Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘ΕΠΟΝ’

Στις 23 Φλεβάρη

Posted by tofistiki στο 23/02/2014

Για τη σημερινή επέτειο ίδρυσης της ΕΠΟΝ,
(αλλά και για την πιο προσωπική, την επέτειο γάμου της Κικής και του Μίμη,
που πάντα την θυμόμαστε λόγω της άλλης),
ένα τραγούδι που αγαπούσαν κι έλεγαν πολύ ωραία μαζί οι δυο τους:
 

 

Τι έγραφε στο ιδρυτικό της κείμενο η ΕΠΟΝ, για να μαθαίνουν οι μικρότεροι και να θυμούνται οι μεγαλύτεροι, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Ένα ωραίο αφιέρωμα με ντοκιμαντέρ της εποχής, δημοσιεύεται σήμερα στη σελίδα της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό

Advertisements

Posted in Αριστερά - κινήματα, Εις μνήμην, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μια επέτειος

Posted by tofistiki στο 23/02/2013

Οι γονείς μου, σαν ζευγάρι, γιόρταζαν δύο επετείους που μου ήταν εύκολο να τις θυμάμαι γιατί έπεφταν σε σημαδιακές μέρες: Η επέτειος της γνωριμίας τους ήταν 4η Αυγούστου, και του γάμου τους, σαν σήμερα, 23 Φλεβάρη, μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ.

mimis-wedding-5 goneis epeteios

Η δεύτερη φωτογραφία, είναι από την τελευταία τους επέτειο, τον Φλεβάρη του 2011. Ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες πέρασαν 53 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη…

Για την 70η επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ, σίγουρα θα γίνουν πολλά αφιερώματα, όπως αυτό εδώ του ιστολόγιου «Βαθύ Κόκκινο». Εγώ θα βάλω ένα τραγούδι που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου, σε στίχους Πέτρου Ανταίου* και στο σκοπό της «Σαμιώτισσας»:

Κι εδώ, ένα τραγούδι στη λεσβιακή ντοπιολαλιά, που τραγουδούσε πολύ ωραία κι πατέρας μου, κι ακόμα άλλο ένα που τον θυμάμαι να λέει, εδώ.

Εδώ, ένα άρθρο με αναμνήσεις του Μίμη από την ΕΠΟΝ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Α Σελάνα» και στην εφημερίδα «Εμπρός» της Μυτιλήνης, και το είχε  αναδημοσιεύσει και το Φιστίκι.

***

*Πέτρος Ανταίος: πως ιδρύσαμε την ΕΠΟΝ, από το tvxs

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 21/01/2013

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, κι η Μυτιλήνη ζει τις πρώτες ελεύθερες μέρες μετά την Κατοχή.
 

Από εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

ΕΦΤΑ 306Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Η οργάνωσή μας, η ΕΠΟΝ, είχε στην πόλη δέκα τμήματα. Τα εννέα ήταν κατά γειτονιές και το 10ο ήταν των μαθητών του γυμνασίου, η «Μαθητική ΕΠΟΝ». Στην αρχή ήμασταν έντεκα, όλο αγόρια, αλλά σύντομα αυξηθήκαμε σε είκοσι πέντε. Ανάμεσά μας είχαμε τώρα και κορίτσια: τη Δήμητρα τη Σκαλτσούνη, πολύ όμορφη και κάπως παχουλή, που γι’ αυτό τη φωνάζαμε «Βαρελάκι», τη Μαρίκα τη Χατζηράλλη, που ήταν πάντα γελαστή και τη λέγαμε «Σου γελάω», τη Σούλα την Κουκουτού, τη Νέδα τη Νικήτα, την Αρίσβα Παπαχαραλάμπους, τη Βάσω και την Ερμιόνη Κορίτατζη, τη Ζωή Καραμπελοπούλου, την Ευτυχούλα Κακαβιά, τη Βαγγελίτσα την Αποστόλου και την Παρίτσα τη Χωριανοπούλου, που ήταν γειτονοπούλα μου, όλα όμορφα, δροσερά κορίτσια της 6ης, 7ης και 8ης τάξης.

Κάναμε εκλογές και στο Τμηματικό Συμβούλιο εκλέξαμε γραμματέα τον Τάκη το Γιαννακόπουλο, διαφωτιστή τον Τάκη τον Παπαθανασίου και οικονομικό υπεύθυνο το Μάριο το Γιουρουκέλλη. Η Δήμητρα κι εγώ βγήκαμε απλά μέλη.

Η στενή παρέα ανάμεσα σε νεαρούς και νεαρές, που δημιουργούσε η συμμετοχή τους στην ίδια οργάνωση και στις εκδηλώσεις της, δεν προκάλεσε προβλήματα. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν μάλλον πουριτανική, αλλά καθόλου υποκριτική. Βεβαίως ακόμα και απλά φλερτ θεωρούνταν απαράδεκτα καμώματα, αλλά από την αρχή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια (στη δικιά μας περίπτωση) ή σε νεαρούς και κοπέλες (στις οργανώσεις των μεγαλύτερων), αναπτύχθηκε μεγάλη εγκαρδιότητα και συντροφικότητα. Κάναμε πολύ κεφάτα πάρτυ και τρελές εκδρομές, αλλά πλέον ου. Φυσικά δεν άργησαν να σχηματιστούν κάποια ζευγαράκια, αλλά αυτές ήταν σπανιότατες περιπτώσεις και κατά κάποιον τρόπο είχαν την έγκριση και κάλυψη της οργάνωσης, μια που αφορούσαν ερωτευμένα παιδιά, που είχαν δηλώσει πως θέλανε να παντρευτούν και να ζήσουνε μαζί. Σε μας τουλάχιστον (τους μαθητές) η μοναδική περίπτωση ήταν του Λαλάκου και της Βάσως, που κατέληξε, μετά εφτά χρόνια, σε γάμο, ο οποίος κράτησε ισοβίως. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των (μεγαλύτερών μας) Θόδωρου και Αφροδίτης.

Είχαμε πάντως αρχίσει να συζητάμε (οι νεαροί μεταξύ μας) για τις σχέσεις με το άλλο φύλο και για το πώς θα λύναμε το σεξουαλικό μας πρόβλημα. Δεν ξέραμε όμως ποιον από τους μεγάλους να ρωτήσουμε σχετικά. Όσο θάρρος κι αν είχαμε μαζί τους, θεωρούσαμε αδιανόητο να ρωτήσουμε το Μίλτη τον Παρασκευαΐδη ή το Βασίλη τον Αρχοντίδη. Τους ντρεπόμασταν. Θα μας ήταν ίσως πιο βολικό να ρωτήσουμε το «Δάσκαλο», τον Αποστόλου, που μας φαινόταν πολύ πιο προσιτός, αλλά αυτός τώρα ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής, πού να βρει καιρό να ασχοληθεί μαζί μας και μάλιστα για τέτοια θέματα.

Τελικά μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία του Τζίμη του Φράγκου, πήγαμε στα γραφεία της Νομαρχιακής Επιτροπής και βρήκαμε τον Αχιλλέα τον Κοντάρα, σεβαστό και κοσμαγάπητο αγωνιστή, που είχε το χάρισμα να δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας με όλους τους συνομιλητές του και η οποία, στην περίπτωσή μας, κάλυψε το χάσμα της διαφοράς ηλικίας.

Ο μπαρμπα-Αχιλλέας μάς άκουσε προσεχτικά, με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο να φέγγει στο πρόσωπό του, κι ύστερα μας μίλησε πολύ φιλικά, αλλά δυστυχώς πολύ γενικόλογα.

«Ό,τι και να κάνετε, κι όπως και να γίνει, να έχετε πάντα στο νου σας πως τη γυναίκα πρέπει να τη σεβόσαστε. Ακόμα και οι πόρνες είναι άξιες του σεβασμού σας, γιατί είναι κι αυτές θύματα της κοινωνίας. Βοηθάτε να στεριώσουμε την καινούργια κοινωνία, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και φυσικά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, θα είναι λεύτερες, γιατί δε θα καθορίζονται από το χρήμα και τότε όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν.»

Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγάλαμε φεύγοντας, ήταν πως έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να φτιάξουμε αυτή την κοινωνία της λευτεριάς.

 

 
Στη φωτογραφία, η παρέα των επονιτών σε θαλασσινή βόλτα με καΐκι.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/01/2013

Με κάποια καθυστέρηση πάλι, συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, οι Γερμανοί μόλις έφυγαν από το νησί και η οικογένεια του Μίμη  επιστρέφει, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο, στη Μυτιλήνη.
 

Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό.

Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»
«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»
«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο.
Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι»
γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό».
Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝΗ Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 
(συνεχίζεται) 
 
Στη φωτογραφία,  ο Μίμης με επονίτες συναγωνιστές της Μαθητικής ΕΠΟΝ.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα φιλί κάτω απ’ τη συκιά (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 01/12/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος, έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Όπως είδαμε στο προηγούμενο απόσπασμα, ο δεκαπεντάχρονος Μίμης, σύνδεσμος πλέον του ΕΑΜ, έχει πάει με αποστολή στο Ψηλομέτωπο και φιλοξενείται σε φιλικό σπίτι.

Το βραδάκι πήγα στο καφενείο του Στρατή, μήπως είχε να μου δώσει τίποτα.Ερωτοκριτος και Αρετούσα

«Συναγωνιστή, είσαι άτυχος», μου λέει. «Συνεδρίαση θα έχουμε μεθαύριο το βράδυ. Αναγκαστικά θα πρέπει να μείνεις άλλες δύο μέρες, γιατί δεν έχω σύνδεσμο να στείλω την απόφαση κάτω.»

Γύρισα και ανακοίνωσα τα νέα στον κυρ-Στέλιο και την κυρία Ανθούλα. Χάρηκαν αληθινά που θα με είχαν τρεις μέρες μαζί τους. Η παρουσία μου ήταν ίσως μια ποικιλία στην καθημερινή τους ρουτίνα. Το βράδυ μετά το φαΐ, πιάσαμε συζήτηση, αυτήν τη φορά για την εξέλιξη του πολέμου, για τις ειδήσεις που μας είχε φέρει ο συναγωνιστής Οικονόμου από την Ελεύθερη Ελλάδα, για τις μάχες στις συνοικίες της Αθήνας, για τους ΕΠΟΝίτες που σκοτώθηκαν στην οδό Μπιζανίου στην Καλλιθέα και στο κάστρο του Υμηττού και με την ευκαιρία τούς έμαθα τα δυο τραγούδια του αγώνα που ήξερα: το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» και τον «Ύμνο της ΕΠΟΝ». Μ’ ακούγανε με μεγάλη συγκίνηση. Είδα τα μάτια της Αγλαΐας, που παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς να μιλά, να λάμπουν. Ο κυρ-Στέλιος μερακλώθηκε κι άρχισε να τραγουδά τον παλιό ύμνο της Δημοκρατίας: «Από τα βάθη των αιώνων Δημοκρατία ξεκινάς» κι ένα σατιρικό τραγουδάκι που έλεγε «Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε το Βασιλιά».

Το πρωί, η Αγλαΐα μού πρότεινε να πάμε να μαζέψουμε σύκα από τις συκιές τους και η κυρία Ανθούλα συμφώνησε. Πήραμε ένα καλάθι κι οπλισμένοι με την κατζουρίδα, ένα μακρύ ραβδί που κατέληγε σε αρπάγη σαν τις αγκλίτσες, κινήσαμε. Οι συκιές ήταν λίγο έξω από το χωριό. Σκαρφαλώσαμε κι οι δυο στα δέντρα και με την κατζουρίδα τραβούσαμε κοντά τα κλαδιά που είχαν σύκα, για να κόψουμε τους καρπούς. Σε λίγο είχαμε γεμίσει το καλάθι.

Μου άρεσε πολύ η Αγλαΐτσα. Ήταν όμορφο κορίτσι, που ξεχείλιζε από ζωή και χαρά. Γελούσε με το παραμικρό. Ένιωθα ζωηρή επιθυμία να την αγκαλιάσω και να της φιλήσω τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, που θυμίζανε μήλα.

Ντρεπόμουν όμως και, λίγο, φοβόμουν. Δεν είχα ξαναφιλήσει κορίτσι. Αν μ’ έβριζε ή αν μ’ έσπρωχνε ή με χαστούκιζε, τι θα έκανα; Ύστερα ήταν στη μέση και η ιδιότητά μου. Δεν ήμουν κανένα ανεύθυνο παλιόπαιδο, ήμουν ΕΠΟΝίτης και βρισκόμουν σε αποστολή, οπότε δεν έπρεπε να δώσω αφορμή να κατηγορήσουν την Οργάνωση. Την επομένη το πρωί, που ξαναπήγαμε για σύκα, ξέχασα το καλάθι στο σπίτι. Όταν το θυμηθήκαμε, ήταν αργά για να γυρίσουμε να το πάρουμε.

«Δεν πειράζει, θα τα βάλω στην ποδιά μου», μου λέει.

Αυτήν τη φορά ανέβηκα μόνο εγώ στη συκιά, οπλισμένος με την κατζουρίδα και της πετούσα τα σύκα, που στην αρχή τα έπιανε στον αέρα γελώντας, κατόπιν όμως τα δεχόταν στην τεντωμένη ποδιά της ώσπου αυτή γέμισε.

Κατέβηκα κάτω από το δέντρο και βλέποντας πως και τα δυο της χέρια ήταν απασχολημένα να κρατάνε την ποδιά της γεμάτη σύκα, δεν κρατήθηκα. Σκέφτηκα πως δε θα μπορούσε να με σπρώξει. Αυτό μού ‘δωσε θάρρος, της έπιασα το κεφάλι και την φίλησα στα κόκκινα μάγουλά της. Δε με απόκρουσε, ούτε διαμαρτυρήθηκε, αλλά αντίθετα, όταν την ξαναφίλησα, με αγκάλιασε κι αυτή και με φίλησε στο μάγουλο.

Μαζέψαμε γελώντας τα πεσμένα στο χώμα σύκα και τα βάλαμε στην καταλερωμένη ποδιά της, που αποφάσισε να την βγάλει από πάνω της και να την κρατήσει σαν μπόγο. Ξεπεράσαμε έτσι την αμηχανία που νιώσαμε με το τόλμημά μας και γυρίσαμε στο σπίτι χαρούμενοι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πετάριζε μέσα στο στήθος μου. Είχα φιλήσει κορίτσι! Το πρώτο φιλί της ζωής μου. Το μεσημέρι στο φαΐ κοιταζόμασταν κλεφτά και κοκκινίζαμε.

Ευτυχώς ούτε ο κυρ-Στέλιος ούτε η κυρία Ανθούλα παρατήρησαν τα αναψοκοκκινίσματά μας.

Το απόγεμα με βρήκε ο υπεύθυνος και μου ‘πε πως αύριο κατά τις δέκα θα μου έδινε το χαρτί με την απόφαση της συνεδρίασης, να το πάω στην Οργάνωση. Στενοχωρήθηκα που θα χώριζα από την Αγλαΐτσα. Το βράδυ, πριν πάμε ο καθένας για ύπνο στα δωμάτιά μας, την ξεμονάχιασα και την ξαναφίλησα πολλές φορές.

Το άλλο πρωί πήγαμε για τελευταία φορά να μαζέψουμε σύκα. Στο δρόμο, ούτε γέλια ούτε πειράγματα. Ήμασταν κι οι δυο μελαγχολικοί.

«Θα φύγεις και δε θα ξανάρθεις.»

«Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα έρθω», της λέω.

«Άμα γλυτώσ’ η πόλιμους! Ποιος ξέρ’ σι πόσα χρόνια», μου είπε στο ιδίωμα του χωριού.

«Ποια χρόνια; Οι Ρώσοι μπήκαν στη Ρουμανία. Όπου να ‘ναι θα έρθουν κι εδώ.»

Αυτήν τη φορά φιληθήκαμε πολλές φορές κι όχι μόνο στα μάγουλα, μα και στο στόμα. Γυρίσαμε στο σπίτι της, παραδώσαμε τα σύκα στην κυρία Ανθούλα, τους χαιρέτησα όλους κι ύστερα πήγα στον υπεύθυνο, πήρα τα χαρτιά και ξεκίνησα για πίσω. Στο γυρισμό ήμουν μελαγχολικός και συλλογισμένος.

 

[Εδώ σημειώνει ο Μίμης: «Την Αγλαΐτσα την ξαναντάμωσα μετά από 64 χρόνια! Ήταν καλοκαίρι τού 2009, που παραθερίζαμε στη Μυτιλήνη, και μαθαίνοντας πως σύχναζε στο ΚΑΠΗ της Απάνω Σκάλας, πήγα και την αναζήτησα. Μου δείξανε μια καλοσυνάτη γριούλα, που φάνηκε πολύ παραξενεμένη όταν της είπαν πως την αναζητούσε ένας άγνωστός της ασπρομάλλης γέρος. Όταν της θύμισα το μάζεμα των σύκων στο χωριό της, εκείνες τις μέρες του Αυγούστου τού ‘44, μου ‘πιασε το χέρι και με κοίταξε συγκινημένη. Μου είπε πως δεν είχε μόνο εγγόνια όπως εγώ, αλλά και δυο δισέγγονα!»]

 (Συνεχίζεται)

Η φωτογραφία του πίνακα «Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα», του Θεόφιλου, είναι από τον ιστότοπο του Μουσείου Θεόφιλου, που αξίζει μαι επίσκεψη: http://www.mytilini.gr/theofilos/index.html

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Θυμίζω ότι, στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Μίμης, λόγω της μυωπίας του, είχε σταθεί αιτία για έναν άσκοπο συναγερμό. Η διήγηση συνεχίζεται από εκεί.

[…]

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

 «Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος, και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.»
(Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το, άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό.
Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν.
Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

(Συνεχίζεται)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 06/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Αποδείχτηκε πως τα καθήκοντά μας ήταν να ενισχύσουμε τις σκοπιές στα υψώματα γύρω από το χωριό, που είχαν πολλαπλασιαστεί και λειτουργούσαν πια αδιάκοπα. Ντυμένοι με παλιόρουχα, σαν τσομπανόπουλα, θα φυλάγαμε με βάρδιες από το ξημέρωμα ως τη νύχτα, στους λοφίσκους γύρω από το χωριό, και αν βλέπαμε να ανηφορίζουν τη δημοσιά αυτοκίνητα και μάλιστα φορτηγά, έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό. Επίσης κάποιοι θα ήταν σύνδεσμοι, δηλαδή θα μεταφέρανε μηνύματα από την Οργάνωση σε οργανώσεις άλλων χωριών.

Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου, φύλαγα σκοπός σ’ ένα λόφο στα νότια του χωριού, που όπως έμαθα τον λέγαν Γιορνήσι. Είχα πάει με οδηγό έναν πολιτοφύλακα στις δύο, να αντικαταστήσω τον πρωινό, που ήταν εκεί από τις δέκα. Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι. Η μάνα μου με είχε εφοδιάσει με ένα καλαθάκι, όπου εκτός από ένα μπουκάλι με νερό είχε βάλει ψωμί, τυρί και λίγα απίδια. Ήταν σα να πήγαινα εκδρομή. Κρέμασα το καλαθάκι στο κλαδί μιας ελιάς, κάθισα στη σκιά της, στο σέτι και παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές. Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο. Στο δρόμο δεν έβλεπα την παραμικρή κίνηση. Πέρασαν κάπου δυο ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει και τώρα τον είχα κατάφατσα, καθώς επισκοπούσα τη δημοσιά.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι, όταν είδα να ανηφορίζουν τρία φορτηγά αυτοκίνητα. Πήγαιναν πολύ αργά. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Γερμανικά καμιόνια», σκέφτηκα, «και θα ’ναι γεμάτα στρατό για να πηγαίνουν τόσο αργά.»

Πήγα πίσω από την ελιά, σε μια θέση που να φαίνομαι από την προηγούμενη σκοπιά κι άρχισα να κουνάω την κόκκινη μαντήλα με την οποία με είχαν εφοδιάσει. Όταν είδα το συναγωνιστή να κουνάει κι αυτός μια παρόμοια μαντήλα, μάζεψα τα πράματά μου και κίνησα για το σημείο που είχε οριστεί σα σημείο συγκέντρωσης των σκοπών. Άκουσα τις καμπάνες των εκκλησιών του χωριού να χτυπάνε δυνατά. Ώσπου να φτάσω στην Καυκάρα, πυκνά πλήθη φεύγανε από το χωριό τραβώντας είτε προς τον Κλομηδάδο, είτε προς την Κλοπεδή.

Στην Καυκάρα ήταν μαζεμένοι όλοι οι σκοποί και κάμποσοι άντρες της Πολιτοφυλακής, μερικοί από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με πιστόλια. Ο συναγωνιστής Θουκυδίδης είχε το γενικό πρόσταγμα. Η ώρα όμως περνούσε χωρίς να ακούγεται τίποτα από το χωριό, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί στην προηγούμενη επιδρομή οι ριπές από τα αυτόματα και οι τουφεκιές ήταν πυκνές. Ο Θουκυδίδης φαινόταν να αδημονεί. Στο τέλος έστειλε δυο πολιτοφύλακες για να πάνε κρυφά να εξακριβώσουν τι κάνανε στο χωριό οι Γερμανοί.

Οι ανιχνευτές γύρισαν σ’ ένα τέταρτο, κουβαλώντας μαζί τους τρεις πολίτες, που έδειχναν φοβισμένοι και ανήσυχοι.

«Φύγαν οι Γερμανοί;», ρώτησε ο Θουκυδίδης.

«Ποιοι Γερμανοί; Δεν ήρθαν Γερμανοί στο χωριό, μονάχα τρεις αραμπάδες με μπόμπες να πάρουν λάδι.» (μπόμπες λέγανε τα μεγάλα σιδερένια λαδοβάρελα)

Ο άσκοπος συναγερμός έληξε αμέσως. Ξαναχτύπησαν οι καμπάνες και ο κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Το βράδυ είχαμε πάλι συγκέντρωση όλων των σκοπών. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, που άδειασα χωρίς λόγο ένα ολόκληρο χωριό. Ο Θουκυδίδης με κοίταζε αυστηρός και αγέλαστος.

«Εσύ ήσουν απογευματινό νούμερο στο Γιορνήσι;»

«Εγώ», του λέω.

«Και καλά, δεν είδες πως δεν ήταν φορτηγά, αλλά αραμπάδες με βαρέλια;»

«Κοίτα συναγωνιστή, ο ήλιος ήταν κατάφατσα, δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. Τα άλογα μου φανήκανε σαν τη μηχανή και τα βαρέλια σαν την καρότσα του φορτηγού. Γελάστηκα.»

«Και γιατί, αφού έχεις μυωπία, δε φορούσες τα γυαλιά σου;»

«Δεν έχω γυαλιά»

«Για δες, ρε, ποιον βάλαμε να μας φυλάει!», είπε όλο φούρκα.

 

(συνεχίζεται)

Στην εικόνα, η εφημερίδα «Αντιφασίστας», όργανο του συμβουλίου της ΕΠΟΝ Λέσβου, από το ψηφιακό αρχείο «Ο παράνομος τύπος στις συλλογές των ΑΣΚΙ (1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»


(1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 23/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος καταφεύγουν κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Την επομένη κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού. Ο πατέρας μου πήγε στο Γυμνάσιο, όπου φαίνεται πως ήταν η έδρα της Οργάνωσης, κι εγώ στη Λέσχη, που βρισκόταν στον όροφο ενός γωνιακού κτηρίου λίγο πιο πάνω από την πλατεία, όπου ήξερα πως θα συναντούσα το μοναδικό γνωστό μου στο χωριό, τον Τάκη το Μεταξά, τον επιλεγόμενο Αλκιδάμα και προσεπιλεγόμενο Μπασακλάσα. […]

Ο Τάκης μού γνώρισε κι άλλους νεαρούς της ηλικίας μας, που σύχναζαν στη Λέσχη. Ήταν όλοι τους ΕΠΟΝίτες και έτσι συνδέθηκα με την Οργάνωση. Το ίδιο απόγεμα με πήραν στη χορωδία τους και εκεί έμαθα τα πρώτα τραγούδια του αγώνα: το «Βροντάει ο Όλυμπος» και τον ύμνο τής ΕΠΟΝ: «πρωτοπόροι στον Αγώνα».

Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε με δυνατή φωνή και με ανοιχτά τα παράθυρα της αίθουσας όπου μαζευόταν η χορωδία. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ανοιχτά και η «Ελεύθερη Λέσβος» διαβαζόταν φανερά στα καφενεία.

Εκείνη τη βδομάδα μάς ήρθε και η δικιά μας εφημερίδα, ο «Αντιφασίστας», όργανο του Νομαρχιακού Συμβουλίου τής ΕΠΟΝ.

Σιγά – σιγά άρχισαν να μου αναθέτουν διάφορα καθήκοντα και κυρίως την εκλαΐκευση του δελτίου ειδήσεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού δεν καταλαβαίναν τις ειδήσεις και κυρίως δεν είχαν ιδέα για τα μέρη όπου γίνονταν οι μάχες. Έπρεπε να τους τα εξηγούμε και στο σημείο αυτό αποδείχτηκα ειδικός, αργότερα δε, μπήκα στο συνεργείο που συνέτασσε το δελτίο ειδήσεων με τα νέα που ακούγαμε από το Λονδίνο, το Κάιρο και τη Μόσχα.

[…] Την άλλη μέρα, Κυριακή, στην πλατεία του χωριού συνεδρίασε το Λαϊκό Δικαστήριο. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Πήγαμε κι εμείς οικογενειακώς. Δικάζανε τρεις χωριανοί και ο δημόσιος κατήγορος ήταν κι αυτός από το χωριό. Όλες οι υποθέσεις που παρακολουθήσαμε ήταν αγροζημίες, εκτός από μία που αφορούσε την κλοπή ενός προβάτου. Μας έκανε εντύπωση η σοβαρότητα με την οποία δικάζανε αυτοί οι απλοί και μάλλον αμόρφωτοι άνθρωποι και πόσο προσεχτικά παρακολουθούσε το ακροατήριο. Κάπου – κάπου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτούσε:

«Τι λέει πάνω σ’ αυτό η κοινή γνώμη;»,
και από το ακροατήριο βγαίναν διάφοροι άνθρωποι και λέγανε ποιος κατά τη γνώμη τους είχε δίκιο.

Στην υπόθεση της κλοπής του προβάτου, ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ενοχή του, υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως το κλεμμένο και ζήτησε συγγνώμη από τον ιδιοκτήτη του. Αυτός πρόθυμα τον συγχώρησε και, με προτροπή του προέδρου, οι αντίδικοι δώσανε τα χέρια και συμφιλιώθηκαν.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, συζητούσαμε για πολλήν ώρα για το λαϊκό δικαστήριο. Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος:

«Αυτή είναι η λαϊκή εξουσία. Ο λαός δε διοικεί μονάχα, αλλά και διαπαιδαγωγείται.»

Ένα πρωί, καθώς περιδιάβαζα στο χωριό, είδα να σταματά μπροστά στο Γυμνάσιο μια μοτοσυκλέτα με καλάθι. Αυτό καθεαυτό το πράγμα δε θα είχε σημασία αν στη μοτοσυκλέτα δεν κυμάτιζε μια μικρή ελληνική σημαία! Έμεινα να την κοιτάζω με συγκίνηση. Τρία και πάνω χρόνια δεν την είχα δει να κυματίζει ελεύθερα. Στα δημόσια κτήρια έπρεπε δίπλα της να κυματίζει η γερμανική, ενώ στα ιδιωτικά σπίτια απαγορευόταν η ανάρτησή της. Από αυτήν τη μικρή σημαιούλα κατάλαβα πως ήμουν πια ελεύθερος. Από τη μοτοσυκλέτα κατέβηκαν τρεις άντρες με πολιτικά, αλλά με μπότες, που πήγαν αμέσως μέσα με ζωηρό και σίγουρο βήμα. Όπως έμαθα αργότερα, ήταν αξιωματικοί των ανταρτών.

Μετά τα γεγονότα της Καλλονής, τον περασμένο Μάρτη, που οι χωροφύλακες με επικεφαλής το μοίραρχο Γεωργόπουλο, άνοιξαν πυρ σε μια διαδήλωση αγροτών, τραυματίζοντας πολλούς, με εντολή της Οργάνωσης καταλήφθηκαν οι σταθμοί χωροφυλακής και αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες σε όλα τα χωριά του νησιού, εκτός από τα τρία, όπου υπήρχε γερμανική φρουρά, το Πλωμάρι, το Μόλυβο και το Σίγρι (και τη Μυτιλήνη φυσικά). Μαζί με τη Χωροφυλακή καταργήθηκε και η Αγροφυλακή. Άλλοι χωροφύλακες μείναν ως πολίτες στα σπίτια τους, άλλοι πήγαν στη Μυτιλήνη και μερικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ.

Ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Αγίας Παρασκευής, που ήταν παντρεμένος με μια ντόπια γυναίκα, έμεινε στο χωριό. Δεν είχε βγάλει κακό όνομα και έβλεπε με συμπάθεια τον Αγώνα, ως εκεί όμως. Πάντως κυκλοφορούσε ελεύθερος, κρατούσε μάλιστα και το λεπτό δερμάτινο μαστίγιο, το άνευ αντικρίσματος πλέον σύμβολο της εξουσίας του, και οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον προσφωνούν «Καπετάνιε». Ο νωματάρχης ήταν επίσης και ποιητής (στην πραγματικότητα στιχοπλόκος) και μαθαίνοντας πως ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν ποιητές, στην πρώτη συναναστροφή που τους συνάντησε, τους έδειξε με καμάρι τους στίχους του. Σε κάποιο ποίημά του έγραφε:

«Οι Γερμανοί,
σαν γερανοί,
θα ’ρθει καιρός
να φύγουν»

Τις καταργημένες Χωροφυλακή και Αγροφυλακή υποκατέστησε η Εθνική Πολιτοφυλακή. Οι πολιτοφύλακες κυκλοφορούσαν πάντοτε άοπλοι, δε φορούσαν στολή, ούτε κάποιο διακριτικό σημάδι, εκτός και σε ειδικές περιπτώσεις ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο, αλλά όλος ο κόσμος τούς ήξερε, καθώς ήταν όλοι χωριανοί, και άκουγε τις υποδείξεις τους.

Μέσα στους πρώτους μήνες που αναδείχτηκε η νέα εξουσία, οι αγροζημίες, οι κλεψιές και οι καβγάδες στα καφενεία σχεδόν εξαλείφθηκαν. Ο κόσμος κυκλοφορούσε ελεύθερα παντού, μέσα κι έξω από το χωριό, και όλες τις ώρες, μέρα και νύχτα. Δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, που ίσχυε στην πόλη και στα χωριά με γερμανική φρουρά.

Ένα απόγεμα που παίζαμε με τον Τάκη σκάκι στη Λέσχη, ακούσαμε μεγάλη φασαρία στην πλατεία. Βγήκαμε στα παράθυρα και είδαμε πως έξω επικρατούσε απερίγραπτος πανικός: Όλοι τρέχανε προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κατεβήκαμε κάτω αλλά όποιον κι αν ρωτήσαμε, κανείς δε μπορούσε να μας πει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά το βάλαμε κι εμείς στα πόδια και σταματήσαμε μόνο σα φτάσαμε στον Κλομηδάδο (τώρα μετονομάστηκε σε Νάπη).

Εκεί κάτσαμε ώσπου βράδιασε και τότε μάθαμε πως κάποιοι σκότωσαν στο κεντρικό καφενείο της πλατείας έναν παράγοντα της προπολεμικής ζωής του χωριού, πολιτευτή της δεξιάς και άνθρωπο που ήταν στα μέσα και στα έξω επί Μεταξά, γνωστόν με το παρατσούκλι Πλατέλι.

Όταν γυρίσαμε και πήγα στο σπίτι του θείου Γιώργου, έμαθα περισσότερα από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που δεν ήταν άλλος από τη μητέρα μου! Είχε πάει με το μικρό, τον Κωστάκη, βόλτα στην πλατεία για να τον κεράσει γλυκό.

Κάθισαν στο κεντρικό καφενείο, απέναντι από το φαρμακείο του Αρμάδα, και τρώγανε τη βανίλια τους όταν ξαφνικά από ένα διπλανό τραπέζι σηκώθηκαν τρεις, που ως τότε τρώγανε φέτες καρπούζι, περικύκλωσαν ένα χοντρό, που έπινε τον καφέ του παραδίπλα και φωνάζοντας,

«Έτσι πεθαίνουν οι προδότες», τον μαχαίρωσαν.

Όπως συμπλήρωσε την αφήγηση ο πατέρας μου, μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι εκτελεστές έφυγαν ανενόχλητοι και σχεδόν απαρατήρητοι, η δε μητέρα μου, φτάνοντας ημιθανής στο σπίτι, με τον Κωστάκη κλαίοντα να την ακολουθεί, το μόνο που μπορούσε να τους πει για πολλήν ώρα ήταν μόνο:

«Τον σκότωσαν.»

«Ποιον;»

«Ένα χοντρό.»

Αυτή η στιχομυθία επαναλήφθηκε άπειρες φορές, ώσπου να ξεκαθαριστεί ποιοι σκότωσαν ποιον.

Το βράδυ στην πλατεία ο γιος του θύματος διαμαρτυρόταν γιατί σκοτώσαν τον πατέρα του με τέτοιον τρόπο.

«Αν ήταν προδότης, να τον δικάζαμε στο λαϊκό δικαστήριο, κι αν έβγαινε η απόφαση, θα τον σκότωνα εγώ ο ίδιος, με τα χέρια μου», φώναζε και ο κόσμος τον άκουγε σιωπηλός και ουδέτερος.

 

(συνεχίζεται)

– Στη φωτογραφία, Λαϊκό δικαστήριο, από το λεύκωμα του Σπ. Μελετζή, Με τους αντάρτες στα βουνά, Αθήνα 1996, εικ. 107.
© Σπύρος Μελετζής. Την βρήκα στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

– Παρεμπιπτόντως, διάβασα πρόσφατα ότι λόγω της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής σημασίας του, ο οικισμός  της Αγίας Παρασκευής,χαρακτηρίστηκε με ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεώτερων Μνημείων ως «ιστορικός τόπος».


Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι “Μαθητικές σελίδες” και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος

Posted by tofistiki στο 15/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.
Οι «Μαθητικές Σελίδες» έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα και η επιτυχία τους ήταν τέτοια, που η Οργάνωση αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση έντυπου περιοδικού γραμμάτων και τέχνης στο νησί. Αυτό φυσικά το ξέραμε μονάχα οι οργανωμένοι. Ο Μίλτης στην τάξη ανακοίνωσε μόνο πως κάποιος φίλος του, πετυχημένος έμπορος, ενθουσιάστηκε από τις «Μαθητικές Σελίδες» και δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την έκδοση έντυπου περιοδικού.

Έτσι οι χειρόγραφες «Μαθητικές Σελίδες» μεταμορφώθηκαν στα τυπωμένα «Λεσβιακά Γράμματα», τριμηνιαίο περιοδικό, με συντακτική επιτροπή την αρχική, διευρυμένη όμως με ανθρώπους των γραμμάτων. Οι μαθητές της τάξης μας πάντως είχαμε την ευθύνη της σελιδοποίησης, της εκτύπωσης και της βιβλιοδεσίας. Το περιοδικό τυπωνόταν στο τυπογραφείο του «Ταχυδρόμου», του Θείελπη Λευκία, που βρισκόταν στα Λαδάδικα, πίσω από το ξενοδοχείο «Λυκαβηττός».

Ήταν η πρώτη γεύση που πήρα από το μαγικό κόσμο της τυπογραφίας. Η στοιχειοθεσία γινόταν φυσικά από επαγγελματία τυπογράφο, ο οποίος κατόπιν προσάρμοζε τις έτοιμες πλάκες των σελίδων σε ένα επίπεδο και χειροκίνητο πιεστήριο. Εμείς, οι συμμαθητές, αποτελούσαμε τον κινητήρα του τυπογραφείου, τη διπλωτική μηχανή και το συρραπτικό. Όλα τα κάναμε με τα χέρια μας. Ακόμα και τους μεταλλικούς συνδετήρες, που απουσίαζαν τελείως από την αγορά. Είχαμε πάρει ένα κομμάτι συρματόσχοινο, το αποσυνθέσαμε σε λεπτές ατσαλένιες ίνες, τις ισιώσαμε και με μια πένσα τις κόβαμε σε μικρά κομματάκια, που τους δίναμε σχήμα Π. Κατόπιν με ένα σουβλί τρυπούσαμε τα διπλωμένα φύλλα, περνούσαμε τον αυτοσχέδιο συνδετήρα και τσακίζοντας τις άκρες του, συρράπταμε το τεύχος.

Όλη αυτή η δουλειά γινόταν τα απογέματα, μετά το μάθημα, με μεγάλο κέφι και πολλή φασαρία. Τα τραγούδια μας και οι φωνές μας ακούγονταν στο δρόμο. Καμιά φορά έρχονταν, για διαφόρους λόγους, οι όμορφες ανεψιές του ιδιοκτήτη και η εμφάνισή τους φώτιζε το μισοσκότεινο τυπογραφείο.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στο Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μάς εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα οχτώ, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και γι’ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας. Δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά ήταν μέλος του και ο πατέρας μου.

Από την αρχή μού άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, κεφάτα παιδιά και πολύ αξιόλογους ανθρώπους. Τα περισσότερα από τα παιδιά ήταν μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια. Είχαν τελειώσει το γυμνάσιο και πολλά θα σπούδαζαν στην Αθήνα αν δεν ήταν ο πόλεμος. Ήταν ο Παναγιώτης ο Βουλαλάς, ο Κώστας ο Βουδούρης, ωραίος σαν Άδωνις, ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, όλο σπίρτο και χιούμορ, ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος, ο Γιάννης ο Μπράντος, ο Αριστείδης ο Ραπίτης, τα αδέλφια Πολυχρονιάδη, ο Αρίστος και ο Θανάσης, ανεπανάληπτος ως «Περικλής» στο «Στραβόξυλο» του Ψαθά, ο Τόλης ο Χριστοδούλου, ο Γιώργος ο Χατζηπαυλής, ο Τάκης ο Χατζηαναγνώστου, ο Γιώργος ο Σκούφος και άλλοι πολλοί. Υπήρχαν επίσης και πολλά κορίτσια, η Κική η Λιανά, η Δέσπω Ασλάνη, η Σιμόνη η Κανόνη, αδελφή του Χαράλαμπου, η Δεσπούλα η Στεφανίδου, που, μολονότι αρκετά χρόνια μεγαλύτερά μας, αποτελούσαν σοβαρότατον ελκτικό παράγοντα.

Από τους μεγάλους, δεν έρχονταν πολλοί στον Όμιλο, εκτός από το Στρατή τον Παρασκευαΐδη, που ήταν μεν αρχαιολόγος κατ’ επάγγελμα αλλά ως λάτρης του θεάτρου και ως σκηνοθέτης του θεατρικού τμήματος, βρισκόταν κάθε μέρα εκεί. Ερχόταν όμως ένας μουσικός, τυφλός εκ γενετής, ο Κέκος, ο οποίος μού έκανε μεγάλη εντύπωση (κι όχι μόνο σε μένα) γιατί κυκλοφορούσε στην πόλη μας με μεγάλη άνεση, χωρίς μάλιστα να κρατά το λευκό μπαστουνάκι των τυφλών. Είχε ανεπτυγμένες στο έπακρον τις άλλες αισθήσεις του και καταλάβαινε πως έφτανε στη γωνία ενός δρόμου ή σε διασταύρωση από την ανεπαίσθητη αλλαγή της πίεσης ή της θερμοκρασίας του αέρα. Μπορούσε ψαύοντας απλώς ένα δίσκο γραμμοφώνου να σου πει ποια μουσική ή ποιο τραγούδι ήταν γραμμένο σ’ αυτόν!
Με τον Κέκο μιλούσαμε πολλές φορές όταν ερχόταν στον όμιλο, γιατί ήταν πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Μια φορά μας είπε:

«Όλα τα καταλαβαίνω βρε παιδιά, εκτός από αυτά που λέτε χρώματα. Τι είναι το κίτρινο, το κόκκινο, το μπλε ή το άσπρο. Δεν μπορώ να το συλλάβω.»
Η κουβέντα του αυτή μού έκανε μεγάλη εντύπωση και το ίδιο βράδυ τη μετέφερα στον πατέρα μου και η συζήτηση που άνοιξα μαζί του, πήρε φιλοσοφικές προεκτάσεις:
«Από αυτό που σας είπε ο Κέκος, καταλαβαίνεις τι βλακείες έλεγε ο Πλάτων και οι όμοιοί του μιλώντας για “προϋπάρχουσες ιδέες”. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Κέκος θα είχε ιδέα τι είναι χρώμα.»

Εκείνον τον καιρό ο Όμιλος είχε πολλά τμήματα. Εγώ δήλωσα συμμετοχή στο Τμήμα Λογοτεχνίας και Ποίησης, ο Απτάλης στο μουσικό και ο Γιαννάκας στο θεατρικό. Οι υπόλοιποι της ομάδας μάλλον σνομπάρανε την όλη υπόθεση, αλλά έρχονταν στον Όμιλο από καθήκον. Πάντως η προνοητικότητα του Αντρέα επιβεβαιώθηκε όταν μια φορά, βγαίνοντας από τον Όμιλο, κατά σύμπτωση μαζί με μερικές κοπέλες, πέσαμε πάνω σε τρεις γερμανόφιλους συμμαθητές μας, οι οποίοι μας κοίταξαν χαμογελαστοί με νόημα και ένας τους μας έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Την άλλη μέρα στο Γυμνάσιο ο τελευταίος μας είπε, στο Γιαννάκα και σε μένα:
«Καλά τα περνάτε με την καινούργια παρέα σας.»

Είχαν λοιπόν επισημάνει την παρέα μας, αλλά τη συνδύασαν με «κοριτσοδουλειές».
Στον Όμιλο, όταν τέλειωναν οι πρόβες του θεατρικού (θα ανέβαζαν το «Στραβόξυλο» του Ψαθά) και τα μαθήματα των διαφόρων τμημάτων, μέναμε και το ρίχναμε στο καλαμπούρι. Ο Παναγιωτόπουλος με τον Μπράντο παίζανε συχνά πιάνο «α κατρ μαιν» και είχαν συνθέσει δυο «εμβατήρια». Το τουρκικό και το βουλγαρικό. Στο τουρκικό εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρήσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:
«Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ»
και ούτω καθεξής.
Η «επωδός» ήταν:
«τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ – τσικμά σουκάκ»
(τσικμά σοκάκ = το τυφλό σοκάκι, τσιλίκ τσουμάκ = το ξυλίκι)

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε), είχαν επινοήσει δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική, του τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.


(συνεχίζεται)
 
Στην φωτογραφία η τάξη του Μίμη, σε εκδρομή με το Μίλτη. Ο Μίμης είναι όρθιος, περίπου στη μέση της παρέας.
Το πρώτο τεύχος των «Λεσβιακών Γραμμάτων» που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1944, το βρήκα στο http://www.lesvosoldies.gr/

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η Οργάνωση

Posted by tofistiki στο 28/07/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.


Από το χειμώνα τού ‘42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την Οργάνωση.
Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσά μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση της Οργάνωσης. Κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, το άνοιγμα από άγνωστα χέρια κάποιων κρυφών αποθηκών που ανήκαν σε μαυραγορίτες και η λεηλασία τους από το ανώνυμο πλήθος που ειδοποιημένο από άγνωστα στόματα έτρεξε εν ριπή οφθαλμού, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν.

Έκπληκτος διαπίστωσα πως ο συνήθως λαλίστατος πατέρας μου, που μετά το βραδινό φαΐ σχολίαζε με τη μάνα μου όλα τα γεγονότα της μέρας, έγινε επιφυλακτικός και λιγομίλητος και σε λίγο κι η μητέρα μου μυήθηκε σ’ αυτή τη συνωμοσία της σιωπής, αφήνοντας τις αδελφές της παραξενεμένες.

Το καλοκαίρι τού ‘43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια. Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος ενός εργολάβου οικοδομών από την Ανατολή. Ο πρώτος και μεγαλύτερος αδελφός του ζούσε στην Αθήνα και οι δύο μεσαίοι είχαν περάσει στη Μέση Ανατολή. Ο Γιαννάκας, σα μικρότερος, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας αλλά και πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε, ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά, μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μια νεολαιίστικη οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της στρατολογίας μου από το Γιαννάκα, μια που αυτή η νεολαιίστικη οργάνωση ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό Οργάνωση, στην οποία ήταν κι ο ίδιος οργανωμένος από τα τέλη τού ‘41: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομά της, τουλάχιστον ως τα μέσα τού ‘43.
Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ’ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά, δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπαν να τους ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:

«Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;»,
απάντησε με μεγάλη προθυμία,

«Φυσικά και ξέρω»
«Και ποιοι είναι σ’ αυτό; Πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;», τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους.
«Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω.»

Την άλλη μέρα το πρωί, ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτήριο με την επιγραφή «Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ».

«Να εκεί είναι», τους λέει, «παστώνουν σαρδέλες», προσέθεσε εμπιστευτικά…

Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα την ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας.
Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σα συνωμοσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία.
Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον «Πέερ Γκυντ», που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη «Σαπφώ» μια γερμανική ταινία μ’ αυτόν τον τίτλο, που μας άρεσε πολύ, ιδίως η μουσική της. Δεν ήταν η κλασσική μουσική του Γκριγκ, αλλά κάποια άλλη, σύγχρονη και πολύ όμορφη.

Το ίδιο είχε γίνει με την «Κάρμεν», επίσης γερμανική ταινία, που είχαμε δει δύο χρόνια πιο μπροστά. Και σ’ αυτήν η μουσική δεν ήταν του Μπιζέ, αλλά κάποιου σύγχρονου συνθέτη, ωραιότατη πάντως. Τα τραγούδια της: «Αντόνιο Βάργκα Χερέντια», «Τα κορίτσια της Σιέρρα Μορένα» και άλλα, είχαν γίνει δημοφιλέστατα.

Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Το Χρήστο τον ήξερα ελάχιστα, κυρίως γιατί τον έβλεπα στα εργαστήρια του Μάριου του Κρητικόπουλου ή του Αλέκου του Κοντήβεη, όπου σύχναζε ταχτικά ο πατέρας μου. Από τα άλλα παιδιά της ομάδας, εκτός από το Γιαννάκα, ήξερα μόνο τον Τάκη τον Παπαθανασίου, που τον φωνάζαμε Απτάλη.

Τελευταίος ήρθε ο καθοδηγητής, ο Αντρέας*, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε «συναγωνιστές», μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας, κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών, για τυχόν συνεργάτες τους και πώς θα οργανώναμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών.

Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του, με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο ύφος πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δεν μπαίνει για μας.

Ο Κώστας δεν είπε τίποτα, αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους άλλους, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση,  ο Τάκης ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.

* Αντρέας Χαραλαμπίδης, τουφεκίστηκε στον Εμφύλιο, αιωνία του η μνήμη

Ο πατέρας μου στα γραφτά που άφησε, σημειώνει ότι έχει φωτογραφία του Αντρέα Χαραλαμπίδη. Δυστυχώς, δεν βρήκα κάτι τέτοιο στο αρχείο του, αλλά ούτε και στο διαδίκτυο.

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: