Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Γερμανική Κατοχή στη Λέσβο’

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 09/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα και βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο πατέρας του Μίμη) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

«Ο Δημόκριτος και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος και ο Πρωταγόρας, είχαν καταλάβει πολλά από τα μυστικά της Φύσης. Δυστυχώς όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία τους χάθηκαν. Αν είχαν σωθεί, ίσως να είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η ανθρώπινη σκέψη. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά τους.»

Ο πατέρας μου συνέχιζε να μου αναπτύσσει τις απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων για τον Κόσμο και κατάληξε λέγοντας:

«Οι Έλληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός της Αρχαιότητας που δεν πίστευε πως τον Κόσμο τον έπλασε ο θεός ή οι θεοί.»

Από τότε που ήμουν στην τετάρτη Δημοτικού, ήξερα πως ο πατέρας μου ήταν άθεος. Δε μου είχε κάνει όμως ποτέ του καμμιά συζήτηση για τις πεποιθήσεις του ή τις δικές μου. Είχα βέβαια διαβάσει ένα ποίημα που είχε γράψει πριν πέντε χρόνια στη Σάμο, τη «Γέννηση», και μάλιστα με είχε κάπως σοκάρει το τέλος του,

«Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ, μες στου χειμώνα την καρδιά,
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδιά
και ρύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία»,

που μου φάνηκε βλάσφημο.

Η απομάκρυνσή μου από τη χριστιανική πίστη, που την είχα αδιαφιλονίκητη ως τα δώδεκά μου χρόνια, έγινε σιγά – σιγά. Για ένα σύντομο διάστημα έγινα οπαδός της αρχαίας θρησκείας του Δωδεκάθεου και ιδίως της θεάς Αθηνάς, που τη θαύμαζα, γιατί συνδύαζε την ομορφιά με τη σοφία. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα το βιβλίο «Αθηνά» των Γκόου και Ρέινεκ, της σειράς των «52 του Ελευθερουδάκη», και μαγεύτηκα από τον πολιτισμό και τη σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας.

Ξαφνικά ο Χριστιανισμός μού φάνηκε μίζερος, αυστηρός, σκοτεινός, και κατά κάποιον τρόπο ανήθικος. Άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά από όπως σκεφτόμουν ως τότε, ή μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε ουσιαστικά άρχισα να σκέφτομαι:

«πώς είναι δυνατό να έπλασε το φως και το σκότος, την ημέρα και τη νύχτα, την πρώτη μέρα της Δημιουργίας και τον ήλιο και τα αστέρια μόλις την τέταρτη;»
«πού βρέθηκε τόσο νερό για να σκεπαστεί όλη η Γη ως τα πιο ψηλά βουνά και πού πήγε αυτό το νερό μετά τον Κατακλυσμό;»
«από πού κι ως πού έπρεπε να νιώθω εγώ ένοχος γιατί ο Αδάμ έφαγε το μήλο;»
«γιατί είναι αμαρτία να φάω κρέας την Παρασκευή;»
«δεν πρέπει να κάνω το κακό για να μην τιμωρηθώ ή γιατί δεν είναι σωστό;»
«είναι ηθικό να κάνουμε το καλό, προσδοκώντας να ανταμειφθούμε στον Παράδεισο;»

και πολλές άλλες, που ως τότε δε μου είχαν περάσει από το μυαλό.

Μετά τη διασταύρωση της Γέρας αρχίζαμε να ανηφορίζουμε. Κοντά στο χωριό Λάμπου Μύλοι, πιο γνωστό ως Λάμπες, κάτσαμε σε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ήπιαμε δροσερό νερό και φάγαμε το φαΐ που μας είχε η μάνα μου στην καστάνια. Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, ξεκινήσαμε. Πριν ξεκινήσουμε, ο πατέρας μου έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, άναψε ένα σπίρτο κι είδε την ώρα.

«Μπρε!», έκανε έκπληκτος. «Κοντεύει δύο, δηλαδή περπατάμε πέντε ώρες. Κουράστηκες;»
«Μπα όχι, εντάξει είμαι», του λέω και δεν έλεγα ψέματα.
«Θέλουμε άλλες έξι ώρες ως την Αγιά Παρασκευή», με προειδοποίησε «Τι λες, θα τα καταφέρεις;»
«Μη νοιάζεσαι», του λέω, αν και δεν ήμουνα σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

Περπατήσαμε άλλη μιαν ώρα και στην αρχή του Τσαμλικιού συναντήσαμε έναν αραμπά, που τον έσερναν δύο βόδια. Πήγαινε πιο αργά από μας, που κατά τους υπολογισμούς του πατέρα μου καλύπταμε περίπου τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα.

«Για πού το βάλατε, πατριώτες;», μας ρώτησε ο αραμπατζής.
«Για την Αγιά Παρασκευή», απάντησε ο πατέρας μου. «Εσείς;»
«Για την Καλλονή.»
«Έχει χώρο να μας πάρεις ως τη διασταύρωση;»
«Έχει, και θα σας πάρω το μισό ναύλο.»
«Εντάξει», είπε ο πατέρας μου.

Η βοϊδάμαξα σταμάτησε κι εμείς ανεβήκαμε. Οι άλλοι επιβάτες μάς έκαναν τόπο και βολευτήκαμε στο πίσω μέρος του αραμπά.
Η βοϊδάμαξα πήγαινε πολύ αργά. Ίσως με λιγότερα από τρία χιλιόμετρα την ώρα.

«Πόσες ώρες κάνεις από τη Μυτιλήνη ως την Καλλονή;», ρώτησε ο πατέρας μου τον αραμπατζή.
«Δε θέλω δώδεκα; Ξεκινήσαμε από τη χώρα στις οχτώ και θα ‘μαστε στην Καλλονή το πρωί κατά τις οχτώ ή εννιά.»

Σε λίγο, το αργό κούνημα του αραμπά, το τρίξιμο των τροχών του και οι κουβέντες των επιβατών με νανούρισαν. Ήταν και η κούραση από την πεντάωρη πεζοπορία, που φάνηκε μόλις κάθισα και νύσταξα αμέσως.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σε λίγο κοιμόμουνα βαθιά.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, ο Μίμης με τους γονείς του, την ξαδέρφη του Αγγέλα και τους γονείς της. Είναι το καλοκαίρι του ’43, στον θερινό κινηματογράφο «Σαπφώ».
«Καστάνια«, για τους νεότερους που ίσως δεν το έχουν ακούσει, λεγόταν το ανοξείδωτο -ή συχνότερα τότε αλουμινένιο- δοχείο φαγητού που το καπάκι του είχε κλείστρο ασφαλείας και ήταν ιδανικό για ταξίδια.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: