε μάζες, οπαδούς και ποίμνια, από την άλλη.

Κι αν, λόγω της ηλικίας μου, δε μπορώ πια να ενταχθώ δραστήρια σ΄ αυτό το κίνημα, θεωρώ χρέος μου, με την πείρα που απόχτησα από τη ζωή και με τις ελάχιστες δυνάμεις μου, να βοηθήσω τουλάχιστον, με όποιον τρόπο μπορώ, όσους συνανθρώπους μου, αναζητούν, με καθαρό μυαλό και συγκροτημένη σκέψη, να βρουν κάποιες λύσεις στα σημερινά περίπλοκα προβλήματα που μας απασχολούν.

Δεν υπάρχουν έτοιμοι οδηγοί του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει ίσως ούτε ο δρόμος, αλλά όπως λέει ένας παλιός Ισπανός ποιητής, ο Αντόνιο Ματσάδα

caminero non es camino
camino se hace al andar*

 

* οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος φτιάχνεται περπατώντας

 

Advertisements

Posted in Εις μνήμην, Προδημοσίευση | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Κλήδονας, τότε και τώρα

Posted by tofistiki στο 25/06/2014

Χτες το βράδυ, γιορτάστηκε με ένα ξέφρενο και αυθεντικά λαϊκό και «χειροποίητο» γλέντι, το έθιμο του Κλήδονα, στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η αγαπημένη αυτή γειτονιά του κέντρου της Αθήνας, είναι ενα ολοζώντανο κύτταρο, δείγμα του πώς μπορεί η αυτοοργάνωση των πολιτών να κάνει θαύματα.
klidonas
 
Με αφορμή τη χτεσινή γιορτή, αναδημοσιεύω το -σχετικό με το έθιμο και τον γιορτασμό του στο νησί- απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύτηκαν την εφημερίδα «Εμπρός» της Λέσβου.
 

[…] Τούτο το απόγεμα ήταν τελείως διαφορετικό από το χτεσινό, γιατί απόψε άνοιξαν τον κλείδωνα*. Ήταν 23 Ιουνίου. Δεν είχα ξαναδεί ν’ ανοίγουν τον κλείδωνα, έθιμο τελείως άγνωστο στην Αθήνα, κι ήμουν όλο περι­έργεια και ερωτήσεις.

Την προετοιμασία του κλείδωνα, που έγινε το προηγούμενο βράδυ, δεν την πήρα είδηση, καθώς με είχε απορροφήσει το παιχνίδι με τους καινούργι­ους μου φίλους.

Το σούρουπο τα κορίτσια είχαν πιάσει το «α­μίλητο νερό», που το ‘βγαλαν από το πηγάδι που είναι στην αυλή της κυρίας Μαρίκας. Από τη στιγμή που θα βγάζανε τον κουβά από το πηγάδι και θα γέμιζαν το κανάτι του κλείδωνα, ως την ώρα που θα βάζανε μέσα τα «σημάδια», δηλαδή κουμπιά, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια κι άλλα μικροαντικείμενα, χαρακτηριστικά του κα­θενός κοριτσιού και της καθεμιάς γυναίκας, και θα σκέπαζαν το κανάτι να μείνει όλη τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα ως το απόγεμα, ως την ώρα λοιπόν που θα κλείνανε τον κλείδωνα, δεν έπρεπε να βγάλουν μιλιά απ’ το στόμα τους. Όποιο κορίτσι μιλούσε, κινδύνευε να μείνει ανύπαντρο.

Χτες, μετά την αμπάριζα και πριν αρχίσουν τα καθιστικά παιχνίδια, ο Παναγιώτης, ο Αριστείδης, ο Νίκος κι άλλοι πειρασμοί, πήγαν στην αυλή της κυρίας Μαρίκας, όπου τα κορίτσια ετοίμαζαν τον κλείδωνα και βάλανε τα δυνατά τους να τα κάνουν να μιλήσουν. Τα πείραζαν, τα τρόμαζαν, τους πετούσαν πετραδάκια, αλλά του κάκου. Τα κορίτσια κρατούσαν το στόμα τους ραμμένο. Στο τέλος, τα αγόρια βαρέθηκαν και γύρισαν στην παρέα μας.

Τον κλείδωνα τον άνοιξαν στο πεζοδρόμιο, μπροστά στα σκαλιά, που ‘πιαναν όλη σχεδόν την πρό­σοψη των δίδυμων σπιτιών της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, τα οποία εξασφάλιζαν άνετη θέση για αρκετά άτομα. Βάλανε ένα τραπεζάκι σκεπασμέ­νο με ένα κεντητό τραπεζομάντηλο και γύρω του τρεις καρέκλες όπου κάτσανε τρεις κοπέλες γύρω στα είκοσι. Γύρω τους στάθηκαν όρθιες διάφο­ρες μεγαλύτερες γυναίκες, όλες γειτόνισσες και γνωστές. Τον κλείδωνα τον έφερε η Μαίρη, η μεγαλύτερη από τις κόρες του λιμενικού. Ήταν ένα πήλινο κανάτι με φαρδύ λαιμό, σκεπασμένο με κεντητό μαντήλι. Τον α­κούμπησε στο τραπεζάκι και μια από τις κοπέλες, η Λίνα, ανιψιά της Πάτρας και της Αννέτας, έβαλε το χέρι της μέσα για να βγάλει το πρώτο «σημάδι», ενώ η Μπίζαινα είπε ένα δίστιχο.

«Ο χρυσαϊτός σε καρτερεί κι ο σταυραϊτός σε θέλει
μα εσύ κοιτάζεις να πιαστείς μ’ ένα άχρηστο κοπέλι»

Δυνατά γέλια ακολούθησαν καθώς, όπως διαπιστώθηκε αμέσως, το «σημάδι» ανήκε στην Ευτέρπη, μια γεροντοκόρη της γειτονιάς.
Δεύτερο δίστιχο – δεύτερο σημάδι, κι αυτό τράβηξε γραμμή. Όσο προχωρούσε ο Κλείδωνας, τα δίστιχα γίνονταν όλο και πιο τολμηρά. Δεν τα καταλάβαινα όλα, μα από τα χάχανα, τα ξεφωνητά, τα αναψοκοκκινίσματα των κοριτσιών και τις πονηρές ματιές των αντρών, μυριζόμουν πως κάτι το «μεγαλίστικο», κάτι απαγορευμένο για τα παιδιά ήταν στη μέση.

Στον Κλείδωνα είχαν μαζευτεί όχι μονάχα τα γυναικόπαιδα, αλλά και λίγοι άντρες, που έτυχε κείνη την ώρα να μην έχουν δουλειά. Μου ‘κανε εντύπωση ένας ψηλός αδύνατος άντρας, που στεκόταν παράμερα και ποτέ δε γελούσε, ούτε και με τα πιο πετυχημένα αστεία. Φαίνεται πως η στάση του άγνωστου, που έμενε ανεπηρέαστος από τη γενική ευθυμία της ομήγυρης, τράβηξε την προσοχή και της μαμάς μου, που ρώτησε τη θεία Μένη:
«Μελπομένη, ποιος ειν’ αυτός ο ψηλός;»
«Καλέ, δεν τον γνώρισες; Είναι ο Φωτάκης, της Πηνελόπης ο γιος. Είδες πώς κατάντησε; Στο Στρατό που υπηρετούσε, τον έστειλαν στο Καλπάκι σαν κομμουνιστή κι εκεί τού ‘στριψε.»
«Αχ ναι! Διάβασα ένα φοβερό βιβλίο για το Καλπάκι», της είπε η μαμά μου, «το ‘χω μαζί μου, να στο δώσω να το διαβάσεις. Τι τράβηξαν τα καημένα τα παι­διά.»
«Ποιος τους είπε ν’ ανακατεύονται με την πολιτική; Ο Στρατός δε χωρατεύει», είπε η θεία Μέ­νη. Η μαμά μου δεν απάντησε.
Έμεινα να κοιτάζω πολλήν ώρα το Φωτάκη που του ‘στριψε στο Καλπάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορεί να ήταν αυτό το Καλπάκι, που ‘κανε τους στρατιώ­τες να τρελαίνονται.

Τρομερή έκρηξη από ξεφωνητά, χάχανα και παλαμάκια τράβηξε τη σκέψη μου από το αγέλαστο παλικάρι. Η Μπίζαινα είχε μόλις πει ένα τόσο τολμηρό τετράστιχο, που όλοι χτυπιόντουσαν από τα γέλια:

«Ο Μ…ρος κι ο Ψ…ρος.
τα δυο μεγάλα κράτη
συμβούλιο εκάνανε
επάνω στο κρεβάτι»

Τα ονόματα αυτών των δύο κρατών δεν τα είχα ξανακούσει και δεν ήξερα τι σημαίνανε. Συνήθως τις απορίες μου για τη σημασία των αγνώστων λέξεων μου τις έλυνε η μαμά μου, αλλά τώρα κάτι μου έλεγε πως δε θα μπορούσα να τη ρωτήσω σχετικά. Στράφηκα στον καινούργιο φίλο μου, το Στράτο:
«Στράτο, τι είναι αυτά τα κράτη;»
Αυτός στην αρχή με κοίταξε με απορία, ύστερα χαμογέλασε πονηρά και μου ‘πε με συνωμοτικό ύφος:
«Δεν ξέρεις; Είναι το πράμα της γυναίκας και το πράμα του άντρα.»

Στο μεταξύ εξαντλήθηκε το περιεχόμενο του κανατιού και η γιορτή τέλειωσε. Τα κορίτσια μάζεψαν το τραπέζι και τα άλλα συμπράγκαλα και οι μεγάλοι αποσύρθηκαν στις εξώπορτές τους. Η παρέα των παιδιών μαζευτήκαμε μπροστά στο φούρνο στην αρχή του δρόμου, ήταν όμως αρκετά αργά πια για να παίξουμε κανένα καλό παιχνίδι.

 
* σημείωση: Παλιότερα, έγραφαν «Κλείδωνας», παρετυμολογώντας από το ‘κλειδώνω’, το σωστό όμως είναι «Κλήδονας», από το αρχαίο κληδών> οιωνός, μαντικό σημάδι, προμήνυμα.
 
-Το σκίτσο είναι του Μίλτη Παρασκευαΐδη, από το λεύκωμα «Αντισνομπιστικά και αντιρομποτικά» του 1977

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 09/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα και βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο πατέρας του Μίμη) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

«Ο Δημόκριτος και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος και ο Πρωταγόρας, είχαν καταλάβει πολλά από τα μυστικά της Φύσης. Δυστυχώς όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία τους χάθηκαν. Αν είχαν σωθεί, ίσως να είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η ανθρώπινη σκέψη. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά τους.»

Ο πατέρας μου συνέχιζε να μου αναπτύσσει τις απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων για τον Κόσμο και κατάληξε λέγοντας:

«Οι Έλληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός της Αρχαιότητας που δεν πίστευε πως τον Κόσμο τον έπλασε ο θεός ή οι θεοί.»

Από τότε που ήμουν στην τετάρτη Δημοτικού, ήξερα πως ο πατέρας μου ήταν άθεος. Δε μου είχε κάνει όμως ποτέ του καμμιά συζήτηση για τις πεποιθήσεις του ή τις δικές μου. Είχα βέβαια διαβάσει ένα ποίημα που είχε γράψει πριν πέντε χρόνια στη Σάμο, τη «Γέννηση», και μάλιστα με είχε κάπως σοκάρει το τέλος του,

«Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ, μες στου χειμώνα την καρδιά,
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδιά
και ρύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία»,

που μου φάνηκε βλάσφημο.

Η απομάκρυνσή μου από τη χριστιανική πίστη, που την είχα αδιαφιλονίκητη ως τα δώδεκά μου χρόνια, έγινε σιγά – σιγά. Για ένα σύντομο διάστημα έγινα οπαδός της αρχαίας θρησκείας του Δωδεκάθεου και ιδίως της θεάς Αθηνάς, που τη θαύμαζα, γιατί συνδύαζε την ομορφιά με τη σοφία. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα το βιβλίο «Αθηνά» των Γκόου και Ρέινεκ, της σειράς των «52 του Ελευθερουδάκη», και μαγεύτηκα από τον πολιτισμό και τη σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας.

Ξαφνικά ο Χριστιανισμός μού φάνηκε μίζερος, αυστηρός, σκοτεινός, και κατά κάποιον τρόπο ανήθικος. Άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά από όπως σκεφτόμουν ως τότε, ή μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε ουσιαστικά άρχισα να σκέφτομαι:

«πώς είναι δυνατό να έπλασε το φως και το σκότος, την ημέρα και τη νύχτα, την πρώτη μέρα της Δημιουργίας και τον ήλιο και τα αστέρια μόλις την τέταρτη;»
«πού βρέθηκε τόσο νερό για να σκεπαστεί όλη η Γη ως τα πιο ψηλά βουνά και πού πήγε αυτό το νερό μετά τον Κατακλυσμό;»
«από πού κι ως πού έπρεπε να νιώθω εγώ ένοχος γιατί ο Αδάμ έφαγε το μήλο;»
«γιατί είναι αμαρτία να φάω κρέας την Παρασκευή;»
«δεν πρέπει να κάνω το κακό για να μην τιμωρηθώ ή γιατί δεν είναι σωστό;»
«είναι ηθικό να κάνουμε το καλό, προσδοκώντας να ανταμειφθούμε στον Παράδεισο;»

και πολλές άλλες, που ως τότε δε μου είχαν περάσει από το μυαλό.

Μετά τη διασταύρωση της Γέρας αρχίζαμε να ανηφορίζουμε. Κοντά στο χωριό Λάμπου Μύλοι, πιο γνωστό ως Λάμπες, κάτσαμε σε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ήπιαμε δροσερό νερό και φάγαμε το φαΐ που μας είχε η μάνα μου στην καστάνια. Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, ξεκινήσαμε. Πριν ξεκινήσουμε, ο πατέρας μου έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο κι είδε την ώρα.

«Μπρε!», έκανε έκπληκτος. «Κοντεύει δύο, δηλαδή περπατάμε πέντε ώρες. Κουράστηκες;»
«Μπα όχι, εντάξει είμαι», του λέω και δεν έλεγα ψέματα.
«Θέλουμε άλλες έξι ώρες ως την Αγιά Παρασκευή», με προειδοποίησε «Τι λες, θα τα καταφέρεις;»
«Μη νοιάζεσαι», του λέω, αν και δεν ήμουνα σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

Περπατήσαμε άλλη μιαν ώρα και στην αρχή του Τσαμλικιού συναντήσαμε έναν αραμπά, που τον έσερναν δύο βόδια. Πήγαινε πιο αργά από μας, που κατά τους υπολογισμούς του πατέρα μου καλύπταμε περίπου τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα.

«Για πού το βάλατε, πατριώτες;», μας ρώτησε ο αραμπατζής.
«Για την Αγιά Παρασκευή», απάντησε ο πατέρας μου. «Εσείς;»
«Για την Καλλονή.»
«Έχει χώρο να μας πάρεις ως τη διασταύρωση;»
«Έχει, και θα σας πάρω το μισό ναύλο.»
«Εντάξει», είπε ο πατέρας μου.

Η βοϊδάμαξα σταμάτησε κι εμείς ανεβήκαμε. Οι άλλοι επιβάτες μάς έκαναν τόπο και βολευτήκαμε στο πίσω μέρος του αραμπά.
Η βοϊδάμαξα πήγαινε πολύ αργά. Ίσως με λιγότερα από τρία χιλιόμετρα την ώρα.

«Πόσες ώρες κάνεις από τη Μυτιλήνη ως την Καλλονή;», ρώτησε ο πατέρας μου τον αραμπατζή.
«Δε θέλω δώδεκα; Ξεκινήσαμε από τη χώρα στις οχτώ και θα ‘μαστε στην Καλλονή το πρωί κατά τις οχτώ ή εννιά.»

Σε λίγο, το αργό κούνημα του αραμπά, το τρίξιμο των τροχών του και οι κουβέντες των επιβατών με νανούρισαν. Ήταν και η κούραση από την πεντάωρη πεζοπορία, που φάνηκε μόλις κάθισα και νύσταξα αμέσως.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σε λίγο κοιμόμουνα βαθιά.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, ο Μίμης με τους γονείς του, την ξαδέρφη του Αγγέλα και τους γονείς της. Είναι το καλοκαίρι του ’43, στον θερινό κινηματογράφο «Σαπφώ».
«Καστάνια«, για τους νεότερους που ίσως δεν το έχουν ακούσει, λεγόταν το ανοξείδωτο -ή συχνότερα τότε αλουμινένιο- δοχείο φαγητού που το καπάκι του είχε κλείστρο ασφαλείας και ήταν ιδανικό για ταξίδια.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Το πατητήρι του Άγγελου

Posted by tofistiki στο 08/10/2012

Ένα ακόμα απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου. Είναι το τέλος του καλοκαιριού του 1985, και μετά από το μάζεμα των φιστικιών, ήρθε η σειρά των σταφυλιών.
 

Αργοσβήνει το καλοκαίρι στην Αίγινα…
Φυλακίζω τον ήλιο μέσα στις γυάλες με το γλυκό,
μεσ΄στο βαρέλι την αψάδα του μούστου.
Πιάνομαι στα χέρια σου κι απαγκιάζω.

Είναι βαρύς ο χειμώνας που έρχεται…

Το πατητήρι του Άγγελου αντηχούσε από φωνές, πειράγματα και τραγούδια. Ήταν δέκα η ώρα, πρωί Σαββάτου, μέσα του Σεπτέμβρη. Από μία και πάνω ώρα πατούσαμε τα σταφύλια και τώρα, αφού ταχτοποιήσαμε το σωρό των πατημένων ώστε να αποχτήσει επίπεδη επιφάνεια, βάλαμε πάνω του μια μεγάλη ξύλινη πόρτα, στην οποία  ανεβήκαμε με  προσοχή, και κρατώντας ισορροπία, όλοι μας. Το βάρος πέντε νοματαίων λειτούργησε σαν πρέσα. Από τον σωρό των πατημένων σταφυλιών άρχισε  να  τρέχει άφθονος μούστος. Ο Άγγελος δεν ήταν ανάμεσα μας, αλλά στεκόταν έξω από το πάτημα και εφοδιασμένος με αλκοολόμετρα και ογκομετρικούς σωλήνες, είχε τη γενική  εποπτεία της όλης διαδικασίας.

Τα τελευταία πέντε χρόνια είχε καθιερωθεί να γιορτάζουμε το τέλος του καλοκαιριού στο χτήμα του Άγγελου, στο Λειβάδι, δυο βήματα από το δικό μας το σπίτι. Εκεί, αφού πατούσαμε ομαδικά τα σταφύλια, όχι μόνο του Άγγελου, αλλά και τα δικά μας και μερικών ακόμα φίλων, στο άριστα οργανωμένο και εφοδιασμένο πατητήρι του, το ρίχναμε κατόπιν στο φαγοπότι, με τραγούδι, χορό και όλη τη σχετική φασαρία.

Ο Άγγελος, μεταλλειολόγος το επάγγελμα, ήταν σχετικά πρόσφατη γνωριμία μου στο νησί, μ’ όλο που επί μακρόν είχαμε ζήσει σε χώρους παράλληλους και σε χρόνους που απείχαν λίγο μεταξύ τους, χωρίς όμως να συναπαντηθούμε. Πάντως είχαμε μέγα πλήθος κοινών γνωστών, καθώς και κοινές ιδέες, απόψεις και πεποιθήσεις κι έτσι γίναμε με την πρώτη στενοί φίλοι, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια.

Ο Άγγελος ήταν πολύ οργανωμένος άνθρωπος. Δώδεκα χρόνια πιο πριν, αγόρασε αυτό το μεγάλο χτήμα, έχτισε δυο μικρά ανεξάρτητα οικήματα, φύτεψε καμιά πεντακοσαριά φιστικιές, κάπου εκατό ελιές και κλήματα, έφτιαξε μεγάλη υπόγεια στέρνα, πλήρες πατητήρι, αγόρασε κάθε είδους γεωργικά εργαλεία και μηχανήματα και εξασφάλιζε από το χτήμα του ένα εισόδημα ίσο ή και μεγαλύτερο από το μισθό του ως μηχανικού σε μια γαλλική μεταλλευτική εταιρεία. Παλιός επονελασίτης, με θητεία στη Μακρόνησο, ήταν ένθερμος οπαδός, αλλά όχι οργανωμένο μέλος του Κόμματος. Δεν έμπαινε εύκολα στα καλούπια και την πειθαρχία της κομματικής ζωής.

Στο πάτημα των σταφυλιών παίρνανε μέρος κατ’ αρχήν η οικογένεια του Άγγελου, δυο συμπατριώτες  του, που  άκουγαν και οι δύο στο όνομα Γεράσιμος, παλιοί αντάρτες του Δημοκρατικού  Στρατού, θερία  άνθρωποι από πλευράς βάρους και όγκου και γι΄ αυτό πολύτιμοι  στο πάτημα, καθώς και γείτονες που συμμετείχαν με τα δικά τους σταφύλια, τα οποία φυσικά ζυγίζονταν προηγουμένως χωριστά. Υπήρχε όμως πλήθος εθελοντών, που τους έθελγε η ατμόσφαιρα του κεφιού με όλον το σχετικό χαβαλέ, καθώς και το καθιερωμένο τσιμπούσι, με κύριο πιάτο χταπόδι κρασάτο με κοφτό μακαρονάκι (σπεσιαλιτέ της Φρανς, της γυναίκας του Άγγελου) και με συνοδεία άφθονου σπιτικού κρασιού.

Όταν τέλειωσε το γλέντι και κινήσαμε να φύγουμε από το χτήμα του Άγγελου, διαπιστώθηκε πως ήμουν τόσο υπέροχα μεθυσμένος, που κι εγώ ακόμα το παραδέχτηκα και δεν επέμεινα να οδηγήσω. Το μυαλό μου, παρά την αισιόδοξη ομίχλη μέσα στην οποίαν ήταν βυθισμένο, ήταν απολύτως διαυγές σ’ ό,τι αφορούσε τις δυνατότητές μου. Εξ άλλου το υπόλοιπο σώμα μου βρισκόταν θαρρείς μέσα σε πούπουλα, η αίσθηση της αφής είχε αλλοιωθεί κατά θαυμαστό τρόπο και αισθανόμουν ότι βάδιζα κάπου πέντε εκατοστά πάνω από το έδαφος.

Έτσι η Κική με τα παιδιά φόρτωσαν στο αμάξι μας τα πλαστικά μπιντόνια με το μούστο που μας αναλογούσε και τράβηξαν για το σπίτι μας, που άλλωστε δεν απείχε πάνω από πεντακόσια μέτρα, ενώ εγώ με τη συντροφιά του Στέλιου ξεκίνησα με τα πόδια.

Οι στίχοι είναι από το ποίημα της Κικής, «Αργοσβήνει το καλοκαίρι», από την ποιητική συλλογή «Εφεδρείες», 1994
Στη φωτογραφία, στα δεξιά ο Μίμης στο πατητήρι του Άγγελου.

Posted in Αιγινήτικα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Βόρης και Ζήνα Φεδέρωφ

Posted by tofistiki στο 10/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Ο Βόρης Φεδέρωφ ήταν σχετικά πρόσφατη γνωριμία μας. Τον γνωρίσαμε το χειμώνα τού ‘42, όταν ξεκινήσαμε με τον πατέρα μου να μάθουμε ρωσικά. Εγώ από τον καιρό της Σάμου, όταν η κυρία Άννα, η σπιτονοικοκυρά μας, μου γνώρισε την Εσπεράντο, είχα μανία με τις ξένες γλώσσες και τα ξένα αλφάβητα. Τα τελευταία τα ψάρευα από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, που είχε ο θείος Αντρέας, και από τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, που είχε ο κύριος Δουκαρέλλης (συνάδελφος του πατέρα μου στην Τράπεζα) και τις οποίες ξεφύλλιζα ταχτικά στο πλαίσιο των «εργασιών» που μας έβαζε ο Μίλτης. Έτσι είχα μάθει το εβραϊκό, το αραβικό, το αρμενικό, το ρουνικό και τέλος το ρωσικό αλφάβητο και μάλιστα όχι μόνο αυτό, αλλά και τα λοιπά σλαβικά και τους προγόνους τους, το γλαγολικό και το κυριλλικό, χωρίς να με τρομάζει το γεγονός ότι είχαν κατά μέσον όρο 36 γράμματα.
Ο πατέρας μου με πείραζε καμμιά φορά, πως ήμουν «συλλέκτης αχρήστων γνώσεων», αλλά τελικά μας χρησίμεψαν σε κάτι.

Το καλοκαίρι τού ‘42, το τελευταίο που πέρασα στη Μόρια, στου παππού μου το σπίτι, ανακάλυψα ένα βιβλίο γραμμένο με το ρωσικό αλφάβητο. Ο παππούς μου δε θυμόταν, στην αρχή, πώς βρέθηκε στα χέρια του, αργότερα όμως μου είπε πως ήταν του φίλου του, του κυρ-Ιγνάτη του Αμανετζή, που μιλούσε φαρσί τα ρούσικα. Το βιβλίο ήταν εικονογραφημένο και είχε τίτλο «ΠΟΥΤΕΒΟΝΤΙΤΕΛ». Αποδείχτηκε πως ήταν ρωσικός τουριστικός οδηγός του Αιγαίου και της Ελλάδας. Αυτό ήταν το πρώτο «αναγνωστικό» μας, που συμπληρώθηκε με μια πανάρχαιη (εκδόσεως του 1879) μέθοδο της ρωσικής «άνευ διδασκάλου» κατά το σύστημα Ολενδόρφου, που μας βρήκε ο Μίλτης.

Αλλά και πάλι δεν προχωρούσαμε. Τότε κάποιος μας σύστησε τον Φεδέρωφ, που κολακεύτηκε και χάρηκε σαν έμαθε πως δυο Έλληνες θέλανε να μάθουν τη γλώσσα του και μας στάθηκε υποδειγματικός δάσκαλος.

Μολονότι μηχανικός (γεφυροποιός) κατ’ επάγγελμα, ήταν πολύ μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, γνήσιος εκπρόσωπος της ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Εκπληκτική ήταν η φιλολογική του κατάρτιση. Δεν ήξερε μόνο τους κανόνες της ρωσικής γραμματικής και σύνταξης, αλλά και άπειρα ποιήματα του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Μερεζκόφσκι, του Τιούτσεφ, του Νεκράσωφ και πολλών άλλων. Για πολλά ήξερε και την ιστορία τους.
Φερ’ ειπείν για το ποίημα του Λέρμοντωφ «Ντέρεβνια» μας είπε πως γράφτηκε σα διαμαρτυρία για το φόνο (δολοφονία σωστότερα) του Πούσκιν σε μια στημένη μονομαχία με το Γάλλο τυχοδιώκτη Νταντές και ήταν η αφορμή που ο ποιητής εξορίστηκε στον Καύκασο, όπου έγραψε το περίφημο μυθιστόρημά του «Ένας ήρωας της εποχής μας».
Όπως ήταν επόμενο, μεταξύ του πατέρα μου και του Φεδέρωφ αναπτύχθηκε μεγάλη φιλία, που επεκτάθηκε και στις αντίστοιχες οικογένειες.

Η Ζήνα ήταν ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια στην πόλη μας. Ψηλή, καστανή, με πολύ ωραία μάτια και ένα μεταδοτικό γέλιο, ταίριασε από την αρχή μαζί μου. Μου άρεσε πολύ η παρέα της. Αν ήταν μικρότερή μου ή έστω συνομήλική μου, σίγουρα θα την είχα ερωτευθεί. Ήταν όμως δυο ή τρία χρόνια πιο μεγάλη και, δεν ξέρω γιατί, η διαφορά αυτή φάνηκε τότε, και στους δυο μας, αξεπέραστο εμπόδιο για να μεταμορφωθεί η θερμή φιλία μας σε έρωτα. Ήμασταν άλλωστε κι οι δύο πολύ ντροπαλοί. Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι μας, που ο πατέρας μου μας διάβαζε δυνατά τούς «Μποέμ» του Μυρζέ, στη θαυμάσια μετάφραση του Ροΐδη, όταν ακούσαμε τη φράση «[…] ο Σωνάρ έλαβε το ένθεον ύφος θνητού ετοιμαζομένου να προβεί εις συνουσίαν μετά της Μούσης […]», αυθόρμητα κοιταχτήκαμε με τη Ζήνα και κοκκινίσαμε κι οι δυο σαν παντζάρια.

Μιαν άλλη μέρα, που είχε έρθει σπίτι μας και κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα, σαν έφυγε βρήκα ένα διπλωμένο χαρτί, που φαίνεται πως της έπεσε από την τσάντα της. Το άνοιξα κι είδα πως ήταν ένα μικρό ποίημα, μάλλον άτεχνο, που μιλούσε με πολλήν αγάπη γι’ αυτήν και η ακροστιχίδα σχημάτιζε τη λέξη ΖΗΝΟΥΛΑ. Στ’ αλήθεια αισθάνθηκα κάτι σα ζήλια. Στην επομένη συνάντησή μας, όταν της το έδωσα, γέλασε και μου ‘πε πως της το είχε γράψει μια συμμαθήτριά της.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, η Μερόπη (το γένος Μεζιλτζόγλου), η Ζήνα και ο Βόρης Φεδέρωφ, από το αρχείο του Μίμη Σαραντάκου.
Η Ζήνα Οικονομοπούλου-Φεδέρωφ και ο Μίμης, διατήρησαν θερμή φιλία για όλη την υπόλοιπη ζωή τους παρ’όλη την απόσταση που τους χώριζε.
Το 2005, η Ζήνα για να τιμήσει την μνήμη του πατέρα της,
εξέδωσε ένα πολύ προσεγμένο λεύκωμα, με τίτλο «Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι», με σκίτσα και ακουαρέλες του, εμπνευσμένα από τη Λέσβο. Το λεύκωμα εκδόθηκε σε 500 αντίτυπα τα οποία μοίρασε σε φίλους, κι έτσι έφτασε ένα στα χέρια του πατέρα μου. Καθώς δεν βρήκα κάτι σχετικό στο διαδίκτυο, σκέφτομαι να κάνω μια ανάρτηση αφιερωμένη σε αυτό.
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Όταν μας έκαναν έρευνα οι Γερμανοί

Posted by tofistiki στο 28/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

 

Αρχές Μαρτίου ένα γεγονός μας συντάραξε όλους. Η Γκεστάπο πήγε να πιάσει ένα ράφτη, μέλος της Οργάνωσης, τον Μανόλη τον Λαμπαδάριο, αυτός όμως κατάφερε να κλειδώσει τους γκεσταπίτες στο μαγαζί του και να φύγει. Αυτοί σπάσανε την πόρτα, τον κυνήγησαν και τελικά τον πιάσανε. Τον κλείσανε στην Γκεστάπο και τον βασάνισαν άγρια. Εντούτοις, δυο μέρες μετά, ο Λαμπαδάριος δραπέτευσε μέσα απ’ του λύκου το στόμα. Αναγάλλιασε όλη η Μυτιλήνη μόλις μαθεύτηκε το νέο κι οι Γερμανοί φρύαξαν.

Καθώς κόντευε η 25η Μαρτίου σε πολλά χωριά του νησιού, που δεν είχαν Γερμανούς ή χωροφύλακες, στην Αγιάσο, το Μανταμάδο και άλλα, ετοιμάζανε να γιορτάσουν την επέτειο. Όλα δείχνανε πως κάτι ξεσήκωνε τον κόσμο.
Στις 23 Μαρτίου το απόγεμα χτύπησε η πόρτα της αυλής μας.
Πήγα ν’ ανοίξω και πάγωσα. Ήταν ένας με πολιτικά και τέσσερις οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες! Αυτός με τα πολιτικά με ρώτησε αν ήταν εδώ ο πατέρας μου. Δεν ήταν Γερμανός αλλά μυστικός της Ασφάλειας και φαινόταν μάλλον στεναχωρημένος που έκανε αυτή τη δουλειά. Ο πατέρας μου έλειπε κι οι μουσαφίρηδες μπήκαν στο σπίτι και ο «μυστικός» άρχισε να ρωτάει τη μητέρα μου. Εκείνη τους αντιμετώπισε με μεγάλη ψυχραιμία, αλλά δεν τους είπε πού μπορεί να ήταν ο πατέρας μου. Ο επικεφαλής των Γερμανών, ένας δεκανέας, διέταξε τους δυο στρατιώτες του να μείνουν στο σπίτι μας και πήρε εμένα.

Οι τέσσερίς μας, ο «μυστικός» κι εγώ εν μέσω των δύο στρατιωτών, ξεκινήσαμε για να βρούμε τον πατέρα μου. Διασχίσαμε το δρομάκο μας και κατεβήκαμε την Αγίου Συμεών ως την αγορά, ενώ μας παρακολουθούσαν δεκάδες μάτια, πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ή από τις πόρτες και τις αυλές. Αποφάσισα να τους πάω σε όλα τα μέρη όπου ήταν μαθηματικώς αδύνατο να είχε περάσει ή να βρισκόταν ο πατέρας μου, θέλοντας ταυτόχρονα, με την περιπλάνησή μου αυτή, να τον ειδοποιήσω, με τους γνωστούς που θα με βλέπανε, να κρυφτεί. Έτσι οδήγησα το μυστικό και τους φρουρούς μου στο «Πανελλήνιον», στη «Φέμινα», στη «Λέσχη Πρόοδο», στην Τράπεζα (που ήταν φυσικά κλειστή) ως και σ’ ένα κέντρο διασκεδάσεως, που βρισκόταν ψηλά στο Κιόσκι. Ξεποδαριαστήκαμε, αλλά, περνώντας από την Κουλμπάρα, διαπίστωσα πως Γερμανοί στρατιώτες βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χαράλαμπου και του διευθυντή της Τράπεζας, ενώ περνώντας από το κτίριο, όπου ήταν το γραφείο του Τάκη του Αμπατζή, δικηγόρου και φίλου του πατέρα μου, είδα μιαν ανεξήγητη ταραχή.

Καμιά φορά, ο δεκανέας αποφάσισε να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Όλη η γειτονιά ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα και μπαίνοντας μέσα σάστισα, γιατί το βρήκα γεμάτο γυναίκες. Οι Γερμανοί που είχαν μείνει εκεί, είχαν διαταγή να πιάνουν όποιο άτομο έμπαινε και να μη το αφήνουν να βγει για να μην ειδοποιήσει κανέναν. Έτσι κράτησαν τη γιαγιά μου, τη θεία Μένη, τη θεία Μάρω, τη θεία Ζωή, τη θεία Ευτυχία, την κυρία Αντιγόνη, την κυρία Μαρίκα και άλλες δύο γειτόνισσες.
Ανάμεσα σ’ αυτό το γυναικομάνι, είδα τελικά, τον πατέρα μου να κάθεται στον καναπέ, ανάμεσα στους δύο Γερμανούς. Όπως έμαθα αργότερα, σαν έμαθε πως με είχαν πιάσει και με περιφέρανε στους δρόμους της Μυτιλήνης, δε δίστασε ούτε στιγμή. Ήρθε σπίτι να δει τι συμβαίνει. Ο δεκανέας βλέποντας πως ο αναζητούμενος βρέθηκε, έδωσε εντολή να φύγουν όλοι οι ξένοι και το σπίτι άδειασε.

Σε λίγο ήρθαν άλλοι δύο Γερμανοί, με πολιτικά και άρχισαν να ερευνούν  με γερμανική μεθοδικότητα και προσοχή όλο το σπίτι. Ξεκίνησαν από το ισόγειο και έφτασαν ως το υπερώο. Ο ένας κρατούσε ένα κλεφτοφάναρο χωρίς μπαταρία, που έφεγγε όταν πατούσε συνεχώς ένα έμβολο. Δε δώσανε προσοχή σε χαρτιά ή βιβλία αλλά φτάνοντας στο εργαστήριο της σοφίτας και βλέποντας τα παλιά ραδιόφωνα, και όλα τα λοιπά εξαρτήματα που είχε ο πατέρας μου, σοβάρεψαν και βγάλαν τα πιστόλια τους. Όταν μάλιστα είδαν στην ταράτσα την παγίδα για πουλιά, που είχαμε φτιάξει το χειμώνα της πείνας μήπως πιάσουμε κανένα πουλί να φάμε (δεν πιάσαμε ποτέ τίποτα), σάλταραν κι οι δύο, πήγαν κοντά της και την περιεργάζονταν για λίγα λεπτά. Πίστεψαν πως έπιασαν κάποιο μεγάλο κατάσκοπο και φαντάστηκαν πως η παγίδα σκέπαζε κάτι σαν ασύρματο.
Εν πάση περιπτώσει μάζεψαν μπομπίνες, μεγάφωνα, κουτιά παλιών ραδιοφώνων κι ό,τι άλλο κρίναν ύποπτο, για επιμελέστερο έλεγχο. Στον «τρίποδα της Πυθίας», δηλαδή το σκαμνάκι-σασί του αυτοσχέδιου ραδιοφώνου που είχε σκαρώσει ο πατέρας μου και που τώρα επάνω του κοιμόταν μακαρίως η γάτα μας, ο Προκόπης, δεν έδωσαν καμιά σημασία.

Στο ισόγειο που κατεβήκαμε, φόρτωσαν τον πατέρα μου με τα ύποπτα εξαρτήματα και βάζοντάς τον στη μέση, με εφ’ όπλου λόγχη, κίνησαν για την Ορτς Κομαντατούρ. Η μητέρα μου κι εγώ τον φιλήσαμε πολλές φορές πριν βγει στο δρόμο. Μου έκανε εντύπωση η ψύχραιμη στάση της μάνας μου, που την ήξερα για αδύνατη και φοβιτσιάρα κι αυτό μ’ έκανε κι εμένα να μη λιποψυχήσω κι ας τρέμανε τα πόδια μου και χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου.
Όλη η γειτονιά είχε βγει στις πόρτες και τα παράθυρα και κοίταζε σιωπηλή την πομπή που απομακρυνόταν.

Αμέσως που φύγανε οι Γερμανοί με τον πατέρα μου, ήρθαν ο θείος Αντρέας κι ο θείος Θόδωρος και ξαναψάξαμε μαζί το σπίτι, γιατί ήταν βέβαιοι πως οι Γερμανοί θα ξανάρχονταν. Ο «τρίπους της Πυθίας» κομματιάστηκε και κάηκε στη σόμπα και οι ραδιοφωνικές λυχνίες, οι πυκνωτές και τα εξαρτήματα που ήταν κρυμμένα σε παλιά ρούχα και δεν τα ανακάλυψαν οι Γερμανοί, πετάχτηκαν στον υπόνομο.
Σε μισήν ώρα ήρθανε η Ζήνα και ο κύριος Βόρης, για να μας δώσουν κουράγιο και να πάρουν όλα τα ρωσικά βιβλία και τα τετράδια με τις σημειώσεις των μαθημάτων της ρωσικής, κρίνοντας πως αν τα ανακάλυπταν οι Γερμανοί θα είχαν ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο στη διάθεσή τους. Όπως μάθαμε, όταν η πομπή με τους Γερμανούς και τον πατέρα μου, πέρασε μπροστά από το Παρθεναγωγείο, την ώρα που σχολούσαν οι μαθήτριες, η Ζήνα, βλέποντας το φίλο του πατέρα της εν μέσω Γερμανών στρατιωτών, στην αρχή μαρμάρωσε, ύστερα όμως του φώναξε με δυνατή φωνή
«Κουράγιο κύριε Νίκο!»
κι έτρεξε στο σπίτι της να πει τα νέα.

(συνεχίζεται)

Στην φωτογραφία, η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝ. Ανακαθισμένος 2ος από δεξιά, ο Μίμης.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι “Μαθητικές σελίδες” και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος

Posted by tofistiki στο 15/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.
Οι «Μαθητικές Σελίδες» έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα και η επιτυχία τους ήταν τέτοια, που η Οργάνωση αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση έντυπου περιοδικού γραμμάτων και τέχνης στο νησί. Αυτό φυσικά το ξέραμε μονάχα οι οργανωμένοι. Ο Μίλτης στην τάξη ανακοίνωσε μόνο πως κάποιος φίλος του, πετυχημένος έμπορος, ενθουσιάστηκε από τις «Μαθητικές Σελίδες» και δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την έκδοση έντυπου περιοδικού.

Έτσι οι χειρόγραφες «Μαθητικές Σελίδες» μεταμορφώθηκαν στα τυπωμένα «Λεσβιακά Γράμματα», τριμηνιαίο περιοδικό, με συντακτική επιτροπή την αρχική, διευρυμένη όμως με ανθρώπους των γραμμάτων. Οι μαθητές της τάξης μας πάντως είχαμε την ευθύνη της σελιδοποίησης, της εκτύπωσης και της βιβλιοδεσίας. Το περιοδικό τυπωνόταν στο τυπογραφείο του «Ταχυδρόμου», του Θείελπη Λευκία, που βρισκόταν στα Λαδάδικα, πίσω από το ξενοδοχείο «Λυκαβηττός».

Ήταν η πρώτη γεύση που πήρα από το μαγικό κόσμο της τυπογραφίας. Η στοιχειοθεσία γινόταν φυσικά από επαγγελματία τυπογράφο, ο οποίος κατόπιν προσάρμοζε τις έτοιμες πλάκες των σελίδων σε ένα επίπεδο και χειροκίνητο πιεστήριο. Εμείς, οι συμμαθητές, αποτελούσαμε τον κινητήρα του τυπογραφείου, τη διπλωτική μηχανή και το συρραπτικό. Όλα τα κάναμε με τα χέρια μας. Ακόμα και τους μεταλλικούς συνδετήρες, που απουσίαζαν τελείως από την αγορά. Είχαμε πάρει ένα κομμάτι συρματόσχοινο, το αποσυνθέσαμε σε λεπτές ατσαλένιες ίνες, τις ισιώσαμε και με μια πένσα τις κόβαμε σε μικρά κομματάκια, που τους δίναμε σχήμα Π. Κατόπιν με ένα σουβλί τρυπούσαμε τα διπλωμένα φύλλα, περνούσαμε τον αυτοσχέδιο συνδετήρα και τσακίζοντας τις άκρες του, συρράπταμε το τεύχος.

Όλη αυτή η δουλειά γινόταν τα απογέματα, μετά το μάθημα, με μεγάλο κέφι και πολλή φασαρία. Τα τραγούδια μας και οι φωνές μας ακούγονταν στο δρόμο. Καμιά φορά έρχονταν, για διαφόρους λόγους, οι όμορφες ανεψιές του ιδιοκτήτη και η εμφάνισή τους φώτιζε το μισοσκότεινο τυπογραφείο.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στο Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μάς εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα οχτώ, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και γι’ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας. Δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά ήταν μέλος του και ο πατέρας μου.

Από την αρχή μού άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, κεφάτα παιδιά και πολύ αξιόλογους ανθρώπους. Τα περισσότερα από τα παιδιά ήταν μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια. Είχαν τελειώσει το γυμνάσιο και πολλά θα σπούδαζαν στην Αθήνα αν δεν ήταν ο πόλεμος. Ήταν ο Παναγιώτης ο Βουλαλάς, ο Κώστας ο Βουδούρης, ωραίος σαν Άδωνις, ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, όλο σπίρτο και χιούμορ, ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος, ο Γιάννης ο Μπράντος, ο Αριστείδης ο Ραπίτης, τα αδέλφια Πολυχρονιάδη, ο Αρίστος και ο Θανάσης, ανεπανάληπτος ως «Περικλής» στο «Στραβόξυλο» του Ψαθά, ο Τόλης ο Χριστοδούλου, ο Γιώργος ο Χατζηπαυλής, ο Τάκης ο Χατζηαναγνώστου, ο Γιώργος ο Σκούφος και άλλοι πολλοί. Υπήρχαν επίσης και πολλά κορίτσια, η Κική η Λιανά, η Δέσπω Ασλάνη, η Σιμόνη η Κανόνη, αδελφή του Χαράλαμπου, η Δεσπούλα η Στεφανίδου, που, μολονότι αρκετά χρόνια μεγαλύτερά μας, αποτελούσαν σοβαρότατον ελκτικό παράγοντα.

Από τους μεγάλους, δεν έρχονταν πολλοί στον Όμιλο, εκτός από το Στρατή τον Παρασκευαΐδη, που ήταν μεν αρχαιολόγος κατ’ επάγγελμα αλλά ως λάτρης του θεάτρου και ως σκηνοθέτης του θεατρικού τμήματος, βρισκόταν κάθε μέρα εκεί. Ερχόταν όμως ένας μουσικός, τυφλός εκ γενετής, ο Κέκος, ο οποίος μού έκανε μεγάλη εντύπωση (κι όχι μόνο σε μένα) γιατί κυκλοφορούσε στην πόλη μας με μεγάλη άνεση, χωρίς μάλιστα να κρατά το λευκό μπαστουνάκι των τυφλών. Είχε ανεπτυγμένες στο έπακρον τις άλλες αισθήσεις του και καταλάβαινε πως έφτανε στη γωνία ενός δρόμου ή σε διασταύρωση από την ανεπαίσθητη αλλαγή της πίεσης ή της θερμοκρασίας του αέρα. Μπορούσε ψαύοντας απλώς ένα δίσκο γραμμοφώνου να σου πει ποια μουσική ή ποιο τραγούδι ήταν γραμμένο σ’ αυτόν!
Με τον Κέκο μιλούσαμε πολλές φορές όταν ερχόταν στον όμιλο, γιατί ήταν πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Μια φορά μας είπε:

«Όλα τα καταλαβαίνω βρε παιδιά, εκτός από αυτά που λέτε χρώματα. Τι είναι το κίτρινο, το κόκκινο, το μπλε ή το άσπρο. Δεν μπορώ να το συλλάβω.»
Η κουβέντα του αυτή μού έκανε μεγάλη εντύπωση και το ίδιο βράδυ τη μετέφερα στον πατέρα μου και η συζήτηση που άνοιξα μαζί του, πήρε φιλοσοφικές προεκτάσεις:
«Από αυτό που σας είπε ο Κέκος, καταλαβαίνεις τι βλακείες έλεγε ο Πλάτων και οι όμοιοί του μιλώντας για “προϋπάρχουσες ιδέες”. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Κέκος θα είχε ιδέα τι είναι χρώμα.»

Εκείνον τον καιρό ο Όμιλος είχε πολλά τμήματα. Εγώ δήλωσα συμμετοχή στο Τμήμα Λογοτεχνίας και Ποίησης, ο Απτάλης στο μουσικό και ο Γιαννάκας στο θεατρικό. Οι υπόλοιποι της ομάδας μάλλον σνομπάρανε την όλη υπόθεση, αλλά έρχονταν στον Όμιλο από καθήκον. Πάντως η προνοητικότητα του Αντρέα επιβεβαιώθηκε όταν μια φορά, βγαίνοντας από τον Όμιλο, κατά σύμπτωση μαζί με μερικές κοπέλες, πέσαμε πάνω σε τρεις γερμανόφιλους συμμαθητές μας, οι οποίοι μας κοίταξαν χαμογελαστοί με νόημα και ένας τους μας έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Την άλλη μέρα στο Γυμνάσιο ο τελευταίος μας είπε, στο Γιαννάκα και σε μένα:
«Καλά τα περνάτε με την καινούργια παρέα σας.»

Είχαν λοιπόν επισημάνει την παρέα μας, αλλά τη συνδύασαν με «κοριτσοδουλειές».
Στον Όμιλο, όταν τέλειωναν οι πρόβες του θεατρικού (θα ανέβαζαν το «Στραβόξυλο» του Ψαθά) και τα μαθήματα των διαφόρων τμημάτων, μέναμε και το ρίχναμε στο καλαμπούρι. Ο Παναγιωτόπουλος με τον Μπράντο παίζανε συχνά πιάνο «α κατρ μαιν» και είχαν συνθέσει δυο «εμβατήρια». Το τουρκικό και το βουλγαρικό. Στο τουρκικό εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρήσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:
«Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ»
και ούτω καθεξής.
Η «επωδός» ήταν:
«τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ – τσικμά σουκάκ»
(τσικμά σοκάκ = το τυφλό σοκάκι, τσιλίκ τσουμάκ = το ξυλίκι)

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε), είχαν επινοήσει δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική, του τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.


(συνεχίζεται)
 
Στην φωτογραφία η τάξη του Μίμη, σε εκδρομή με το Μίλτη. Ο Μίμης είναι όρθιος, περίπου στη μέση της παρέας.
Το πρώτο τεύχος των «Λεσβιακών Γραμμάτων» που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1944, το βρήκα στο http://www.lesvosoldies.gr/

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η Οργάνωση

Posted by tofistiki στο 28/07/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.


Από το χειμώνα τού ‘42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την Οργάνωση.
Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσά μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση της Οργάνωσης. Κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, το άνοιγμα από άγνωστα χέρια κάποιων κρυφών αποθηκών που ανήκαν σε μαυραγορίτες και η λεηλασία τους από το ανώνυμο πλήθος που ειδοποιημένο από άγνωστα στόματα έτρεξε εν ριπή οφθαλμού, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν.

Έκπληκτος διαπίστωσα πως ο συνήθως λαλίστατος πατέρας μου, που μετά το βραδινό φαΐ σχολίαζε με τη μάνα μου όλα τα γεγονότα της μέρας, έγινε επιφυλακτικός και λιγομίλητος και σε λίγο κι η μητέρα μου μυήθηκε σ’ αυτή τη συνωμοσία της σιωπής, αφήνοντας τις αδελφές της παραξενεμένες.

Το καλοκαίρι τού ‘43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια. Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος ενός εργολάβου οικοδομών από την Ανατολή. Ο πρώτος και μεγαλύτερος αδελφός του ζούσε στην Αθήνα και οι δύο μεσαίοι είχαν περάσει στη Μέση Ανατολή. Ο Γιαννάκας, σα μικρότερος, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας αλλά και πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε, ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά, μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μια νεολαιίστικη οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της στρατολογίας μου από το Γιαννάκα, μια που αυτή η νεολαιίστικη οργάνωση ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό Οργάνωση, στην οποία ήταν κι ο ίδιος οργανωμένος από τα τέλη τού ‘41: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομά της, τουλάχιστον ως τα μέσα τού ‘43.
Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ’ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά, δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπαν να τους ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:

«Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;»,
απάντησε με μεγάλη προθυμία,

«Φυσικά και ξέρω»
«Και ποιοι είναι σ’ αυτό; Πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;», τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους.
«Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω.»

Την άλλη μέρα το πρωί, ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτήριο με την επιγραφή «Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ».

«Να εκεί είναι», τους λέει, «παστώνουν σαρδέλες», προσέθεσε εμπιστευτικά…

Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα την ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας.
Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σα συνωμοσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία.
Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον «Πέερ Γκυντ», που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη «Σαπφώ» μια γερμανική ταινία μ’ αυτόν τον τίτλο, που μας άρεσε πολύ, ιδίως η μουσική της. Δεν ήταν η κλασσική μουσική του Γκριγκ, αλλά κάποια άλλη, σύγχρονη και πολύ όμορφη.

Το ίδιο είχε γίνει με την «Κάρμεν», επίσης γερμανική ταινία, που είχαμε δει δύο χρόνια πιο μπροστά. Και σ’ αυτήν η μουσική δεν ήταν του Μπιζέ, αλλά κάποιου σύγχρονου συνθέτη, ωραιότατη πάντως. Τα τραγούδια της: «Αντόνιο Βάργκα Χερέντια», «Τα κορίτσια της Σιέρρα Μορένα» και άλλα, είχαν γίνει δημοφιλέστατα.

Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Το Χρήστο τον ήξερα ελάχιστα, κυρίως γιατί τον έβλεπα στα εργαστήρια του Μάριου του Κρητικόπουλου ή του Αλέκου του Κοντήβεη, όπου σύχναζε ταχτικά ο πατέρας μου. Από τα άλλα παιδιά της ομάδας, εκτός από το Γιαννάκα, ήξερα μόνο τον Τάκη τον Παπαθανασίου, που τον φωνάζαμε Απτάλη.

Τελευταίος ήρθε ο καθοδηγητής, ο Αντρέας*, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε «συναγωνιστές», μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας, κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών, για τυχόν συνεργάτες τους και πώς θα οργανώναμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών.

Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του, με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο ύφος πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δεν μπαίνει για μας.

Ο Κώστας δεν είπε τίποτα, αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους άλλους, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση,  ο Τάκης ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.

* Αντρέας Χαραλαμπίδης, τουφεκίστηκε στον Εμφύλιο, αιωνία του η μνήμη

Ο πατέρας μου στα γραφτά που άφησε, σημειώνει ότι έχει φωτογραφία του Αντρέα Χαραλαμπίδη. Δυστυχώς, δεν βρήκα κάτι τέτοιο στο αρχείο του, αλλά ούτε και στο διαδίκτυο.

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Τα δύο εβραιόπουλα

Posted by tofistiki στο 14/07/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.


Το δεύτερο χρόνο της Κατοχής είχα για λίγο κάνει παρέα με δυο Εβραιόπουλα, τον Όσκαρ και τη Βεατρίκη Χάτεμ, που το ‘41 είχαν έρθει στο νησί πρόσφυγες από τη Θράκη. Ο μπαμπάς τους είχε κάποια πάρε – δώσε με το θείο Αντρέα και έρθει κάνα δυο φορές στο σπίτι του. Αργότερα γνωρίστηκε και με τον πατέρα μου και κουβέντιαζαν οι τρεις τους στο σαλόνι του θείου Αντρέα. Μια – δυο φορές, έφερε μαζί του και τα παιδιά του, τον Όσκαρ, λίγο μικρότερό μου, και τη Βεατρίκη, ένα χρόνο μεγαλύτερη από την ξαδέλφη μου την Αγγέλα. Σιγά – σιγά τα δυο παιδιά συνήθισαν να έρχονται μονάχα τους και παίζαμε ή κουβεντιάζαμε εμείς οι τέσσερις.

Όπως μας έλεγαν, η γιαγιά τους ήταν γεννημένη στη Φιλιππούπολη, ήρθε στην Κομοτηνή μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και παντρεύτηκε έναν Εβραίο από αυτά τα μέρη. Οι Βούλγαροι, όταν πήρανε τη Θράκη, τους είχαν ζητήσει να πάρουν τη βουλγαρική υπηκοότητα, οπότε θα μπορούσαν να μείνουν στον τόπο τους, ο μπαμπάς τους όμως δήλωσε πως ήταν Έλληνας και πήρε την οικογένειά του και μέσω Τουρκίας ήρθαν με πολλούς άλλους Έλληνες στο νησί. Η γιαγιά τους έμεινε στην Κομοτηνή, γιατί καθώς ήταν γεννημένη στη Βουλγαρία, θεωρήθηκε πως ήταν ήδη Βουλγάρα.

Ο Όσκαρ και η Βεατρίκη, όταν γνωρίστηκαν μαζί μας, άρχισαν να έρχονται και μόνα τους από το σπίτι τους, που ήταν στο Κιόσκι, όχι και τόσο κοντά στη γειτονιά μας, και να παίζουμε τόμπολα ή τρίλιζα ή να διαβάζουμε μαζί εικονογραφημένα βιβλία, όπως το «Βίο των Ζώων» ή τη «Χιονάτη». Με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς δεν έπιασαν φιλίες, ούτε είχαν κανέναν άλλο φίλο στην πόλη μας, όπου άλλωστε είναι ζήτημα αν υπήρχαν άλλες δύο εβραϊκές οικογένειες.

Από την αρχή μού είχαν κάνει εντύπωση για το συμμαζεμένο και πάντα φοβισμένο ύφος τους. Συνηθισμένος με τις σκανταλιές της παρέας μας στη γειτονιά, που ο καθένας, για αστείο, χωρίς κακία, πείραζε, έδινε κατακεφαλιές ή έσπρωχνε τον άλλον, αγόρι ή κορίτσι, στην αρχή τούς πείραζα, γρήγορα όμως το τελείως υποταγμένο ύφος τους με αφόπλισε και σταμάτησα να κάνω τον έξυπνο. Μόνο μια φορά, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε και τράβηξα, τάχα μου αστεία, τα μαλλιά της Βεατρίκης. Εκείνη, αντί να διαμαρτυρηθεί ή να φωνάξει, ξέσπασε σε ένα πνιχτό κλάμα και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της. Αμέσως μετάνιωσα σαν το σκυλί γι’ αυτή μου την επιθετικότητα. Περίμενα την επομένη συνάντησή μας για να της ζητήσω συγγνώμη, αν και δεν ήξερα πώς. Δεν είχα ποτέ μου ως τότε ζητήσει συγγνώμη για τις σκανταλιές μου.

Η επόμενη όμως συνάντησή μας δεν έγινε ποτέ. Οι Χάτεμ δεν έβγαιναν πια από το σπίτι τους και τα παιδιά τους πάψανε να έρχονται στη γειτονιά μας. Ήξερα πως μένανε κάπου κοντά στο Κιόσκι, αλλά την ακριβή διεύθυνση του σπιτιού τους δεν την ήξερα, ώστε να πάω να τους βρω. Ο θείος μου ο Αντρέας φαίνεται πως τους έβλεπε κάπου κάπου, γιατί μια μέρα, θα ήταν πια καλοκαίρι τού ‘43, άκουσα μια συζήτηση που είχε με τον πατέρα μου.

«Έμαθα πως οι Γερμανοί πιάνουν όλους τους Εβραίους και τους εξορίζουν. Αν δεις το Χάτεμ, πες του το. Θα μπορούσαμε να τους στείλουμε σε δικούς μας στα χωριά. Εκεί θα είναι σίγουροι», του είπε ο πατέρας μου.

«Του το ‘πα κι εγώ, αλλά αυτός δε φοβάται. Πιστεύει πως θα τους συγκεντρώσουν μόνο τους ενήλικους άντρες σε στρατόπεδα εργασίας και τα γυναικόπαιδα δε θα τα πειράξουν. Και ξέρεις τι μου ‘πε; “Βαρέθηκα πια να φεύγω από το ένα μέρος στο άλλο”.»

Εύκολα οι Χάτεμ θα κρυβόντουσαν μέσα στους ντόπιους, αν πήγαιναν στα χωριά, γιατί σ’ αντίθεση με άλλες περιοχές, το νησί μας δεν είχε ποτέ του Εβραίους. Πολλά ανέκδοτα κυκλοφορούσαν για την ιδιομορφία αυτή της Λέσβου, που την αποδίδαν στο εμπορικό δαιμόνιο των Μυτιληνιών, εφάμιλλο, αν όχι ανώτερο (κατά τα ανέκδοτα), από εκείνο των Εβραίων. Η ουσία είναι πως δεν μπόρεσα να τους ξαναδώ και να ζητήσω συγγνώμη από τη Βεατρίκη.

Τελικά οι Χάτεμ μείνανε στην πόλη και τελειώνοντας η άνοιξη του ’44, οι Γερμανοί μάζεψαν στην αυλή της Κομμαντατούρ τις δυο – τρεις εβραϊκές οικογένειες της πόλης. Ήμουν πια οργανωμένος και όταν το ‘μαθα, πήγα ως εκεί.

Είδα μόνο τη Βεατρίκη και τον Όσκαρ, με ένα μπογαλάκι το καθένα, να στέκουν όρθια σε μια γωνιά της αυλής. Δε με είδαν και δεν μπόρεσα ούτε να ζητήσω συγγνώμη από τη Βεατρίκη, ούτε καν να την αποχαιρετήσω, κι αυτό έμεινε για πάντα βάρος στην ψυχή μου.

 

Η φωτογραφία της παρέας του πατέρα μου, είναι από εκείνη περίπου την εποχή. Ο Μίμης είναι στην κάτω σειρά, δεύτερος από δεξιά. Εντυπωσιακό το πόσο έχει αλλάξει το ντύσιμο των νεαρών από τότε! 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: