Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘διαλέξεις’

Μια παλιά διάλεξη για τον Καβάφη

Posted by tofistiki στο 18/10/2013

Πολύς Καβάφης γύρω μας τελευταία, μέχρι και στα τρόλεϊ κυκλοφορεί… Για το θέμα της αποσπασματικής αναφοράς κατακερματισμένων στίχων έγραψε ένα άρθρο ο Νίκος στο ιστολόγιό του, αλλά έχει γεμίσει και το διαδίκτυο από σατιρικά φωτομοντάζ που διακωμωδούν το άτοπο εγχείρημα και κατά τη γνώμη μου, διόλου δεν θα επείραζαν τον ποιητή. Διάβασα όμως κάπου την άποψη πως ο Καβάφης ήταν απολίτικος, και θυμήθηκα μια διάλεξη που είχε δώσει ο Μίμης στον «Μορφωτικό» της Αίγινας, όπου υποστήριζε το αντίθετο. Την παραθέτω λοιπόν με την ευκαιρία, έχει ενδιαφέρον, περιλαμβάνει και μερικά όχι τόσο γνωστά ποιήματα του ποιητή που τόσο αγαπούσαν ο Μίμης και ο πατέρας του, ο παππούς ο Νίκος, και που οι ωραίες απαγγελίες τους μας έχουν μείνει αξέχαστες.

kavafis

Κωνσταντίνος Καβάφης

Προσπάθεια να προσεγγιστούν κάποιες πτυχές του έργου του

          Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

μετά τον Βάρναλη, τον Ρίτσο και τον Σεφέρη, με το έργο ή με μέρος τουλάχιστο του έργου τους σας είχα μιλήσει στο παρελθόν σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, θα επιχειρήσω σήμερα, με δικαιολογημένο στ’ αλήθεια δέος να πλησιάζω το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Πραγματικά τι θα μπορούσα να πω εγώ ο ελάχιστος για τον μέγιστο και ταυτόχρονα τον πιο δυσπρόσιτο των ποιητών μας, με τον οποίον ασχολήθηκαν πολλοί ικανότεροι και αρμοδιότεροι και που τον μελετούν σε ειδικό τμήμα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας (αν δεν κάνω λάθος).

Το περίεργο είναι πως, ποσοτικώς το έργο του Καβάφη είναι πολύ μικρό. Συνολικά  έγραψε σχετικώς λίγα ποιήματα, που δεν ξεπερνούν τα τριακόσια. Από αυτά τα 153 είναι τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα, δηλαδή εκείνα που μπόρεσε να εκδώσει όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν ακόμη 37 ποιήματα, που χαρακτηρίζονται Αποκηρυγμένα, γιατί είτε τα ξανάγραψε με άλλη μορφή είτε τα αποκήρυξε. Κάπου 45 ποιήματα ταξινομούνται στην ενότητα των Κρυμμένων. Είναι δηλαδή ποιήματα, που ο Καβάφης δεν είχε προλάβει να εκδώσει αλλά περιλαμβάνονται στο Αρχείο του. Τέλος άλλα τόσα ποιήματα ανήκουν στην ενότητα των Ατελών, είναι δηλαδή σχεδιάσματα ποιημάτων, που διασώθηκαν και περιλαμβάνονται επίσης στο Αρχείο του Καβάφη.

Μικρό λοιπόν, ποσοτικώς, το έργο του Καβάφη, ιδίως αν συγκριθεί με το έργο του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ρίτσου, που τα ποιήματα τους γεμίζουν τόμους ολόκληρους, τεράστιο όμως και ανυπέρβλητο σε αξία. Η σημασία των λίγων αυτών ποιημάτων για την ελληνική ή καλύτερα την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ανυπολόγιστη και δικαιολογημένα τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα.

Ακόμη λιγότερα είναι τα πεζά κείμενα που μας άφησε ο Καβάφης και τα οποία κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: Δημιουργικά, Κριτικά και Προσωπικά. Η πλήρης και συστηματική καταγραφή και έκδοση των πεζών του Καβάφη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Γενικά ο ποιητής, πιστός στην αρχή του λάθε βιώσας, απέφευγε να “εκθέτει τη ζωή του στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία”. Ιδού πόσο λιτή και απέριττη είναι η αυτοβιογραφία του:

     “Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σε ένα σπίτι της οδού Σερίφ. Μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της ζωής μου το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικία κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα.  Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά”.

Ο Καβάφης γεννήθηκε τα 1863 και έζησε 70 χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα (πάνω από 30) τα πέρασε στην Αλεξάνδρεια και ελάχιστα, ούτε πέντε (δύο το 1900-1901 και τα τρία τελευταία της ζωής του) τα έζησε στην Ελλάδα, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ήταν αποξενωμένος από την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Ας μη ξεχνάμε πως στον καιρό του, από τα πέντε μεγάλα πνευματικά και οικονομικά κέντρα του Ελληνισμού: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πόλη, Σμύρνη και Αλεξάνδρεια, μονάχα το πρώτο (και μετά το 1912 και το δεύτερο), βρίσκονταν μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Όπως προανέφερα, με το έργο και με τη ζωή του Καβάφη έχουν ασχοληθεί πολλοί. Χωρίς υπερβολή, οι μισοί σχεδόν από τους λογοτέχνες, κριτικούς και διανοούμενους της Ελλάδας. Και μολονότι έχουν περάσει εξηνταεννέα χρόνια από το θάνατό του συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και το έργο του να είναι αγέραστο και αθάνατο. Ανάλογη με το πλήθος των μελετητών που έχουν εγκύψει στο έργο και τη ζωή του Καβάφη είναι και η μεγάλη ποικιλία των χαρακτηρισμών που του έχουν δώσει. Τον έχουν πει απόκοσμο και αποτραβηγμένο από τα κοινωνικά δρώμενα. Αποστάτη της καθιερωμένης ηθικής. Ατομιστή, που ζει στην ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού. Ηδονιστή ποιητή της παρακμής και πλήθος άλλα.

Η απουσία εντούτοις καταγραμμένων προσωπικών απόψεων και θέσεων του ποιητή, δε σημαίνει πως ο Καβάφης δεν επηρεαζόταν από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ου αιώνα. Ο ερμητικός αυτός καλλιτέχνης, επειδή ακριβώς ήταν μεγάλος στοχαστής και σοφός άνθρωπος, είχε τεράστια βιωματική εμπειρία, που αγκάλιαζε ευρύτατα σύνολα. Ήταν μεγάλος ποιητής και αυτό σημαίνει πως είχε μεγάλη ψυχή, και πόνεσε, λαχτάρησε και, με τον τρόπο του, αγωνίστηκε για τον άνθρωπο.

Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Παπαδιαμάντη, τον οποίον σημειωτέον θαύμαζε. Ήταν κι αυτός “έξωθεν ψυχρός και έσωθεν φλεγόμενος”. Όπως ο μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, που ακρίτως τον επονόμασαν “κοσμοκαλόγερο”, έτσι και ο Αλεξανδρινός ποιητής, ο δήθεν “αποτραβηγμένος ηδονιστής”, ζούσε έντονα τα προβλήματα της εποχής του και έπαιρνε σαφείς θέσεις πάνω σ’ αυτά. Μόνο που αυτό γινόταν μέσω της Τέχνης του και γι αυτό συχνά δεν γινόταν αντιληπτό.  Τα ποιήματα του Καβάφη αποτελούν την πιο τρανή μαρτυρία για τις θέσεις και απόψεις, που ποτέ δεν διατύπωσε με μορφή δοκιμίου ή κριτικής. Οι “ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν” τα ποιήματά του σαν να είναι ιστορικά. Είναι όμως;

Ας πάρουμε το ποίημά του “Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες”

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς
Τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.

Οι “ανίδεοι Αντιοχείς” θα το θεωρούσαν ιστορικό ποίημα, που αναφέρεται στην ήττα των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 144 π.Χ. Αν όμως σκεφτούμε πως το ποίημα εκδόθηκε μεν το 1921, αλλά στην αρχική του μορφή πρωτογράφτηκε το 1897, βλέπουμε για ποιάν ήττα γράφτηκε στην πραγματικότητα. Ή ακόμα το σπαραχτικό ποίημα “Πάρθεν”

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα,  για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν ‘ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίς’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

που γράφτηκε το 1922. Μέσα λοιπόν από τα ποιήματά του προβάλει ο πατριωτισμός του Καβάφη, γνήσιος, ειλικρινής και καθόλου κραυγαλέος.

Ο Καβάφης, όπως και ο Παπαδιαμάντης ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Τα ποιήματά του “Περιμένοντας τους Βαρβάρους”, που γράφτηκε λίγο μετά την καταστολή της ανταρσίας του Μάχντι στο Σουδάν, ή το άλλο, για “το παιδί που κρέμασαν οι χριστιανοί” *, το μαρτυρούν. Ας ακούσουμε το τελευταίο αυτό

Σαν το ‘φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ‘ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

             Το ποίημα αυτό γράφτηκε με αφορμή τις εξεγέρσεις του αιγυπτιακού λαού κατά των Άγγλων, που ακολούθησαν την καταστολή της επανάστασης του στρατηγού Όραμπι πασά και βεβαίως “χριστιανοί” είναι οι Άγγλοι.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όμως είναι η στάση του Καβάφη απέναντι στον Χριστιανισμό. Νομίζω πως ο προσφυέστερος χαρακτηρισμός του θα ήταν: “εν μέρει εθνικός κι εν μέρει χριστιανίζων” όπως ο Μυρτίας στο ποίημα “τα επικίνδυνα”. Οπωσδήποτε καταγόμενος από την Πόλη κι έχοντας ζήσει δυο χρόνια, έφηβος, εκεί, επηρεάστηκε από τη λειτουργική μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, όπως δείχνει το ποίημά του “στην Εκκλησία”   πέρα όμως από τη μεγαλοπρέπεια, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τα εξαπτέρυγα και τις ψαλμωδίες, στην Εκκλησία και στους ιερείς, ο ποιητής  βλέπει την παρηγορία, την ψυχική γαλήνη και την ενδυνάμωση του πιστού. Πολλά ποιήματά του το μαρτυρούν. Ένα από αυτά, “η Δέησις” αναφέρεται σε μια απλή γυναίκα. Ας το ακούσουμε

Η θάλασσα στα βάθη της πήρε έναν ναύτη
Κι η μάνα του ανύποπτη πάει κι άναφτει
στην Παναγιά μπροστά ένα μακρύ κερί,
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’καλοί οι καιροί.
Κι ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η  εικόνα την ακούει σιωπηλή και λυπημένη
ξέροντας πως δεν θα ‘ρθει ο υιός που περιμένει.

            Να σημειώσω πως στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος “Μυριόβιβλος” περιλαμβάνονται αυτά τα τρία αυτά ποιήματα θεωρούμενα ως τα κατ’ εξοχήν  τα χριστιανικά ποιήματα του Καβάφη.

Εντούτοις στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος για τον κυρ Μανουήλ τον Κομνηνό, διαφαίνεται μια πολύ λεπτή ειρωνεία. Εντονότερη είναι αυτή η ειρωνική διάθεση στο ποίημα “Ιγνατίου τάφος” όπου η φράση κλειδί είναι: “μες στην ασφάλεια του Χριστού”

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

         Από την άλλη πλευρά ο Καβάφης παραμένει εθνικός ωραιολάτρης. Ο αισθησιασμός του τον κάνει να αποζητά το ψυχικό κλίμα της Αρχαιότητας, τότε που οι Έλληνες (και ελληνίζοντες) λάτρευαν  ελεύθερα και απροκατάληπτα το ωραίο. Τότε που ο Κόσμος δεν είχε διχαστεί σε ύλη και πνεύμα, αλλά ο άνθρωπος ένοιωθε πως αποτελεί με τη Φύση ενιαίο, αδιάσπαστο και αρμονικό σύνολο. Στο ποίημά του “Ιωνικόν” δείχνει τη νοσταλγία του για τον κόσμο του αρχαίου κάλλους που χάθηκε.

Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν επέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, εσένα αγαπούν ακόμη
σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει πάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμόσφαιρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των
και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή αόριστη με διάβα γρήγορο
επάνω από τους λόφους σου περνά.

          Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον του Καβάφη για τον Ιουλιανό. Στον αυτοκράτορα αυτόν, που επονομάστηκε αποστάτης διότι, μολονότι γεννημένος χριστιανός και χριστιανομαθημένος, απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό και θέλησε να αναστήσει την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας, αφιερώνει έξι ποιήματα (τα πέντε ανήκουν στα “Αναγνωρισμένα” και το ένα στα “Αποκηρυγμένα”).

Η αρχαία μας θρησκεία άργησε να σβήσει. Επί πολλούς αιώνες σε απρόσιτες γωνιές της ελληνικής γης, στα βουνά της Μάνης και της Θράκης, οι χωρικοί θυσίαζαν στους θεούς, που επί πέντε χιλιάδες χρόνια λάτρευαν οι πρόγονοι τους. Κατάλοιπα της αρχαίας θρησκείας επιβίωσαν ως σήμερα στα “Αναστενάρια” της Μακεδονίας, στον “Καρνάβαλο”, στο «Πανηγύρι του Ταύρου” στη Λέσβο, στον “Λειδινό” της Αίγινας. Αλλά και στις πόλεις υπήρχαν επί πολύ κρυπτο-εθνικοί, όπως ο φτωχός άνθρωπος του ποιήματος “Είγε ετελεύτα”

Πού αποσύρθηκε, πού χάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματα του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του,
που διεδόθηκε εις τόσα έθνη,
εκρύφθη αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ούδε κανείς είδε ποτέ τον τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως, τίποτε
για θάνατο του Απολλώνιου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείνη η ιστορία

Αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη
στο αρχαίο της Δικτύνης ιερόν –
Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσική εμφάνισή του
εις ένα νέον σπουδαστή στα Τύανα –
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός να επιστρέψει
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι,
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος. – Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.

 Έτσι ερέμβαζε μες’στην πενιχρή του κατοικία –
μετά μια ανάγνωση του Φιλοστράτου
«τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» –
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε – ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός – στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ήν εβασίλευεν,

εν άκρα ευλαβεία ο γέρων Ιουστίνος
κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
άθλιους ειδωλολάτρας απεστρέφονταν.

Το ποίημα αναφέρεται στον μέγα διδάσκαλο τον Απολλώνιο τον Τυανέα, που επί αιώνες τον ελάτρεψαν ως θεό και πολλοί τον συγκρίνουν με τον Ιησού τον Ναζωραίο. Ο στίχος «τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές» προδίδει τον ποιητή, που ομοίως  «στο φανερόν έκανε τον Χριστιανόν κι αυτός και εκκλησιάζονταν».

———————————————————————————–

*Από τα «Κρυμμένα» ποιήματα, με τίτλο «27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 2 Σχόλια »

Κώστας Βάρναλης – Η μάνα του Χριστού

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

***

Το ποίημα αυτό, ανήκει στη συλλογή «το Φως που καίει», που γράφτηκε στην Αίγινα. Αντιγράφω από μια πολύ ωραία διάλεξη που είχε κάνει ο Μίμης στο Λαογραφικό Μουσείο, για την «Αιγινήτικη» περίοδο του Βάρναλη:

[…] Εδώ λοιπόν, το καλοκαίρι του 1921 ο Βάρναλης έγραψε το «Φως που Καίει» στην πρώτη του μορφή, με την οποία εξεδόθη τον επόμενο χρόνο από τον εκδοτικό οίκο της Αλεξάνδρειας «Γράμματα» με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Χρησιμοποίησε ψευδώνυμο γιατί ήταν δημόσιος υπάλληλος και είχε επίγνωση του  τι φωτιά θα άναβε το έργο του.  Οι καιροί ήταν πονηροί. Οι συντηρητικές δυνάμεις, αφού ανέτρεψαν στις εκλογές το Βενιζέλο με το σύνθημα Οίκαδε και με την υπόσχεση άμεσης ειρήνης με τους Τούρκους, όχι μόνο συνέχισαν τον πόλεμο αλλά  έβαλαν στόχο τους την κατάληψη της Αγκυρας! Φυσικά η κατάληξη ήταν η καταστροφή.

Ο Βάρναλης με το έργο του αυτό κατηγορούσε όλους τους πολέμους και όλη την αδικία και εκμετάλλευση που γινόταν εν ονόματι της Πατρίδας και της Θρησκείας. Από το 1919 ήταν ήδη στρατευμένος στο νεαρό τότε κομμουνιστικό κίνημα, μολονότι δεν εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα παρά μόνο στην Κατοχή και ως το 1946 αν δεν κάνω λάθος. Δεν έμπαινε εύκολα σε καλούπια και πειθαρχία. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «τότε που ζούσαμε», μας δίνει μια χαρακτηριστική μαρτυρία: Γύρω στο 1935 το κόμμα κυκλοφόρησε μια έντυπη διαμαρτυρία για κάποιο  ζήτημα και ζητούσε να την υπογράψουν γνωστοί διανοούμενοι και κοινωνιοί παράγοντες. Ο Βάρναλης καθόταν με το Γληνό σε ένα γνωστό στέκι συγγραφέων όταν τους πλησίασε ο Σιδερίδης (ο άντρας της Ηλέκτρας Αποστόλου – της μετέπειτα ηρωίδας της Αντίστασης) και τους έδωσε το έντυπο για να το υπογράψουν. Ο Γληνός το διάβασε και χωρίς άλλα σχόλια το υπέγραψε. Ο Βάρναλης αντίθετα όταν το διάβασε, το έδωσε πίσω στον Σιδερίδη και του ‘πε

— Συμφωνώ με το νόημα αλλά πάρτο πίσω, γράψτο σε σωστά ελληνικά και φέρε μου το ξανά,  να το υπογράψω. Δεν είναι γλώσσα αυτή.

Ανεξάρτητα βέβαια από αυτά, παρέμεινε σε όλη τη ζωή του πιστός και ένθερμος οπαδός του κόμματος.

Το ότι έγραψε το «Φως που καίει» στην Αίγινα το μαρτυρεί ο ίδιος στα φιλολογικά του απομνημονεύματα. Είμαι σίγουρος δε πως τον «Πρόλογο» τον εμπνεύσθηκε  κατηφορίζοντας από το Σφεντούρι  (ήταν δεινός πεζοπόρος) καθώς αγνάντευε  τη θάλασσα από ψηλά. Όλα όσα αναφέρει στο ποίημα είναι εκεί: οι γκρεμοί, τα άσπρα σπιτάκια, οι κάβοι και τα νησάκια ως μεταξένοι αχοί, ακόμα και το κυπαρίσσι.[…]

Posted in Αιγινήτικα, Εις μνήμην, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: