Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Ασημάκης Πανσέληνος’

Οι «Καλλονιάτες» της Αθήνας

Posted by tofistiki στο 29/11/2011

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που θα δημοσιευτεί σήμερα στο «Εμπρός»

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, συγκεκριμένα στις 22 Νοεμβρίου 2001, δημοσιεύθηκε σ΄ αυτή τη στήλη σημείωμά μου με τον τίτλο «Κάντε παρέες – έρχονται δύσκολες μέρες», στο οποίο μεταξύ άλλων υποστήριζα πως οι παρέες μας βοηθούν να αντισταθούμε στην ισοπέδωση που μας απειλεί και να μη μετατραπούμε σε αποχαυνωμένους καταναλωτές.

Το πρώτο βήμα σ΄αυτή την αντίσταση είναι να κρατήσουμε τις παρέες μας ή να κάνουμε καινούργιες. Όπως ξανάγραψα, οι εξουσιαστές μισούν την παρέα, γιατί παρέα σημαίνει συζήτηση και η συζήτηση προβληματίζει και ακονίζει το μυαλό κι αυτό δεν το θέλουν.

Όπως γράφει ο Ασημάκης Πανσέληνος στο θαυμάσιο βιβλίο του “τότε που ζούσαμε” η παρέα είναι η πιο ριζωμένη, η πιο μακρόβια και η πιο δημοκρατική μορφή άτυπης ένωσης ανθρώπων. Υφίσταται από τότε που οι άνθρωποι δημιούργησαν τις πρώτες πόλεις. Πολλές παρέες κρατάν ολόκληρη ζωή και τέλος στην παρέα μετέχεις αυτοβούλως, δε σε υποχρεώνει κανένας. Πας γιατί γουστάρεις τους φίλους σου, με τους οποίους συζητάς, καλαμπουρίζεις και καυγαδίζεις καμιά φορά. Στην παρέα δεν υπάρχει αρχηγός αλλά καμιά φορά ο ζωηρότερος γίνεται πρώτος μεταξύ ίσων.

Βασικό στοιχείο της παρέας είναι η κουβέντα. Παρέα με αμίλητους ανθρώπους δε γίνεται. Στη συζήτηση δεν είναι καθόλου απαραίτητο να υπάρχει ομοφωνία, το αντίθετο μάλιστα. Οι διαφωνίες τρέφουν την κουβέντα ακόμα και αν καταλήγουν σε καυγά. Είναι κι αυτός, ο καυγάς, μέσα στη λογική της παρέας.

Μια τέτοια παρέα, που λειτουργεί πάνω από δέκα πέντε χρόνια είναι οι λεγόμενοι «Καλλονιάτες», οι οποίοι κάθε δεύτερο Σάββατο μεσημέρι, μαζεύονται στο φιλόξενο και άνετο εντευκτήριο του Συλλόγου Καλλονιατών, σε μια πάροδο της λεωφόρου Συγγρού. Στην πραγματικότητα ο μοναδικός γνήσιος Καλλονιάτης είναι ο αγαπητός Χρήστος Τραγέλλης, που είναι και η ψυχή των συνάξεών μας και φορτώνεται τον κόπο να μοιράσει ακριβοδίκαια τα εδέσματα που κουβαλάμε από τα σπίτια μας. Χωρίς τον Χρήστο και την προσφορά του η παρέα των «Καλλονιατών» δε θα υφίστατο.

Στις συνάξεις των «Καλλονιατών» επικρατεί γενικώς ευτράπελο πνεύμα. Με σιωπηρή συμφωνία δεν κουβεντιάζουμε ποτέ για οικονομικά θέματα, για το ποδόσφαιρο, για την τηλεόραση και για την κοσμική κίνηση. Η θεματολογία των συζητήσεων είναι πολύ μεγάλη, αλλά εντοπίζεται κυρίως σε πνευματικά θέματα. Έτσι πρέπει να ήταν τα Συμπόσια των Αρχαίων. Πάντως και οι συζητήσεις, ακόμη και για ενδιαφέροντα ζητήματα, δεν κρατάνε πολύ. Συνήθως διακόπτονται από λογοπαίγνια, πειράγματα, καμιά φορά από απαγγελίες, για να καταλήξουν στο τραγούδι.

Ευτυχώς ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες υπάρχουν πολλοί καλλίφωνοι. Τις καλύτερες φωνές διαθέτουν ο Λιάκος Παπαδόπουλος, ο Πάνος Κοντέλλης και ο Μιχάλης Λιαρούτσος. που δεν είναι ούτε Καλλονιάτης, ούτε Λέσβιος παρά Τηνιακός, επαξίως όμως μπορεί να θεωρηθεί Μυτιληνιός, όχι μόνο γιατί έχει παντρευτεί την Ελευθερία, μια εξαιρετική Μυτιληνιά (και σύμφωνα με το λεσβιακό θέσπισμα: Απού που ήσι; – Απ΄του χουργιό τς ιγιναίκας ιμ), αλλά και γιατί έχυσε το αίμα του στο νησί. Ομοίως, δεν είναι Μυτιληνιά και η ποιήτρια Αγγελική Καπετανάκη, που με την ενεργή συμμετοχή της στην προετοιμασία των «συμποσίων», συντελεί αποφασιστικά στην επιτυχία τους.

Στους «Καλλονιάτες» συγκαταλέγονται κυρίως λόγιοι (λογοτέχναι, ποιηταί και άλλα ύποπτα στοιχεία – όπως έγραφε στην αναφορά του εκείνος ο γραφικός χωροφύλαξ). Ο Πάνος Κοντέλλης, σεναριογράφος πολλών αξέχαστων ταινιών, που όταν μερακλωθεί θυμάται τραγούδια από παλιές επιθεωρήσεις, ο Γιάννης Χατζηβασιλείου, εκπαιδευτικός, που εκδίδει το αξιόλογο περιοδικό «Αγιάσος», ο ευαίσθητος ποιητής Δημήτρης Νικορέντζος, ο Τάκης Ιορδάνης, ο Γιώργος Τσαλίκης, ο υπογράφων και άλλοι, ενώ τις συνάξεις τους στολίζουν με την παρουσία τους και πολλές γυναίκες. Εκτός από την κα η Καπετανάκη, που προαναφέρω, έρχονται η Παρίτσα Χωριανοπούλου – Πολυχρονιάδου, η Βαγγελίτσα Αποστόλου-Παναγιώτου, η Ελευθερία Γανίτη. Τέλος, αραιές, πλην σημαντικές παρουσίες είναι του καθηγητή του ΕΜΠ Δημήτρη Νιάνια και άλλων εκπροσώπων της Λεσβιακής διανόησης.

Από το προσκλητήριο αυτό λείπουν, ο Θανάσης Τσερνόγλου, ο Θανάσης Πολυχρονιάδης, ο Νίκος Γανίτης και ο Μπάμπης Αναγνώστου. Βλέπετε έχουμε οι περισσότεροι κάμψει τον Μαλέα των εξήντα και πολλές φορές όταν έρχεται η κουβέντα και διαπιστώνω πόσοι φίλοι και γνωστοί λείπουν, μου έρχονται στο νου οι στίχοι του Καβάφη, από το ποίημα «τα κεριά»

***
μια θλιβερή σειρά κεριά σβησμένα
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμα
κατάμαυρα κεριά, κυρτά, λειωμένα,
δε θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμάμαι….

***

Το σημείωμα αυτό το έγραψα, μεταξύ άλλων και σαν ερέθισμα προς τους λοιπούς «Καλλονιάτες» να καθίσουμε και να καταγράψουμε από κοινού τον βίο και την πολιτεία της παρέας αυτής.

 —

 

 

Posted in Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κάποια ύποπτα στοιχεία…

Posted by tofistiki στο 25/05/2011

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στο Εμπρός στις 24/05/2011
 

Το έχω γράψει σε παλαιότερα σημειώματά μου, αλλά η επανάληψη δε βλάπτει.
Έγραφα λοιπόν πως η Ποίηση, η Λογοτεχνία και γενικά κάθε μορφή Τέχνης, αν δεν αποτελεί άμεσα πράξη αντίστασης, συντελεί στη διαμόρφωση αντιστασιακού πνεύματος. Αυτό το είχαν από παλιά υποπτευθεί οι κάθε λογής εκπρόσωποι της εξουσίας και υποβλέπανε τους λογοτέχνες, τους ποιητές και τους διανοούμενους γενικότερα.

Ασημάκης Πανσέληνος

Ο Ασημάκης Πανσέληνος, στο θαυμάσιο βιβλίο του «Τότε που ζούσαμε», αναφέρει πως όταν ήρθε από τη Μυτιλήνη στην Αθήνα για σπουδές, ανακατεύθηκε με το τότε αριστερό κίνημα, ενώ παράλληλα δημοσίευε ποιήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
Κάποτε λοιπόν τον καλέσανε στην Αστυνομία «δι’ υπόθεσίν του» και εκεί ένας αγέλαστος αστυνόμος υπηρεσίας του λέει:
«Μάθαμε πως είσαι λογοτέχνης και κομμουνιστής.»
Μετριόφρων ο Ασημάκης, τού απάντησε:
«Κομμουνιστής είμαι, όχι όμως και λογοτέχνης. Για κάποια κομμάτια που γράφω, δεν μπορώ να θεωρηθώ λογοτέχνης.»
«Δηλαδή αρνείσαι ότι είσαι λογοτέχνης;», επέμενε ο άλλος.
«Μα σας είπα, δε θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη…»
«Εξακολουθείς να μην ομολογείς πως είσαι λογοτέχνης.»
«Μα σας είπα…»
Ο άλλος δεν τον άφησε να συνεχίσει. Τον κοίταξε με αποστροφή και του λέει:
«Από τον φάκελό σου εξακριβώσαμε πως είσαι παιδί καλής οικογενείας. Και πας και γίνεσαι λογοτέχνης! Άντε να μου χαθείς.»

Εξάλλου σε παλιά αναφορά του Τμήματος Χωροφυλακής Καισαριανής, αναγράφεται για κάποιον διανοούμενο, που η συμπεριφορά του είχε κινήσει την προσοχή των Αρχών:
«Κατόπιν διακριτικής παρακολουθήσεως διεπιστώθη ότι συχνάζει εις το επί της οδού Ασκληπιού καφενείον “ο Μαύρος Γάτος” ένθα συχνάζουσι λογοτέχναι ποιηταί και άλλα ύποπτα στοιχεία.»

Μενέλαος Λουντέμης

Τέτοιο «ύποπτο στοιχείο» ήταν για τις Αρχές και ο Μενέλαος Λουντέμης, ένας από τους καλύτερους λογοτέχνες και ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Κατά καιρούς είχε κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και αντεθνική δράση και έκανε μερικά χρόνια εξορία στον Άι-Στράτη, την Ικαρία και τη Μακρόνησο. Το 1954 δημοσίεψε τις «Βουρκωμένες μέρες» συλλογή πολύ τρυφερών διηγημάτων, γραμμένων με απαράμιλλη ποιητική γλώσσα. Το βιβλίο όμως εκρίθη από τις Αρχές (διάβαζε Ασφάλεια) αντεθνικό και επαναστατικό και ο συγγραφέας του παραπέμφθηκε σε δίκη.
Μην ξεχνάμε πως τυπικά η Ελλάδα ήταν βασιλευόμενη δημοκρατία, πλειοψηφούν κόμμα ήταν η ΕΡΕ και πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην πραγματικότητα όμως κυβερνούσε το Παλάτι διά του «Παρακράτους», το οποίο δώδεκα χρόνια μετά θα γινότανε «Κράτος» και θα μας έβαζε στον γύψο για εφτά χρόνια. Η δίκη έγινε το 1958 με βασικό μάρτυρα κατηγορίας τον περιβόητο Καραχάλιο, ανώτερο αξιωματικό της Ασφαλείας τότε, και έμεινε στην ιστορία, όχι τόσο για αυτό καθαυτό το γεγονός, να δικάζεται δηλαδή λογοτέχνης για το περιεχόμενο του βιβλίου του, όσο για το εύρημα του συνηγόρου υπεράσπισης, Θεοτοκάτου, χάρη στο οποίο αθωώθηκε ο Λουντέμης.
Κατά τη διεξαγωγή της δίκης, ο συνήγορος υπεράσπισης άνοιξε ένα πανόδετο βιβλίο και άρχισε να απαγγέλλει ένα ποίημα, που άρχιζε με τους στίχους

«Εγώ είμαι ο γκρεμιστής,
γιατί εγώ είμαι ο χτίστης,
ο διαλεχτός της Άνοιξης
κι ο ακριβογιός της πίστης.»

Και αφού απήγγειλε λίγους ακόμα, με το ίδιο περιεχόμενο, ζήτησε από τον μάρτυρα κατηγορίας να πει τη γνώμη του για το ποίημα. Ο Καραχάλιος, πονηρός και καχύποπτος, απέφευγε να πάρει θέση, παρ’ όλο που ο συνήγορος απήγγειλε και άλλους στίχους του ίδιου ποιήματος, με πολύ πιο επαναστατικό περιεχόμενο, όπως:

«κάλλιο φουσκώστε ποταμοί
και κάλλιο ανοίχτε τάφοι
παρά σε πύργους άρχοντες
και σε ναούς το ψέμα»

Τελικά ο εισαγγελέας ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο ποιητής, αλλά ο συνήγορος αρνήθηκε, εφόσον δε δικαζόταν ο Λουντέμης ως πρόσωπο αλλά το περιεχόμενο του βιβλίου του. Οπότε ο πρόεδρος, Φαρμάκης ονόματι, έχασε την υπομονή του και στρεφόμενος προς τον εισαγγελέα τού λέει:
«Αφήστε, κύριε Εισαγγελεύ, κάποιος του ιδίου φυράματος με τον Λουντέμη θα είναι και αυτός, διότι το ποίημα αυτό είναι λίβελλος κατά του έθνους και ο ποιητής του δεν είναι Έλλην, είναι προδότης και εχθρός της πατρίδος…»
Τότε ο Θεοτοκάτος, δείχνει το εξώφυλλο του βιβλίου στο δικαστήριο και στο κοινό και λέει στον πρόεδρο:
«Είναι του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά. Ομολογώ πως τέτοιο λαυράκι δεν περίμενα να πιάσω.»
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα, ο πρόεδρος τα χάνει και δεν ξέρει τι να πει και αμήχανος διακόπτει τη συνεδρίαση. Αποτέλεσμα: Αθώος ο κατηγορούμενος!

Επιμύθιο: Διαβάζετε Ποίηση, αγαπητοί αναγνώστες, μην ξεχνάτε την παραίνεση ενός άλλου ποιητή, του Οδυσσέα Ελύτη: «Όταν βρίσκεστε σε δύσκολες στιγμές, αδελφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό, μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…»

Τα σκίτσα είναι παρμένα από την ιστολόγιο Ενθέματα  και τον ιστότοπο του Ν. Σαραντάκου

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ποίηση, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Για το Μουντιάλ, λοιπόν!

Posted by tofistiki στο 25/07/2010

Ένα κείμενο του Δημήτρη Σαραντάκου που δημοσιεύτηκε στις 25/07/2010στα «Αιγινήτικα Νέα» και
στις 27/07/2010 στο «Εμπρός» με τίτλο «Περί ποδοσφαίρου και δε συμμαζεύεται»

Τώρα που τέλειωσε το Μουντιάλ και μπορεί ο μέσος άνθρωπος να ανοίξει την τηλεόρασή του για να ακούσει ειδήσεις ή να δει μια ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ, χωρίς να πέσει απάνω σε ματς, ας πω κι εγώ την άποψη μου για το δημοφιλές αυτό σπορ.

Σας εξομολογούμαι λοιπόν το κρίμα μου: ποτέ μου δεν υπήρξα φίλος του ποδόσφαιρου. Το αντίθετο μάλιστα αντιπαθώ αυτό το σπορ, γιατί πιστεύω πως μακρινή μόνο σχέση έχει με τον αθλητισμό. Στην πραγματικότητα εξυπηρετεί άλλους στόχους.

Προκειμένου για τους μικρούς ποδοσφαιρικούς ομίλους της γειτονιάς, ή των μικρών πόλεων και χωριών, είναι ένα μέσον, για τους μεν εφήβους και νέους να εκτονωθούν από την ζωτικότητα τους, για κάποιους άλλους, πολύ λίγους φυσικά, τρόπος να βγάλουν κανένα φράγκο, είτε ξεπουλώντας στον αντίπαλο το παιχνίδι (ονόματα δε λέμε), είτε διαχειριζόμενοι καταλλήλως (ξέρουμε τώρα) τη χορηγία από τη δημοτική αρχή, η οποία κατά κανόνα στον αθλητισμό (που εδώ πάντα ταυτίζεται με το ποδόσφαιρο) δίνει δεκαπλάσια από όσα δίνει στον πολιτισμό. Μπορεί ακόμα για κάποιους φιλόδοξους, που βλέπουν μακριά, να αποτελεί εφαλτήριο για τη σταδιοδρομία τους στην πολιτική.

Όσο για τις μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες, αυτές είναι σκέτες οικονομικές επιχειρήσεις, που προσπορίζουν στον κάτοχο του κρίσιμου πακέτου των μετοχών, όχι μόνο χοντρή «κονόμα», αλλά και κύρος, επιρροή και δύναμη. Γιατί πώς να το κάνουμε, το ποδόσφαιρο, μαζί με την τηλεόραση, αποτελούν το σύγχρονο όπιο του λαού. Είναι χαρακτηριστικό πως  κάθε παράγοντας, που θέλει να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις επιδιώκει να εξασφαλίσει:

τον έλεγχο μια μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας

τον έλεγχο ενός καναλιού της τηλεόρασης ή έστω ενός ραδιοσταθμού και

πακέτο μετοχών σε μια Τράπεζα

Τώρα θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν, κάποιος, άλλου είδους, παράγοντας της ζωής του τόπου, άνθρωπος ομολογουμένως έξυπνος, μετρημένος και οπωσδήποτε έντιμος, να δεχτεί να γίνει πρόεδρος μια τέτοιας μεγάλης επιχείρησης; Αυτό είναι κάτι που δε μπόρεσα ακόμα να καταλάβω, αλλά δεν ξέρω γιατί, μου θυμίζει ένα παλιό ίνδαλμά μου, που ξεκίνησε να αναμορφώσει τη μιαν από τις δύο υπερδυνάμεις και κατάντησε στο τέλος να διαφημίζει πίτσες!

Πριν από πολλά χρόνια είχα την τιμή και την ευτυχία να γνωρίσω προσωπικά τον ποιητή Ασημάκη Πανσέληνο, ο οποίος στο ποίημά του «Ποδοσφαιρικό ματς» με εκφράζει απόλυτα και γι΄ αυτό θα κλείσω μ΄ αυτό το σημείωμά μου

Εικοσιδυό λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τ’ αστέρια!

*

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τ’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και  στη νίκη.

*

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τ’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι, με το ζόρι,
της νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι
και κλειούν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.

*

Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που ’ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.

*

Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους.
Ω, κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου πες τη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.

*

Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.

***

Η γελοιογραφία του Μίνου Αργυράκη, είναι παρμένη από παλαιότερη ανάρτηση του μπλόγκερ Allu Fun Marx με τίτλο «Ποδοσφαιρική νευρασθένεια»

Posted in "Αιγινήτικα Νέα", Γνώμες και σχόλια, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: