Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Δημήτρης Σαραντάκος’

Τέσσερα χρόνια χωρίς τον Μίμη

Posted by tofistiki στο 17/12/2015

Σήμερα κλείνουν 4 χρόνια από τότε που χάσαμε τον Μίμη, αλλά δεν περνάει ούτε μια μέρα να μην τον σκεφτόμαστε… Αναλογιζόμουν από χτες, τι ήταν αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε και δεν πρέπει να είναι σύμπτωση πως, στο αφιέρωμα που έκανε σήμερα ο Νίκος, διάλεξε απ’ όλα τα χαρακτηριστικά του να αναφέρει την αισιοδοξία. Πράγματι, πολύ πριν γίνει μόδα η θετική σκέψη και τα σχετικά, ο Μίμης είχε έμφυτη μάλλον, μια ανεξάντλητη αισιοδοξία (που συχνά διαόλιζε την Κική) και η οποία, ενώ δεν τον εμπόδιζε να βλέπει καθαρά, εντούτοις, βοηθούσε τον ίδιο αλλά και όλους γύρω του να μην πέφτουν σε απελπισία. Θα παραθέσω ένα κομμάτι από τον επίλογο του ανέκδοτου -ακόμα- αυτοβιογραφικού του βιβλίου «Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που νομίζω συνοψίζει αυτή τη στάση ζωής που τόσο μας λείπει, μαζί και η φυσική του παρουσία….

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

[…] Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα πως στην εικοσιπενταετία, που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι, έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως προσωπικά δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δε μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

[…]

Γι΄ αυτό και δε χάνω το κουράγιο μου. Έχω βαθιά πεποίθηση πως η ανθρωπότητα θα βρει το δρόμο της. Δεν θα αυτοκτονήσει, καταστρέφοντας ταυτόχρονα τον πλανήτη, για να αφήσει μια χούφτα παράσιτα να κάνουν λεφτά. Υπάρχουν στην οικουμένη εκατομμύρια λογικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, που πονάνε γι΄ αυτή την κατάσταση και προβληματίζονται για το πώς η ανθρωπότητα θα βγει από το σημερινό τέλμα.

Διαισθάνομαι πως εκκολάπτεται ένα οικουμενικό, πολύμορφο και πολυδύναμο Κίνημα Αντίστασης, που στους στόχους του δεν έχει μόνο την απαλλαγή των ανθρώπων από την εξάρτηση, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, την αμορφωσιά και την ένδεια, αλλά και την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στόχο που τον θεωρώ ανώτερο από όλους τους άλλους. Ένα κίνημα που καταργεί τη διαίρεση των ανθρώπων σε ηγέτες, καθοδηγητές, ποιμένες και ηγούμενους, από τη μια μεριά, και σε μάζες, οπαδούς και ποίμνια, από την άλλη.

Κι αν, λόγω της ηλικίας μου, δε μπορώ πια να ενταχθώ δραστήρια σ΄ αυτό το κίνημα, θεωρώ χρέος μου, με την πείρα που απόχτησα από τη ζωή και με τις ελάχιστες δυνάμεις μου, να βοηθήσω τουλάχιστον, με όποιον τρόπο μπορώ, όσους συνανθρώπους μου, αναζητούν, με καθαρό μυαλό και συγκροτημένη σκέψη, να βρουν κάποιες λύσεις στα σημερινά περίπλοκα προβλήματα που μας απασχολούν.

Δεν υπάρχουν έτοιμοι οδηγοί του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει ίσως ούτε ο δρόμος, αλλά όπως λέει ένας παλιός Ισπανός ποιητής, ο Αντόνιο Ματσάδα

caminero non es camino
camino se hace al andar*

 

* οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος φτιάχνεται περπατώντας

 

Posted in Εις μνήμην, Προδημοσίευση | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τρία χρόνια που μας λείπει…

Posted by tofistiki στο 17/12/2014

Τρία χρόνια σήμερα από το θάνατο του Μίμη…. και κάθε μέρα, είναι στο μυαλό μας

 

Το μεσημεράκι του Σαββάτου θα μαζευτούμε και πάλι στο στέκι των Καλλονιατών, να πιούμε ένα ποτήρι στη μνήμη του, να τον θυμηθούμε παρέα με τους καλούς του φίλους, και να διαβάσουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο του, το αυτοβιογραφικό «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που πρόκειται -σύντομα ελπίζουμε- να εκδοθεί.

 

————————-

 

Ο Νίκος στο ιστολόγιό του δημοσίευσε χτες ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης”, όπως κάνει συνήθως κάθε Τρίτη.

Για τον Βόρη Φεδέρωφ και την κόρη του, τη Ζήνα, έχει γράψει και το «Φιστίκι», εδώ:

“Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι”

Η εκμάθηση της ρωσικής και η φιλία με τον Β.Ν. Φεδέρωφ

Βόρης και Ζήνα Φεδέρωφ

Posted in Εις μνήμην, Σκίτσα-φωτογραφίες, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

4η Αυγούστου 1952

Posted by tofistiki στο 04/08/2014

Σαν σήμερα το 2011, είχα αναρτήσει ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου με τίτλο “Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, στο οποίο περιγράφει πολύ γλαφυρά και νοσταλγικά πώς γνώρισε τον έρωτα της ζωής του, την Κική, στις 4 Αυγούστου του 1952. Στο τέλος, έκανα μια ευχή που δυστυχώς δεν βγήκε. Σήμερα, δημοσιεύω τη συνέχεια του κειμένου.

Το τέταρτο Καλοκαίρι (1952)

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό. Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά, ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ, στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.
Για μένα το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις
κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το
κάλεσμά σου.
Το καθοριστικό και το θαυμάσιο
είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα!*

Το βράδυ, στο συνοπτικό ημερολόγιο που κρατούσα, σημείωσα:
“Μια μέρα σταθμός. Γνώρισα μια κοπέλα που μου κάνει. Τη λένε Κική. Μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Γράφει ποιήματα και θέλει να σπουδάσει χημικός. (Πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα!)”. […]

Με τα παραπάνω λόγια, τέλειωνε η ανάρτηση του 2011, ακολουθεί τώρα η συνέχεια του κεφαλαίου:

Όλη τη νύχτα δε μου κόλλαγε ύπνος. Επηρεασμένος κι από το φεγγάρι, που σε λίγο θα γινόταν πανσέληνος, τη συλλογιζόμουν διαρκώς. Ήθελα να την ξαναδώ, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τι θα γινόταν παραπέρα. Φοβόμουν μήπως τα κάνω πάλι θάλασσα. Παρά τη φαινομενική ζωηράδα μου, στις σχέσεις μου με το άλλο φύλο ήμουν γενικά αδέξιος και ουσιαστικά άτολμος. Μπορεί δεκαπέντε χρονών να φίλησα για πρώτη φορά κορίτσι, τη γλυκιά εκείνη Αγλαΐτσα, αλλά ήταν το μοναδικό. Δεν υπήρξε συνέχεια και από το νησί έφυγα παρθένος και ερωτευμένος με την πρώτη μου αγάπη. Ξαναθυμήθηκα τα βάσανα της ερωτικής μου απογοήτευσης, που άργησαν πολύ να επουλωθούν και έτρεμα στην προοπτική μιας επανάληψης.

Στο χρόνο που πέρασε μπορεί να ρίχτηκα με τα μούτρα στις γυναίκες, αλλά μόνο σαρκικά, γιατί απέφευγα την παραμικρή συναισθηματική εμπλοκή μαζί τους. Ως τη χτεσινή μέρα δεν ένοιωθα έτοιμος να βάλω άλλο κορίτσι στο βάθρο, από το οποίο κατέβηκε μόνη της η παλιά μου αγάπη. Οπωσδήποτε είχα συνέλθει από την ερωτική μου απογοήτευση. Για μένα είχε κλείσει οριστικά αυτή η ιστορία,  αλλά αισθανόμουν κενό μέσα μου και ζούσα σε μια κατάσταση απροσδιόριστης ερωτικής αναμονής και προσδοκίας. Το ποίημα του Ουράνη ανταποκρινόταν στα συναισθήματα που ένοιωθα τότε. Καρτερούσα με τα μάτια στυλωμένα στους νεκρούς δρόμους, περιμένοντας να φανεί η αγάπη. Δεν είχα πάψει να ελπίζω πως κάποτε θα συναντούσα τη γυναίκα που περίμενα, το κορίτσι, που, κατά κάποιον τρόπο, μου το χρωστούσε η ζωή.

Είχα τότε γράψει ένα ποίημα μ΄ αυτό το θέμα:

Πιστεύω ακράδαντα πως θα ΄ρθεις κάποια μέρα.
Δεν ξέρω αν θα ΄ναι αύριο ή του χρόνου
ένα μονάχα ξέρω, πως θα΄ρθείς

Ίσως να σε γνωρίσω στο εργαστήριο
σφιγμένη μεσ΄στην μπλούζα να δουλεύεις
και δοκιμαστικούς σωλήνες να κρατάς.

Ίσως σε δω στο δρόμο σαστισμένη
απ΄την κοσμοπλημμύρα της βραδιάς
από τα φώτα κι από τους θορύβους.

Δεν αποκλείεται και να σ΄ αντικρίσω
μιαν ώρα ταραγμένη και θολή
σε ταραχές ή σε συλλαλητήρια,
μέσα στις φασαρίες και στις φωνές….

Δεν έχει σημασία πού θα σε βρω.
Ξέρω μονάχα πως θα σε γνωρίσω,
όπως και μ΄όποιαν όψη κι αν σε δω.

Θα ΄ναι το βλέμμα σου γεμάτο καλοσύνη
και θα ΄χεις ένα γέλιο παιδικό.
Ίσως να ΄χεις κοτσίδες τα μαλλιά,
που κάποτε θα σκύψω να φιλήσω.

Τα χέρια σου θα ΄ναι μικρούλια και ζεστά
και μέσα στα δικά μου θα τρυπώνουν.
Ξέρω πως θα ΄ναι το κορμί σου λυγερό,
όπως της Λυγερής των τραγουδιών μας…

(η συνέχεια έχει χαθεί)

Πριν ξεκινήσουμε για τη Σουβάλα είχα δει ένα θαυμάσιο σουηδικό φιλμ, ενός καινούργιου, άγνωστου, σκηνοθέτη, του Ίγκμαρ Μπέργκμαν, το “χόρεψε ένα καλοκαίρι” που με μάγεψε. Διάβασα επίσης την “Ανθρώπινη Δουλεία” του Σόμερσετ Μωμ, ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, γιατί μιλούσε για έναν άτυχο βασανιστικό έρωτα, που μονάχα όταν ο νεαρός συνάντησε το κορίτσι που του ταίριαζε, γιατρεύτηκε οριστικά. Θα ήμουν κι εγώ το ίδιο τυχερός; Δε θα άντεχα να δευτερώσει το κακό. Αν δε συναντούσα το κορίτσι που περίμενα, φοβόμουν πως θα καταντούσα κυνικός και πεζός, όπως ήταν ήδη πολλοί συνομήλικοί μου.

Το πρωί την άλλη μέρα η Κική με την Ολυμπία και την Ξανθίππη, ξανάρθαν στον κολπίσκο για μπάνιο. Αυτή τη φορά ανοιχτήκαμε οι δυο μας πολύ βαθιά και κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα. Δεν την ακούμπησα καθόλου, ούτε καν τυχαίως. Φοβόμουν μην την τρομάξω και τη χάσω. Κανονίσαμε πάντως να ξαναβρεθούμε το βράδυ, που είχε εσπερινό στο εκκλησάκι του Αη Γιάννη. Όπως μού ΄πε ήταν ορφανή από πατέρα κι όπως μ΄ άφησε να καταλάβω η μητέρα της ήταν πολύ αυστηρή και υπερπροστατευτική. Οι δουλειές της στο σπίτι, στην Αίγινα, την είχαν εμποδίσει  να παραθερίσει κι αυτή στη Σουβάλα (ευτυχώς, σκέφτηκα) αλλά την είχε υπό τη συνοδεία και την αυστηρή επιτήρηση δύο θειάδων της, που επί πλέον ήταν θρήσκες ή μάλλον θρησκόληπτες και την έσερναν μαζί τους σε λειτουργίες, εσπερινούς, ακόμα και σε όρθρους και αγρύπνιες.

Από τότε άρχισα να κάνω νερά, όσον αφορά τη συμμετοχή μου στη ζωή της  παρέας.  Άφηνα τους άλλους τρεις να πηγαίνουν μόνοι τους πεζοπορία ως το γειτονικό χωριουδάκι, ή να σκαρφαλώνουν στο βουνό ή ακόμα πιο κατακριτέο, να τα πίνουν στο μαγέρικο του Πετρίτη κι εγώ έτρεχα στα ξωκκλήσια, που αφθονούσαν στην περιοχή. Βέβαια η μικρή χωρητικότητά των ναϊδρίων αυτών επέτρεπε την είσοδο μόνο στα ευλαβέστερα από τα μέλη του εκκλησιάσματος. Οι λοιποί παρακολουθούσαμε την ιεροτελεστία απ’ έξω, μέσα στην ευωδία των πεύκων και των θυμαριών και στο μαγικό μούχρωμα της καλοκαιρινής βραδιάς.

Σε μια τέτοια βραδινή τελετή, τη δεύτερη μέρα της γνωριμίας μας, επωφεληθήκαμε από την προσήλωση των θειάδων στην ιεροτελεστία και καθίσαμε στα βράχια της ακτής κουβεντιάζοντας. Σουρούπωνε. Από τα απέναντι βουνά της Αττικής πρόβαλε η πανσέληνος, τόσο μεγάλη που έμοιαζε ψεύτικη. Ήτανε σχεδόν πορτοκαλιά, σαν τον ήλιο που μόλις είχε βασιλέψει στην άλλη άκρη του ορίζοντα, πίσω από τα βουνά της Κορινθίας. Η Κική, πιο ενήμερη στα θρησκευτικά δρώμενα από μένα, που, τα τελευταία δέκα χρόνια, στις εκκλησίες έμπαινα αποκλειστικά και μόνο για κοινωνικούς λόγους (γάμους, βαφτίσια, μνημόσυνα και κηδείες), με πληροφόρησε ότι οι επιτηρήτριές της είχανε δώσει στον παπά μακρύ κατάλογο με ονόματα πεθαμένων συγγενών τους να τα μνημονέψει και δε θά ΄βγαιναν από το εκκλησάκι αν πρώτα δεν τα άκουγαν, δηλαδή σε μιαν ώρα τουλάχιστον. Μου εξήγησε επίσης ότι η συχνότητα του μεσαιωνικού ονόματος Νεκτάριος οφειλόταν σ΄ έναν τοπικό άγιο, που μόνασε στο νησί στις αρχές του αιώνα.

“Είναι ο μόνος άγιος που έχουμε φωτογραφίες του” μου είπε γελώντας
Με υπόκρουση τη φωνή του παπά, που έλεγε συνεχώς και μονότονα

….Σπυρίδωνος, Ελένης, Πηνελόπης, Μαρίας και των τέκνων, Γεωργίου, Διονυσίου, Μαρδικούλας…..

κουβεντιάσαμε για χίλια δυο θέματα, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια. Μια θερμή αίσθηση οικειότητας μας τύλιξε.

“Δεν έχω τι να σου δώσω για να θυμάσαι τη γνωριμία μας” της λέω, “γιαυτό θα σου χαρίσω εκείνο το αστέρι” και της έδειξα τον Αποσπερίτη, που έγερνε να βασιλέψει στη Δύση. Ήταν το μόνο άστρο που δεν είχε σκεπάσει το ασήμι της φεγγαράδας. Με μεγάλο χτυποκάρδι τόλμησα να της πιάσω το χέρι. Σαν ακούμπησα την  παλάμη μου στη ράχη του χεριού  της ήταν σα να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα από τον έναν στον άλλον. Ένοιωθα σα να ζούσα σε μια μαγεία. Αν με ρωτούσε κανείς εκείνη την ώρα πόσα δάχτυλά της κρατούσα στο χέρι μου δε θα μπορούσα να του πω ακριβή αριθμό. Η κουβέντα μαζί της μ΄ ευχαριστούσε. Μιλούσε ωραία κι είχε την αίσθηση του χιούμορ. Επισήμανα ακόμα πως, ενώ ήταν καλά ενημερωμένη αναφορικά με τη λογοτεχνία, ήταν μάλλον άσχετη με τα πολιτικά, γιατί όταν της είπα

“Γνωριστήκαμε μιαν αποφράδα μέρα, αλλά εμείς θα την κάνουμε τυχερή”

εκείνη δεν έπιασε τον υπαινιγμό και με ρώτησε τι το κακό έγινε στις 4 Αυγούστου. Της εξήγησα εν συντομία κι αυτή ήταν η πρώτη πολιτική συζήτηση που κάναμε.

Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά, ασημώνοντας όλο το τοπίο. Ξαφνικά κάποια στρογγυλή μαύρη σκιά άρχισε να σκεπάζει τον λαμπερό του δίσκο.

“Έχουμε έκλειψη σελήνης”, είπα στην Κική και παρακολουθήσαμε για αρκετήν ώρα το φαινόμενο. Ήταν πραγματικά ολική έκλειψη και κράτησε αρκετήν ώρα.

“Η γνωριμία μας άρχισε με σημαδιακά γεγονότα”, την πείραξα. Δεν απάντησε αλλά μού’ σφιξε πιο πολύ το χέρι.

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο οι άλλοι τρεις μου δήλωσαν πως “είχαν εξερευνήσει το νησί” και είχαν παρακολουθήσει την έκλειψη από το διάσελο της λοφοσειράς που βρίσκεται πίσω τους. Για να φτάσουν ως εκεί διασχίσανε το γειτονικό πευκόδασος, καβαλήσανε τη λοφοσειρά, είδανε πλήθος από ερειπωμένα εκκλησάκια σ΄ένα λοφίσκο, κατηφορίζοντας δε από την άλλη πλευρά βρήκαν απροσδοκήτως δρόμο ασφαλτοστρωμένο!

“Αυτό το νησί είναι μυστήριο”, μου΄πε ο Τάκης με ύφος εξερευνητή παρθένων εδαφών. “Αυτή η γυμνή παραλία σε ξεγελά. Στο εσωτερικό του είναι κατάφυτο”.

“Να πάρεις την καινούργια σου γνωριμία και να πάτε ως την πηγή, μέσα στο δάσος”, με συμβούλεψε με κάπως πονηρό χαμόγελο ο Στέλιος

“Αύριο κι όλας θα πάμε. Είναι του Σωτήρος και γιορτάζει εκείνο το ξωκλήσι εκεί πέρα”, τους έδειξα ένα άσπρο σημάδι στην ακτή. “Λέω να πάω στον όρθρο…”

Με κοίταξαν σχεδόν αποσβολωμένοι, αλλά δεν είπαν τίποτα. Μονάχα ο ξάδερφος μου είπε σιγανά “μαλάκα, δε μας είπες πως τά ΄φτιαξες με θεούσα”. Σ΄ αντίθεση με μας τους μεγαλύτερους, ο Μίμης χρησιμοποιούσε τη λέξη μαλάκα αφειδώς, σα να ήταν προσηγορικό.

Ξύπνησα πρωί πρωί πριν ακόμα φέξει, ετοιμάστηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και στις εξήμισι ήμουν μπροστά στο κάτασπρο εκκλησάκι. Ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος και η Κική με περίμενε καθισμένη στο ασβεστωμένο πεζούλι. Μου φάνηκε σαν κοριτσάκι με το εμπριμέ φουστανάκι της, τα σοσόνια και τα γοβάκια της. Από τα πανέρια των μικροπωλητών που ήταν αραδιασμένα εκατέρωθεν του δρόμου που οδηγούσε στο ναΐσκο, της αγόρασα ένα πανηγυριώτικο δαχτυλίδι. Το πήρε και το φόρεσε γελώντας. Οι θειάδες της είχαν πιάσει στασίδι από το χάραμα και δε θά ΄βγαιναν αν δεν σχολούσε η εκκλησιά. Έτσι όταν της πρότεινα να πάμε ως την πηγή, το Κουρέντι, στο γειτονικό δάσος, δέχτηκε πρόθυμα. Ανηφορίσαμε χωρίς να μιλάμε και όταν σε ένα ίσιωμα σταθήκαμε να πάρουμε ανάσα, είδαμε πως είχαμε ανεβεί αρκετά. Μέσα από τα πεύκα βλέπαμε τη δαντελένια ακτή, πέρα  από τη βαθυγάλανη θάλασσα τα βουνά της Σαλαμίνας και αριστερότερα μια συστάδα από μικρά νησάκια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε πεύκο, αψιθιά και θυμάρι. Άκουσα την πηγή να κελαρύζει εκεί κοντά και, πώς μου΄ρθε, άρχισα να της λέω το ποίημα του Θρασύβουλου Σταύρου:

Στο δρόμο που πηγαίναμε, μου λέει «διψώ»
-κι εγώ διψώ
 και πήραμε το δρόμο μεσ΄ στα ελάτια
να η εκκλησούλα, να η πηγή, ζωσμένες με κισσό,
δυο πέτρες είναι η πόρτα της, πεντέξι σκαλοπάτια
 φέρνανε στο νερό βαθιά. Και κατεβήκαμε κι οι δυο
 κι ήτανε μέσα μια δροσιά, κι ήταν μέσα μια ευωδιά
ολόγυρα χυμένη κι έμοιαζε η πηγούλα μ΄ εκκλησιά
που λειτουργιά προσμένει

Όταν έφτασα στους στίχους:

Κι εγώ γονάτισα στην πέτρα τη βρεμένη,
της πήρα μεσ΄ στα χέρια το κεφάλι
και την εφίλησα στο στόμα…

σταμάτησα την απαγγελία και την κοίταξα στα πανέμορφα μάτια της. Μέσα μου έτρεμα σαν το φύλλο. Δεν ήθελα να αποχωριστώ από τα μάτια αυτά. Ήξερα πως, αν και κείνη το ήθελε, από αυτή τη μέρα όλη η ζωή μου θα άλλαζε. Θα ήθελα να ξεκινούσαμε κάτι πιο ανώτερο από τη φιλία, πιο δυνατό από την αγάπη και πιο ολοκληρωμένο από τον σαρκικό έρωτα. Κάτι που να κρατήσει όλη μας τη ζωή. Το πήρα απόφαση και, πιάνοντας το κεφάλι της με τα δυο μου χέρια, τη φίλησα στο στόμα. Τη φίλησα με το απλό φιλί. Δεν ήθελα να τη φιλήσω όπως φιλιόμασταν με την Ιωάννα ή τη Σοφία. Ήταν τόσο άπραγη, που ίσως να τρόμαζε. Τα χείλια της ήταν δροσερά και γλυκά. Είχε κοκκινίσει αλλά δεν με απώθησε. Ψιθύρισε μόνο παιχνιδιάρικα

“Θα σε δείρω, ξέρεις”

Πήρα θάρρος και την ξαναφίλησα

“Μη με πάρεις για επιπόλαιο, μ΄ αυτό που θα σου πω, αλλά να ξέρεις, θέλω να είμαστε μαζί για όλη μας τη ζωή. Θέλω να σε παντρευτώ”

Την είδα πως τα είχε χάσει λίγο

“Πολύ δε βιάζεσαι;” μου είπε αμήχανα

Κατάλαβα πως παραξενεύτηκε. Δεν ήταν όμως από μέρους μου κάτι το άσκεφτο. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως είχα βρει το κορίτσι, που ονειρευόμουνα να βρω σ΄ όλη μου τη ζωή, τη γυναίκα, που θα γινόταν συντρόφισσα της ζωής μου ώσπου να μας χωρίσει ο θάνατος. Γυρίσαμε στο ξωκλήσι πιασμένοι από το χέρι, χωρίς να μιλάμε. Τα φιλιά που ανταλλάξαμε μας είχαν γεμίσει και κάνανε περιττές τις κουβέντες.

Το ίδιο απόγεμα συνειδητοποίησα πως οι διακοπές μας είχαν τελειώσει και πως αύριο θα φεύγαμε. Μ΄ έπιασε απελπισία. Έπρεπε να την ξαναδώ και να κανονίσω πώς θα αλληλογραφούσαμε. Μέσα μου είχα αποφασίσει να ξανάρθω το συντομότερο δυνατό στο νησί, προείχε όμως η εξασφάλιση του τρόπου να αλληλογραφούμε.

Τελικά το απόγεμα κατάφερα να τη δω. Ήταν και της  Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που ήταν τοπικό πανηγύρι και όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην παραλία. Μέσα σ΄ αυτή την ατμόσφαιρα χαράς και γλεντιού, εγώ γυρνούσα θλιβερός και συννεφιασμένος, ώσπου την είδα να κάνει βόλτα με τις φίλες της.  Με αρκετή δυσκολία καταφέραμε να ξεμοναχιαστούμε στην άκρη του λιμενοβραχίονα. Κανονίσαμε να της στέλνω τα γράμματα Ποστ Ρεστάντ στο όνομα μιας ξαδέρφης της, που ήταν λογοδοσμένη με κάποιον από τη Θεσσαλονίκη και είχε το ελεύθερο να αλληλογραφεί. Φυσικά θα έβαζα ως αποστολέα το όνομα του Σαλονικιού, αλλά χωρίς τη διεύθυνσή του. Έτσι η ξαδέρφη θα καταλάβαινε πως το γράμμα δεν ήταν για κείνη αλλά για την Κική. Της υποσχέθηκα πως θα ξαναρχόμουν σε ένα μήνα το αργότερο. Δε μπορέσαμε να αποχαιρετιστούμε όπως θέλαμε και μείναμε πολλήν ώρα να κοιταζόμαστε σιωπηλοί.

Ανακουφισμένος γύρισα στην παρέα, τα ήπιαμε στου Πετρίτη και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο, όπου με άλλους νεαρούς και κοπέλες, που είχαμε γνωρίσει στις δεκαπέντε μέρες της διαμονής μας, κάναμε πολύ κέφι και ακόμα περισσότερη φασαρία, αφού παίξαμε ως και μπιζ και τραγουδούσαμε σχεδόν ως τις δύο τα μεσάνυχτα, οπότε οι ηλικιωμένοι ένοικοι του ξενοδοχείου, «τα γερόντια», βγήκαν στα παράθυρα και με φωνές και βρισιές άφησαν τη συμπιεσμένη αγανάκτησή τους να ξεσπάσει.

 Την άλλη μέρα φύγαμε. Αυτή τη φορά πήραμε ένα καΐκι, που έκανε την τοπική συγκοινωνία με τον Πειραιά. Καθώς το πλεούμενο έβγαινε από το λιμανάκι, την είδα να βγαίνει  από το σπιτάκι όπου έμενε, στην πλαγιά του λόφου, που έκλεινε από τη δύση τον ορμίσκο και να κουνάει ένα μεγάλο μαντήλι. Έμεινε εκεί χαιρετώντας με, ώσπου η απόσταση μας εξαφάνισε.

Οι διακοπές μας είχαν τελειώσει, αλλά οι πέντε τελευταίες μέρες τους σημάδεψαν τη ζωή μου. Ξαφνικά όλα άλλαξαν, μέσα μου και γύρω μου. Ήταν σα να γίνηκε γιορτή. Ο ουρανός γέμισε αστέρια. Γυρίζοντας στο σπίτι μου ένοιωθα η καρδιά μου είχε μείνει πίσω στο νησί, πως η ζωή μου είχε σταματήσει σ΄αυτές τις μαγικές εσπέρες, που περπατήσαμε μαζί κουβεντιάζοντας.[…]

 
——————————————————————–
* Οι στίχοι, είναι από ποίημα της Κικής
Η παλιά φωτογραφία της Σουβάλας, είναι παρμένη από το www.souvala.gr

Posted in Αναμνήσεις, Περιοδικό | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Κλήδονας, τότε και τώρα

Posted by tofistiki στο 25/06/2014

Χτες το βράδυ, γιορτάστηκε με ένα ξέφρενο και αυθεντικά λαϊκό και «χειροποίητο» γλέντι, το έθιμο του Κλήδονα, στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η αγαπημένη αυτή γειτονιά του κέντρου της Αθήνας, είναι ενα ολοζώντανο κύτταρο, δείγμα του πώς μπορεί η αυτοοργάνωση των πολιτών να κάνει θαύματα.
klidonas
 
Με αφορμή τη χτεσινή γιορτή, αναδημοσιεύω το -σχετικό με το έθιμο και τον γιορτασμό του στο νησί- απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύτηκαν την εφημερίδα «Εμπρός» της Λέσβου.
 

[…] Τούτο το απόγεμα ήταν τελείως διαφορετικό από το χτεσινό, γιατί απόψε άνοιξαν τον κλείδωνα*. Ήταν 23 Ιουνίου. Δεν είχα ξαναδεί ν’ ανοίγουν τον κλείδωνα, έθιμο τελείως άγνωστο στην Αθήνα, κι ήμουν όλο περι­έργεια και ερωτήσεις.

Την προετοιμασία του κλείδωνα, που έγινε το προηγούμενο βράδυ, δεν την πήρα είδηση, καθώς με είχε απορροφήσει το παιχνίδι με τους καινούργι­ους μου φίλους.

Το σούρουπο τα κορίτσια είχαν πιάσει το «α­μίλητο νερό», που το ‘βγαλαν από το πηγάδι που είναι στην αυλή της κυρίας Μαρίκας. Από τη στιγμή που θα βγάζανε τον κουβά από το πηγάδι και θα γέμιζαν το κανάτι του κλείδωνα, ως την ώρα που θα βάζανε μέσα τα «σημάδια», δηλαδή κουμπιά, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια κι άλλα μικροαντικείμενα, χαρακτηριστικά του κα­θενός κοριτσιού και της καθεμιάς γυναίκας, και θα σκέπαζαν το κανάτι να μείνει όλη τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα ως το απόγεμα, ως την ώρα λοιπόν που θα κλείνανε τον κλείδωνα, δεν έπρεπε να βγάλουν μιλιά απ’ το στόμα τους. Όποιο κορίτσι μιλούσε, κινδύνευε να μείνει ανύπαντρο.

Χτες, μετά την αμπάριζα και πριν αρχίσουν τα καθιστικά παιχνίδια, ο Παναγιώτης, ο Αριστείδης, ο Νίκος κι άλλοι πειρασμοί, πήγαν στην αυλή της κυρίας Μαρίκας, όπου τα κορίτσια ετοίμαζαν τον κλείδωνα και βάλανε τα δυνατά τους να τα κάνουν να μιλήσουν. Τα πείραζαν, τα τρόμαζαν, τους πετούσαν πετραδάκια, αλλά του κάκου. Τα κορίτσια κρατούσαν το στόμα τους ραμμένο. Στο τέλος, τα αγόρια βαρέθηκαν και γύρισαν στην παρέα μας.

Τον κλείδωνα τον άνοιξαν στο πεζοδρόμιο, μπροστά στα σκαλιά, που ‘πιαναν όλη σχεδόν την πρό­σοψη των δίδυμων σπιτιών της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, τα οποία εξασφάλιζαν άνετη θέση για αρκετά άτομα. Βάλανε ένα τραπεζάκι σκεπασμέ­νο με ένα κεντητό τραπεζομάντηλο και γύρω του τρεις καρέκλες όπου κάτσανε τρεις κοπέλες γύρω στα είκοσι. Γύρω τους στάθηκαν όρθιες διάφο­ρες μεγαλύτερες γυναίκες, όλες γειτόνισσες και γνωστές. Τον κλείδωνα τον έφερε η Μαίρη, η μεγαλύτερη από τις κόρες του λιμενικού. Ήταν ένα πήλινο κανάτι με φαρδύ λαιμό, σκεπασμένο με κεντητό μαντήλι. Τον α­κούμπησε στο τραπεζάκι και μια από τις κοπέλες, η Λίνα, ανιψιά της Πάτρας και της Αννέτας, έβαλε το χέρι της μέσα για να βγάλει το πρώτο «σημάδι», ενώ η Μπίζαινα είπε ένα δίστιχο.

«Ο χρυσαϊτός σε καρτερεί κι ο σταυραϊτός σε θέλει
μα εσύ κοιτάζεις να πιαστείς μ’ ένα άχρηστο κοπέλι»

Δυνατά γέλια ακολούθησαν καθώς, όπως διαπιστώθηκε αμέσως, το «σημάδι» ανήκε στην Ευτέρπη, μια γεροντοκόρη της γειτονιάς.
Δεύτερο δίστιχο – δεύτερο σημάδι, κι αυτό τράβηξε γραμμή. Όσο προχωρούσε ο Κλείδωνας, τα δίστιχα γίνονταν όλο και πιο τολμηρά. Δεν τα καταλάβαινα όλα, μα από τα χάχανα, τα ξεφωνητά, τα αναψοκοκκινίσματα των κοριτσιών και τις πονηρές ματιές των αντρών, μυριζόμουν πως κάτι το «μεγαλίστικο», κάτι απαγορευμένο για τα παιδιά ήταν στη μέση.

Στον Κλείδωνα είχαν μαζευτεί όχι μονάχα τα γυναικόπαιδα, αλλά και λίγοι άντρες, που έτυχε κείνη την ώρα να μην έχουν δουλειά. Μου ‘κανε εντύπωση ένας ψηλός αδύνατος άντρας, που στεκόταν παράμερα και ποτέ δε γελούσε, ούτε και με τα πιο πετυχημένα αστεία. Φαίνεται πως η στάση του άγνωστου, που έμενε ανεπηρέαστος από τη γενική ευθυμία της ομήγυρης, τράβηξε την προσοχή και της μαμάς μου, που ρώτησε τη θεία Μένη:
«Μελπομένη, ποιος ειν’ αυτός ο ψηλός;»
«Καλέ, δεν τον γνώρισες; Είναι ο Φωτάκης, της Πηνελόπης ο γιος. Είδες πώς κατάντησε; Στο Στρατό που υπηρετούσε, τον έστειλαν στο Καλπάκι σαν κομμουνιστή κι εκεί τού ‘στριψε.»
«Αχ ναι! Διάβασα ένα φοβερό βιβλίο για το Καλπάκι», της είπε η μαμά μου, «το ‘χω μαζί μου, να στο δώσω να το διαβάσεις. Τι τράβηξαν τα καημένα τα παι­διά.»
«Ποιος τους είπε ν’ ανακατεύονται με την πολιτική; Ο Στρατός δε χωρατεύει», είπε η θεία Μέ­νη. Η μαμά μου δεν απάντησε.
Έμεινα να κοιτάζω πολλήν ώρα το Φωτάκη που του ‘στριψε στο Καλπάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορεί να ήταν αυτό το Καλπάκι, που ‘κανε τους στρατιώ­τες να τρελαίνονται.

Τρομερή έκρηξη από ξεφωνητά, χάχανα και παλαμάκια τράβηξε τη σκέψη μου από το αγέλαστο παλικάρι. Η Μπίζαινα είχε μόλις πει ένα τόσο τολμηρό τετράστιχο, που όλοι χτυπιόντουσαν από τα γέλια:

«Ο Μ…ρος κι ο Ψ…ρος.
τα δυο μεγάλα κράτη
συμβούλιο εκάνανε
επάνω στο κρεβάτι»

Τα ονόματα αυτών των δύο κρατών δεν τα είχα ξανακούσει και δεν ήξερα τι σημαίνανε. Συνήθως τις απορίες μου για τη σημασία των αγνώστων λέξεων μου τις έλυνε η μαμά μου, αλλά τώρα κάτι μου έλεγε πως δε θα μπορούσα να τη ρωτήσω σχετικά. Στράφηκα στον καινούργιο φίλο μου, το Στράτο:
«Στράτο, τι είναι αυτά τα κράτη;»
Αυτός στην αρχή με κοίταξε με απορία, ύστερα χαμογέλασε πονηρά και μου ‘πε με συνωμοτικό ύφος:
«Δεν ξέρεις; Είναι το πράμα της γυναίκας και το πράμα του άντρα.»

Στο μεταξύ εξαντλήθηκε το περιεχόμενο του κανατιού και η γιορτή τέλειωσε. Τα κορίτσια μάζεψαν το τραπέζι και τα άλλα συμπράγκαλα και οι μεγάλοι αποσύρθηκαν στις εξώπορτές τους. Η παρέα των παιδιών μαζευτήκαμε μπροστά στο φούρνο στην αρχή του δρόμου, ήταν όμως αρκετά αργά πια για να παίξουμε κανένα καλό παιχνίδι.

 
* σημείωση: Παλιότερα, έγραφαν «Κλείδωνας», παρετυμολογώντας από το ‘κλειδώνω’, το σωστό όμως είναι «Κλήδονας», από το αρχαίο κληδών> οιωνός, μαντικό σημάδι, προμήνυμα.
 
-Το σκίτσο είναι του Μίλτη Παρασκευαΐδη, από το λεύκωμα «Αντισνομπιστικά και αντιρομποτικά» του 1977

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Βενετσιάνικος καθρέφτης», στην Αίγινα – Ενημέρωση

Posted by tofistiki στο 10/02/2014

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ

Για το βιβλίο, είχαμε γράψει εδώ, όταν εκδόθηκε.
Η παρουσίαση θα γίνει από τον εκπαιδευτικό, και αγαπητό φίλο του Μίμη και της Κικής, Χρήστο Ρέππα.

Ενημέρωση, 23-2-2014:
Το ενημερωτικό portal της Αίγινας, aeginaportal.gr, έκανε εκτενές αφιέρωμα όπου μπορείτε να δείτε και βίντεο από την εκδήλωση με όλες τις ομιλίες, τους ευχαριστούμε πολύ!
Αναφορά έκαναν και τα Αιγινήτικα Νέα.

Λίγες φωτογραφίες από την εκδήλωση:

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


Posted in Αιγινήτικα, Επικαιρότητα, Λογοτεχνία, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Για την εκδήλωση «Στον απόηχο της Αιολικής Λογοτεχνικής Σχολής»

Posted by tofistiki στο 14/01/2014

Η εκδήλωση- αφιέρωμα στον Δημήτρη Σαραντάκο, είχε συγκινητικά μεγάλη επιτυχία και η αίθουσα αποδείχτηκε μικρή για τον κόσμο που ήρθε. Μακάρι να είχαμε φέρει ακόμα περισσότερα βιβλία να χαρίσουμε στο κοινό που παρακολούθησε· δυστυχώς δεν έφτασαν όσα φέραμε.

Ευχαριστούμε θερμά τους καλούς φίλους του, τον Στάθη Λιδωρίκη και τον Στρατή Ζαφείρη και βέβαια τον Νίκο, που μίλησαν για τον μηχανικό, λογοτέχνη, λόγιο, φίλο και σύντροφο, τον Μίμη.

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Ντόρα Βακιρτζή που ανέλαβε το συντονισμό της οργάνωσης και την εμπεριστατωμένη παρουσίαση, και ασφαλώς, τον Βλάση Αγτζίδη για την φιλοξενία, στα πλαίσια των Σεμιναρίων Σύγχρονης Ιστορίας. Όσα ακούστηκαν ήταν πολύ ενδιαφέροντα και γλαφυρά δοσμένα και ελπίζω να πάρουμε κάποια στιγμή το βίντεο της εκδήλωσης ώστε να μπορέσουμε να το αναρτήσουμε. (Έγινε ενημέρωση της ανάρτησης, έχουν προστεθεί τα βίντεο στο τέλος)

Ευχαριστούμε επίσης τους παλιούς καλούς φίλους που μας έκαναν την τιμή να παραστούν, ήταν μεγάλη χαρά μας που τους ξαναείδαμε. 

Ακολουθούν κάποια στιγμιότυπα από την εκδήλωση, με το φακό του Σταμάτη Λαγάνη:

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Για το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον Βλάση Αγτζίδη -για 6η συνεχή χρονιά- στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς  (Έπαυλη ΔροσίνηΒιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς), με τη συμμετοχή εκλεκτών επιστημόνων, διαβάστε εδώ.

Ενημέρωση 6/2/2014: Ο κ. Αγτζίδης, είχε την καλοσύνη να μας στείλει την βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης που έγινε από τον κ. Παύλο Κοσμίδη, και μπορείτε να την παρακολουθήσετε παρακάτω, σε 3 μέρη:

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορία, Λογοτεχνία, Πολιτιστικά, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Αφιέρωμα στον Δημήτρη Σαραντάκο, «Στον απόηχο της Αιολικής Λογοτεχνικής Σχολής»

Posted by tofistiki στο 02/01/2014

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΔείτε και σχετική δημοσίευση στο «Εμπρός«.

Για το Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας που διοργανώνεται από τον Βλάση Αγτζίδη -για 6η συνεχή χρονιά- στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς  (Έπαυλη ΔροσίνηΒιβλιοθήκη Δήμου Κηφισιάς), με τη συμμετοχή εκλεκτών επιστημόνων, διαβάστε εδώ.

Posted in Επικαιρότητα, Πολιτιστικά, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 Σχόλια »

Μια παλιά διάλεξη για τον Καβάφη

Posted by tofistiki στο 18/10/2013

Πολύς Καβάφης γύρω μας τελευταία, μέχρι και στα τρόλεϊ κυκλοφορεί… Για το θέμα της αποσπασματικής αναφοράς κατακερματισμένων στίχων έγραψε ένα άρθρο ο Νίκος στο ιστολόγιό του, αλλά έχει γεμίσει και το διαδίκτυο από σατιρικά φωτομοντάζ που διακωμωδούν το άτοπο εγχείρημα και κατά τη γνώμη μου, διόλου δεν θα επείραζαν τον ποιητή. Διάβασα όμως κάπου την άποψη πως ο Καβάφης ήταν απολίτικος, και θυμήθηκα μια διάλεξη που είχε δώσει ο Μίμης στον «Μορφωτικό» της Αίγινας, όπου υποστήριζε το αντίθετο. Την παραθέτω λοιπόν με την ευκαιρία, έχει ενδιαφέρον, περιλαμβάνει και μερικά όχι τόσο γνωστά ποιήματα του ποιητή που τόσο αγαπούσαν ο Μίμης και ο πατέρας του, ο παππούς ο Νίκος, και που οι ωραίες απαγγελίες τους μας έχουν μείνει αξέχαστες.

kavafis

Κωνσταντίνος Καβάφης

Προσπάθεια να προσεγγιστούν κάποιες πτυχές του έργου του

          Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

μετά τον Βάρναλη, τον Ρίτσο και τον Σεφέρη, με το έργο ή με μέρος τουλάχιστο του έργου τους σας είχα μιλήσει στο παρελθόν σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, θα επιχειρήσω σήμερα, με δικαιολογημένο στ’ αλήθεια δέος να πλησιάζω το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Πραγματικά τι θα μπορούσα να πω εγώ ο ελάχιστος για τον μέγιστο και ταυτόχρονα τον πιο δυσπρόσιτο των ποιητών μας, με τον οποίον ασχολήθηκαν πολλοί ικανότεροι και αρμοδιότεροι και που τον μελετούν σε ειδικό τμήμα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας (αν δεν κάνω λάθος).

Το περίεργο είναι πως, ποσοτικώς το έργο του Καβάφη είναι πολύ μικρό. Συνολικά  έγραψε σχετικώς λίγα ποιήματα, που δεν ξεπερνούν τα τριακόσια. Από αυτά τα 153 είναι τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα, δηλαδή εκείνα που μπόρεσε να εκδώσει όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν ακόμη 37 ποιήματα, που χαρακτηρίζονται Αποκηρυγμένα, γιατί είτε τα ξανάγραψε με άλλη μορφή είτε τα αποκήρυξε. Κάπου 45 ποιήματα ταξινομούνται στην ενότητα των Κρυμμένων. Είναι δηλαδή ποιήματα, που ο Καβάφης δεν είχε προλάβει να εκδώσει αλλά περιλαμβάνονται στο Αρχείο του. Τέλος άλλα τόσα ποιήματα ανήκουν στην ενότητα των Ατελών, είναι δηλαδή σχεδιάσματα ποιημάτων, που διασώθηκαν και περιλαμβάνονται επίσης στο Αρχείο του Καβάφη.

Μικρό λοιπόν, ποσοτικώς, το έργο του Καβάφη, ιδίως αν συγκριθεί με το έργο του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ρίτσου, που τα ποιήματα τους γεμίζουν τόμους ολόκληρους, τεράστιο όμως και ανυπέρβλητο σε αξία. Η σημασία των λίγων αυτών ποιημάτων για την ελληνική ή καλύτερα την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ανυπολόγιστη και δικαιολογημένα τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα.

Ακόμη λιγότερα είναι τα πεζά κείμενα που μας άφησε ο Καβάφης και τα οποία κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: Δημιουργικά, Κριτικά και Προσωπικά. Η πλήρης και συστηματική καταγραφή και έκδοση των πεζών του Καβάφη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Γενικά ο ποιητής, πιστός στην αρχή του λάθε βιώσας, απέφευγε να “εκθέτει τη ζωή του στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία”. Ιδού πόσο λιτή και απέριττη είναι η αυτοβιογραφία του:

     “Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σε ένα σπίτι της οδού Σερίφ. Μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της ζωής μου το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικία κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα.  Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά”.

Ο Καβάφης γεννήθηκε τα 1863 και έζησε 70 χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα (πάνω από 30) τα πέρασε στην Αλεξάνδρεια και ελάχιστα, ούτε πέντε (δύο το 1900-1901 και τα τρία τελευταία της ζωής του) τα έζησε στην Ελλάδα, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ήταν αποξενωμένος από την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Ας μη ξεχνάμε πως στον καιρό του, από τα πέντε μεγάλα πνευματικά και οικονομικά κέντρα του Ελληνισμού: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πόλη, Σμύρνη και Αλεξάνδρεια, μονάχα το πρώτο (και μετά το 1912 και το δεύτερο), βρίσκονταν μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Όπως προανέφερα, με το έργο και με τη ζωή του Καβάφη έχουν ασχοληθεί πολλοί. Χωρίς υπερβολή, οι μισοί σχεδόν από τους λογοτέχνες, κριτικούς και διανοούμενους της Ελλάδας. Και μολονότι έχουν περάσει εξηνταεννέα χρόνια από το θάνατό του συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και το έργο του να είναι αγέραστο και αθάνατο. Ανάλογη με το πλήθος των μελετητών που έχουν εγκύψει στο έργο και τη ζωή του Καβάφη είναι και η μεγάλη ποικιλία των χαρακτηρισμών που του έχουν δώσει. Τον έχουν πει απόκοσμο και αποτραβηγμένο από τα κοινωνικά δρώμενα. Αποστάτη της καθιερωμένης ηθικής. Ατομιστή, που ζει στην ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού. Ηδονιστή ποιητή της παρακμής και πλήθος άλλα.

Η απουσία εντούτοις καταγραμμένων προσωπικών απόψεων και θέσεων του ποιητή, δε σημαίνει πως ο Καβάφης δεν επηρεαζόταν από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ου αιώνα. Ο ερμητικός αυτός καλλιτέχνης, επειδή ακριβώς ήταν μεγάλος στοχαστής και σοφός άνθρωπος, είχε τεράστια βιωματική εμπειρία, που αγκάλιαζε ευρύτατα σύνολα. Ήταν μεγάλος ποιητής και αυτό σημαίνει πως είχε μεγάλη ψυχή, και πόνεσε, λαχτάρησε και, με τον τρόπο του, αγωνίστηκε για τον άνθρωπο.

Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Παπαδιαμάντη, τον οποίον σημειωτέον θαύμαζε. Ήταν κι αυτός “έξωθεν ψυχρός και έσωθεν φλεγόμενος”. Όπως ο μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, που ακρίτως τον επονόμασαν “κοσμοκαλόγερο”, έτσι και ο Αλεξανδρινός ποιητής, ο δήθεν “αποτραβηγμένος ηδονιστής”, ζούσε έντονα τα προβλήματα της εποχής του και έπαιρνε σαφείς θέσεις πάνω σ’ αυτά. Μόνο που αυτό γινόταν μέσω της Τέχνης του και γι αυτό συχνά δεν γινόταν αντιληπτό.  Τα ποιήματα του Καβάφη αποτελούν την πιο τρανή μαρτυρία για τις θέσεις και απόψεις, που ποτέ δεν διατύπωσε με μορφή δοκιμίου ή κριτικής. Οι “ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν” τα ποιήματά του σαν να είναι ιστορικά. Είναι όμως;

Ας πάρουμε το ποίημά του “Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες”

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς
Τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.

Οι “ανίδεοι Αντιοχείς” θα το θεωρούσαν ιστορικό ποίημα, που αναφέρεται στην ήττα των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 144 π.Χ. Αν όμως σκεφτούμε πως το ποίημα εκδόθηκε μεν το 1921, αλλά στην αρχική του μορφή πρωτογράφτηκε το 1897, βλέπουμε για ποιάν ήττα γράφτηκε στην πραγματικότητα. Ή ακόμα το σπαραχτικό ποίημα “Πάρθεν”

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα,  για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν ‘ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίς’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

που γράφτηκε το 1922. Μέσα λοιπόν από τα ποιήματά του προβάλει ο πατριωτισμός του Καβάφη, γνήσιος, ειλικρινής και καθόλου κραυγαλέος.

Ο Καβάφης, όπως και ο Παπαδιαμάντης ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Τα ποιήματά του “Περιμένοντας τους Βαρβάρους”, που γράφτηκε λίγο μετά την καταστολή της ανταρσίας του Μάχντι στο Σουδάν, ή το άλλο, για “το παιδί που κρέμασαν οι χριστιανοί” *, το μαρτυρούν. Ας ακούσουμε το τελευταίο αυτό

Σαν το ‘φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ‘ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

             Το ποίημα αυτό γράφτηκε με αφορμή τις εξεγέρσεις του αιγυπτιακού λαού κατά των Άγγλων, που ακολούθησαν την καταστολή της επανάστασης του στρατηγού Όραμπι πασά και βεβαίως “χριστιανοί” είναι οι Άγγλοι.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όμως είναι η στάση του Καβάφη απέναντι στον Χριστιανισμό. Νομίζω πως ο προσφυέστερος χαρακτηρισμός του θα ήταν: “εν μέρει εθνικός κι εν μέρει χριστιανίζων” όπως ο Μυρτίας στο ποίημα “τα επικίνδυνα”. Οπωσδήποτε καταγόμενος από την Πόλη κι έχοντας ζήσει δυο χρόνια, έφηβος, εκεί, επηρεάστηκε από τη λειτουργική μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, όπως δείχνει το ποίημά του “στην Εκκλησία”   πέρα όμως από τη μεγαλοπρέπεια, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τα εξαπτέρυγα και τις ψαλμωδίες, στην Εκκλησία και στους ιερείς, ο ποιητής  βλέπει την παρηγορία, την ψυχική γαλήνη και την ενδυνάμωση του πιστού. Πολλά ποιήματά του το μαρτυρούν. Ένα από αυτά, “η Δέησις” αναφέρεται σε μια απλή γυναίκα. Ας το ακούσουμε

Η θάλασσα στα βάθη της πήρε έναν ναύτη
Κι η μάνα του ανύποπτη πάει κι άναφτει
στην Παναγιά μπροστά ένα μακρύ κερί,
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’καλοί οι καιροί.
Κι ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η  εικόνα την ακούει σιωπηλή και λυπημένη
ξέροντας πως δεν θα ‘ρθει ο υιός που περιμένει.

            Να σημειώσω πως στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος “Μυριόβιβλος” περιλαμβάνονται αυτά τα τρία αυτά ποιήματα θεωρούμενα ως τα κατ’ εξοχήν  τα χριστιανικά ποιήματα του Καβάφη.

Εντούτοις στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος για τον κυρ Μανουήλ τον Κομνηνό, διαφαίνεται μια πολύ λεπτή ειρωνεία. Εντονότερη είναι αυτή η ειρωνική διάθεση στο ποίημα “Ιγνατίου τάφος” όπου η φράση κλειδί είναι: “μες στην ασφάλεια του Χριστού”

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

         Από την άλλη πλευρά ο Καβάφης παραμένει εθνικός ωραιολάτρης. Ο αισθησιασμός του τον κάνει να αποζητά το ψυχικό κλίμα της Αρχαιότητας, τότε που οι Έλληνες (και ελληνίζοντες) λάτρευαν  ελεύθερα και απροκατάληπτα το ωραίο. Τότε που ο Κόσμος δεν είχε διχαστεί σε ύλη και πνεύμα, αλλά ο άνθρωπος ένοιωθε πως αποτελεί με τη Φύση ενιαίο, αδιάσπαστο και αρμονικό σύνολο. Στο ποίημά του “Ιωνικόν” δείχνει τη νοσταλγία του για τον κόσμο του αρχαίου κάλλους που χάθηκε.

Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν επέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, εσένα αγαπούν ακόμη
σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει πάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμόσφαιρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των
και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή αόριστη με διάβα γρήγορο
επάνω από τους λόφους σου περνά.

          Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον του Καβάφη για τον Ιουλιανό. Στον αυτοκράτορα αυτόν, που επονομάστηκε αποστάτης διότι, μολονότι γεννημένος χριστιανός και χριστιανομαθημένος, απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό και θέλησε να αναστήσει την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας, αφιερώνει έξι ποιήματα (τα πέντε ανήκουν στα “Αναγνωρισμένα” και το ένα στα “Αποκηρυγμένα”).

Η αρχαία μας θρησκεία άργησε να σβήσει. Επί πολλούς αιώνες σε απρόσιτες γωνιές της ελληνικής γης, στα βουνά της Μάνης και της Θράκης, οι χωρικοί θυσίαζαν στους θεούς, που επί πέντε χιλιάδες χρόνια λάτρευαν οι πρόγονοι τους. Κατάλοιπα της αρχαίας θρησκείας επιβίωσαν ως σήμερα στα “Αναστενάρια” της Μακεδονίας, στον “Καρνάβαλο”, στο «Πανηγύρι του Ταύρου” στη Λέσβο, στον “Λειδινό” της Αίγινας. Αλλά και στις πόλεις υπήρχαν επί πολύ κρυπτο-εθνικοί, όπως ο φτωχός άνθρωπος του ποιήματος “Είγε ετελεύτα”

Πού αποσύρθηκε, πού χάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματα του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του,
που διεδόθηκε εις τόσα έθνη,
εκρύφθη αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ούδε κανείς είδε ποτέ τον τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως, τίποτε
για θάνατο του Απολλώνιου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείνη η ιστορία

Αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη
στο αρχαίο της Δικτύνης ιερόν –
Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσική εμφάνισή του
εις ένα νέον σπουδαστή στα Τύανα –
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός να επιστρέψει
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι,
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος. – Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.

 Έτσι ερέμβαζε μες’στην πενιχρή του κατοικία –
μετά μια ανάγνωση του Φιλοστράτου
«τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» –
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε – ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός – στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ήν εβασίλευεν,

εν άκρα ευλαβεία ο γέρων Ιουστίνος
κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
άθλιους ειδωλολάτρας απεστρέφονταν.

Το ποίημα αναφέρεται στον μέγα διδάσκαλο τον Απολλώνιο τον Τυανέα, που επί αιώνες τον ελάτρεψαν ως θεό και πολλοί τον συγκρίνουν με τον Ιησού τον Ναζωραίο. Ο στίχος «τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές» προδίδει τον ποιητή, που ομοίως  «στο φανερόν έκανε τον Χριστιανόν κι αυτός και εκκλησιάζονταν».

———————————————————————————–

*Από τα «Κρυμμένα» ποιήματα, με τίτλο «27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 2 Σχόλια »

Κάποτε τους έλεγαν και πόλισμαν

Posted by tofistiki στο 04/06/2013

Με την ευκαιρία της κουβέντας που γίνεται περί της προσφώνησης «μπάτσοι», που τόσο ενόχλησε τα χρηστά τηλεοπτικά μας ήθη, θυμήθηκα τις διηγήσεις του παππού μου για τον κ. Θεόδωρο, έναν εκκεντρικό τύπο που γνώριζε κι ο οποίος έτρεφε εξαιρετική αντιπάθεια προς τους αστυφύλακες. Ο πατέρας μου, στο βιβλίο του «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», στο οποίο αφηγείται τη ζωή του παππού μου, αφιερώνει ένα ολόκληρο -απολαυστικό- κεφάλαιο στον κ. Θεόδωρο, καθηγητή της Θεολογίας, άντρα πανύψηλο, με τεράστια σωματική δύναμη αλλά με εντελώς ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Από κει, το παρακάτω απόσπασμα με την «προσλαλιά προς πόλισμαν» που τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας μου είχαν αποστηθίσει και συνήθιζαν να την απαγγέλλουν θεατρικά, προς μεγάλη τέρψη των ακροατών τους. Κάποιες φράσεις, είχαν μείνει παροιμιώδεις στις παρέες τους και στην οικογένεια.

μια μποέμικη παρέα[…] Ο κύριος Θεόδωρος δε χρησιμοποιούσε συνήθεις ύβρεις στις λογομαχίες του. Είχε επινοήσει δικές του, αντλώντας συνήθως επίθετα και χαρακτηρισμούς από τη Βίβλο. Η χειρότερη ύβρις του ήταν υπήκοε του Αββαδών, την οποία απηύθυνε σε θηλυπρεπείς τύπους. Βαριές ήταν και οι ύβρεις: τοίχε κεκονιαμένε και σκλάβε καθώς και η τουρκική βρισιά, (συνεκφερομένη στερεοτύπως με την ελληνική της μετάφραση) ραγιά-κιοπόγλου κιοπέκ-άτιμε δούλε-παιδί της σκύλας. Όπως και η αποτρεπτική κραυγή προς κάθε επιτιθέμενο: πίσω σκλάβε!

Ειδική όμως υβριστική αποστροφή επεφύλασσε στους αστυφύλακες. Όπως προανέφερα, ο Θεόδωρος απεχθανόταν τους αστυνομικούς, από την εποχή που φοιτούσε στη σχολή αστυφυλάκων. Είχε λοιπόν φτιάξει μια ειδική προσλαλιά όταν απευθυνόταν προς κάποιο όργανο της τάξεως, την οποία μολονότι την είχαν ακούσει οι φίλοι αρκετές φορές δεν μπορούσαν, λόγω του μήκους της, να τη μάθουν απ’ έξω. Τελικά προκάλεσαν ξανά την απαγγελία της, βάζοντας κάποιο φίλο τους αστυφύλακα να ζητήσει «τα χαρτιά» του Θεόδωρου σ’ ένα δικό τους καφενείο, ενώ ο Μιχάλης κρυμμένος πίσω από το τεζιάκι κρατούσε σημειώσεις.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είχε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Θεόδωρος απευθυνόταν στον αστυφύλακα, κουνώντας το δάχτυλο του απειλητικά:

Πίσω!
Μη με πλησιάζεις ουδέ συρόμενος επί των γονάτων και διά του ατίμου μετώπου σου ψαύων την γην, όπως ενώπιον του Σουλτάνου και του Χαλίφου.
Είσαι κατώτερός μου. Σ’ το θέτω ταξικά!
Ούτε στο ίδιο εστιατόριο να φας ούτε στο ίδιο καφενείο να πιεις νερό!
Το επάγγελμά σου είναι άτιμον. Το επάγγελμα της πόρνης και του προδότου.

Στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος κι ο Θεόδωρος στρέφεται στο κοινό, παρουσιάζοντας τον αστυφύλακα:

Το απελπισμένο παιδί,
που ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο, να παίρνει ένα καρβέλι την ημέρα.
Όπου βλακόπαις και βουβαλόπαις και τεναγόπαις.
Όπου χασικλής και μάγκας κι αγαπητικός.
Που εκδίδει αθώας κορασίδας προς ικανοποίησιν αλλότριας φιληδονίας.

Ο αόρατος εχθρός του απείρου,
που παραμονεύει στη γωνιά και στομώνει το διαβάτη
και κατασκοπεύει την ανθρωπότητα.

Όν ατιμότερον των κατασκόπων, των προδοτών, των βασανιστών και των δημίων.

Εδώ, στρέφεται και πάλι στον πόλισμαν:

Θα σε δέσω με λύσσα σε βελανιδιά με μερμήγκια.
Γυμνόνε. Να μουκανιέσαι και να βοά η ρεματιά
και ν’ αντηχάει το μουκανητό σου στη χώρα.
Θα σου ανοίξω τρίτο μάτι ανάμεσα στα φρύδια
για να πηγαίνεις θαρρετά στον Άδη.
Θα σου περάσω τ’ άντερα λαιμαριά στο λαιμό.
Θα σου κλείσω το φούρνο με σαρανταοχτώ μανταλοσίδερα.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είναι το αριστούργημα της Θεοδωρείου μούσης. Είναι κείμενο εξαιρετικά δουλεμένο που παρουσιάζει μεγάλο υφολογικό ενδιαφέρον. Η φράση θα σου ανοίξω τρίτο μάτι είναι παρμένη από τον «Αθανάσιο Διάκο» του Βαλαωρίτη. Το σ’ το θέτω ταξικά από την καινοφανή τότε «κομμουνιστική διάλεκτο». Οι γλωσσοπλαστικές του ικανότητες (βλακόπαις, τεναγόπαις, βουβαλόπαις) εκπληκτικές, η σωστή εναλλαγή δημοτικής και καθαρεύουσας καθώς και η χρήση των «βοά» και «αντηχάει» για να δώσει την εντύπωση του αντιλαλητού της κραυγής μαρτυρούν μεγάλες λογοτεχνικές ικανότητες. Πολύ ζωντανή επίσης η εικόνα του απελπισμένου παιδιού που ροβόλησε από το, ορεινό και άγονο βεβαίως, χωριό του, με μόνη φιλοδοξία του να μπορεί να έχει ένα καρβέλι την ημέρα – τον άρτον ημών τον επιούσιον. Σ’ αυτή την ταπεινή φιλοδοξία αναφέρεται και η τελευταία απειλή της προσλαλιάς.

Σήμερα φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως θα ’ταν δυνατό να απευθύνεις σε όργανο της τάξεως τέτοιες ύβρεις χωρίς να βρεις για καλά τον μπελά σου, στη δεκαετία όμως του είκοσι φαίνεται πως ο κόσμος ήταν πιο ελεύθερος στις σχέσεις του με την αστυνομία, ίσως δε τα όργανα να μην αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα του Θεόδωρου ή ακόμα (και το πιθανότερο) να τον εξελάμβαναν σαν ακίνδυνο τρελό. Ύστερα, η αστυνομία πόλεων ήταν νέος θεσμός, οργανωμένος πρόσφατα από τους Άγγλους, που διατηρούσε πολλά από τα αγγλικά ήθη. Οι αστυφύλακες δεν οπλοφορούσαν παρά σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Ήταν ευγενέστατοι και άφηναν τις βρώμικες δουλειές, την αντιμετώπιση των απεργών, τη συνοδεία των υποδίκων κ.λπ. στους χωροφύλακες. […]

Φωτογραφία του κ.Θεόδωρου δεν βρήκα στο αρχείο του πατέρα μου και αμφιβάλλω αν αυτός ο τόσο ιδιόρρυθμος τύπος θα επέτρεψε ποτέ να τον φωτογραφήσουν. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από την εποχή πάνω-κάτω που ο παππούς μου γνωρίστηκε με τον κ. Θεόδωρο.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Μεταξύ αστείου και σοβαρού | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 14/05/2013

Αναδημοσιεύω σήμερα από το ιστολόγιο του Νίκου ένα απόσπασμα (επίκαιρο λόγω των επικείμενων πανελληνίων εξετάσεων) από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μίμη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Είναι παρμένο από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Βρισκόμαστε στα 1948, ο Μίμης είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).
Το αναδημοσιεύω και για ένα ακόμα λόγο. Ψάχνοντας κάτι άσχετο στα χαρτιά του πατέρα μου, έπεσα σε μερικά συγκινητικά -για μένα τουλάχιστον – ενθυμήματα από την εποχή εκείνη: Πρόκειται για το απόκομμα της εφημερίδας με τους επιτυχόντες στο ΕΜΠ ανάμεσα στους οποίους κι ο ίδιος, και για τα χειροποίητα, πολύ προσεγμένα, σε μέγεθος κάρτας, προγράμματα μαθημάτων που είχε φτιάξει για κάθε χρονιά της σχολής του.

epityxontesΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

programma EMPΑρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Ο δεύτερος γνωστός, που απόχτησα στο Πολυτεχνείο, από το πρώτο κι όλας τρίμηνο ήταν ο Τάκης ο Μερίκας. Ήταν ένα ήσυχο, μετρημένο και ντόμπρο παλικάρι, στο βάθος πολύ ρομαντικός και αισθηματίας. Μια φορά μου ΄δειξε κάτι πεζοτράγουδα που είχε γράψει. Ήταν δεξιός αλλά, καθώς το ’48 και το ’49 ήταν αδιανόητες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ αγνώστων, αυτό δε στάθηκε εμπόδιο στη γνωριμία μας, που εξελίχθηκε σε φιλία.

 Ο τρίτος φίλος που απόχτησα ήταν ο Στέλιος ο Πάπαρος και ο τέταρτος ο Μαρσέλος ο Κάννερ. Ήταν κι οι δύο Εβραίοι. Στην τάξη μας ήταν τέσσερις Εβραίοι, πράγμα πολύ περίεργο. Ποσοστό 16% ήταν δυσανάλογα υψηλό σε σύγκριση με το ποσοστό των Εβραίων της χώρας, μετά τον αποδεκατισμό τους κατά τον πόλεμο. Από τους τέσσερις, ο Στέλιος καταγόταν από πλευράς του πατέρα του από Ρωμανιώτες Εβραίους,  εγκατεστημένους δηλαδή στην Ελλάδα από αμνημονεύτων χρόνων, ίσως προ Χριστού. Ο Σάμης κι ο Ραϋμόνδος ήταν Σεφαραδίτες από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι πρόγονοί του Μαρσέλου ήταν Ασκεναζίμ, που ήρθαν από τη Ρουμανία.

ΕΜΠ-1Επηρεασμένος από τις αφηγήσεις του πατέρα μου, που είχε επίσης φίλους Εβραίους, στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του ‘20, τους έβλεπα με συμπαθητικό ενδιαφέρον, που με τον καιρό εξελίχθηκε σε θερμή φιλία, ιδίως με τον Στέλιο και τον Μαρσέλο.

Οι δύο πρώτες χρονιές φαγώθηκαν με τα μέχρι θανάτου βαρετά μαθήματα της Γενικής Χημείας και στα ατέλειωτα εργαστήρια της Αναλυτικής. Οι αντίστοιχοι καθηγητές ήταν πανάρχαιοι, με γνώσεις που είχαν αγκυροβολήσει στη δεκαετία του 20, τον ένα μάλιστα, της Γενικής Χημείας, τον είχε πάρει προ πολλού το όριο ηλικίας, που τότε για τους καθηγητές της Ανώτατης Εκπαίδευσης ήταν τα εβδομήντα, αλλά είχε επανέλθει με κάποιες νομικίστικες ταχυδακτυλουργίες, μια που είχε πρωτοστατήσει, κατά το δημοψήφισμα του ΄46, στην κίνηση για την επάνοδο του βασιλιά. Είχαμε τότε στο Πολυτεχνείο τέσσερις τέτοιους προκατακλυσμιαίους καθηγητές, που δεν εννοούσαν να παρατήσουν την έδρα τους.

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης – του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε, (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: “του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου”.

Το προκατακλυσμιαίο των γνώσεων του Βαρούνη συνδυαζόταν με την ιδιόμορφη επιστημονική ορολογία, την οποίαν, αφού μάταια προσπάθησε να την επιβάλει στην επιστημονική κοινότητα της χώρας, την έκανε, αντιστάσεως μη ούσης, υποχρεωτική τουλάχιστον στο μάθημα του. Αλίμονο στο φοιτητή που στις εξετάσεις δεν έλεγε τα ηλεκτρόνια ηλεκτρά, τα πρωτόνια πρώτα, τα δευτερόνια  δεύτερα, τα νετρόνια ουδέτερα και πάει λέγοντας! Υπήρχαν φυσικά και χειρότερα. Στους πολιτικούς μηχανικούς υπήρχε τότε  καθηγητής που, στο μέσον ακριβώς του 20ού αιώνα, δίδασκε: “εσχάτως οι σιδηρόδρομοι ηλεκτροφωτίζονται”.

Τη μανία να αρνούνται τη διεθνώς καθιερωμένη ορολογία και να επιβάλουν τη δική τους την είχαν κι άλλοι καθηγητές τότε. Ήταν ένας τρόπος να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μια που δεν είχαν να παρουσιάσουν ούτε συγγραφικό, ούτε διδακτικό έργο, σε μιαν εποχή που μεσουρανούσαν Δάσκαλοι, όπως ο Χόνδρος, ο Αθανασιάδης, ο Δημήτριος Αιγινήτης, ο Καραντάσης, ο Νίκος Κιτσίκης, ο Παπαπέτρου και άλλοι.  Στο Πανεπιστήμιο, ο Βασίλειος Αιγινήτης, μικρότερος σε ηλικία και επιστημονική αξία αδελφός του Δημητρίου, ήθελε να λένε ηλεκτριόντα, πρωτιόντα, δευτεριόντα, ακόμα και ουδετεριόντα, χωρίς να σκεφτεί, ο αθεόφοβος, πώς ήταν δυνατό να είναι και ουδέτερα και ιόντα.

Ο καθηγητής της Αναλυτικής Χημείας, ο Χορς, αγγλικής ή βαυαρικής καταγωγής προφανώς, ήταν κάπως νεότερος από την τετράδα, αλλά από επιστημονικής πλευράς είχε σταματήσει κάπου μεταξύ 1925 και 1930. Οι παραδόσεις του, στην ποιοτική ανάλυση, που την κάναμε στο πρώτο έτος, γίνονταν από κάτι άθλια λιθογραφημένα φυλλάδια, τα τυπωμένα πρωτότυπα των οποίων είχαν εξαντληθεί πριν τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας με πιστότητα ντικταφόν το κείμενο, χωρίς να αλλάζει ή να παραλείπει ούτε μία φράση. Μερικές περικοπές είχαν μείνει στην ιστορία:

“Κατά την αντίδρασιν ταύτην σχηματίζεται περίπλοκον ανιόν πολυπλόκου συστάσεως”.

Επί πλέον ήταν κουφός όσο ένα ντουβάρι ή μάλλον πολύ περισσότερο (δοθέντος ότι εκείνην ακριβώς την εποχή και οι τοίχοι είχαν αυτιά). Γι΄ αυτό κυκλοφορούσε εξοπλισμένος με ισχυρότατο όσο και παλαιοτάτης τεχνολογίας ακουστικό, του οποίου το μεγάφωνο ήταν χωμένο στο αυτί του, το μικρόφωνο ήταν τοποθετημένο στο στέρνο του κάτω από το πουκάμισο και οι μπαταρίες στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Τα καλώδια, που συνέδεαν τα τρία συστατικά μέρη, περνούσαν μέσα από τα μανίκια του και ξεπρόβαλλαν από το κολάρο ή τις κουμπότρυπες του πουκάμισου, δίνοντας του κάπως την όψη κάποιου παλαιϊκού ρομπότ, που μόνο η φαντασία του Ιουλίου Βερν θα μπορούσε να επινοήσει.

 
Η φωτογραφία είναι από κάποια εκδρομή με τη Σχολή. Αριστερά επάνω ο Μίμης, από κάτω ο Στέλιος ο Πάπαρος και ακόμα πιο κάτω ο νονός του -αγέννητου ακόμα- Νίκου, ο Γιώργος ο Κανελλόπουλος. Θαρρώ πως ο τέταρτος από αριστερά, στην πάνω σειρά, είναι ο Μαρσέλος ο Κάννερ, αλλά μπορεί να λαθεύω.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: