Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘ΕΑΜ’

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 21/01/2013

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, κι η Μυτιλήνη ζει τις πρώτες ελεύθερες μέρες μετά την Κατοχή.
 

Από εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

ΕΦΤΑ 306Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Η οργάνωσή μας, η ΕΠΟΝ, είχε στην πόλη δέκα τμήματα. Τα εννέα ήταν κατά γειτονιές και το 10ο ήταν των μαθητών του γυμνασίου, η «Μαθητική ΕΠΟΝ». Στην αρχή ήμασταν έντεκα, όλο αγόρια, αλλά σύντομα αυξηθήκαμε σε είκοσι πέντε. Ανάμεσά μας είχαμε τώρα και κορίτσια: τη Δήμητρα τη Σκαλτσούνη, πολύ όμορφη και κάπως παχουλή, που γι’ αυτό τη φωνάζαμε «Βαρελάκι», τη Μαρίκα τη Χατζηράλλη, που ήταν πάντα γελαστή και τη λέγαμε «Σου γελάω», τη Σούλα την Κουκουτού, τη Νέδα τη Νικήτα, την Αρίσβα Παπαχαραλάμπους, τη Βάσω και την Ερμιόνη Κορίτατζη, τη Ζωή Καραμπελοπούλου, την Ευτυχούλα Κακαβιά, τη Βαγγελίτσα την Αποστόλου και την Παρίτσα τη Χωριανοπούλου, που ήταν γειτονοπούλα μου, όλα όμορφα, δροσερά κορίτσια της 6ης, 7ης και 8ης τάξης.

Κάναμε εκλογές και στο Τμηματικό Συμβούλιο εκλέξαμε γραμματέα τον Τάκη το Γιαννακόπουλο, διαφωτιστή τον Τάκη τον Παπαθανασίου και οικονομικό υπεύθυνο το Μάριο το Γιουρουκέλλη. Η Δήμητρα κι εγώ βγήκαμε απλά μέλη.

Η στενή παρέα ανάμεσα σε νεαρούς και νεαρές, που δημιουργούσε η συμμετοχή τους στην ίδια οργάνωση και στις εκδηλώσεις της, δεν προκάλεσε προβλήματα. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν μάλλον πουριτανική, αλλά καθόλου υποκριτική. Βεβαίως ακόμα και απλά φλερτ θεωρούνταν απαράδεκτα καμώματα, αλλά από την αρχή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια (στη δικιά μας περίπτωση) ή σε νεαρούς και κοπέλες (στις οργανώσεις των μεγαλύτερων), αναπτύχθηκε μεγάλη εγκαρδιότητα και συντροφικότητα. Κάναμε πολύ κεφάτα πάρτυ και τρελές εκδρομές, αλλά πλέον ου. Φυσικά δεν άργησαν να σχηματιστούν κάποια ζευγαράκια, αλλά αυτές ήταν σπανιότατες περιπτώσεις και κατά κάποιον τρόπο είχαν την έγκριση και κάλυψη της οργάνωσης, μια που αφορούσαν ερωτευμένα παιδιά, που είχαν δηλώσει πως θέλανε να παντρευτούν και να ζήσουνε μαζί. Σε μας τουλάχιστον (τους μαθητές) η μοναδική περίπτωση ήταν του Λαλάκου και της Βάσως, που κατέληξε, μετά εφτά χρόνια, σε γάμο, ο οποίος κράτησε ισοβίως. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των (μεγαλύτερών μας) Θόδωρου και Αφροδίτης.

Είχαμε πάντως αρχίσει να συζητάμε (οι νεαροί μεταξύ μας) για τις σχέσεις με το άλλο φύλο και για το πώς θα λύναμε το σεξουαλικό μας πρόβλημα. Δεν ξέραμε όμως ποιον από τους μεγάλους να ρωτήσουμε σχετικά. Όσο θάρρος κι αν είχαμε μαζί τους, θεωρούσαμε αδιανόητο να ρωτήσουμε το Μίλτη τον Παρασκευαΐδη ή το Βασίλη τον Αρχοντίδη. Τους ντρεπόμασταν. Θα μας ήταν ίσως πιο βολικό να ρωτήσουμε το «Δάσκαλο», τον Αποστόλου, που μας φαινόταν πολύ πιο προσιτός, αλλά αυτός τώρα ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής, πού να βρει καιρό να ασχοληθεί μαζί μας και μάλιστα για τέτοια θέματα.

Τελικά μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία του Τζίμη του Φράγκου, πήγαμε στα γραφεία της Νομαρχιακής Επιτροπής και βρήκαμε τον Αχιλλέα τον Κοντάρα, σεβαστό και κοσμαγάπητο αγωνιστή, που είχε το χάρισμα να δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας με όλους τους συνομιλητές του και η οποία, στην περίπτωσή μας, κάλυψε το χάσμα της διαφοράς ηλικίας.

Ο μπαρμπα-Αχιλλέας μάς άκουσε προσεχτικά, με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο να φέγγει στο πρόσωπό του, κι ύστερα μας μίλησε πολύ φιλικά, αλλά δυστυχώς πολύ γενικόλογα.

«Ό,τι και να κάνετε, κι όπως και να γίνει, να έχετε πάντα στο νου σας πως τη γυναίκα πρέπει να τη σεβόσαστε. Ακόμα και οι πόρνες είναι άξιες του σεβασμού σας, γιατί είναι κι αυτές θύματα της κοινωνίας. Βοηθάτε να στεριώσουμε την καινούργια κοινωνία, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και φυσικά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, θα είναι λεύτερες, γιατί δε θα καθορίζονται από το χρήμα και τότε όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν.»

Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγάλαμε φεύγοντας, ήταν πως έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να φτιάξουμε αυτή την κοινωνία της λευτεριάς.

 

 
Στη φωτογραφία, η παρέα των επονιτών σε θαλασσινή βόλτα με καΐκι.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/01/2013

Με κάποια καθυστέρηση πάλι, συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, οι Γερμανοί μόλις έφυγαν από το νησί και η οικογένεια του Μίμη  επιστρέφει, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο, στη Μυτιλήνη.
 

Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό.

Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»
«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»
«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο.
Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι»
γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό».
Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝΗ Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 
(συνεχίζεται) 
 
Στη φωτογραφία,  ο Μίμης με επονίτες συναγωνιστές της Μαθητικής ΕΠΟΝ.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 09/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα και βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο πατέρας του Μίμη) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

«Ο Δημόκριτος και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος και ο Πρωταγόρας, είχαν καταλάβει πολλά από τα μυστικά της Φύσης. Δυστυχώς όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία τους χάθηκαν. Αν είχαν σωθεί, ίσως να είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η ανθρώπινη σκέψη. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά τους.»

Ο πατέρας μου συνέχιζε να μου αναπτύσσει τις απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων για τον Κόσμο και κατάληξε λέγοντας:

«Οι Έλληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός της Αρχαιότητας που δεν πίστευε πως τον Κόσμο τον έπλασε ο θεός ή οι θεοί.»

Από τότε που ήμουν στην τετάρτη Δημοτικού, ήξερα πως ο πατέρας μου ήταν άθεος. Δε μου είχε κάνει όμως ποτέ του καμμιά συζήτηση για τις πεποιθήσεις του ή τις δικές μου. Είχα βέβαια διαβάσει ένα ποίημα που είχε γράψει πριν πέντε χρόνια στη Σάμο, τη «Γέννηση», και μάλιστα με είχε κάπως σοκάρει το τέλος του,

«Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ, μες στου χειμώνα την καρδιά,
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδιά
και ρύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία»,

που μου φάνηκε βλάσφημο.

Η απομάκρυνσή μου από τη χριστιανική πίστη, που την είχα αδιαφιλονίκητη ως τα δώδεκά μου χρόνια, έγινε σιγά – σιγά. Για ένα σύντομο διάστημα έγινα οπαδός της αρχαίας θρησκείας του Δωδεκάθεου και ιδίως της θεάς Αθηνάς, που τη θαύμαζα, γιατί συνδύαζε την ομορφιά με τη σοφία. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα το βιβλίο «Αθηνά» των Γκόου και Ρέινεκ, της σειράς των «52 του Ελευθερουδάκη», και μαγεύτηκα από τον πολιτισμό και τη σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας.

Ξαφνικά ο Χριστιανισμός μού φάνηκε μίζερος, αυστηρός, σκοτεινός, και κατά κάποιον τρόπο ανήθικος. Άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά από όπως σκεφτόμουν ως τότε, ή μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε ουσιαστικά άρχισα να σκέφτομαι:

«πώς είναι δυνατό να έπλασε το φως και το σκότος, την ημέρα και τη νύχτα, την πρώτη μέρα της Δημιουργίας και τον ήλιο και τα αστέρια μόλις την τέταρτη;»
«πού βρέθηκε τόσο νερό για να σκεπαστεί όλη η Γη ως τα πιο ψηλά βουνά και πού πήγε αυτό το νερό μετά τον Κατακλυσμό;»
«από πού κι ως πού έπρεπε να νιώθω εγώ ένοχος γιατί ο Αδάμ έφαγε το μήλο;»
«γιατί είναι αμαρτία να φάω κρέας την Παρασκευή;»
«δεν πρέπει να κάνω το κακό για να μην τιμωρηθώ ή γιατί δεν είναι σωστό;»
«είναι ηθικό να κάνουμε το καλό, προσδοκώντας να ανταμειφθούμε στον Παράδεισο;»

και πολλές άλλες, που ως τότε δε μου είχαν περάσει από το μυαλό.

Μετά τη διασταύρωση της Γέρας αρχίζαμε να ανηφορίζουμε. Κοντά στο χωριό Λάμπου Μύλοι, πιο γνωστό ως Λάμπες, κάτσαμε σε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ήπιαμε δροσερό νερό και φάγαμε το φαΐ που μας είχε η μάνα μου στην καστάνια. Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, ξεκινήσαμε. Πριν ξεκινήσουμε, ο πατέρας μου έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο κι είδε την ώρα.

«Μπρε!», έκανε έκπληκτος. «Κοντεύει δύο, δηλαδή περπατάμε πέντε ώρες. Κουράστηκες;»
«Μπα όχι, εντάξει είμαι», του λέω και δεν έλεγα ψέματα.
«Θέλουμε άλλες έξι ώρες ως την Αγιά Παρασκευή», με προειδοποίησε «Τι λες, θα τα καταφέρεις;»
«Μη νοιάζεσαι», του λέω, αν και δεν ήμουνα σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

Περπατήσαμε άλλη μιαν ώρα και στην αρχή του Τσαμλικιού συναντήσαμε έναν αραμπά, που τον έσερναν δύο βόδια. Πήγαινε πιο αργά από μας, που κατά τους υπολογισμούς του πατέρα μου καλύπταμε περίπου τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα.

«Για πού το βάλατε, πατριώτες;», μας ρώτησε ο αραμπατζής.
«Για την Αγιά Παρασκευή», απάντησε ο πατέρας μου. «Εσείς;»
«Για την Καλλονή.»
«Έχει χώρο να μας πάρεις ως τη διασταύρωση;»
«Έχει, και θα σας πάρω το μισό ναύλο.»
«Εντάξει», είπε ο πατέρας μου.

Η βοϊδάμαξα σταμάτησε κι εμείς ανεβήκαμε. Οι άλλοι επιβάτες μάς έκαναν τόπο και βολευτήκαμε στο πίσω μέρος του αραμπά.
Η βοϊδάμαξα πήγαινε πολύ αργά. Ίσως με λιγότερα από τρία χιλιόμετρα την ώρα.

«Πόσες ώρες κάνεις από τη Μυτιλήνη ως την Καλλονή;», ρώτησε ο πατέρας μου τον αραμπατζή.
«Δε θέλω δώδεκα; Ξεκινήσαμε από τη χώρα στις οχτώ και θα ‘μαστε στην Καλλονή το πρωί κατά τις οχτώ ή εννιά.»

Σε λίγο, το αργό κούνημα του αραμπά, το τρίξιμο των τροχών του και οι κουβέντες των επιβατών με νανούρισαν. Ήταν και η κούραση από την πεντάωρη πεζοπορία, που φάνηκε μόλις κάθισα και νύσταξα αμέσως.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σε λίγο κοιμόμουνα βαθιά.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, ο Μίμης με τους γονείς του, την ξαδέρφη του Αγγέλα και τους γονείς της. Είναι το καλοκαίρι του ’43, στον θερινό κινηματογράφο «Σαπφώ».
«Καστάνια«, για τους νεότερους που ίσως δεν το έχουν ακούσει, λεγόταν το ανοξείδωτο -ή συχνότερα τότε αλουμινένιο- δοχείο φαγητού που το καπάκι του είχε κλείστρο ασφαλείας και ήταν ιδανικό για ταξίδια.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν μας έκαναν έρευνα οι Γερμανοί

Posted by tofistiki στο 28/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

 

Αρχές Μαρτίου ένα γεγονός μας συντάραξε όλους. Η Γκεστάπο πήγε να πιάσει ένα ράφτη, μέλος της Οργάνωσης, τον Μανόλη τον Λαμπαδάριο, αυτός όμως κατάφερε να κλειδώσει τους γκεσταπίτες στο μαγαζί του και να φύγει. Αυτοί σπάσανε την πόρτα, τον κυνήγησαν και τελικά τον πιάσανε. Τον κλείσανε στην Γκεστάπο και τον βασάνισαν άγρια. Εντούτοις, δυο μέρες μετά, ο Λαμπαδάριος δραπέτευσε μέσα απ’ του λύκου το στόμα. Αναγάλλιασε όλη η Μυτιλήνη μόλις μαθεύτηκε το νέο κι οι Γερμανοί φρύαξαν.

Καθώς κόντευε η 25η Μαρτίου σε πολλά χωριά του νησιού, που δεν είχαν Γερμανούς ή χωροφύλακες, στην Αγιάσο, το Μανταμάδο και άλλα, ετοιμάζανε να γιορτάσουν την επέτειο. Όλα δείχνανε πως κάτι ξεσήκωνε τον κόσμο.
Στις 23 Μαρτίου το απόγεμα χτύπησε η πόρτα της αυλής μας.
Πήγα ν’ ανοίξω και πάγωσα. Ήταν ένας με πολιτικά και τέσσερις οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες! Αυτός με τα πολιτικά με ρώτησε αν ήταν εδώ ο πατέρας μου. Δεν ήταν Γερμανός αλλά μυστικός της Ασφάλειας και φαινόταν μάλλον στεναχωρημένος που έκανε αυτή τη δουλειά. Ο πατέρας μου έλειπε κι οι μουσαφίρηδες μπήκαν στο σπίτι και ο «μυστικός» άρχισε να ρωτάει τη μητέρα μου. Εκείνη τους αντιμετώπισε με μεγάλη ψυχραιμία, αλλά δεν τους είπε πού μπορεί να ήταν ο πατέρας μου. Ο επικεφαλής των Γερμανών, ένας δεκανέας, διέταξε τους δυο στρατιώτες του να μείνουν στο σπίτι μας και πήρε εμένα.

Οι τέσσερίς μας, ο «μυστικός» κι εγώ εν μέσω των δύο στρατιωτών, ξεκινήσαμε για να βρούμε τον πατέρα μου. Διασχίσαμε το δρομάκο μας και κατεβήκαμε την Αγίου Συμεών ως την αγορά, ενώ μας παρακολουθούσαν δεκάδες μάτια, πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ή από τις πόρτες και τις αυλές. Αποφάσισα να τους πάω σε όλα τα μέρη όπου ήταν μαθηματικώς αδύνατο να είχε περάσει ή να βρισκόταν ο πατέρας μου, θέλοντας ταυτόχρονα, με την περιπλάνησή μου αυτή, να τον ειδοποιήσω, με τους γνωστούς που θα με βλέπανε, να κρυφτεί. Έτσι οδήγησα το μυστικό και τους φρουρούς μου στο «Πανελλήνιον», στη «Φέμινα», στη «Λέσχη Πρόοδο», στην Τράπεζα (που ήταν φυσικά κλειστή) ως και σ’ ένα κέντρο διασκεδάσεως, που βρισκόταν ψηλά στο Κιόσκι. Ξεποδαριαστήκαμε, αλλά, περνώντας από την Κουλμπάρα, διαπίστωσα πως Γερμανοί στρατιώτες βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χαράλαμπου και του διευθυντή της Τράπεζας, ενώ περνώντας από το κτίριο, όπου ήταν το γραφείο του Τάκη του Αμπατζή, δικηγόρου και φίλου του πατέρα μου, είδα μιαν ανεξήγητη ταραχή.

Καμιά φορά, ο δεκανέας αποφάσισε να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Όλη η γειτονιά ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα και μπαίνοντας μέσα σάστισα, γιατί το βρήκα γεμάτο γυναίκες. Οι Γερμανοί που είχαν μείνει εκεί, είχαν διαταγή να πιάνουν όποιο άτομο έμπαινε και να μη το αφήνουν να βγει για να μην ειδοποιήσει κανέναν. Έτσι κράτησαν τη γιαγιά μου, τη θεία Μένη, τη θεία Μάρω, τη θεία Ζωή, τη θεία Ευτυχία, την κυρία Αντιγόνη, την κυρία Μαρίκα και άλλες δύο γειτόνισσες.
Ανάμεσα σ’ αυτό το γυναικομάνι, είδα τελικά, τον πατέρα μου να κάθεται στον καναπέ, ανάμεσα στους δύο Γερμανούς. Όπως έμαθα αργότερα, σαν έμαθε πως με είχαν πιάσει και με περιφέρανε στους δρόμους της Μυτιλήνης, δε δίστασε ούτε στιγμή. Ήρθε σπίτι να δει τι συμβαίνει. Ο δεκανέας βλέποντας πως ο αναζητούμενος βρέθηκε, έδωσε εντολή να φύγουν όλοι οι ξένοι και το σπίτι άδειασε.

Σε λίγο ήρθαν άλλοι δύο Γερμανοί, με πολιτικά και άρχισαν να ερευνούν  με γερμανική μεθοδικότητα και προσοχή όλο το σπίτι. Ξεκίνησαν από το ισόγειο και έφτασαν ως το υπερώο. Ο ένας κρατούσε ένα κλεφτοφάναρο χωρίς μπαταρία, που έφεγγε όταν πατούσε συνεχώς ένα έμβολο. Δε δώσανε προσοχή σε χαρτιά ή βιβλία αλλά φτάνοντας στο εργαστήριο της σοφίτας και βλέποντας τα παλιά ραδιόφωνα, και όλα τα λοιπά εξαρτήματα που είχε ο πατέρας μου, σοβάρεψαν και βγάλαν τα πιστόλια τους. Όταν μάλιστα είδαν στην ταράτσα την παγίδα για πουλιά, που είχαμε φτιάξει το χειμώνα της πείνας μήπως πιάσουμε κανένα πουλί να φάμε (δεν πιάσαμε ποτέ τίποτα), σάλταραν κι οι δύο, πήγαν κοντά της και την περιεργάζονταν για λίγα λεπτά. Πίστεψαν πως έπιασαν κάποιο μεγάλο κατάσκοπο και φαντάστηκαν πως η παγίδα σκέπαζε κάτι σαν ασύρματο.
Εν πάση περιπτώσει μάζεψαν μπομπίνες, μεγάφωνα, κουτιά παλιών ραδιοφώνων κι ό,τι άλλο κρίναν ύποπτο, για επιμελέστερο έλεγχο. Στον «τρίποδα της Πυθίας», δηλαδή το σκαμνάκι-σασί του αυτοσχέδιου ραδιοφώνου που είχε σκαρώσει ο πατέρας μου και που τώρα επάνω του κοιμόταν μακαρίως η γάτα μας, ο Προκόπης, δεν έδωσαν καμιά σημασία.

Στο ισόγειο που κατεβήκαμε, φόρτωσαν τον πατέρα μου με τα ύποπτα εξαρτήματα και βάζοντάς τον στη μέση, με εφ’ όπλου λόγχη, κίνησαν για την Ορτς Κομαντατούρ. Η μητέρα μου κι εγώ τον φιλήσαμε πολλές φορές πριν βγει στο δρόμο. Μου έκανε εντύπωση η ψύχραιμη στάση της μάνας μου, που την ήξερα για αδύνατη και φοβιτσιάρα κι αυτό μ’ έκανε κι εμένα να μη λιποψυχήσω κι ας τρέμανε τα πόδια μου και χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου.
Όλη η γειτονιά είχε βγει στις πόρτες και τα παράθυρα και κοίταζε σιωπηλή την πομπή που απομακρυνόταν.

Αμέσως που φύγανε οι Γερμανοί με τον πατέρα μου, ήρθαν ο θείος Αντρέας κι ο θείος Θόδωρος και ξαναψάξαμε μαζί το σπίτι, γιατί ήταν βέβαιοι πως οι Γερμανοί θα ξανάρχονταν. Ο «τρίπους της Πυθίας» κομματιάστηκε και κάηκε στη σόμπα και οι ραδιοφωνικές λυχνίες, οι πυκνωτές και τα εξαρτήματα που ήταν κρυμμένα σε παλιά ρούχα και δεν τα ανακάλυψαν οι Γερμανοί, πετάχτηκαν στον υπόνομο.
Σε μισήν ώρα ήρθανε η Ζήνα και ο κύριος Βόρης, για να μας δώσουν κουράγιο και να πάρουν όλα τα ρωσικά βιβλία και τα τετράδια με τις σημειώσεις των μαθημάτων της ρωσικής, κρίνοντας πως αν τα ανακάλυπταν οι Γερμανοί θα είχαν ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο στη διάθεσή τους. Όπως μάθαμε, όταν η πομπή με τους Γερμανούς και τον πατέρα μου, πέρασε μπροστά από το Παρθεναγωγείο, την ώρα που σχολούσαν οι μαθήτριες, η Ζήνα, βλέποντας το φίλο του πατέρα της εν μέσω Γερμανών στρατιωτών, στην αρχή μαρμάρωσε, ύστερα όμως του φώναξε με δυνατή φωνή
«Κουράγιο κύριε Νίκο!»
κι έτρεξε στο σπίτι της να πει τα νέα.

(συνεχίζεται)

Στην φωτογραφία, η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝ. Ανακαθισμένος 2ος από δεξιά, ο Μίμης.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η Οργάνωση

Posted by tofistiki στο 28/07/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.


Από το χειμώνα τού ‘42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την Οργάνωση.
Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσά μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση της Οργάνωσης. Κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, το άνοιγμα από άγνωστα χέρια κάποιων κρυφών αποθηκών που ανήκαν σε μαυραγορίτες και η λεηλασία τους από το ανώνυμο πλήθος που ειδοποιημένο από άγνωστα στόματα έτρεξε εν ριπή οφθαλμού, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν.

Έκπληκτος διαπίστωσα πως ο συνήθως λαλίστατος πατέρας μου, που μετά το βραδινό φαΐ σχολίαζε με τη μάνα μου όλα τα γεγονότα της μέρας, έγινε επιφυλακτικός και λιγομίλητος και σε λίγο κι η μητέρα μου μυήθηκε σ’ αυτή τη συνωμοσία της σιωπής, αφήνοντας τις αδελφές της παραξενεμένες.

Το καλοκαίρι τού ‘43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια. Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος ενός εργολάβου οικοδομών από την Ανατολή. Ο πρώτος και μεγαλύτερος αδελφός του ζούσε στην Αθήνα και οι δύο μεσαίοι είχαν περάσει στη Μέση Ανατολή. Ο Γιαννάκας, σα μικρότερος, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας αλλά και πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε, ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά, μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μια νεολαιίστικη οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της στρατολογίας μου από το Γιαννάκα, μια που αυτή η νεολαιίστικη οργάνωση ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό Οργάνωση, στην οποία ήταν κι ο ίδιος οργανωμένος από τα τέλη τού ‘41: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομά της, τουλάχιστον ως τα μέσα τού ‘43.
Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ’ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά, δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπαν να τους ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:

«Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;»,
απάντησε με μεγάλη προθυμία,

«Φυσικά και ξέρω»
«Και ποιοι είναι σ’ αυτό; Πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;», τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους.
«Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω.»

Την άλλη μέρα το πρωί, ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτήριο με την επιγραφή «Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ».

«Να εκεί είναι», τους λέει, «παστώνουν σαρδέλες», προσέθεσε εμπιστευτικά…

Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα την ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας.
Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σα συνωμοσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία.
Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον «Πέερ Γκυντ», που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη «Σαπφώ» μια γερμανική ταινία μ’ αυτόν τον τίτλο, που μας άρεσε πολύ, ιδίως η μουσική της. Δεν ήταν η κλασσική μουσική του Γκριγκ, αλλά κάποια άλλη, σύγχρονη και πολύ όμορφη.

Το ίδιο είχε γίνει με την «Κάρμεν», επίσης γερμανική ταινία, που είχαμε δει δύο χρόνια πιο μπροστά. Και σ’ αυτήν η μουσική δεν ήταν του Μπιζέ, αλλά κάποιου σύγχρονου συνθέτη, ωραιότατη πάντως. Τα τραγούδια της: «Αντόνιο Βάργκα Χερέντια», «Τα κορίτσια της Σιέρρα Μορένα» και άλλα, είχαν γίνει δημοφιλέστατα.

Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Το Χρήστο τον ήξερα ελάχιστα, κυρίως γιατί τον έβλεπα στα εργαστήρια του Μάριου του Κρητικόπουλου ή του Αλέκου του Κοντήβεη, όπου σύχναζε ταχτικά ο πατέρας μου. Από τα άλλα παιδιά της ομάδας, εκτός από το Γιαννάκα, ήξερα μόνο τον Τάκη τον Παπαθανασίου, που τον φωνάζαμε Απτάλη.

Τελευταίος ήρθε ο καθοδηγητής, ο Αντρέας*, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε «συναγωνιστές», μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας, κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών, για τυχόν συνεργάτες τους και πώς θα οργανώναμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών.

Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του, με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο ύφος πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δεν μπαίνει για μας.

Ο Κώστας δεν είπε τίποτα, αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους άλλους, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση,  ο Τάκης ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.

* Αντρέας Χαραλαμπίδης, τουφεκίστηκε στον Εμφύλιο, αιωνία του η μνήμη

Ο πατέρας μου στα γραφτά που άφησε, σημειώνει ότι έχει φωτογραφία του Αντρέα Χαραλαμπίδη. Δυστυχώς, δεν βρήκα κάτι τέτοιο στο αρχείο του, αλλά ούτε και στο διαδίκτυο.

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κουράγιο, παιδιά! Θα τα βγάλουμε πέρα

Posted by tofistiki στο 06/10/2011

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στο «Εμπρός» στις 04/10/2011

Χωρίς αμφιβολία περνάμε μια πολύ σοβαρή κρίση: οικονομική, κοινωνική και πολιτική.

Και όχι μόνο εμείς, αλλά ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες από κοντά. Από εκεί άλλωστε, τις ΗΠΑ, ξεκίνησε, πριν μερικά χρόνια με τη χρεωκοπία τής Lehman Brothers.

Όλοι οι οικονομολόγοι, και όχι μόνο οι μαρξιστές ή οι μαρξίζοντες, συμφωνούν πως οι οικονομικές κρίσεις είναι σύμφυτες με τον καπιταλισμό. Δε θα επιμείνω περισσότερο σ’ αυτό. Εκτός του ότι δεν είμαι οικονομολόγος, δεν είναι αυτό το αντικείμενο του σημερινού σημειώματός μου.

Θα ήθελα να πω δυο κουβέντες για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται μια οικονομική κρίση με όλες τις παρενέργειές της στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Γιατί υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αντιμετωπιστεί μια κρίση και πιο συγκεκριμένα η κρίση που βιώνουμε. Θα ήταν πάντως λάθος να επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε την κρίση με παραδοσιακά βασικά κριτήρια, περιμένοντας μια γενικότερου-παγκοσμίου χαρακτήρα λύση της, ένα εκσυγχρονισμένο «Σχέδιο Μάρσαλ» να πούμε. Θα ήταν επίσης λάθος να προσεγγίσουμε την κρίση με την ιδιοτέλεια μιας προσωπικής εξόδου από την κρίση, του τύπου «ο σώζων εαυτόν, σωθήτω».

Ας θυμηθούμε τι κάναμε παλιά. Ας πάρουμε διδάγματα από την ιστορία μας. Χωρίς αμφιβολία η γερμανική κατοχή τού 1941 – 1944 προκάλεσε πολλαπλή κρίση που χτύπησε την πατρίδα μας σε όλους σχεδόν τους τομείς: Στον εθνικό – η χώρα διαμελίστηκε, μεγάλες περιοχές της προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία και την Ιταλία. Στον οικονομικό – εξαναγκαστήκαμε να «δανείσουμε» τη Γερμανία με υπέρογκα ποσά, που ουδέποτε μας τα επέστρεψαν και το εθνικό νόμισμα έχασε κάθε αξία από τον πρωτοφανή πληθωρισμό. Στον κοινωνικό – εξαθλιώθηκαν τεράστιες μάζες του πληθυσμού, ολόκληρες περιοχές δοκιμάστηκαν από το λιμό, ενώ ταυτόχρονα μια χούφτα αδίστακτων κερδοσκόπων έκαναν τεράστιες περιουσίες, που τις απολαμβάνουν ακόμα οι απόγονοί τους. Και όμως δεν το βάλαμε κάτω. Οργανωθήκαμε, αντισταθήκαμε, επιβιώσαμε.

Όπως έλεγε ένα ποίημα που γράφτηκε τότε (και που δυστυχώς δεν θυμάμαι τον ποιητή του)

Ήταν που μας δέσαν το κορμί
Ήταν που μας πήραν το ψωμί
– κλέψανε το σάλιο από το στόμα –
Ήταν που μας πνίξαν τη φωνή,
τύραννοι, φονιάδες μακρινοί,
που μας ματοκύλισαν στο χώμα
Τότε, στο σκοτάδι το βαθύ,
που ‘λεγες: το παν έχει χαθεί,
τότε μες στο ρίγος του θανάτου,
ήρθες, σάμπως άνοιξης πνοή
ήρθες, σα μυριόστομη βουή,
σαν αητός, που ανοίγει τα φτερά του.

Άρχισε η Αντίσταση. Και η Αντίσταση δεν ξεκίνησε με τουφέκια. Αυτά ήρθαν πολύ αργότερα.

Η Αντίσταση ξεκίνησε με την αλληλεγγύη και την αρωγή στους αδύνατους. Ξεκίνησε επίσης με την τόνωση του ηθικού του λαού, για να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση και την αισιοδοξία του. Τότε ακριβώς έγραψε ο Δημήτρης Γληνός το αθάνατο βιβλίο του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ».

Τώρα θα μου πείτε, γιατί αραδιάζω αυτά τα γνωστά και εν μέρει τετριμμένα; Γιατί μέσω του διαδικτύου μού ήρθε ένα πολύ αισιόδοξο ηλεκτρονικό μήνυμα. Λέγεται «Ελληνικές ετικέτες» και περιλαμβάνει εκτεταμένο κατάλογο εκατοντάδων χρήσιμων και απαραίτητων προϊόντων, που παράγονται στην Ελλάδα, καθώς και των επιχειρήσεων που τα παράγουν. Εκεί βρίσκεται το ζουμί και μόνο έτσι θα βγούμε από την κρίση: με τη δουλειά μας, επιστρέφοντας στη γη και παράγοντας χρήσιμα προϊόντα. Και, κοντά στο νου, παύοντας να εισάγουμε ό,τι θα μπορούσε να παραχθεί εδώ.

Οι παλαιότεροι θα θυμάστε ένα τηλεοπτικό σποτ, της δεκαετίας τού ’80, τον «Εισαγόμενο», που έδειχνε έναν τύπο καλοπερασάκια, που αφού καμάρωνε για τα ρούχα που φορούσε, που ήταν όλα εισαγόμενα, στηνόταν κατόπιν στην ουρά του γραφείου ευρέσεως εργασίας.

Λοιπόν, μπορεί να σας φανεί απίστευτο, αλλά το σποτ αυτό σταμάτησε να προβάλλεται με εντολή υπουργού της κυβέρνησης Παπανδρέου. Του μπαμπάκα, βεβαίως βεβαίως.

 

Η εικόνα προέρχεται  από παράνομο έντυπο της εθνικής αλληλεγγύης του ΕΑΜ, από το http://mauroflight.wordpress.com

Posted in Ιστορία, Περιοδικό, εφημερίδα "Εμπρός", οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Να θυμηθούμε τι κάναμε τότε

Posted by tofistiki στο 03/09/2011

Άρθρο του Δημ. Σαραντάκου που δημοσιεύτηκε στο «Εμπρός» στις 30/08/2011

Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα στην τηλεόραση ένα αξιόλογο ντοκυμαντέρ, που με αδιάσειστα στοιχεία έδειχνε την κλοπή που γίνεται σε βάρος παραγωγών και καταναλωτών από τους κερδοσκόπους. Φρούτα και λαχανικά, που τα αγοράζουν οι μεσάζοντες από τον παραγωγό λίγα λεπτά του ευρώ, πουλιούνται στον καταναλωτή 2,3 ή και 4 ευρώ, αποφέρουν δηλαδή κέρδη της τάξεως των 500% έως 900%. Παρόμοια ασυδοσία στην κερδοφορία μονάχα με τη μαύρη αγορά της Κατοχής μπορεί να συγκριθεί.
Το γεγονός αυτό και πολλά παραπλήσια ενισχύουν την άποψη πολλών πως βιώνουμε κάποιαν ιδιότυπη μορφή κατοχής. Δεν ήρθανε ξένα στρατεύματα να καταλάβουν τη χώρα, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Τις αποφάσεις για την πορεία της οικονομίας, της κοινωνικής ζωής, της παιδείας και της περίθαλψης δεν τις παίρνει η νόμιμη, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας, αλλά ξένα κέντρα αποφάσεων. Η κυβέρνηση απλώς εκτελεί τις εντολές τους και το δυστύχημα είναι πως τις εκτελεί με απίστευτη προχειρότητα και τσαπατσουλιά.
Πρέπει, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πως βιώνουμε ένα είδος κατοχής. Αλλά κάθε κατοχή παραπέμπει σε αντίσταση. Μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια. Μόνο που αντίσταση δεν προϋποθέτει ντε και καλά βία και ένοπλη πάλη. Άλλωστε, και η άλλη Αντίσταση μη θαρρείτε πως άρχισε με τα ντουφέκια. Αυτά ήρθαν πολλούς μήνες αργότερα.

Το ουσιαστικότερο ίσως γνώρισμα της Εθνικής Αντίστασης στα χρόνια της εχθρικής κατοχής ήταν ο αυθορμητισμός που χαρακτήριζε το ξεκίνημά της. Τέτοια αυθόρμητη αντιστασιακή ενέργεια, με εθνικό και πολιτικό συνάμα χαρακτήρα, ήταν το τόλμημα του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα, να κατεβάσουν τη χιτλερική σημαία που μόλυνε το βράχο της Ακρόπολης.
Φυσικά υπήρξαν από την αρχή σαμποτάζ σε βάρος του κατακτητή, καθώς και η εμφάνιση ενόπλων, στα βουνά κυρίως της βουλγαροκατεχόμενης Μακεδονίας, αλλά όλα αυτά είχαν τοπικό χαρακτήρα, χωρίς να παραλείψω να αναφέρω πως η ένοπλη εξέγερση του Δοξάτου και της Δράμας ήταν οργανωμένη προβοκάτσια των βουλγαρικών στρατιωτικών αρχών, στην παγίδα των οποίων έπεσε η τοπική ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος.
Η Αντίσταση άρχισε αυθόρμητα και αθόρυβα, με πράξεις καθόλου ηρωικές, αλλά απολύτως αποτελεσματικές. Το πρώτο μέλημά της ήταν η αντιμετώπιση του λιμού, που στοίχισε στον ελληνικό λαό χιλιάδες νεκρούς. Οργανώθηκαν παντού, σε σχολεία, σε εργοστάσια σε γειτονιές, συσσίτια, συγκροτήθηκαν ομοίως καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, που φέρνανε τρόφιμα απ’ ευθείας από τους παραγωγούς, παρακάμπτοντας τους μεσάζοντες και τους μαυραγορίτες.
Φυσικά, πολύ σύντομα η οργανωμένη πια Αντίσταση πήρε επάνω της την όλη προσπάθεια. Είναι χαρακτηριστικό πως η Εθνική Αλληλεγγύη ιδρύθηκε στις 28 Μαΐου 1944, τρεις μήνες πριν ιδρυθεί ο βασικός κορμός της Αντίστασης, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.

Και αναρωτιέμαι. Ξεχάσαμε τι κάναμε τότε; Γιατί δεν οργανώνονται καταναλωτικοί συνεταιρισμοί σε κάθε γειτονιά, σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε εργοστάσιο; Συνεταιρισμοί που θα έρχονται σε άμεση επαφή με τους παραγωγούς και θα αγοράζουν τα προϊόντα τους σε πολύ καλύτερες τιμές για αυτούς, αλλά απείρως χαμηλότερες για τους καταναλωτές. Το ζητούμενο είναι σήμερα να αναπτυχθεί η κοινωνική αλληλεγγύη, όχι όμως φιλανθρωπικές οργανώσεις. Δεν μπαίνει θέμα φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, αλλά θέμα κοινωνικής αλληλεγγύης και αντίστασης. Έτσι πρέπει να το δούμε.
Και εδώ μπαίνει ένα πελώριο ερώτημα. Γιατί δεν ξεκινά αυτή την πρωτοβουλία η Αριστερά; Ποιος φαντάζεται πως είναι ο ρόλος της σήμερα; Πιστεύω πως δεν είναι ο βερμπαλισμός και η αοριστία, για συσπείρωση και πάλη και άλλα ηχηρά παρόμοια, ούτε η στείρα καταγγελία των κυβερνητικών ενεργειών, ούτε φυσικά η διαπάλη για την καρέκλα και το προεδριλίκι. Άλλος πρέπει να είναι ο ρόλος μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής Αριστεράς: Να καταδείξει τους αληθινούς στόχους μιας καινούργιας Αντίστασης. Να βοηθήσει στην οργάνωση δικτύου καταναλωτικών συνεταιρισμών. Να συμβάλει στην αποκάλυψη των παράνομων και τεράστιων κερδών που αποκομίζουν κάποιοι σε μια εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων στερείται και πένεται.
Και όλα αυτά, την σήμερον ημέραν που παιδιά του δημοτικού παίζουν στα δάχτυλά τους την Πληροφορική, που με το διαδίκτυο μπορείς να πάρεις ένα σωρό πληροφορίες, ούτε ανέφικτα ούτε δύσκολα είναι. Πολιτική βούληση και οργάνωση χρειάζονται.
Ιδού λοιπόν στάδιον δόξης λαμπρόν.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Από όσα θυμάμαι από τον Φ.Ο.Μ. της Κατοχής

Posted by tofistiki στο 26/07/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου που δημοσιεύτηκε
στο περιοδικό «Α Σελάνα» της Μυτιλήνης

Ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης πρέπει να ιδρύθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄20. Αυτό το συμπεραίνω από το εξακριβωμένο γεγονός πως ο πατέρας μου, που μετατέθηκε στο υποκατάστημα Μυτιλήνης της Εμπορικής Τράπεζας το 1924 και παντρεύτηκε εδώ το 1927, υπήρξε ενεργό μέλος του ΦΟΜ και πήρε μέρος στην παράσταση του έργου του Πιραντέλλο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Μη έχοντας πρόσβαση στα αρχεία του Ομίλου, δεν είμαι βέβαιος για τις ακριβείς χρονολογίες. Με τη σειρά μου, υπήρξα και εγώ μέλος του ΦΟΜ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και συγκεκριμένα από το φθινόπωρο του ΄43 και μετά και αυτό έγινε όχι τόσο από φιλοτεχνική διάθεσή μου, αλλά για … συνωμοτικούς λόγους.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή.

Τον τρίτο χειμώνα της Κατοχής ήταν πια για όλους μας φανερό πως τα δύσκολα είχαν περάσει. Δεν ήταν μόνο οι συνεχείς ήττες και υποχωρήσεις των χιτλερικών σε όλα τα μέτωπα, που μας γέμιζαν αγαλλίαση, ούτε πως  η τρομερή πείνα, με τις εκατοντάδες τους θανάτους ήταν πια παρελθόν. Ήταν κάποια αισιόδοξη ατμόσφαιρα που άρχισε να δημιουργείται στην κατεχόμενη χώρα. Αυτό βέβαια δεν έγινε απότομα. Από το χειμώνα του ΄41 – 42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την «Οργάνωση». Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσα μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση αυτής της Οργάνωσης:
Η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν …

Σιγά-σιγά πολλοί δείχνανε σα να μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό. Ο καθένας κάτι είχε να πει, εμπιστευτικά, στον άλλον, λες και μετείχαν σε κάποια «συνομωσία», ελπιδοφόρα όμως συνομωσία, σα να περιμέναμε να γίνει σκόλη. Όπως διαπίστωσα, ο πατέρας μου, η μάνα μου και πολλοί φίλοι τους συμπεριφέρονταν σα να είχαν μυηθεί σ΄αυτή τη συνομωσία.

Το καλοκαίρι του ΄43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια, πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Η αλήθεια είναι πως μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μιαν οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της «στρατολογίας» μου από τον Γιαννάκα, μια που αυτή η οργάνωση των νέων ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό «Οργάνωση», στην οποία, από τα τέλη του ΄41, ήταν κι ο πατέρας μου: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομα του, τουλάχιστον ως τα μέσα του ΄43. Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ΄ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά,  δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπανε να ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:

“Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;”

απάντησε με μεγάλη προθυμία

“Και βέβαια ξέρω”

“Και ποιοι είναι σ΄ αυτό; πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;” τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους

“Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω”

Την άλλη μέρα το πρωί, ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτίριο με την επιγραφή “Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ”

“Να εκεί είναι” τους λέει, “παστώνουν σαρδέλες” πρόσθεσε εμπιστευτικά….

Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα τη ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας. Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια μυστική έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σαν συνομωσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία. Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον Πέερ Γκυντ, που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη “Σαπφώ” μια γερμανική ταινία μ΄ αυτόν τον τίτλο και μας είχε αρέσει πολύ.

Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Την ομάδα μας την αποτελούσαν εφτά παιδιά, όλοι μαθητές του Γυμνασίου ή του Πρακτικού Λυκείου: ο Τάκης ο Γιαννάκας, ο Τάκης ο Παπαθανασίου, ο επιλεγόμενος  Απτάλης, ο Κώστας ο Κασκαμπάς, ο Τζίμης ο Φράγκου, ο Γιώργος ο Αγιασώτης και εγώ.

Τελευταίος ήρθε ο «καθοδηγητής», ο Αντρέας, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ΄ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε “συναγωνιστές”, μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας: κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών και να οργανώσουμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών στον κόσμο.

Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο κοφτό ύφος, πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικο-στρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δε  μπαίνει για μας.

Ο Κώστας δεν είπε τίποτα αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους υπόλοιπους της ομάδας, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση, ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στον Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μας εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα εφτά, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και οι υποψίες να φτάνανε ως τους Γερμανούς. Γι΄ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας.

Από την αρχή μου άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα εκεί ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, πολλά νέα παιδιά, μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια, με μεταδοτική ζωντάνια και κέφι. Ήταν ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, ο Ραπίτης, ο Λευτέρης, που δε θυμάμαι πια το επώνυμό του αλλά δεν ξεχνώ την ευθυμία και την πειραχτική του διάθεση. Δυο από τα μέλη του Ομίλου, ο Παναγιωτόπουλος και ο Μπράντης παίζανε συχνά “α κατρ μαιν” στο πιάνο, που διέθετε ο ΦΟΜ και είχαν συνθέσει δυο “εμβατήρια”. Το τούρκικο και το βουλγάρικο. Στο τούρκικο εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρύσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:

Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ

και ούτω καθ΄εξής. Η “επωδός” ήταν

τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ- τσικμά σουκάκ

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών  βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε) είχαν επινοήσει  δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική – του  τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ – και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.

Στον ΦΟΜ γνώρισα και τον Θανάση τον Πολυχρονιάδη. Βέβαια δε γίναμε τότε φίλοι, γιατί η διαφορά ηλικίας ήταν σημαντική, μαθητής Γυμνασίου εγώ, απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας εκείνος. Μας συνέδεσε όμως το γεγονός πως είχαμε και οι δύο οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Ανέβασε, τότε, ο ΦΟΜ το «Στραβόξυλο» του Ψαθά, σε σκηνοθεσία του Στρατή Παρασκευαΐδη ή «Παράξενου», με πρωταγωνιστές τον Βουλαλά, που έπαιζε τον κύριο Μαρουλή, δηλαδή το Στραβόξυλο και τον Θανάση, που ερμήνευε το ρόλο του Περικλή, του αφελή και κάπως κουτού κλητήρα του Στραβόξυλου. Παίζανε ακόμα η Λιανά, η Σιμόνη Κανόνη, ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος και άλλοι εξαιρετικοί ερασιτέχνες ηθοποιοί.
Δεν ξέρω αν οφειλόταν στη διδασκαλία του Στρατή Παρασκευαΐδη ή στο ταλέντο του Θανάση, αλλά το παίξιμό του δεν ήταν απλή ερμηνεία, ήταν πραγματική δημιουργία. Από τότε, ερχόμενος στην Αθήνα, είδα άλλες τρεις φορές την κωμωδία του Ψαθά, με σπουδαίους ηθοποιούς, αλλά κανείς δε συγκρινόταν με τον «Περικλή» του Θανάση.

Ο Θανάσης ήταν, από τότε, δεινός αφηγητής ανεκδότων και εύθυμων ιστοριών και όπως είναι φυσικό γινόταν το κέντρο της παρέας. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πολλά μέλη του ΦΟΜ καθόμασταν στο εντευκτήριο του Ομίλου, που βρισκόταν στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου της στοάς Γρηγορίου και φλυαρούσαμε, με εύθυμη διάθεση, περί ανέμων και υδάτων, ενώ στο πιάνο ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος αυτοσχεδίαζε ένα είδος μουσικής υπόκρουσης της κουβέντας μας. Τότε άνοιξε η κεντρική τζαμόπορτα και μπήκε … ένα λυκόσκυλο, πίσω του δε ο γιγαντόσωμος Χανς Βούντερλιχ, διοικητής της Γκεστάπο, κρατώντας το δερμάτινο μαστίγιό του, που ποτέ δεν αποχωριζόταν!
Παγώσαμε όλοι. Ο Βούντερλιχ ήταν διαβόητος για τις μεθόδους «ανάκρισης» που εφάρμοζε, ο ίδιος  προσωπικά στους κρατουμένους με την ενεργό συμμετοχή του λυκόσκυλου. Μόνο που αυτή τη φορά δε φαινόταν να έχει κακές προθέσεις. Φαίνεται πως, περνώντας στην αγορά, άκουσε τα γέλια μας και το πιάνο και υπέθεσε πως ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης. Αφού του δόθηκαν οι σχετικές εξηγήσεις από τον Βουλαλά σε μίγμα ελληνογερμανικών, θρονιάστηκε στον κεντρικό καναπέ, με το λυκόσκυλο ξαπλωμένο στα πόδια του και λέει στον Παναγιωτόπουλο

«Εσύ, παίξε Λιλή Μαρλέν»

Ο Γιώργος συμμορφώθηκε, αλλά από την ταραχή του έπαιξε το δημοφιλές τραγουδάκι τόσο άσκημα, που ο Απτάλης δεν κρατήθηκε και μου ψιθύρισε

«Να δεις που θα βγάλει το πιστόλι του και θα τον εκτελέσει»

Ύστερα από λίγο ο γκεσταπίτης σηκώθηκε, μας χαιρέτησε και έφυγε ακολουθούμενος από το σκυλί του. Ανασάναμε.

 

Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη για την ατμόσφαιρα , τις συζητήσεις και τις δραστηριότητες μας στον ΦΟΜ αλλά σεβόμενος την υπομονή των αναγνωστών και τη χωρητικότητα των σελίδων της «Σελάνας» σταματώ.

Η φωτογραφία είναι παρμένη από τον ιστότοπο της Κολεκτίβας «Βραχόκηπος»
Οι εικονιζόμενοι είναι ο Νότης Παναγιώτου και Αργύρης Αραβανόπουλος,
επίλεκτα μελη του ΦΟΜ, σε άλλου τύπου δραστηριότητες

 
 
 

Posted in περιοδικό "Α Σελάνα", Δημοσιεύσεις, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: