Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Εθνική Αντίσταση’

Για τον Μιχάλη Λιαρούτσο

Posted by tofistiki στο 03/08/2015

LiaroutsosΜε μεγάλη λύπη μάθαμε χτες τον χαμό του Μιχάλη Λιαρούτσου, φίλου ακριβού της Κικής και του Μίμη…
Τον τελευταίο καιρό, και μετά το θάνατο της αγαπημένης του συντρόφου, Ελευθερίας το 2012, είχε κλειστεί στο σπίτι, δεν έβγαινε πολύ. Τον θυμάμαι να τραγουδάει  στο «μνημόσυνο» του Μίμη στους Καλλονιάτες, με την όμορφη, βαθιά φωνή του.
Η κηδεία του θα γίνει αύριο το πρωί, στο νεκροταφείο Καισαριανής. Στη συνέχεια η σορός του θα αποτεφρωθεί στη Βουλγαρία και η στάχτη του θα πεταχτεί στη θάλασσα της γενέτειράς του, της Τήνου, σύμφωνα με τη δεδηλωμένη επιθυμία του.

Θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη και συγκίνηση…

Ο Μίμης, είχε γράψει για τον Μιχάλη, τον οποίο αγαπούσε και σεβόταν υπέρμετρα, στο -ανέκδοτο ακόμα- αυτοβιογραφικό διήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», τις παρακάτω γραμμές, στο πέμπτο κεφάλαιο, που μιλάει για την πρώτη επίσκεψή του στη Μυτιλήνη μαζί την Κική, το καλοκαίρι του 1985:

«Σε λίγες μέρες είχε ανασυσταθεί ένα μέρος της παλιάς παρέας. Αρχηγός της, φυσικά, ο Μιχάλης ο Λιαρούτσος. Πάντα τον θεωρούσαμε αρχηγό της παρέας, από τότε που ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ. Μ΄ όλο που δεν ήταν από το νησί μας, ήταν τρόπον τινά πολιτογραφημένος ντόπιος. Τίτλο που τον κέρδισε κυριολεκτικά με το αίμα του. Παλιός γραμματέας της περιοχής Αιγαίου, έμεινε στο νησί, και μετά τη Βάρκιζα, κυνηγήθηκε, βγήκε στο βουνό, πολέμησε, τραυματίστηκε δυο φορές και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν απομείνει ζωντανοί και άπιαστοι στο νησί.

Άνθρωπος κεφάτος, γλεντζές και καλλίφωνος, γινόταν με την κιθάρα του η ψυχή κάθε σύναξής μας. Από κοντά η γυναίκα του, η Ελευθερία, που του είχε σώσει τη ζωή, όταν τον έκρυψε και τον γιατροπόρεψε, με μύριους κινδύνους και δυσκολίες, τότε που τραυματίστηκε για δεύτερη φορά.»

Έχοντας διαβάσει το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «το ’48 χωρίς φεγγάρι» ήξερα ότι ο Μιχάλης Λιαρούτσος γράφει εξαιρετικά, αλλά δεν είχα διαβάσει ποίησή του μέχρι σήμερα, που η Κική μου έδωσε πολύ συγκινημένη, δύο συλλογές του, που της είχε στείλει με θερμή αφιέρωση. Από την πρώτη, με τίτλο «Από ώρας πρώτης έως ενάτης» *, αντιγράφω ένα πολύ χαρακτηριστικό ποίημα- απολογισμό μιας πολύ γεμάτης και αξιόλογης ζωής:

Προς την έξοδο

Οδεύεις με αταραξία
προς το τέλος

Ότι πολύ εβαρύνθης

Πολύτροπος και πολυκύμαντος ο βίος σου
Μικρά εν αρχή τα όνειρα
που βαθμηδόν ευρύνθησαν
έλαβαν διαστάσεις

Η ελευθερία. Η ισότητα. Η κοινωνική δικαιοσύνη
Οι αγώνες.
Κι εσύ αφιερωμένος.

Λιγοστές οι χαρές από τις επιτυχίες

Περίσσιες οι πίκρες και οι απογοητεύσεις από τις ήττες.
Πάντοτε αναθρώσκων εκ της τέφρας.

Και νυν οδεύεις με αταραξία

Σημαντική η συγκομιδή, τα επιτεύγματα
λεν οι γύρω σου.
Ψήλωσες και θ’ ανέβαινες ψηλότερα
αν δεν ήταν οι περιστάσεις, οι αντιξοότητες, οι διώξεις,
που σ’ εμπόδισαν.

Δεν το πιστεύεις.
Ξέρεις.
Ως εδώ ήσουν. Ως εδώ οι ικανότητες, οι δυνατότητές σου
Απρόσιτες για σένα οι κορυφές.
Ερασιτέχνης, ουδέποτε ειδήμονας και επαΐων.
Φιλομαθής ωστόσο, φιλοπερίεργος ακριβέστερα
και φιλοπράγμων.
Αντλώντας γνώσεις από παντού,
πετώντας από άνθος σε άνθος
ιστορία, πολιτική, οικονομία, φιλοσοφία, φυσική,
λογοτεχνία, μουσική.
Σπαταλώντας δυνάμεις και κόπους
για καινούργιους δρόμους και μονοπάτια.
Περιπλανώμενος ιππότης συνεχώς κάτω από πανύψηλα κάστρα
Πολυπράγμων όμως και περί πολλά τυρβάζων και μεριμνών
πώς να τα ανέβεις;
Σου έλειπαν και τα γονίδια των αναρριχητικών φυτών
και η τεχνική της αναρρίχησης.

Εκ πεποιθήσεως απεχθανόμενος την τεθλασμένην.
Εμπόδιο κι η καρδιά, απείθαρχη στις συμβουλές του κοινού νου.
Μοιρασμένος ανέκαθεν ανάμεσά τους.

Και νυν οδεύεις
με τον απολογισμό ανά χείρας
και τις τελικές διαπιστώσεις.

Πολλοί οι χώροι που εισήλθες.
Πολλά όσα γνώρισες κι έμαθες.
Το μέσο όρο κέρδισες. Και σ’ αυτόν έμεινες.

Ωραία ωστόσο η ζωή σου.
Με τους ήχους της μουσικής
να δονούνε πάντοτε την ψυχή σου
(βιολιά, κόρα, χορωδίες, ρέκβιεμ και τον θρήνο του Φιλίππου
στον Ντον Κάρλο του Βέρντι, τραγουδισμένο από αξέχαστο μπάσο).
Άριες λυπητερές.
Μινοράκια, Νυχτερινά του Σοπέν
που σε γέμιζαν θλίψη
θλίψη όμως ποθητή
και μελαγχολία ηδονική

Ότι από παιδί σε μάγευαν η απεραντοσύνη των εξοχών
και του σκυθρωπού χειμωνιάτικου πελάγους το αχανές
τα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου.
Τα θαμπά, χλομά ηλιοβασιλέματα
και η ερημία των αγρών.

Με τα μάτια μισόκλειστα να βαδίζεις ανάμεσά τους
και το σιγανό χιονόνερο να βιτσίζει το πρόσωπό σου.
Χαϊδεύοντας τα σγουρά κεφαλάκια των τριφυλιών
που φύτρωναν στις ξερολιθιές.
Ακούγοντας το μουρμουρητό των νερών
και ψέλοντας νοερά τους θρήνους των ύμνων της μεγαλοβδομάδας
και το ρέκβιεμ ετέρναμ
που σε ανέβαζε στον ουρανό.

Αυτός ο απολογισμός σου.

Και νυν οδεύεις…

Η Κική, μου έστειλε σήμερα τους παρακάτω στίχους για τον Μιχάλη:

Το ‘μαθα ξαφνικά,
και κρατούσα το μπικ που μου ‘χε βάψει το δάχτυλο…

Κι έτσι που ‘ψαχνα τις σελίδες,
με θολωμένα γυαλιά,
να βρω τους κατάλληλους στίχους,
που θα ‘θελε κι ο Μιχάλης,
βάφτηκαν μ’ ένα χρώμα αταίριαστο,
οι στίχοι που διάλεξα…

Λυπάμαι,
λυπάμαι κατάκαρδα,
όχι γιατί βάφτηκε η σελίδα,
αλλά που μαύρισε η καρδιά μου,
που λιγοστεύουμε!

Κική, 3-8-2015
mimis-kiki-liaroutsoi
——————————————————————————————————————————-

* Από την ποιητική συλλογή «Από ώρας πρώτης έως ενάτης», εκδόσεις Εντός, Αθήνα,  Ιούνιος 2004
Το σκίτσο του Μιχάλη Λιαρούτσου είναι του Μίλτη Παρασκευαΐδη.
Η φωτογραφία με την Ελευθερία και τον Μιχάλη, είναι από τα ογδοηκοστά γενέθλια του Μίμη, είχαμε κάνει μια μεγάλη γιορτή με όλους τους καλούς του φίλους…

Advertisements

Posted in Αριστερά - κινήματα, Εις μνήμην, Ποίηση, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , | 3 Σχόλια »

Στις 23 Φλεβάρη

Posted by tofistiki στο 23/02/2014

Για τη σημερινή επέτειο ίδρυσης της ΕΠΟΝ,
(αλλά και για την πιο προσωπική, την επέτειο γάμου της Κικής και του Μίμη,
που πάντα την θυμόμαστε λόγω της άλλης),
ένα τραγούδι που αγαπούσαν κι έλεγαν πολύ ωραία μαζί οι δυο τους:
 

 

Τι έγραφε στο ιδρυτικό της κείμενο η ΕΠΟΝ, για να μαθαίνουν οι μικρότεροι και να θυμούνται οι μεγαλύτεροι, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Ένα ωραίο αφιέρωμα με ντοκιμαντέρ της εποχής, δημοσιεύεται σήμερα στη σελίδα της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό

Posted in Αριστερά - κινήματα, Εις μνήμην, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μια επέτειος

Posted by tofistiki στο 23/02/2013

Οι γονείς μου, σαν ζευγάρι, γιόρταζαν δύο επετείους που μου ήταν εύκολο να τις θυμάμαι γιατί έπεφταν σε σημαδιακές μέρες: Η επέτειος της γνωριμίας τους ήταν 4η Αυγούστου, και του γάμου τους, σαν σήμερα, 23 Φλεβάρη, μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ.

mimis-wedding-5 goneis epeteios

Η δεύτερη φωτογραφία, είναι από την τελευταία τους επέτειο, τον Φλεβάρη του 2011. Ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες πέρασαν 53 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη…

Για την 70η επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ, σίγουρα θα γίνουν πολλά αφιερώματα, όπως αυτό εδώ του ιστολόγιου «Βαθύ Κόκκινο». Εγώ θα βάλω ένα τραγούδι που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου, σε στίχους Πέτρου Ανταίου* και στο σκοπό της «Σαμιώτισσας»:

Κι εδώ, ένα τραγούδι στη λεσβιακή ντοπιολαλιά, που τραγουδούσε πολύ ωραία κι πατέρας μου, κι ακόμα άλλο ένα που τον θυμάμαι να λέει, εδώ.

Εδώ, ένα άρθρο με αναμνήσεις του Μίμη από την ΕΠΟΝ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Α Σελάνα» και στην εφημερίδα «Εμπρός» της Μυτιλήνης, και το είχε  αναδημοσιεύσει και το Φιστίκι.

***

*Πέτρος Ανταίος: πως ιδρύσαμε την ΕΠΟΝ, από το tvxs

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 21/01/2013

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, κι η Μυτιλήνη ζει τις πρώτες ελεύθερες μέρες μετά την Κατοχή.
 

Από εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

ΕΦΤΑ 306Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Η οργάνωσή μας, η ΕΠΟΝ, είχε στην πόλη δέκα τμήματα. Τα εννέα ήταν κατά γειτονιές και το 10ο ήταν των μαθητών του γυμνασίου, η «Μαθητική ΕΠΟΝ». Στην αρχή ήμασταν έντεκα, όλο αγόρια, αλλά σύντομα αυξηθήκαμε σε είκοσι πέντε. Ανάμεσά μας είχαμε τώρα και κορίτσια: τη Δήμητρα τη Σκαλτσούνη, πολύ όμορφη και κάπως παχουλή, που γι’ αυτό τη φωνάζαμε «Βαρελάκι», τη Μαρίκα τη Χατζηράλλη, που ήταν πάντα γελαστή και τη λέγαμε «Σου γελάω», τη Σούλα την Κουκουτού, τη Νέδα τη Νικήτα, την Αρίσβα Παπαχαραλάμπους, τη Βάσω και την Ερμιόνη Κορίτατζη, τη Ζωή Καραμπελοπούλου, την Ευτυχούλα Κακαβιά, τη Βαγγελίτσα την Αποστόλου και την Παρίτσα τη Χωριανοπούλου, που ήταν γειτονοπούλα μου, όλα όμορφα, δροσερά κορίτσια της 6ης, 7ης και 8ης τάξης.

Κάναμε εκλογές και στο Τμηματικό Συμβούλιο εκλέξαμε γραμματέα τον Τάκη το Γιαννακόπουλο, διαφωτιστή τον Τάκη τον Παπαθανασίου και οικονομικό υπεύθυνο το Μάριο το Γιουρουκέλλη. Η Δήμητρα κι εγώ βγήκαμε απλά μέλη.

Η στενή παρέα ανάμεσα σε νεαρούς και νεαρές, που δημιουργούσε η συμμετοχή τους στην ίδια οργάνωση και στις εκδηλώσεις της, δεν προκάλεσε προβλήματα. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν μάλλον πουριτανική, αλλά καθόλου υποκριτική. Βεβαίως ακόμα και απλά φλερτ θεωρούνταν απαράδεκτα καμώματα, αλλά από την αρχή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια (στη δικιά μας περίπτωση) ή σε νεαρούς και κοπέλες (στις οργανώσεις των μεγαλύτερων), αναπτύχθηκε μεγάλη εγκαρδιότητα και συντροφικότητα. Κάναμε πολύ κεφάτα πάρτυ και τρελές εκδρομές, αλλά πλέον ου. Φυσικά δεν άργησαν να σχηματιστούν κάποια ζευγαράκια, αλλά αυτές ήταν σπανιότατες περιπτώσεις και κατά κάποιον τρόπο είχαν την έγκριση και κάλυψη της οργάνωσης, μια που αφορούσαν ερωτευμένα παιδιά, που είχαν δηλώσει πως θέλανε να παντρευτούν και να ζήσουνε μαζί. Σε μας τουλάχιστον (τους μαθητές) η μοναδική περίπτωση ήταν του Λαλάκου και της Βάσως, που κατέληξε, μετά εφτά χρόνια, σε γάμο, ο οποίος κράτησε ισοβίως. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των (μεγαλύτερών μας) Θόδωρου και Αφροδίτης.

Είχαμε πάντως αρχίσει να συζητάμε (οι νεαροί μεταξύ μας) για τις σχέσεις με το άλλο φύλο και για το πώς θα λύναμε το σεξουαλικό μας πρόβλημα. Δεν ξέραμε όμως ποιον από τους μεγάλους να ρωτήσουμε σχετικά. Όσο θάρρος κι αν είχαμε μαζί τους, θεωρούσαμε αδιανόητο να ρωτήσουμε το Μίλτη τον Παρασκευαΐδη ή το Βασίλη τον Αρχοντίδη. Τους ντρεπόμασταν. Θα μας ήταν ίσως πιο βολικό να ρωτήσουμε το «Δάσκαλο», τον Αποστόλου, που μας φαινόταν πολύ πιο προσιτός, αλλά αυτός τώρα ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής, πού να βρει καιρό να ασχοληθεί μαζί μας και μάλιστα για τέτοια θέματα.

Τελικά μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία του Τζίμη του Φράγκου, πήγαμε στα γραφεία της Νομαρχιακής Επιτροπής και βρήκαμε τον Αχιλλέα τον Κοντάρα, σεβαστό και κοσμαγάπητο αγωνιστή, που είχε το χάρισμα να δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας με όλους τους συνομιλητές του και η οποία, στην περίπτωσή μας, κάλυψε το χάσμα της διαφοράς ηλικίας.

Ο μπαρμπα-Αχιλλέας μάς άκουσε προσεχτικά, με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο να φέγγει στο πρόσωπό του, κι ύστερα μας μίλησε πολύ φιλικά, αλλά δυστυχώς πολύ γενικόλογα.

«Ό,τι και να κάνετε, κι όπως και να γίνει, να έχετε πάντα στο νου σας πως τη γυναίκα πρέπει να τη σεβόσαστε. Ακόμα και οι πόρνες είναι άξιες του σεβασμού σας, γιατί είναι κι αυτές θύματα της κοινωνίας. Βοηθάτε να στεριώσουμε την καινούργια κοινωνία, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και φυσικά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, θα είναι λεύτερες, γιατί δε θα καθορίζονται από το χρήμα και τότε όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν.»

Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγάλαμε φεύγοντας, ήταν πως έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να φτιάξουμε αυτή την κοινωνία της λευτεριάς.

 

 
Στη φωτογραφία, η παρέα των επονιτών σε θαλασσινή βόλτα με καΐκι.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/01/2013

Με κάποια καθυστέρηση πάλι, συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, οι Γερμανοί μόλις έφυγαν από το νησί και η οικογένεια του Μίμη  επιστρέφει, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο, στη Μυτιλήνη.
 

Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό.

Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»
«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»
«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο.
Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι»
γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό».
Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝΗ Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 
(συνεχίζεται) 
 
Στη φωτογραφία,  ο Μίμης με επονίτες συναγωνιστές της Μαθητικής ΕΠΟΝ.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Φεύγουν οι Γερμανοί! (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 02/01/2013

Λόγω των γιορτών και της συνάντησης στους Καλλονιάτες, παρουσιάστηκε κάποια καθυστέρηση στην δημοσίευση των αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός». Συνεχίζουμε με την εικοστή τέταρτη συνέχεια: Είναι Σεπτέμβρης του 1944, η οικογένεια του Μίμη έχει καταφύγει στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή, όπου μαθαίνουν το πολυπόθητο νέο της αποχώρησης των Γερμανών από το νησί και αποφασίζουν να επιστρέψουν στη χώρα. 

Η Οργάνωση τελικά αποφάσισε τη δημιουργία παιδικού κινήματος με τη συγκρότηση της πρώτης ομάδας «Αετόπουλων». Δεν ξέρω για ποιο λόγο, επιλέξαν εμένα ως υπεύθυνο αυτής της δουλειάς. Με τη βοήθεια του Τάκη και του Δημοσθένη, του μικρότερου αδελφού του, μαζέψαμε καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, που πρόθυμα εντάχθηκαν στα Αετόπουλα. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε στο χωριό του παππού μου και το «καλαμένιο ιππικό» μας.

aetopoulaΤα Αετόπουλα τα οπλίσαμε με ξύλινα σπαθιά και κοντάρια, που παρίσταναν τα ντουφέκια και τα γυμνάζαμε σε ασκήσεις πυκνής τάξεως. Τους μαθαίναμε επίσης όλα τα τραγούδια του αγώνα, μεταξύ των οποίων και το «Τραγούδι των Αετόπουλων»:

Είμαστε αετόπουλα
μ’ ατρόμητη καρδιά,
περήφανα Ελληνόπουλα
και της ΕΠΟΝ παιδιά.
Στον αγώνα
θεριέψαμε κι εμείς
και γίναμε της Λευτεριάς
φρουροί και της Τιμής.

που ήταν στο σκοπό του αμερικάνικου καουμπόικου τραγουδιού «Ω Σουζάννα». Η εμφάνιση της διμοιρίας των πιτσιρίκων, που περνούσαν τραγουδώντας και κρατώντας τα ξύλινα όπλα τους από τους δρόμους και τα σοκάκια, έδινε έναν εύθυμο τόνο στο χωριό και ανέβαζε το ηθικό του κόσμου.

Αρχές Σεπτεμβρίου άρχισαν να περνούν από το χωριό ένοπλοι αντάρτες, που φορούσαν μάλιστα στολή. Η εμφάνισή τους προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό στον κόσμο, που έβλεπε πως από το μηδέν είχε ξεφυτρώσει αληθινός στρατός. Και δεν ήταν ξένοι στρατιώτες, ούτε Έλληνες φερμένοι απ’ αλλού. Ήταν δικά του παιδιά, χωριανοί ή κοντοχωριανοί, ένας δικός του, λαϊκός, στρατός.

Στο Γυμνάσιο συγκεντρωνόταν σιγά – σιγά όλη η ηγεσία του νησιού. Ήρθε ο καινούργιος, ο λαϊκός, Νομάρχης, που λεγόταν Φριλίγγος και ήταν γνωστός λογοτέχνης. Ο πατέρας μου, που τον γνώριζε καλά, μου είπε πως ήξερε άριστα εβραϊκά και είχε μεταφράσει το «Άσμα Ασμάτων». Κατόπιν ήρθε και ο Δεσπότης Διονύσιος. Ήταν ένα αδύνατο γεροντάκι, που φορούσε ένα απλό ράσο κι έδινε την εντύπωση καλόγερου παρά δεσπότη. Μου έκανε εντύπωση που ο πατέρας μου, με την πρώτη, έπιασε φιλίες με το Διονύσιο και είχαν ατέλειωτες συζητήσεις μαζί. Μια φορά μάλιστα, αποχαιρετώντας τον, του φίλησε το χέρι. Έτυχε να είμαι μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή, για μένα, κίνηση του πατέρα μου και φαίνεται πως έδειξα μεγάλην έκπληξη, γιατί το βράδυ στο σπίτι μού είπε, σα να δικαιολογιόταν:

«Ξέρεις, ο Διονύσιος δεν είναι σαν τους άλλους παπάδες. Πιστεύει στ’ αλήθεια και είναι συνεπής στην πίστη του. Τέτοιους ανθρώπους δεν μπορείς παρά να τους σέβεσαι, έστω κι αν εσύ έχεις άλλα πιστεύω.»

Σε δυο μέρες μαθεύτηκε πως βρισκόταν στο χωριό και ο άλλος δεσπότης, ο Ιάκωβος. Αυτός φυσικά δεν ήρθε μόνος του, αλλά τον φέρανε συνοδεία. Τον είχε πιάσει ένα περίπολο του ΕΛΑΣ, καθώς πήγαινε στο εξοχικό του στην Αχλαδερή. Ο πατέρας μου μας διηγήθηκε πως όταν μπήκε ανάμεσα στους ένοπλους αντάρτες που τον φρουρούσαν στο Γυμνάσιο, ήταν «ωχρός σα σουδάριο» και έτρεμε.

Την 1η Σεπτεμβρίου έγινε στο χωριό η Παλλεσβιακή Συνδιάσκεψη Εκπαιδευτικών και μαζεύτηκαν αντιπρόσωποι από όλα τα σχολεία του νησιού. Η Συνδιάσκεψη κράτησε τρεις μέρες. Στο μεταξύ μάθαμε πως η Ρουμανία συνθηκολόγησε και οι Ρώσοι φτάσανε στα σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ οι Σύμμαχοι μπήκαν στο Βέλγιο.

Στις 8 του μήνα έγινε, όπως είχε οριστεί, η ορκωμοσία του 22ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο χώρο μπροστά στο Γυμνάσιο. Δεν ήρθαν φυσικά όλοι οι αντάρτες του νησιού, αλλά αντιπροσωπείες από τα τέσσερα τάγματα του Συντάγματος. Για μας πάντως, που πρώτη φορά βλέπαμε συγκεντρωμένους τόσο πολλούς αντάρτες με τα όπλα τους και τις στολές τους, ήταν σα να είχαμε μπροστά μας μια μεραρχία. Το καινούργιο στοιχείο ήταν πως στην ορκωμοσία παρευρέθηκαν πολλοί παπάδες, όχι μόνο αυτοί που ιερούργησαν μαζί με το Δεσπότη, αλλά και μερικοί οπλισμένοι, ανάμεσα στους αντάρτες.

Μετά τη δοξολογία μίλησε ο συναγωνιστής Οικονόμου και ο λόγος του μας συνάρπασε. Το βράδυ είχαμε πάλι βεγγέρα στου κυρ-Πάνου του Ευαγγελινού, που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Ο πατέρας μου με τον Πάνο και το θείο το Γιώργο άρχισαν να τραγουδάνε παλιά ρομαντικά τραγούδια, το «Λησμόνησα το χρώμα των μαλλιών της» το «Στης νύχτας τη σιγαλιά» το «Τα καημένα τα νιάτα» και άλλα πολλά. Ακούγοντάς τους, νόμισα πως ο πόλεμος είχε τελειώσει και ξανάρθαν οι παλιές ειρηνικές μέρες.

imerologio_katoxis10Το πρωί της μεθεπόμενης μέρας μάς ξύπνησαν οι καμπάνες που χτυπούσαν σ’ όλες τις εκκλησιές. Στην αρχή φοβηθήκαμε πως είχαμε νέα επιδρομή Γερμανών, αλλά σε λίγο μαθεύτηκε το απίστευτο νέο: Τη νύχτα οι Γερμανοί άδειασαν κρυφά το νησί. Ήμασταν λεύτεροι. Ντυθήκαμε και πήγαμε τρέχοντας στην πλατεία, όπου είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Ήταν κάτι σα γιορτή. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, στα καφενεία οι καφετζήδες κερνούσαν όλο τον κόσμο ούζο και κρασί. Σε λίγο άρχισαν να βγάζουν λόγους από το μπαλκόνι της Λέσχης.

Το μεσημέρι καθώς τρώγαμε, ο πατέρας μου μας είπε πως αύριο πρωί θα γυρίζαμε στην πόλη κι αυτήν τη φορά όχι με βοϊδάμαξα, αλλά με ένα γερμανικό φορτηγό, λάφυρο του ΕΛΑΣ! Το βράδυ έγινε μεγάλο γλέντι στη Λέσχη.

Δεν υπήρχαν κορίτσια κι έτσι δε χορέψαμε ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά μόνο καλαματιανό, συρτό, απτάλικο, μαζωμένο και μπάλο. Ήρθε και ένας πολύ εύθυμος και αστείος τύπος, ο Αποστόλης, τύφλα στο μεθύσι και σκαρφαλωμένος στους ώμους δυο φίλων του μας έβγαλε λόγο, που μας έκανε να ξεκαρδιστούμε από τα γέλια. Τότε μπήκαν ξαφνικά δυο – τρεις νεαροί πολύ ταραγμένοι και μας είπαν πως το Τσαμλίκι καίγεται! Αμέσως το γλέντι σταμάτησε κι όλοι οι νεαροί ξεκινήσαμε να πάμε να σβήσουμε τη φωτιά. Ο πατέρας μου όμως με μπόδισε.

«Η ώρα είναι έντεκα και ποιος ξέρει πότε θα γυρίσετε πίσω, κι εμείς πρέπει να φύγουμε αύριο στις εφτά.»

Με μισή καρδιά δεν πήγα με τους άλλους για να σβήσουμε τη φωτιά, αλλά τον ακολούθησα στο σπίτι του θείου Γιώργου.

(συνεχίζεται)
 
Την εικόνα του Αναγνωστικού με τα Αετόπουλα, έκδοση της ΠΕΑΕΑ, την βρήκα στο ιστολόγιο Κόκκινος Φάκελος και το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εμπρός», φύλλο 17ης Σεπτεμβρίου 1944, στο άρθρο Μέρες γερμανικής κατοχής στη Λέσβο του http://www.emprosnet.gr
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

«Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο, του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by tofistiki στο 12/12/2012

Σε λίγες μέρες, κλείνει χρόνος που έφυγε ο Μίμης. Στα συρτάρια του, ξύλινα και ηλεκτρονικά, άφησε ένα σωρό γραφτά, κάποια από τα οποία είναι έτοιμα βιβλία που δεν πρόλαβε να τα δει τυπωμένα. Όπως έλεγε συχνά, «έχω τόσα βιβλία, έτοιμα ή στο μυαλό μου, που πρέπει να ζήσω μέχρι τα 120 για να προλάβω να τα τυπώσω». Δυστυχώς δεν του βγήκε… Και πέρα από όλα τα άλλα που μου λείπουν –η φυσική του παρουσία, η φωνή του, η καλημέρα από το παράθυρο του γραφείου του το πρωί, το γκρίζο κεφάλι σκυμμένο στο πληκτρολόγιο, τα μεγαλειώδη φτερνίσματά του που έσειαν το σπίτι- όσο περνάει ο καιρός και το παίρνω απόφαση πια, ο πόνος μαλακώνει αλλά μου μένει το παράπονο που δεν μπορώ πια να τον ρωτάω για όλα όσα είχε μαζέψει μέσα σ΄εκείνο το προικισμένο μυαλό του.
Τα βιβλία, είναι ένας τρόπος να διατηρείς τη μνήμη, ελπίζω λοιπόν σιγά-σιγά να εκδοθούν όσα είχε έτοιμα.

venetsianikosΠριν λίγες μέρες, βγήκε από τις εκδόσεις Γνώση, «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο, από τα χρόνια του Εμφύλιου στην Πελοπόννησο. Στο οπισθόφυλλο, ο Νίκος σημειώνει:

– Δύο κυνηγημένοι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού βρίσκουν καταφύγιο σε μιαν άγνωστη και ανεξερεύνητη σπηλιά – θα καταφέρουν να επιζήσουν και τι θα ανακαλύψουν στα σπλάχνα της;

– Τρεις μηχανικοί της Αγροτικής Τράπεζας, αποκλεισμένοι από την κακοκαιρία σ ένα ορεινό χωριό, έχουν μιαν απρόσμενη, και λογικά ανεξήγητη, συνάντηση.

– Μια αγωνίστρια της αριστεράς, αντιμέτωπη με μια φριχτή αποκάλυψη, περνάει μέσα απ’ το γυαλί του βενετσιάνικου καθρέφτη, για να βρει τους συντρόφους της νιότης της.

Τρεις νουβέλες, που έχουν κοινό θέμα τους στον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο, στις οποίες ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει πώς σκέφτονται και πώς ένιωθαν οι
άνθρωποι που βρέθηκαν στη δίνη της φοβερής εκείνης εποχής και να περιγράψει την ατμόσφαιρά της.

«Οι μορφές όλων αυτών των ανθρώπων που καθρεφτίστηκαν μέσα σ΄αυτόν τον καθρέφτη, δεν άφησαν άραγες κανένα ίχνος;
Αυτοί οι τόσο ζωντανοί άνθρωποι, που χόρεψαν, τραγούδησαν, μίλησαν, καμάρωσαν, γέλασαν μπροστά του, χάθηκαν έτσι, χωρίς ν αφήσουν τίποτα;»

Posted in Εις μνήμην, Ιστορία, Λογοτεχνία, Νέες εκδόσεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 6 Σχόλια »

Ένα φιλί κάτω απ’ τη συκιά (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 01/12/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος, έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Όπως είδαμε στο προηγούμενο απόσπασμα, ο δεκαπεντάχρονος Μίμης, σύνδεσμος πλέον του ΕΑΜ, έχει πάει με αποστολή στο Ψηλομέτωπο και φιλοξενείται σε φιλικό σπίτι.

Το βραδάκι πήγα στο καφενείο του Στρατή, μήπως είχε να μου δώσει τίποτα.Ερωτοκριτος και Αρετούσα

«Συναγωνιστή, είσαι άτυχος», μου λέει. «Συνεδρίαση θα έχουμε μεθαύριο το βράδυ. Αναγκαστικά θα πρέπει να μείνεις άλλες δύο μέρες, γιατί δεν έχω σύνδεσμο να στείλω την απόφαση κάτω.»

Γύρισα και ανακοίνωσα τα νέα στον κυρ-Στέλιο και την κυρία Ανθούλα. Χάρηκαν αληθινά που θα με είχαν τρεις μέρες μαζί τους. Η παρουσία μου ήταν ίσως μια ποικιλία στην καθημερινή τους ρουτίνα. Το βράδυ μετά το φαΐ, πιάσαμε συζήτηση, αυτήν τη φορά για την εξέλιξη του πολέμου, για τις ειδήσεις που μας είχε φέρει ο συναγωνιστής Οικονόμου από την Ελεύθερη Ελλάδα, για τις μάχες στις συνοικίες της Αθήνας, για τους ΕΠΟΝίτες που σκοτώθηκαν στην οδό Μπιζανίου στην Καλλιθέα και στο κάστρο του Υμηττού και με την ευκαιρία τούς έμαθα τα δυο τραγούδια του αγώνα που ήξερα: το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» και τον «Ύμνο της ΕΠΟΝ». Μ’ ακούγανε με μεγάλη συγκίνηση. Είδα τα μάτια της Αγλαΐας, που παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς να μιλά, να λάμπουν. Ο κυρ-Στέλιος μερακλώθηκε κι άρχισε να τραγουδά τον παλιό ύμνο της Δημοκρατίας: «Από τα βάθη των αιώνων Δημοκρατία ξεκινάς» κι ένα σατιρικό τραγουδάκι που έλεγε «Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε το Βασιλιά».

Το πρωί, η Αγλαΐα μού πρότεινε να πάμε να μαζέψουμε σύκα από τις συκιές τους και η κυρία Ανθούλα συμφώνησε. Πήραμε ένα καλάθι κι οπλισμένοι με την κατζουρίδα, ένα μακρύ ραβδί που κατέληγε σε αρπάγη σαν τις αγκλίτσες, κινήσαμε. Οι συκιές ήταν λίγο έξω από το χωριό. Σκαρφαλώσαμε κι οι δυο στα δέντρα και με την κατζουρίδα τραβούσαμε κοντά τα κλαδιά που είχαν σύκα, για να κόψουμε τους καρπούς. Σε λίγο είχαμε γεμίσει το καλάθι.

Μου άρεσε πολύ η Αγλαΐτσα. Ήταν όμορφο κορίτσι, που ξεχείλιζε από ζωή και χαρά. Γελούσε με το παραμικρό. Ένιωθα ζωηρή επιθυμία να την αγκαλιάσω και να της φιλήσω τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, που θυμίζανε μήλα.

Ντρεπόμουν όμως και, λίγο, φοβόμουν. Δεν είχα ξαναφιλήσει κορίτσι. Αν μ’ έβριζε ή αν μ’ έσπρωχνε ή με χαστούκιζε, τι θα έκανα; Ύστερα ήταν στη μέση και η ιδιότητά μου. Δεν ήμουν κανένα ανεύθυνο παλιόπαιδο, ήμουν ΕΠΟΝίτης και βρισκόμουν σε αποστολή, οπότε δεν έπρεπε να δώσω αφορμή να κατηγορήσουν την Οργάνωση. Την επομένη το πρωί, που ξαναπήγαμε για σύκα, ξέχασα το καλάθι στο σπίτι. Όταν το θυμηθήκαμε, ήταν αργά για να γυρίσουμε να το πάρουμε.

«Δεν πειράζει, θα τα βάλω στην ποδιά μου», μου λέει.

Αυτήν τη φορά ανέβηκα μόνο εγώ στη συκιά, οπλισμένος με την κατζουρίδα και της πετούσα τα σύκα, που στην αρχή τα έπιανε στον αέρα γελώντας, κατόπιν όμως τα δεχόταν στην τεντωμένη ποδιά της ώσπου αυτή γέμισε.

Κατέβηκα κάτω από το δέντρο και βλέποντας πως και τα δυο της χέρια ήταν απασχολημένα να κρατάνε την ποδιά της γεμάτη σύκα, δεν κρατήθηκα. Σκέφτηκα πως δε θα μπορούσε να με σπρώξει. Αυτό μού ‘δωσε θάρρος, της έπιασα το κεφάλι και την φίλησα στα κόκκινα μάγουλά της. Δε με απόκρουσε, ούτε διαμαρτυρήθηκε, αλλά αντίθετα, όταν την ξαναφίλησα, με αγκάλιασε κι αυτή και με φίλησε στο μάγουλο.

Μαζέψαμε γελώντας τα πεσμένα στο χώμα σύκα και τα βάλαμε στην καταλερωμένη ποδιά της, που αποφάσισε να την βγάλει από πάνω της και να την κρατήσει σαν μπόγο. Ξεπεράσαμε έτσι την αμηχανία που νιώσαμε με το τόλμημά μας και γυρίσαμε στο σπίτι χαρούμενοι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πετάριζε μέσα στο στήθος μου. Είχα φιλήσει κορίτσι! Το πρώτο φιλί της ζωής μου. Το μεσημέρι στο φαΐ κοιταζόμασταν κλεφτά και κοκκινίζαμε.

Ευτυχώς ούτε ο κυρ-Στέλιος ούτε η κυρία Ανθούλα παρατήρησαν τα αναψοκοκκινίσματά μας.

Το απόγεμα με βρήκε ο υπεύθυνος και μου ‘πε πως αύριο κατά τις δέκα θα μου έδινε το χαρτί με την απόφαση της συνεδρίασης, να το πάω στην Οργάνωση. Στενοχωρήθηκα που θα χώριζα από την Αγλαΐτσα. Το βράδυ, πριν πάμε ο καθένας για ύπνο στα δωμάτιά μας, την ξεμονάχιασα και την ξαναφίλησα πολλές φορές.

Το άλλο πρωί πήγαμε για τελευταία φορά να μαζέψουμε σύκα. Στο δρόμο, ούτε γέλια ούτε πειράγματα. Ήμασταν κι οι δυο μελαγχολικοί.

«Θα φύγεις και δε θα ξανάρθεις.»

«Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα έρθω», της λέω.

«Άμα γλυτώσ’ η πόλιμους! Ποιος ξέρ’ σι πόσα χρόνια», μου είπε στο ιδίωμα του χωριού.

«Ποια χρόνια; Οι Ρώσοι μπήκαν στη Ρουμανία. Όπου να ‘ναι θα έρθουν κι εδώ.»

Αυτήν τη φορά φιληθήκαμε πολλές φορές κι όχι μόνο στα μάγουλα, μα και στο στόμα. Γυρίσαμε στο σπίτι της, παραδώσαμε τα σύκα στην κυρία Ανθούλα, τους χαιρέτησα όλους κι ύστερα πήγα στον υπεύθυνο, πήρα τα χαρτιά και ξεκίνησα για πίσω. Στο γυρισμό ήμουν μελαγχολικός και συλλογισμένος.

 

[Εδώ σημειώνει ο Μίμης: «Την Αγλαΐτσα την ξαναντάμωσα μετά από 64 χρόνια! Ήταν καλοκαίρι τού 2009, που παραθερίζαμε στη Μυτιλήνη, και μαθαίνοντας πως σύχναζε στο ΚΑΠΗ της Απάνω Σκάλας, πήγα και την αναζήτησα. Μου δείξανε μια καλοσυνάτη γριούλα, που φάνηκε πολύ παραξενεμένη όταν της είπαν πως την αναζητούσε ένας άγνωστός της ασπρομάλλης γέρος. Όταν της θύμισα το μάζεμα των σύκων στο χωριό της, εκείνες τις μέρες του Αυγούστου τού ‘44, μου ‘πιασε το χέρι και με κοίταξε συγκινημένη. Μου είπε πως δεν είχε μόνο εγγόνια όπως εγώ, αλλά και δυο δισέγγονα!»]

 (Συνεχίζεται)

Η φωτογραφία του πίνακα «Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα», του Θεόφιλου, είναι από τον ιστότοπο του Μουσείου Θεόφιλου, που αξίζει μαι επίσκεψη: http://www.mytilini.gr/theofilos/index.html

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Θυμίζω ότι, στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Μίμης, λόγω της μυωπίας του, είχε σταθεί αιτία για έναν άσκοπο συναγερμό. Η διήγηση συνεχίζεται από εκεί.

[…]

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

 «Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος, και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.»
(Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το, άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό.
Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν.
Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

(Συνεχίζεται)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 06/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Αποδείχτηκε πως τα καθήκοντά μας ήταν να ενισχύσουμε τις σκοπιές στα υψώματα γύρω από το χωριό, που είχαν πολλαπλασιαστεί και λειτουργούσαν πια αδιάκοπα. Ντυμένοι με παλιόρουχα, σαν τσομπανόπουλα, θα φυλάγαμε με βάρδιες από το ξημέρωμα ως τη νύχτα, στους λοφίσκους γύρω από το χωριό, και αν βλέπαμε να ανηφορίζουν τη δημοσιά αυτοκίνητα και μάλιστα φορτηγά, έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό. Επίσης κάποιοι θα ήταν σύνδεσμοι, δηλαδή θα μεταφέρανε μηνύματα από την Οργάνωση σε οργανώσεις άλλων χωριών.

Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου, φύλαγα σκοπός σ’ ένα λόφο στα νότια του χωριού, που όπως έμαθα τον λέγαν Γιορνήσι. Είχα πάει με οδηγό έναν πολιτοφύλακα στις δύο, να αντικαταστήσω τον πρωινό, που ήταν εκεί από τις δέκα. Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι. Η μάνα μου με είχε εφοδιάσει με ένα καλαθάκι, όπου εκτός από ένα μπουκάλι με νερό είχε βάλει ψωμί, τυρί και λίγα απίδια. Ήταν σα να πήγαινα εκδρομή. Κρέμασα το καλαθάκι στο κλαδί μιας ελιάς, κάθισα στη σκιά της, στο σέτι και παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές. Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο. Στο δρόμο δεν έβλεπα την παραμικρή κίνηση. Πέρασαν κάπου δυο ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει και τώρα τον είχα κατάφατσα, καθώς επισκοπούσα τη δημοσιά.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι, όταν είδα να ανηφορίζουν τρία φορτηγά αυτοκίνητα. Πήγαιναν πολύ αργά. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Γερμανικά καμιόνια», σκέφτηκα, «και θα ’ναι γεμάτα στρατό για να πηγαίνουν τόσο αργά.»

Πήγα πίσω από την ελιά, σε μια θέση που να φαίνομαι από την προηγούμενη σκοπιά κι άρχισα να κουνάω την κόκκινη μαντήλα με την οποία με είχαν εφοδιάσει. Όταν είδα το συναγωνιστή να κουνάει κι αυτός μια παρόμοια μαντήλα, μάζεψα τα πράματά μου και κίνησα για το σημείο που είχε οριστεί σα σημείο συγκέντρωσης των σκοπών. Άκουσα τις καμπάνες των εκκλησιών του χωριού να χτυπάνε δυνατά. Ώσπου να φτάσω στην Καυκάρα, πυκνά πλήθη φεύγανε από το χωριό τραβώντας είτε προς τον Κλομηδάδο, είτε προς την Κλοπεδή.

Στην Καυκάρα ήταν μαζεμένοι όλοι οι σκοποί και κάμποσοι άντρες της Πολιτοφυλακής, μερικοί από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με πιστόλια. Ο συναγωνιστής Θουκυδίδης είχε το γενικό πρόσταγμα. Η ώρα όμως περνούσε χωρίς να ακούγεται τίποτα από το χωριό, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί στην προηγούμενη επιδρομή οι ριπές από τα αυτόματα και οι τουφεκιές ήταν πυκνές. Ο Θουκυδίδης φαινόταν να αδημονεί. Στο τέλος έστειλε δυο πολιτοφύλακες για να πάνε κρυφά να εξακριβώσουν τι κάνανε στο χωριό οι Γερμανοί.

Οι ανιχνευτές γύρισαν σ’ ένα τέταρτο, κουβαλώντας μαζί τους τρεις πολίτες, που έδειχναν φοβισμένοι και ανήσυχοι.

«Φύγαν οι Γερμανοί;», ρώτησε ο Θουκυδίδης.

«Ποιοι Γερμανοί; Δεν ήρθαν Γερμανοί στο χωριό, μονάχα τρεις αραμπάδες με μπόμπες να πάρουν λάδι.» (μπόμπες λέγανε τα μεγάλα σιδερένια λαδοβάρελα)

Ο άσκοπος συναγερμός έληξε αμέσως. Ξαναχτύπησαν οι καμπάνες και ο κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Το βράδυ είχαμε πάλι συγκέντρωση όλων των σκοπών. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, που άδειασα χωρίς λόγο ένα ολόκληρο χωριό. Ο Θουκυδίδης με κοίταζε αυστηρός και αγέλαστος.

«Εσύ ήσουν απογευματινό νούμερο στο Γιορνήσι;»

«Εγώ», του λέω.

«Και καλά, δεν είδες πως δεν ήταν φορτηγά, αλλά αραμπάδες με βαρέλια;»

«Κοίτα συναγωνιστή, ο ήλιος ήταν κατάφατσα, δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. Τα άλογα μου φανήκανε σαν τη μηχανή και τα βαρέλια σαν την καρότσα του φορτηγού. Γελάστηκα.»

«Και γιατί, αφού έχεις μυωπία, δε φορούσες τα γυαλιά σου;»

«Δεν έχω γυαλιά»

«Για δες, ρε, ποιον βάλαμε να μας φυλάει!», είπε όλο φούρκα.

 

(συνεχίζεται)

Στην εικόνα, η εφημερίδα «Αντιφασίστας», όργανο του συμβουλίου της ΕΠΟΝ Λέσβου, από το ψηφιακό αρχείο «Ο παράνομος τύπος στις συλλογές των ΑΣΚΙ (1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»


(1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: