Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Αντίσταση’

Χριστούγεννα 1944, Μυτιλήνη

Posted by tofistiki στο 25/12/2014

Σκαλίζοντας στα ηλεκτρονικά αρχεία που άφησε ο Μίμης, έπεσα πάνω σε ένα βίντεο που την ύπαρξή του δεν ήξερα*. Αναφέρεται στα γνωστά γεγονότα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1944, στη Μυτιλήνη, όπου η παλλαϊκή αντίσταση των ντόπιων απέκρουσε με μια φωνή -GO BACK!- την προσπάθεια απόβασης του αγγλικού στόλου στο νησί όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ.

Παρακολουθώντας το, διάβασα στο τέλος του, ότι φτιάχτηκε για μια εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Λέσβου, που έγινε το 2007 . Επειδή δεν βρήκα το βίντεο κάπου στο διαδίκτυο, το ανέβασα, καθώς συμμετέχει η φωνή του Μίμη.

Ας δούμε λοιπόν την ιστορία, μέσα από εικόνες της εποχής και τα τραγούδια που σκάρωσαν οι ντόπιοι, όπως τα τραγουδάνε ο Μίμης και μια άγνωστη Μυτιληνιά, στο τέλος του βίντεο:

 

 

Η ίδια ιστορία, σε ένα επίσης ενδιαφέρον βίντεο, με αρκετή αφήγηση των γεγονότων. Δεν ξέρω ποιος αφηγείται:

 

 

Το 2007, είχε κάνει αφιέρωμα στα γεγονότα, ο αξέχαστος Allu Fun Marx, με τίτλο Κατ’ αγριγιαθρώπ’ μας φέραν…, όπου παρέθετε τις ηχογραφήσεις του Μίμη και τους στίχους των τραγουδιών, αλλά και τις αναμνήσεις του Μίμη από εκείνες τις ηρωικές μέρες:

«Την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1944 είχα περάσει από την Τράπεζα και με τον πατέρα μου πήγαμε στην αγορά για ψώνια. Ήταν γύρω στις 10 το πρωί και αντιληφθήκαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τότε είδαμε πως έξω από το λιμάνι είχαν έρθει 4 αγγλικά πολεμικά και 7 μεγάλα μεταγωγικά, από ένα από τα οποία προερχόταν μια ατμάκατος γεμάτη με ινδούς στρατιώτες, που κατευθυνόταν στο μέσα λιμάνι. Μη ξεχνάτε, πως εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Άγγλων.

Ήταν η πρώτη απόπειρά τους να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη, η οποία, σημειωτέον, μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν σταθερά κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από την Απελευθέρωση και μετά στο νησί υπήρχε κάποια δυαδική εξουσία. Από τη μια υπήρχε η εξουσία του ΕΑΜ, με δικιά της Τοπική Αυτοδιοίκηση, Νομάρχη, Πολιτοφυλακή και το 22ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Από την άλλη υπήρχε η Συμμαχική Αποστολή από καμιά δεκαριά αξιωματικούς (όλους Άγγλους), η (ελληνική) Ναυτική Διοίκησις Αιγαίου, με τον πλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη (αυτόν του «Παπανικολή»), ένα άγημα ναυτών και το αντιτορπιλικό «Αετός», που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι και μία διμοιρία Ιερολοχιτών. Όλοι αυτοί όμως δεν είχαν καμιάν ουσιαστική δύναμη, αλλά σε συνεργασία με τους ντόπιους αντιδραστικούς βυσσοδομούσαν κατά της εαμικής εξουσίας.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.
Η απόπειρα αποκρούστηκε αμέσως από εκατοντάδες πολίτες, που με φωνές, σπρωξιές, μπαστουνιές και ομπρελιές (ψιλόβρεχε), εμπόδισαν τους ινδούς να πατήσουν καν το πόδι τους στο μουράγιο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κραδαίνοντας την ομπρέλα του να πρωτοστατεί στην απώθηση.
Αμέσως άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και σε όλες τις γειτονιές βγήκαν συνεργεία της ΕΠΟΝ και με χωνιά ξεσήκωσαν τον κόσμο. Σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες στα Μπλόκια.

Με τον πατέρα μου δε γυρίσαμε στο σπίτι (άλλωστε δεν είχαμε προλάβει να ψωνίσουμε τίποτα) αλλά πήγαμε στα γραφεία των οργανώσεων. Ο πατέρας μου έβαλε σε λειτουργία τον «Ραδιοφωνικό Σταθμό ΕΑΜ Λέσβου», που είχε φτιάσει σχεδόν μόνος του και άρχισε να εκπέμπει. Εμένα με στείλανε, με τα πόδια φυσικά, στη Μόρια, να δώσω σχετικό μήνυμα στην τοπική οργάνωση, γιατί δεν υπήρχε τηλέφωνο στο χωριό. Άλλους συνομήλικους μου (εμείς οι μαθητές βλέπεις είχαμε διακοπές) τους έστειλαν σε άλλα κοντινά χωριά.
Από το απόγεμα άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη τραγουδώντας, φάλαγγες χωρικών, αυτοσχέδια οπλισμένων. Συνεργεία επονιτών αναλάβαμε να πηγαίνουμε τις ομάδες των χωρικών σε σπίτια (αντιδραστικών κατά προτίμηση), όπου θα κοιμόντουσαν τη νύχτα. Μας είχαν εφοδιάσει με έγγραφη εξουσιοδότηση και σε ορισμένες περιπτώσεις μας συνόδευε και ένας πολιτοφύλακας. Δημιουργήθηκε επίσης υπηρεσία τροφοδοσίας όλου αυτού του πλήθους, από κοπέλες της ΕΠΟΝ.

Ως το πρωί της επομένης είχαν έρθει στην πόλη, χωρίς υπερβολή, 60.000 άνθρωποι. Τη νύχτα η Μυτιλήνη γέμισε οδοφράγματα, έτσι που θύμιζε το Παρίσι της εποχής των επαναστάσεων του 19ου αιώνα.
Από την πρώτη στιγμή επίσης άρχισαν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, μεταξύ της ηγεσίας του ΕΑΜ και των Άγγλων, που επέτρεψαν στους δικούς μας να κερδίσουν καιρό. Για λόγους τακτικής ο ΕΛΑΣ δεν εμφανίστηκε πουθενά, είχε όμως καταλάβει επίκαιρες θέσεις στο Κάστρο και σε οικοδομήματα που δεσπόζανε και ελέγχανε το χώρο αποβίβασης, ενώ τα φορτηγά που περίμεναν να φορτώσουν τους ινδούς αχρηστεύθηκαν, με την αφαίρεση των μπουζί από τις μηχανές τους.

Επί έξι ημέρες και έξι νύχτες μείναμε όλοι στα Μπλόκια και στις γύρω παραλίες, παρά το ψοφόκρυο που έκανε. Είχαμε ανάψει φωτιές για να ζεσταθούμε και με την παραμικρή κίνηση που παρατηρούσαμε στα πλοία, χτυπούσαν αμέσως τις καμπάνες και όσοι μένανε στα σπίτια κατέβαιναν αλαλάζοντας και κραδαίνοντας αυτοσχέδια όπλα στην παραλία. Γενικά επικρατούσε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και κεφιού, που το συντηρούσαν χορωδίες νεαρών, που γυρνούσαν και λέγανε επαναστατικά ή σατιρικά τραγούδια, καθώς και πολλοί (ο πατέρας μου μεταξύ των πρώτων, όταν δεν εξέπεμπε ο σταθμός), που ανεβασμένοι στα Μπλόκια ή στα οδοφράγματα απαγγέλναν φλογερά ποιήματα.

Τελικά οι Άγγλοι υποχώρησαν και φύγανε από το νησί. Αυτή η αναίμακτη νίκη γιορτάστηκε με τρικούβερτο παλλαϊκό γλέντι. Θυμάμαι μια ομάδα από Αγιασώτες, που είχαν καταλύσει στο κτίριο της Λέσχης «Πρόοδος» – που ήταν τότε το προπύργιο της Αντίδρασης, να παρακολουθούν από το μπαλκόνι της τα παρελαύνοντα πλήθη φωνάζοντας «ζήτω η Λέσχη Πρόοδος».»

Διαβάστε επίσης -από τον ιστότοπο «Βραχόκηπος»- το βιβλιαράκι  «Μυτιλήνη, Χριστούγεννα 1944, GO BACK», που εκδόθηκε το 1945, από το οποίο είναι παρμένες θαρρώ, όλες οι φωτογραφίες των αφιερωμάτων:

* Για τα γεγονότα αυτά και τις δύο αναρτήσεις του Allu Fun Marx, είχε κάνει ανάρτηση το 2009, ο Νίκος στο ιστολόγιό του, σε δύο συνέχειες: Ο Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται και τραγουδάει – Μέρος 1 και Μέρος 2, όπου έκανε αναφορά και στο πρώτο βίντεο, φτιαγμένο από τον Σύριζα Λέσβου, αλλά δεν το είχα προσέξει, ή δεν το θυμόμουν και το οποίο τελικά υπάρχει στο youtube. 

Χρόνια μας πολλά, και μακάρι αυτή η αντίδραση των Μυτιληνιών το 1944, να αποτελεί έμπνευση για μας σήμερα…

 

Posted in Αριστερά - κινήματα, Διαδίκτυο, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Παιδιά κι αυτά…

Posted by tofistiki στο 20/03/2013

Με όλα όσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τον ποδοσφαιριστή που πανηγύρισε το γκολ του υψώνοντας το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό, και τις δικαιολογίες που ακούστηκαν από διάφορους για το νεαρόν της ηλικίας του -κάτι που επικαλέστηκε κι ο ίδιος θαρρώ στη δημόσια συγγνώμη που ζήτησε-  μου ήρθαν στο νου δυο άλλα παιδιά, το ένα σε ποίημα του παππού μου από τη συλλογή «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου» και το άλλο σε  σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη, από το λεύκωμα «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Παιδιά ήταν κι αυτά…

Εφτά χρονών

‘Ηταν μικρός, εφτά χρονώ, σαν ήρθε η κατοχή,
στην πρώτη τάξη… κι έλεγες πως δεν θα νοιώθει ακόμα.
‘Ομως το μίσος που έκρυβε για τον εχθρό η ψυχή
πώς χώραγε σε τοσοδούλι σώμα;

Τον Ούννο καθώς κοίταζε, που εμόλυνε τη γης
καβάλλα σε διαβολικά σιδερικά θανάτου
γινόταν όλος σύσπαση ανήμπορης οργής
κι άβυσσος ήταν η ματιά του.

Πληθαίναν γύρω τα δεσμά, τα πτώματα κι οι τάφοι.
Το σχήμα μιας εκδίκησης παίρναν σιγά τα μίση.
Κι ήταν μικρός… Να μπόραγε συνθήματα να γράφει…
Να δοκιμάσει τάχα…; Να τολμήσει…;

Τον ήβρε η σφαίρα ώς πάσκιζε τα γράμματα να φτάσει
όσο μπορούσε πιο ψηλά. Κι απόμεινε μισή,
σα μια κατάρα, που ακλουθά πέρ’ απ’ τον τάφο η φράση:
ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙ…

***

ΦΩΚΙΩΝ1

Στη λεζάντα του σκίτσου, διαβάζουμε:

Ο τελευταίος Άρειος (sic) στο Φάληρο.
Μια πολύ βιαστική μικρούλα στο Φάληρο άρχισε να γράφει στον τοίχο χαιρετισμό για τους συμμάχους μας, που θα έφταναν από στιγμή σε στιγμή. Δεν πρόφτασε να τελειώσει. Ένας από τους τελευταίους γερμανούς μοτοσυκλετιστές που περνούσε την είδε. Σταμάτησε, της φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι κι εξακολούθησε το δρόμο του.

Θαρρώ πως ο Φωκίων Δημητριάδης, περιγράφει τη δολοφονία της 15χρονης Ήβης Αθανασιάδου, που την ιστορία της άκουσα με συγκίνηση τόσες φορές από τη γιαγιά μου. Φαίνεται πως δυστυχώς, ο 20χρονος Κατίδης άκουγε άλλες ιστορίες από τους δικούς του παππούδες…

 
Το ποίημα του παππού Νίκου Σαραντάκου/Άχθου Αρούρη, το πήρα από τον ιστότοπο του Νίκου.

Posted in Επικαιρότητα, Ποίηση, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Να θυμηθούμε τι κάναμε τότε

Posted by tofistiki στο 03/09/2011

Άρθρο του Δημ. Σαραντάκου που δημοσιεύτηκε στο «Εμπρός» στις 30/08/2011

Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα στην τηλεόραση ένα αξιόλογο ντοκυμαντέρ, που με αδιάσειστα στοιχεία έδειχνε την κλοπή που γίνεται σε βάρος παραγωγών και καταναλωτών από τους κερδοσκόπους. Φρούτα και λαχανικά, που τα αγοράζουν οι μεσάζοντες από τον παραγωγό λίγα λεπτά του ευρώ, πουλιούνται στον καταναλωτή 2,3 ή και 4 ευρώ, αποφέρουν δηλαδή κέρδη της τάξεως των 500% έως 900%. Παρόμοια ασυδοσία στην κερδοφορία μονάχα με τη μαύρη αγορά της Κατοχής μπορεί να συγκριθεί.
Το γεγονός αυτό και πολλά παραπλήσια ενισχύουν την άποψη πολλών πως βιώνουμε κάποιαν ιδιότυπη μορφή κατοχής. Δεν ήρθανε ξένα στρατεύματα να καταλάβουν τη χώρα, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Τις αποφάσεις για την πορεία της οικονομίας, της κοινωνικής ζωής, της παιδείας και της περίθαλψης δεν τις παίρνει η νόμιμη, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας, αλλά ξένα κέντρα αποφάσεων. Η κυβέρνηση απλώς εκτελεί τις εντολές τους και το δυστύχημα είναι πως τις εκτελεί με απίστευτη προχειρότητα και τσαπατσουλιά.
Πρέπει, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πως βιώνουμε ένα είδος κατοχής. Αλλά κάθε κατοχή παραπέμπει σε αντίσταση. Μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια. Μόνο που αντίσταση δεν προϋποθέτει ντε και καλά βία και ένοπλη πάλη. Άλλωστε, και η άλλη Αντίσταση μη θαρρείτε πως άρχισε με τα ντουφέκια. Αυτά ήρθαν πολλούς μήνες αργότερα.

Το ουσιαστικότερο ίσως γνώρισμα της Εθνικής Αντίστασης στα χρόνια της εχθρικής κατοχής ήταν ο αυθορμητισμός που χαρακτήριζε το ξεκίνημά της. Τέτοια αυθόρμητη αντιστασιακή ενέργεια, με εθνικό και πολιτικό συνάμα χαρακτήρα, ήταν το τόλμημα του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα, να κατεβάσουν τη χιτλερική σημαία που μόλυνε το βράχο της Ακρόπολης.
Φυσικά υπήρξαν από την αρχή σαμποτάζ σε βάρος του κατακτητή, καθώς και η εμφάνιση ενόπλων, στα βουνά κυρίως της βουλγαροκατεχόμενης Μακεδονίας, αλλά όλα αυτά είχαν τοπικό χαρακτήρα, χωρίς να παραλείψω να αναφέρω πως η ένοπλη εξέγερση του Δοξάτου και της Δράμας ήταν οργανωμένη προβοκάτσια των βουλγαρικών στρατιωτικών αρχών, στην παγίδα των οποίων έπεσε η τοπική ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος.
Η Αντίσταση άρχισε αυθόρμητα και αθόρυβα, με πράξεις καθόλου ηρωικές, αλλά απολύτως αποτελεσματικές. Το πρώτο μέλημά της ήταν η αντιμετώπιση του λιμού, που στοίχισε στον ελληνικό λαό χιλιάδες νεκρούς. Οργανώθηκαν παντού, σε σχολεία, σε εργοστάσια σε γειτονιές, συσσίτια, συγκροτήθηκαν ομοίως καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, που φέρνανε τρόφιμα απ’ ευθείας από τους παραγωγούς, παρακάμπτοντας τους μεσάζοντες και τους μαυραγορίτες.
Φυσικά, πολύ σύντομα η οργανωμένη πια Αντίσταση πήρε επάνω της την όλη προσπάθεια. Είναι χαρακτηριστικό πως η Εθνική Αλληλεγγύη ιδρύθηκε στις 28 Μαΐου 1944, τρεις μήνες πριν ιδρυθεί ο βασικός κορμός της Αντίστασης, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.

Και αναρωτιέμαι. Ξεχάσαμε τι κάναμε τότε; Γιατί δεν οργανώνονται καταναλωτικοί συνεταιρισμοί σε κάθε γειτονιά, σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε εργοστάσιο; Συνεταιρισμοί που θα έρχονται σε άμεση επαφή με τους παραγωγούς και θα αγοράζουν τα προϊόντα τους σε πολύ καλύτερες τιμές για αυτούς, αλλά απείρως χαμηλότερες για τους καταναλωτές. Το ζητούμενο είναι σήμερα να αναπτυχθεί η κοινωνική αλληλεγγύη, όχι όμως φιλανθρωπικές οργανώσεις. Δεν μπαίνει θέμα φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, αλλά θέμα κοινωνικής αλληλεγγύης και αντίστασης. Έτσι πρέπει να το δούμε.
Και εδώ μπαίνει ένα πελώριο ερώτημα. Γιατί δεν ξεκινά αυτή την πρωτοβουλία η Αριστερά; Ποιος φαντάζεται πως είναι ο ρόλος της σήμερα; Πιστεύω πως δεν είναι ο βερμπαλισμός και η αοριστία, για συσπείρωση και πάλη και άλλα ηχηρά παρόμοια, ούτε η στείρα καταγγελία των κυβερνητικών ενεργειών, ούτε φυσικά η διαπάλη για την καρέκλα και το προεδριλίκι. Άλλος πρέπει να είναι ο ρόλος μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής Αριστεράς: Να καταδείξει τους αληθινούς στόχους μιας καινούργιας Αντίστασης. Να βοηθήσει στην οργάνωση δικτύου καταναλωτικών συνεταιρισμών. Να συμβάλει στην αποκάλυψη των παράνομων και τεράστιων κερδών που αποκομίζουν κάποιοι σε μια εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων στερείται και πένεται.
Και όλα αυτά, την σήμερον ημέραν που παιδιά του δημοτικού παίζουν στα δάχτυλά τους την Πληροφορική, που με το διαδίκτυο μπορείς να πάρεις ένα σωρό πληροφορίες, ούτε ανέφικτα ούτε δύσκολα είναι. Πολιτική βούληση και οργάνωση χρειάζονται.
Ιδού λοιπόν στάδιον δόξης λαμπρόν.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Και όμως, έχουμε γίνει καλύτεροι

Posted by tofistiki στο 09/03/2011

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στις 09/03/2011 στο Εμπρός

Το έχω ξαναγράψει, αλλά η επανάληψη δε βλάφτει. Λέω λοιπόν και πάλι πως μία από τις αρετές της επικοινωνίας με το Διαδίκτυο είναι η αμεσότητά του.

Τα σημειώματά μου, εκτός από τις φιλόξενες σελίδες του «Εμπρός» δημοσιεύονται ή μάλλον αναρτώνται, όπως είναι η σωστή ορολογία, και σε δύο ιστολόγια, στο http://www.tofistiki.wordpress.com/, που επιμελείται η κόρη μου, και στο http://www.sarantakos.wordpress.com/, που τηρεί εδώ και χρόνια ο γιος μου. Ενώ είναι βέβαιο πως το «Εμπρός» το διαβάζουνε πολλοί, κανείς δε σχολίασε τα γραφόμενά μου. Μικρό το κακό θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο. Το γεγονός είναι πως μπορεί να τα σχολίασαν κάποιοι, αλλά και αν αποφάσισαν να γράψουν τα σχόλια ή τις αντιρρήσεις τους, η απάντησή τους θα βρίσκεται ακόμα καθ’ οδόν. Αντίθετα, αυθημερόν, το τονίζω αυθημερόν, αναρτήθηκε στο ιστολόγιο του γιου μου κάποιο σχόλιο και τις άλλες μέρες ακολούθησαν και άλλα.

Χάριν των αναγνωστών, που δεν εντρυφούν στο Διαδίκτυο, γράφω περιληπτικά τι λέει. Ο αναγνώστης μου, λοιπόν, ενώ γενικώς συμφωνεί με όσα γράφω και, μάλιστα, υπερθεματίζει για τους επαγγελματίες πολιτικούς, ισχυρίζεται πως στο θέμα των ατομικών ελευθεριών και της θέσης της γυναίκας δεν έχουμε σημειώσει ουσιαστική πρόοδο. Νομίζω πως κάνει μεγάλο λάθος.

Παρ’ όλες τις αγριότητες που διαπράχθηκαν κατά το 19ο και 20ό αιώνα, όλοι οι άνθρωποι έχουμε γίνει καλύτεροι.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη θέση της γυναίκας. Για να μην πάω πολύ μακριά, στον καιρό του Περικλή, που έλεγε πως «το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε με τις γυναίκες είναι να μη μιλάμε γι’ αυτές», θυμίζω πως ο Χίτλερ είχε διακηρύξει ότι η γυναίκα είναι καλή μόνο για τα τρία Κ (Küche, Kindern, Kirche), ήγουν για την κουζίνα, τα παιδιά και την εκκλησία.

Τον καιρό των παππούδων μας οι γάμοι γίνονταν κατά κανόνα με προξενιό και με συμφωνία των γονιών, χωρίς να ρωτηθούν οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, δηλαδή η νύφη κι ο γαμπρός. Φυσικά, προγαμιαίες ερωτικές σχέσεις ήταν μεν ανεκτές για τους νεαρούς, εντελώς, όμως, αδιανόητες για τις κοπέλες και, σε όσες περιπτώσεις συνέβαιναν και δεν καταλήγανε σε γάμο, ήταν δυνατό να προκαλέσουν ακόμη και φονικά. Σήμερα, οι προγαμιαίες ερωτικές σχέσεις αποτελούν τον κανόνα και θεωρούνται αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμα των νέων, που μόνο κάποιους θρησκόληπτους υποκριτές ενοχλεί.
Με λίγα λόγια, μολονότι εξακολουθεί να υπάρχει οικονομική και, εν μέρει, κοινωνική ανισότητα σε βάρος της γυναίκας, έχει γίνει συνείδηση σε όλους πως βαδίζουμε σε μια νέα εποχή, κατά την οποία η γυναίκα θα αναλάβει τα ηνία της κοινωνικής ζωής, όπως τα κρατούσε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια.

Τα τελευταία γεγονότα στην Τυνησία, την Αίγυπτο και τη Λιβύη, όπου πρωτοστατούν οι γυναίκες, αλλά και ειδήσεις που έρχονται από χώρες επιδεικτικά ανδροκρατούμενες, όπως το Ιράν ή η Σαουδαραβία, βεβαιώνουν πως αναπτύσσεται υπόγειο κίνημα χειραφέτησης των γυναικών, που θα αποτελέσει ενδεχομένως την αχίλλειο πτέρνα των καθεστώτων αυτών.
Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά άλλα παραδείγματα, που δείχνουν πως έχουμε ανθρωπέψει, αλλά σέβομαι τη χωρητικότητα των στηλών της εφημερίδας.

Ένα μόνο σάς λέω: Μη χάνετε το κουράγιο σας. Η ανθρωπότητα θα βρει το δρόμο της. Δε θα αυτοκτονήσει, καταστρέφοντας ταυτόχρονα τον πλανήτη, για να αφήσει μια χούφτα παράσιτα να κάνουν λεφτά. Υπάρχουν στην οικουμένη εκατομμύρια λογικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, που πονάνε γι’ αυτή την κατάσταση και προβληματίζονται για το πώς η ανθρωπότητα θα βγει από το σημερινό τέλμα.

Διαισθάνομαι πως εκκολάπτεται ένα οικουμενικό, πολύμορφο και πολυδύναμο Κίνημα Αντίστασης, που στους στόχους του δεν έχει μόνο την απαλλαγή των ανθρώπων από την εξάρτηση, την καταπίεση, την αμορφωσιά και την ένδεια, αλλά και την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στόχο που τον θεωρώ ανώτερο από όλους τους άλλους. Ένα κίνημα που καταργεί τη διαίρεση των ανθρώπων σε ηγέτες, καθοδηγητές, ποιμένες και ηγούμενους, από τη μια μεριά, και σε μάζες, οπαδούς και ποίμνια, από την άλλη.

Κι αν, λόγω της ηλικίας μου, δεν μπορώ πια να ενταχθώ δραστήρια σ’ αυτό το κίνημα, θεωρώ χρέος μου, με την πείρα που απόχτησα από τη ζωή και με τις ελάχιστες δυνάμεις μου, να βοηθήσω τουλάχιστον, με όποιον τρόπο μπορώ, όσους συνανθρώπους μου αναζητούν, με καθαρό μυαλό και συγκροτημένη σκέψη, να βρουν κάποιες λύσεις στα σημερινά περίπλοκα προβλήματα που μας απασχολούν.

Δεν υπάρχουν έτοιμοι οδηγοί του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει ίσως ούτε ο δρόμος, αλλά όπως έλεγε ένας παλιός Ισπανός ποιητής, ο Αντόνιο Ματσάδo,

caminante, non hay camino,
se hace camino al andar
(οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος φτιάχνεται περπατώντας)

Posted in Δημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Από όσα θυμάμαι από τον Φ.Ο.Μ. της Κατοχής

Posted by tofistiki στο 26/07/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου που δημοσιεύτηκε
στο περιοδικό «Α Σελάνα» της Μυτιλήνης

Ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης πρέπει να ιδρύθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄20. Αυτό το συμπεραίνω από το εξακριβωμένο γεγονός πως ο πατέρας μου, που μετατέθηκε στο υποκατάστημα Μυτιλήνης της Εμπορικής Τράπεζας το 1924 και παντρεύτηκε εδώ το 1927, υπήρξε ενεργό μέλος του ΦΟΜ και πήρε μέρος στην παράσταση του έργου του Πιραντέλλο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Μη έχοντας πρόσβαση στα αρχεία του Ομίλου, δεν είμαι βέβαιος για τις ακριβείς χρονολογίες. Με τη σειρά μου, υπήρξα και εγώ μέλος του ΦΟΜ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και συγκεκριμένα από το φθινόπωρο του ΄43 και μετά και αυτό έγινε όχι τόσο από φιλοτεχνική διάθεσή μου, αλλά για … συνωμοτικούς λόγους.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή.

Τον τρίτο χειμώνα της Κατοχής ήταν πια για όλους μας φανερό πως τα δύσκολα είχαν περάσει. Δεν ήταν μόνο οι συνεχείς ήττες και υποχωρήσεις των χιτλερικών σε όλα τα μέτωπα, που μας γέμιζαν αγαλλίαση, ούτε πως  η τρομερή πείνα, με τις εκατοντάδες τους θανάτους ήταν πια παρελθόν. Ήταν κάποια αισιόδοξη ατμόσφαιρα που άρχισε να δημιουργείται στην κατεχόμενη χώρα. Αυτό βέβαια δεν έγινε απότομα. Από το χειμώνα του ΄41 – 42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την «Οργάνωση». Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσα μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση αυτής της Οργάνωσης:
Η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν …

Σιγά-σιγά πολλοί δείχνανε σα να μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό. Ο καθένας κάτι είχε να πει, εμπιστευτικά, στον άλλον, λες και μετείχαν σε κάποια «συνομωσία», ελπιδοφόρα όμως συνομωσία, σα να περιμέναμε να γίνει σκόλη. Όπως διαπίστωσα, ο πατέρας μου, η μάνα μου και πολλοί φίλοι τους συμπεριφέρονταν σα να είχαν μυηθεί σ΄αυτή τη συνομωσία.

Το καλοκαίρι του ΄43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια, πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Η αλήθεια είναι πως μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μιαν οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της «στρατολογίας» μου από τον Γιαννάκα, μια που αυτή η οργάνωση των νέων ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό «Οργάνωση», στην οποία, από τα τέλη του ΄41, ήταν κι ο πατέρας μου: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομα του, τουλάχιστον ως τα μέσα του ΄43. Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ΄ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά,  δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπανε να ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:

“Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;”

απάντησε με μεγάλη προθυμία

“Και βέβαια ξέρω”

“Και ποιοι είναι σ΄ αυτό; πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;” τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους

“Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω”

Την άλλη μέρα το πρωί, ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτίριο με την επιγραφή “Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ”

“Να εκεί είναι” τους λέει, “παστώνουν σαρδέλες” πρόσθεσε εμπιστευτικά….

Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα τη ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας. Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια μυστική έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σαν συνομωσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία. Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον Πέερ Γκυντ, που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη “Σαπφώ” μια γερμανική ταινία μ΄ αυτόν τον τίτλο και μας είχε αρέσει πολύ.

Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Την ομάδα μας την αποτελούσαν εφτά παιδιά, όλοι μαθητές του Γυμνασίου ή του Πρακτικού Λυκείου: ο Τάκης ο Γιαννάκας, ο Τάκης ο Παπαθανασίου, ο επιλεγόμενος  Απτάλης, ο Κώστας ο Κασκαμπάς, ο Τζίμης ο Φράγκου, ο Γιώργος ο Αγιασώτης και εγώ.

Τελευταίος ήρθε ο «καθοδηγητής», ο Αντρέας, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ΄ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε “συναγωνιστές”, μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας: κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών και να οργανώσουμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών στον κόσμο.

Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο κοφτό ύφος, πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικο-στρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δε  μπαίνει για μας.

Ο Κώστας δεν είπε τίποτα αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους υπόλοιπους της ομάδας, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση, ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στον Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μας εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα εφτά, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και οι υποψίες να φτάνανε ως τους Γερμανούς. Γι΄ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας.

Από την αρχή μου άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα εκεί ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, πολλά νέα παιδιά, μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια, με μεταδοτική ζωντάνια και κέφι. Ήταν ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, ο Ραπίτης, ο Λευτέρης, που δε θυμάμαι πια το επώνυμό του αλλά δεν ξεχνώ την ευθυμία και την πειραχτική του διάθεση. Δυο από τα μέλη του Ομίλου, ο Παναγιωτόπουλος και ο Μπράντης παίζανε συχνά “α κατρ μαιν” στο πιάνο, που διέθετε ο ΦΟΜ και είχαν συνθέσει δυο “εμβατήρια”. Το τούρκικο και το βουλγάρικο. Στο τούρκικο εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρύσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:

Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ

και ούτω καθ΄εξής. Η “επωδός” ήταν

τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ- τσικμά σουκάκ

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών  βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε) είχαν επινοήσει  δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική – του  τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ – και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.

Στον ΦΟΜ γνώρισα και τον Θανάση τον Πολυχρονιάδη. Βέβαια δε γίναμε τότε φίλοι, γιατί η διαφορά ηλικίας ήταν σημαντική, μαθητής Γυμνασίου εγώ, απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας εκείνος. Μας συνέδεσε όμως το γεγονός πως είχαμε και οι δύο οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Ανέβασε, τότε, ο ΦΟΜ το «Στραβόξυλο» του Ψαθά, σε σκηνοθεσία του Στρατή Παρασκευαΐδη ή «Παράξενου», με πρωταγωνιστές τον Βουλαλά, που έπαιζε τον κύριο Μαρουλή, δηλαδή το Στραβόξυλο και τον Θανάση, που ερμήνευε το ρόλο του Περικλή, του αφελή και κάπως κουτού κλητήρα του Στραβόξυλου. Παίζανε ακόμα η Λιανά, η Σιμόνη Κανόνη, ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος και άλλοι εξαιρετικοί ερασιτέχνες ηθοποιοί.
Δεν ξέρω αν οφειλόταν στη διδασκαλία του Στρατή Παρασκευαΐδη ή στο ταλέντο του Θανάση, αλλά το παίξιμό του δεν ήταν απλή ερμηνεία, ήταν πραγματική δημιουργία. Από τότε, ερχόμενος στην Αθήνα, είδα άλλες τρεις φορές την κωμωδία του Ψαθά, με σπουδαίους ηθοποιούς, αλλά κανείς δε συγκρινόταν με τον «Περικλή» του Θανάση.

Ο Θανάσης ήταν, από τότε, δεινός αφηγητής ανεκδότων και εύθυμων ιστοριών και όπως είναι φυσικό γινόταν το κέντρο της παρέας. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πολλά μέλη του ΦΟΜ καθόμασταν στο εντευκτήριο του Ομίλου, που βρισκόταν στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου της στοάς Γρηγορίου και φλυαρούσαμε, με εύθυμη διάθεση, περί ανέμων και υδάτων, ενώ στο πιάνο ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος αυτοσχεδίαζε ένα είδος μουσικής υπόκρουσης της κουβέντας μας. Τότε άνοιξε η κεντρική τζαμόπορτα και μπήκε … ένα λυκόσκυλο, πίσω του δε ο γιγαντόσωμος Χανς Βούντερλιχ, διοικητής της Γκεστάπο, κρατώντας το δερμάτινο μαστίγιό του, που ποτέ δεν αποχωριζόταν!
Παγώσαμε όλοι. Ο Βούντερλιχ ήταν διαβόητος για τις μεθόδους «ανάκρισης» που εφάρμοζε, ο ίδιος  προσωπικά στους κρατουμένους με την ενεργό συμμετοχή του λυκόσκυλου. Μόνο που αυτή τη φορά δε φαινόταν να έχει κακές προθέσεις. Φαίνεται πως, περνώντας στην αγορά, άκουσε τα γέλια μας και το πιάνο και υπέθεσε πως ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης. Αφού του δόθηκαν οι σχετικές εξηγήσεις από τον Βουλαλά σε μίγμα ελληνογερμανικών, θρονιάστηκε στον κεντρικό καναπέ, με το λυκόσκυλο ξαπλωμένο στα πόδια του και λέει στον Παναγιωτόπουλο

«Εσύ, παίξε Λιλή Μαρλέν»

Ο Γιώργος συμμορφώθηκε, αλλά από την ταραχή του έπαιξε το δημοφιλές τραγουδάκι τόσο άσκημα, που ο Απτάλης δεν κρατήθηκε και μου ψιθύρισε

«Να δεις που θα βγάλει το πιστόλι του και θα τον εκτελέσει»

Ύστερα από λίγο ο γκεσταπίτης σηκώθηκε, μας χαιρέτησε και έφυγε ακολουθούμενος από το σκυλί του. Ανασάναμε.

 

Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη για την ατμόσφαιρα , τις συζητήσεις και τις δραστηριότητες μας στον ΦΟΜ αλλά σεβόμενος την υπομονή των αναγνωστών και τη χωρητικότητα των σελίδων της «Σελάνας» σταματώ.

Η φωτογραφία είναι παρμένη από τον ιστότοπο της Κολεκτίβας «Βραχόκηπος»
Οι εικονιζόμενοι είναι ο Νότης Παναγιώτου και Αργύρης Αραβανόπουλος,
επίλεκτα μελη του ΦΟΜ, σε άλλου τύπου δραστηριότητες

 
 
 

Posted in περιοδικό "Α Σελάνα", Δημοσιεύσεις, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Το πνεύμα και η πρακτική της αντίστασης

Posted by tofistiki στο 11/07/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στις 06/07/2010 στο Εμπρός

Σε παλαιότερα σημειώματά μου στο «Εμπρός» είχα γράψει πως το πρώτο μέλημα όσων πλήττονται από την κρίση, δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, είναι να αντισταθούν σ’ αυτήν και σε εκείνους που την προκάλεσαν. Το είπα μέλημα και όχι «καθήκον», γιατί δε θέλω να μεταχειριστώ έναν όρο που παραπέμπει σε άλλους καιρούς. Είχα μάλιστα προτείνει πως το πρώτο βήμα σ’ αυτήν την πορεία αντίστασης θα έπρεπε να αρχίζει με την αποδοκιμασία, την πρόγκα και το ξεφώνημα των πρωταιτίων.

Φυσικά δεν έχω την πετριά πως θα μπορούσα, εγώ ο ελάχιστος, αρθρογραφώντας σε μιαν επαρχιακή εφημερίδα να καθοδηγήσω τα πλήθη σε όλη την Ελλάδα. Εκτός του ότι έχω, εδώ και δεκαετίες, απαρνηθεί κάθε είδους καθοδήγηση, δεν φιλοδοξώ τις δάφνες εκείνου του αρθρογράφου της αθηναϊκής εφημερίδας του 1904, που σε μνημειώδες άρθρο του επιγραφόμενο «δεξιότερα Κουροπάτκιν», έκανε υποδείξεις και έδινε συμβουλές… στον αρχιστράτηγο του ρωσικού στρατού για το πώς έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Ιάπωνες, στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο.

Εκτός αυτού λοιπόν, βλέπω πως αυτό το πρώτο βήμα άρχισε να γίνεται.
Φαίνεται πως, γράφοντας αυτά, τα περί πρόγκας και ξεφωνήματος, έπιασα το πνεύμα του κόσμου, γιατί με ικανοποίηση βλέπω αυτές τις μέρες πως παντού: σε εγκαίνια έργων, σε τελετές έναρξης ή λήξης συνεδρίων, σε αίθουσες διδασκαλίας, γενικώς όπου εμφανίζονται εκπρόσωποι των νυν ή των τέως κυβερνώντων, να αποδοκιμάζονται έντονα από το κοινό, σε σημείο να έχουν ματαιώσει πολλές εμφανίσεις τους. Καλό σημάδι αυτό. Πριν τους κλείσει η Δικαιοσύνη στη φυλακή, που κι αυτό θα γίνει κάποτε, θα κλειστούν μόνοι τους στο σπίτι τους.

Το δεύτερο βήμα στην πορεία της αντίστασης είναι η προσφυγή στους νόμους. Ήδη διαπρεπείς νομομαθείς και έγκυροι συνταγματολόγοι έχουν επισημάνει πως όλα σχεδόν τα νομοθετήματα, που ψηφίστηκαν ή ετοιμάζονται να ψηφιστούν από την Βουλή, έχουν καταρτιστεί με τόση προχειρότητα, τσαπατσουλιά και άγνοια της νομολογίας, που θα μπορούσαν εύκολα να ακυρωθούν με κατάλληλες προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ελεγκτικό Συνέδριο ή άλλα ανώτατα Δικαστήρια.
Να μην υποτιμούμε την προσφυγή στους νόμους. Μπορεί η Δικαιοσύνη έτσι που λειτουργεί να είναι απελπιστικά αργοκούνητη, όταν όμως ο τροχός της αρχίζει να γυρίζει, τίποτα δεν τον σταματά. Υπάρχουν άλλωστε πολλά ιστορικά προηγούμενα. Ξέρετε πώς καταργήθηκαν, επί ΕΡΕ, τα στρατόπεδα εξορίστων στον Άι-Στράτη και αλλού; Με προσφυγή των εξορίστων στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Διαπιστώθηκε πως η παράταση του χρόνου εξορίας κάθε ατόμου, που κατά κανόνα γινόταν με απλές αποφάσεις των αρμοδίων τοπικών Επιτροπών Ασφαλείας, πριν ακόμα λήξει και πριν ο εξόριστος επιστρέψει στον τόπο του, ήταν πράξη παράνομη, γιατί σκοπός της εξορίας, που δεν ήταν ποινικό αλλά διοικητικό μέτρο, ήταν να απομακρυνθεί προσωρινά από τον τόπο του κάποιος που με τη δράση του ήταν επικίνδυνος. Πώς όμως θα ήταν επικίνδυνος, εφόσον δεν είχε καν επιστρέψει στον τόπο του; Έτσι μέσα σε ένα μήνα με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, άδειασαν οι τόποι εξορίας.

Το τρίτο, και το δυσκολότερο, βήμα στην πορεία της αντίστασης, είναι να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Ευτύχημα θα ήταν να μιμηθούμε τους Ισλανδούς, που αντικατέστησαν το αυτοκίνητο με το ποδήλατο και σταμάτησαν τις αγορές εισαγομένων πολυτελών αγαθών, αλλά το βλέπω λίγο χλωμό, έτσι κακομαθημένοι που γίναμε. Θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε πολλά άλλα προς αυτή την κατεύθυνση:

Πρώτα-πρώτα να θυμηθούμε την κοινωνική αλληλεγγύη. Όχι την επίσημη, που δυστυχώς μεταφράζεται σε ψίχουλα προς τους έχοντες ανάγκη και σε γερές κονόμες στους αρμόδιους, αλλά στην πραγματική, αυθόρμητη και οργανωμένη αρωγή προς τους ανήμπορους. Να δημιουργηθούν σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε χώρο δουλειάς, κοινότητες αντίστασης και επιβίωσης, στη βάση της αγάπης και της αλληλοβοήθειας.

Κατόπιν να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες μας. Δεν προτείνω να μιμηθούμε τον Σωκράτη, που έμπαινε ταχτικά στα μαγαζιά της Αθήνας χωρίς ποτέ να αγοράζει τίποτα, καταγράφοντας απλώς τα τόσα πολλά πράγματα που δεν είχε την ανάγκη τους, αλλά να παρακολουθήσουμε για μια ή δυο φορές τις διαφημίσεις της τηλεόρασης, για να δούμε πως τα 90% των διαφημιζομένων αγαθών μάς είναι τελείως άχρηστα. Να καταργήσουμε τις πιστωτικές κάρτες και τα άσκοπα τραπεζικά δάνεια, αφού μάλιστα διαβάσουμε, με μεγεθυντικό φακό, τα «ψιλά γράμματα» που είναι τυπωμένα στο πίσω μέρος των σχετικών συμβολαίων.

Γενικά να τους «γράψουμε» κανονικά και αυτούς και τα παπαγαλάκια τους. Να κάνουμε παρέες για τις δύσκολες μέρες. Να συζητάμε πολύ και να βλέπουμε τηλεόραση λίγο. Να περπατάμε περισσότερο και να τρώμε λιγότερο, ξαναγυρνώντας μάλιστα στην πατροπαράδοτη φασολάδα, την ντοματοσαλάτα και το ψωμοτύρι. Εκτός των άλλων, κάνουν καλό στην υγεία μας.

Να μου το θυμάστε: και καλύτερα θα περάσουμε, και τα σχέδιά τους θα χαλάσουμε.

———————–

Στην εικόνα -μιας και το θέμα είναι η αντίσταση και η αλληλεγγύη- το εξώφυλλο του ημερολόγιου «Τσιάπας, τα χρώματα της αντίστασης» με καταπληκτικές ζωγραφιές γεμάτες χρώμα και ζωή. Τα έσοδα από την πώληση του ημερολογίου θα δοθούν για ενίσχυση του EZLN (Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατιστικός Στρατός). Μπορείτε να το βρείτε στον Συνεταιρισμό Εναλλακτικού και Αλληλέγγυου Εμπορίου Ο ΣΠΟΡΟΣ – Σπυρίδωνος Τρικούπη 21 και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία.



Posted in Γνώμες και σχόλια, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Πώς να αντισταθούμε…

Posted by tofistiki στο 11/05/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στις 11/05/2010, στο «Εμπρός» της Μυτιλήνης

Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμά μου, η πατρίδα μας τελεί υπό κατοχήν. Μια ιδιότυπη μορφή κατοχής, που δεν είναι εύκολο να την ανιχνεύσεις. Μπορεί να μην ξανάρθανε οι γερμανοί με στολές και όπλα, να μην εισβάλανε στη χώρα ξένα στρατεύματα, να μη γίνανε μάχες, μπορεί ακόμα να εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά της η κυβέρνηση που βγήκε με ελεύθερες δημοκρατικές εκλογές, αλλά στην ουσία η κατάσταση αυτή αποτελεί μορφή κατοχής.
Οι αποφάσεις για την πορεία της χώρας δεν παίρνονται εδώ αλλά στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση δεν έχει ανεξαρτησία κινήσεων. Είναι υποχείρια της «τρόικας», με απαίτηση της οποίας αφαιρεί πόρους από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους και τους παραχωρεί στους οικονομικούς μας κατακτητές! Γιατί μπορεί να θεωρούν την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, την πιέζουν όμως να αγοράζει συνεχώς (από αυτούς) πανάκριβο και ουσιαστικά άχρηστο πολεμικόν εξοπλισμό.

Οι σημερινοί συνεργάτες των «κατακτητών» είναι εν πρώτοις οι μεγάλες τράπεζες, οι οποίες την εποχή που όλοι οι Έλληνες καλούμαστε «να βάλουμε πλάτη», να συντρέξουμε από το υστέρημά μας την καημένη την πατρίδα, αυτές έχουν πάρει κάπου 11 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007, άλλα 17 δισεκατομμύρια το 2010 και θα πάρουν ακόμα 10 δισεκατομμύρια, από το πακέτο των 120 δισεκατομμυρίων που θα δανειστούμε.
Δεν είπε λοιπόν ψέματα ο Γιωργάκης προεκλογικώς. Λεφτά υπήρχαν, μόνο που ήταν για άλλους!

Έχουμε λοιπόν καινούργια κατοχή. Όμως, για έναν λαό περήφανο και ανυπότακτο, αυτό σημαίνει αυτομάτως και αντίσταση. Μόνο που αντίσταση δεν σημαίνει και ένοπλη εξέγερση. Αυτή, σήμερα, δεν οδηγεί πουθενά. Η βία αυξάνει την καταστολή και εξυπηρετεί τελικά το σύστημα. Άλλωστε να θυμηθούμε πως άρχισε η Εθνική Αντίσταση, τότε, το ΄41. Δεν ξεκίνησε με όπλα και βιαιότητες. Σαμποτάζ, και ανατινάξεις γίνονταν βέβαια, αλλά από μικρές οργανώσεις, συνδεόμενες με το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Υπήρχαν στα βουνά μικρές ομάδες ανταρτών, αλλά η πραγματική αντίσταση ξεκίνησε στις πόλεις, με την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο φοβερός λιμός που προκάλεσε η καταλήστευση των πάντων από τα στρατεύματα κατοχής.
Είναι σημαδιακό πως η Εθνική Αλληλεγγύη, ο «Ερυθρός Σταυρός» της Αντίστασης, ιδρύθηκε τρεις μήνες πριν από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ιδρύθηκε για να συντρέξει το λαό. Πρωτοστάτησε στην καθιέρωση συσσιτίων, στη συγκρότηση καταναλωτικών συνεταιρισμών, στην αρωγή προς τους πεινασμένους.
Και η ιστορία της το αναγνώρισε
Το ΕΑΜ μας έσωσε απ΄την πείνα….
έλεγε ένα τραγούδι της εποχής εκείνης.

Από εκεί λοιπόν θα πρέπει να αρχίσει η καινούργια αντίσταση. Από την αρωγή προς τους ανήμπορους. Και οργανωμένα και αυθόρμητα. Να δημιουργηθούν σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε χώρο δουλειάς, κοινότητες αντίστασης και επιβίωσης, στη βάση της αγάπης και της αλληλοβοήθειας. Και εδώ θα φανεί η ικανότητα και η χρησιμότητα της Αριστεράς. Μιας καινούργιας Αριστεράς απαλλαγμένης από στερεότυπα και αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Η ουσία της νέας αντίστασης είναι επίσης να μη μπούμε στο παιχνίδι που έχουν αυτοί σχεδιάσει. Να τους αγνοήσουμε, και αυτούς, και τους κανόνες που πάνε να μας επιβάλουν, λες και είναι οι κανόνες αυτοί κάτι το νομοτελειακό και το αναπότρεπτο. Να κάνουμε παρέες για τις δύσκολες μέρες και να τους γράψουμε κανονικά. Χωρίς εμάς, το σύστημα των τοκογλύφων, κερδοσκόπων, μαστροπών και εκμεταλλευτών δεν θα μπορεί να δουλέψει και θα καταρρεύσει!

Οι πρώτοι Χριστιανοί, πριν από χίλια εφτακόσια χρόνια, κατάφεραν να διαλύσουν τη μόνη υπερδύναμη της εποχής τους, τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με το να απαρνηθούν τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να απορρίψουν τις αξίες του.
Ο Σωκράτης έμπαινε ταχτικά στα μαγαζιά της Αθήνας, περιεργαζόταν τα εμπορεύματα και ποτέ δεν αγόραζε τίποτα. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει, απάντησε:
«Για να δω πόσα πράγματα δεν έχω ανάγκη»

Ας τον μιμηθούμε λοιπόν. Αν παρακολουθήσει κανείς, με κριτική διάθεση κι όχι σαν αποχαυνωμένος τηλεθεατής, τις διαφημίσεις που προβάλει το χαζοκούτι, θα δει πως το 90% των προϊόντων που διαφημίζει, είναι άχρηστα. Μπορεί μια χαρά να ζήσει και χωρίς αυτά.

Ύστερα είναι και κάτι άλλο, πολύ σοβαρό. Στην αντίσταση περιλαμβάνεται και η εμψύχωση των καταπτοημένων ανθρώπων, που τα Μέσα Μαζικού Εκμαυλισμού τρομοκρατούν συνεχώς γιατί ξέρουν πως περίφοβοι άνθρωποι δεν αντιστέκονται.

Τέλος, να μην το ξεχνάμε πως αντίσταση σημαίνει επίσης την αποδοκιμασία, την πρόγκα και το φτύσιμο, όχι μόνο των αυτουργών της σημερινής κατάπτωσης, όχι μόνο των κλεφταράδων, των μασκαράδων και των απατεώνων της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και αυτών που τους ανέχθηκαν και που και σήμερα ακόμα τους αφήνουν στο απυρόβλητο και δεν κάνουν τίποτα για να τους παραπέμψουν στη Δικαιοσύνη.
Όσο οι κλέφτες, οι καταχραστές, οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων κυκλοφορούν ελεύθεροι, δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν από αυτούς που ασκούν την εξουσία να κυκλοφορεί, χωρίς μόλις τους δούμε να τους ρωτάμε δυνατά και με παρρησία
«Τι θα γίνει με τα κλεμμένα;»
«Πότε θα στείλετε τους καταχραστές στη Δικαιοσύνη;»
Κι αυτό να γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε βήμα τους, σε κάθε περίπτωση: Σε εγκαίνια έργων, σε τελετές και συνεστιάσεις, σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε απονομές βραβείων, παντού όπου θα παρίστανται, καμαρώνοντας σα γύφτικα σκεπάρνια μ΄εκείνο το ανυπόφορο χαμόγελο αυταρέσκειας. Να το χάσουν αυτό το χαμόγελο και να συνειδητοποιήσουν πως δε θα το βάλουμε κάτω…

Posted in Γνώμες και σχόλια, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καινούργια κατοχή λοιπόν;

Posted by tofistiki στο 02/05/2010

Προδημοσίευση άρθρου του Δημήτρη Σαραντάκου
που θα δημοσιευτεί στις 04/05/2010, στο «Εμπρός» της Μυτιλήνης

Το άκουσα κι ακόμα δεν το πιστεύω. Στην εκπομπή του γνωστού τηλεπαρουσιαστή Χατζηνικολάου στο ΜΕΓΚΑ, στις 29 Απριλίου, ο γεν. Γραμματέας της ΑΔΕΔΥ ανέφερε ότι, σαν ρώτησε τον πρωθυπουργό της χώρας, «πώς θα ζήσουν οι συνταξιούχοι των 500 και 600 ευρώ, τώρα που θα χάσουνε την 13η και 14η σύνταξη», αυτός του απάντησε: «Για το θέμα αυτό να ρωτήσετε την αντιπροσωπεία της «τρόικας», αυτοί θα σας πουν!»

Κάπως έτσι είχε απαντήσει, τον Δεκέμβριο του 1942, αν δεν κάνω λάθος, ο Κουίσλινγκ πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος, όταν τον ρώτησε ο πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, πού θα βρεθούν τρόφιμα για τους πεινασμένους: «Ρωτήστε επ΄αυτού τον κύριο Άλτενμπουργκ»

Τότε δεν υπήρχε «τρόικα», γιατί οι δυνάμεις κατοχής ήτανε δύο και όχι τρεις. Έτσι, κουμάντο κάνανε, από μέρους των Γερμανών, ο Άλτενμπουργκ και από μέρος των Ιταλών, ο Γκίζι.
Τώρα, έχουμε τρεις δυνάμεις κατοχής: Την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ελληνιστί Κομισιόν), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Δεν μας κατέχουν στρατιωτικά, αυτά είναι πράγματα δαπανηρά, ξεπερασμένα και επικίνδυνα (βλέπε Ιράκ και Αφγανιστάν), αλλά μας έχουν υποδουλώσει οικονομικά.

Να το πάρουμε λοιπόν απόφαση. Είμαστε υπό κατοχήν. Δεν είναι και τόσο φοβερό, όσο ακούγεται. Θυμάμαι πως στη Μυτιλήνη η έλευση των Γερμανών ήταν αναίμακτη και δε βρήκε καμιά αντίσταση. Τις πρώτες μάλιστα βδομάδες οι «γερμανόφιλοι» πανηγύριζαν.
«Είδες που φοβόσουνα; Ήρθαν οι Γερμανοί και δεν άνοιξε ρουθούνι. Επιτέλους, θα μας βάλουν σε κάποια τάξη και θα μας φέρουν τη γερμανική τεχνολογία» έλεγε στον πατέρα μου ένας φίλος του, καλός μαιευτήρας (στην κλινική του γεννήθηκα) και παλιός αριστερός, που κατόπιν μεταλλάχθηκε σε ναζιστή!
Πράγματι, πολύ σύντομα μας εξασφάλισαν την τάξη και την ησυχία του νεκροταφείου. Όσο για τη γερμανική τεχνολογία, την ξέχασαν κάπου στη Βαυαρία.

Στη Λέσβο πάντως η Αντίσταση ξεκίνησε αθόρυβα και από την αρχή έριξε το βάρος της στην αντιμετώπιση του λιμού και στην τόνωση του ηθικού του κόσμου. Άρχισε η οργάνωση συσσιτίων σε κάθε σχολείο και κάθε γειτονιά, δημιουργήθηκαν καταναλωτικοί συνεταιρισμοί σε κάθε υπηρεσία και οργανισμό, ενώ παράλληλα μοιράζονταν ταχτικά τα δελτία ειδήσεων των ραδιοσταθμών του Λονδίνου, του Καΐρου και της Μόσχας, που οι αντιστασιακοί πιάνανε στα παράνομα ραδιόφωνά τους και τα πολυγραφούσαν.
Ενώ στην Αθήνα οι Γερμανοί είχαν σφραγίσει τα ραδιόφωνα, ώστε να πιάνουν μόνο Αθήνα και Μπρεσλάου, στη Λέσβο, προτίμησαν να κατάσχουν τα, λίγα άλλωστε, ραδιόφωνα που υπήρχαν στα σπίτια. Τα οποία, το σωστό να λέγεται, τα φύλαξαν με τη γνωστή γερμανική τάξη και μεθοδικότητα στις αποθήκες Πετροπούλου, από όπου τα πήραμε με την Απελευθέρωση. Οι αντιστασιακοί πάντως είχαν εξασφαλίσει δικά τους ραδιόφωνα, είτε γιατί τα είχαν κρύψει εγκαίρως, είτε γιατί τα φτιάξανε μόνοι τους. Ο πατέρας μου, ας πούμε, ικανότατος ερασιτέχνης, είχε φτιάξει ένα ραδιόφωνο, που λειτουργούσε χωρίς μεγάφωνο, με ακουστικά, χρησιμοποιώντας για σασί ένα ξύλινο σκαμνί, που ο Χαράλαμπος ο Κανόνης το ονόμασε «ο τρίπους της Πυθίας».
Πολύ σύντομα, καθώς μάλιστα φάνηκε πως οι Γερμανοί τελικά θα χάνανε τον πόλεμο, δημιουργήθηκε γύρω από τους συνεργάτες τους και τους θερμότερους υμνητές τους, αληθινό κενό.

Φυσικά η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά πιστεύω πως κάπως έτσι θα ξεκινήσει η Αντίσταση στην κατοχή της τρόικας. Γιατί μη φαντάζεστε πως θα το βάλουν κάτω οι Έλληνες. Θα αρχίσουν δε, με την αποδοκιμασία και την προπηλάκιση των πρωταιτίων της απίστευτης διαφθοράς και κατασπατάλησης των χρημάτων των φορολογουμένων, που έγιναν τα τελευταία δέκα τουλάχιστον χρόνια.
Παράλληλα με τις αναπόφευκτες διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, που θα γίνονται κάθε τόσο, θα αρχίσουν δικαστικοί αγώνες, για να καθίσουν επιτέλους στο σκαμνί οι κλέφτες, οι «μασκαράδες κι οι απατεώνες», που λέει κι ο Βάρναλης – να διαβάζετε ποίηση, κάνει καλό.
Αφού οι κυβερνώντες, δεν δείχνουν μεγάλο ζήλο για να τους παραπέμψουν αυτοί, θα το κάνουν οι πολίτες. Όπως διάβασα, διαπρεπής νομομαθής απέδειξε πως ορισμένα εγκλήματα κλοπής του δημοσίου χρήματος ούτε παραγράφονται ούτε ισχύει γι΄ αυτά ο σκανδαλώδης νόμος «περί ευθύνης υπουργών». Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτά.
Το παρήγορο είναι πως η Ελλάδα σε ανάλογες περιπτώσεις αποτέλεσε τιμητική εξαίρεση. Οι αιμοσταγείς δικτατορίες της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Χιλής και της Αργεντινής καταργήθηκαν μεν αλλά κανένας, όχι μόνο οι πρωταίτιοι αλλά και οι δευτερεύοντες συνεργοί, δεν έπαθε το παραμικρό. Του Φράνκο μάλιστα υφίσταται και μνημείο, κοντά στη Μαδρίτη, ενώ του Πινοτσέτ, το διάδοχο δημοκρατικό καθεστώς του έκανε επίσημη κηδεία! Σε μας ο Παπαδόπουλος, ο Αγγελής και δε θυμάμαι ποιος άλλος ακόμα, πέθαναν στη φυλακή, ενώ ο Ιωαννίδης και ο Ντερτιλής εξακολουθούν να είναι μέσα.
Κατοχή λοιπόν έχουμε, αλλά κι αυτή θα περάσει.

Posted in Γνώμες και σχόλια, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

ΜΕ ΤΗ ΧΡΥΣΗ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΠΑΝΟΠΛΙΑ…

Posted by tofistiki στο 23/02/2010

epon  ΕΠΟΝ

(αναμνήσεις του Μίμη Σαραντάκου,  άρθρο που δημοσιεύεται στο «Εμπρός»)

Έχει πει κάποιος, που δε θυμάμαι τώρα το όνομά του, πως «αι αναμνήσεις είναι η βακτηρία του γήρατος». Στηριζόμενος λοιπόν σ΄ αυτή τη «βακτηρία», λόγω και των ημερών (βλέπετε στις 23 του Φλεβάρη ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ), ξαναφέρνω στο νου μου όσα γίνανε πριν από 67 ολόκληρα χρόνια!
Ήταν ο τρίτος χειμώνας τα Κατοχής και ήταν πια για όλους μας φανερό πως τα δύσκολα είχαν περάσει. Η τρομερή πείνα, με τις χιλιάδες τους θανάτους και η απελπισία μας από τις νίκες των χιτλερικών, ήταν πια παρελθόν. Κάποια αισιόδοξη ατμόσφαιρα άρχισε να δημιουργείται. Αυτό βέβαια δεν έγινε απότομα. Από το χειμώνα του ΄41 – 42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την «Οργάνωση». Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσα μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.
Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση αυτής της Οργάνωσης: Η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν …
Σιγά σιγά πολλοί δείχνανε σα να μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό. Ο καθένας κάτι είχε να πει, εμπιστευτικά, στον άλλον, λες και μετείχαν σε κάποια «συνωμοσία», ελπιδοφόρα όμως συνωμοσία, σα να περιμέναμε να γίνει σκόλη. Όπως διαπίστωσα, ο πατέρας μου, η μάνα μου και πολλοί φίλοι τους συμπεριφέρονταν σα να είχαν μυηθεί σ΄αυτή τη συνωμοσία.
Το καλοκαίρι του ΄43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια, πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Η αλήθεια είναι πως μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.
Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μιαν οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, την ΕΠΟΝ και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της «στρατολογίας» μου από τον Γιαννάκα, μια που αυτή η οργάνωση των νέων ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό «Οργάνωση», στην οποία, από τα τέλη του ΄41, ήταν κι ο πατέρας μου: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.
Όπως γράφω πιο πάνω, κανείς δεν έλεγε την οργάνωση με το όνομα του, τουλάχιστον ως τα μέσα του ΄43. Ο πολύς ο κόσμος ίσως να μην ήξερε στ΄ αλήθεια το όνομα, ενώ τα οργανωμένα μέλη της, φυσικά, δεν έλεγαν λέξη. Οι Γερμανοί, που βεβαίως ξέρανε, από όσα γίνονταν στην άλλη Ελλάδα, την ύπαρξη του ΕΑΜ, είχαν φάει τα λυσσακά τους να εξακριβώσουν αν υπήρχε και στο νησί μας. Έτσι όσους πέφτανε στα χέρια τους, για οποιαδήποτε αιτία, δεν παραλείπαν να ρωτάνε αν ήξεραν ή είχαν ακούσει για το ΕΑΜ. Όλοι χωρίς εξαίρεση δήλωναν πλήρη άγνοια. Μια φορά όμως κάποιος, στην τυπική πια ερώτηση:
“Ξέρεις ή έχεις ακούσει τίποτα για κάποιο ΕΑΜ;”
απάντησε με μεγάλη προθυμία
“Και βέβαια ξέρω”
“Και ποιοι είναι σ΄ αυτό; πού βρίσκονται, μπορείς να μας πεις;” τον ρώτησαν, μη πιστεύοντας τα αυτιά τους
“Βεβαίως. Αύριο αν θέλετε πάμε μαζί να σας δείξω”
Την άλλη μέρα το πρωί ο τύπος οδήγησε μια κουστωδία ένοπλους γκεσταπίτες στην Απάνω Σκάλα και τους έδειξε ένα κτίριο με την επιγραφή “Εταιρεία Αλιπάστων Μυτιλήνης – ΕΑΜ”
“Να εκεί είναι” τους λέει, “παστώνουν σαρδέλες” πρόσθεσε εμπιστευτικά….
Την άλλη βδομάδα ο Γιαννάκας με ειδοποίησε πως την Τετάρτη το βράδυ, 25 Νοεμβρίου 1943 (θυμάμαι ακόμα τη ημερομηνία) θα συνεδρίαζε για πρώτη φορά η ομάδα μας. Πήγα με καρδιοχτύπι και με κάποια μυστική έξαρση. Θα συμμετείχα σε κάτι πρωτόγνωρο και σημαντικό, που είχε όμως πολλά στοιχεία ρομαντισμού. Κάτι σαν συνομωσία κατά του καταχτητή, κάτι που ανακαλούσε μνήμες από τη Φιλική Εταιρεία. Συναντηθήκαμε στον Ταρλά και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, για να αναγνωριστούμε σφυρίζαμε μια μελωδία από τον Πέερ Γκυντ, που την είχαμε ακούσει την προηγούμενη βραδιά, όταν είδαμε στη “Σαπφώ” μια γερμανική ταινία μ΄ αυτόν τον τίτλο και μας είχε αρέσει πολύ.
Η συνεδρίαση έγινε στο σπίτι του Χρήστου του Σαραντίδη, που είχε τελειώσει πέρσι το Πρακτικό Λύκειο και τώρα δούλευε ηλεκτροτεχνίτης. Την ομάδα μας την αποτελούσαν εφτά παιδιά, όλοι μαθητές του Γυμνασίου ή του Πρακτικού Λυκείου: ο Τάκης ο Γιαννάκας, ο Τάκης ο Παπαθανασίου, ο επιλεγόμενος Απτάλης, ο Κώστας ο Κασκαμπάς, ο Τζίμης ο Φράγκου, ο Γιώργος ο Αγιασώτης και εγώ.
Τελευταίος ήρθε ο «καθοδηγητής», ο Αντρέας, ένας λεπτός ξανθός νεαρός, γύρω στα είκοσι. Χωρίς καμιά εισαγωγή μπήκε κατ΄ ευθείαν στο θέμα. Μας προσφώνησε “συναγωνιστές”, μας εξήγησε τους σκοπούς και τα ιδανικά της ΕΠΟΝ, μας έδωσε τους κανόνες του συνωμοτισμού και μας έβαλε τα πρώτα καθήκοντα μας: κυρίως να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών και να οργανώσουμε τη διάδοση των ανακοινωθέντων των ξένων ραδιοσταθμών στον κόσμο.
Τον παρατηρούσα και τον άκουγα με κάποια απογοήτευση. Περίμενα κάτι το θερμότερο και πιο συναισθηματικό και το κοφτό και απότομο ύφος του, καθώς και τα ψυχρά γκριζογάλανα μάτια του με απώθησαν. Όταν ο Κώστας τον ρώτησε αν θα μας έδιναν όπλα και αν θα βγαίναμε στο βουνό, του εξήγησε με το ίδιο κοφτό ύφος, πως για την ώρα και με τις δοσμένες πολιτικο-στρατιωτικές συνθήκες, τέτοιο ζήτημα δε μπαίνει για μας.
Ο Κώστας δεν είπε τίποτα αλλά ζάρωσε λίγο. Τα ίδια συναισθήματα φαίνεται πως προκάλεσε ο καθοδηγητής και στους άλλους, γιατί τις άλλες μέρες, καθώς ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την πρώτη συνεδρίαση, ο Απτάλης τον χαρακτήρισε “τρομοκράτη”. Με τον καιρό όμως διαπίστωσα πως, παρά την εμφάνιση του, ο “τρομοκράτης” ήταν στην πραγματικότητα πολύ ζεστό και καλοσυνάτο παιδί. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν ίσως κάποια αμυντική πανοπλία.
Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στον Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μας εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα εφτά, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και γι΄ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας.
Από την αρχή μου άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, πολλά νέα παιδιά, μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια, με μεταδοτική ζωντάνια και κέφι. Δυο από αυτά, ο Παναγιωτόπουλος και ο Μπράντης παίζανε συχνά “α κατρ μαιν” στο πιάνο, που διέθετε ο ΦΟΜ και είχαν συνθέσει δυο “εμβατήρια”. Το τούρκικο και το βουλγάρικο. Στο τούρκικο εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρύσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:
Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ
και ούτω καθ΄εξής. Η “επωδός” ήταν
τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ- τσικμά σουκάκ
Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρούν άλλωστε) είχαν επινοήσει δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική – του τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ – και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.
Διάβασα εκείνον τον καιρό το μυθιστόρημα του Μπογκντάνοφ το “Πρώτο κορίτσι” που με είχε συναρπάσει, γιατί ήταν με τον τρόπο του ρεαλιστικό, μια που μιλούσε για το πώς αντιλαμβανόταν την ισότητα των δύο φύλων και τις ελεύθερες ερωτικές σχέσεις, μια ως χτες άπραγη χωριατοπούλα και πώς την αντιμετώπισαν οι σύντροφοί της στην Κομσομόλ.
Ο πατέρας μου, όταν κουβέντιασα μαζί του, μου έδωσε να διαβάσω το “Γυναίκειο Ζήτημα” της Κλάρας Τσέτκιν. Ήταν οι απόψεις του ίδιου του Λένιν για τη γυναίκα, τις σχέσεις των δύο φύλων και τον ελεύθερο έρωτα. Για τον τελευταίον ήταν κατηγορηματικός: Ελεύθερος έρωτας σημαίνει έρωτας απαλλαγμένος από τη σκλαβιά και τους καταναγκασμούς του χρήματος και της εκμετάλλευσης και όχι αχαλίνωτες ερωτικές σχέσεις. Έρωτας σημαίνει κάτι πιο σημαντικό από την ικανοποίηση των ορμών μας”.
Τότε, με τους συμμαθητές μου στο Γυμνάσιο, δεν ανοίγαμε ποτέ σοβαρές συζητήσεις για κορίτσια. Νοιώθαμε κάποιαν αμηχανία για το θέμα αυτό, αν και κάποιοι από μας παρίσταναν τους καρδιοκαταχτητές. Συνήθως το γυρίζαμε στο καλαμπούρι και στα σόκιν ανέκδοτα. Με τους συναγωνιστές πάλι, τέτοια συζήτηση θα ήταν αδιανόητη. Το θέμα ήταν ταμπού. Το διάβασμα όμως του “πρώτου κοριτσιού” και του “Γυναίκειου ζητήματος” εκτός που μ΄ έκανε να ονειροπολώ, με έβαλε σε σκέψεις. Τελικά δάνεισα το μυθιστόρημα του Μπογκντάνωφ στο Γιαννάκα και το βιβλίο της Τσέτκιν στον Απτάλη. Στις συζητήσεις που κάναμε τις επόμενες μέρες κατάλαβα πως και οι δύο εντυπωσιάστηκαν και στην επόμενη συνεδρίαση της ομάδας, ο Απτάλης μας ξάφνιασε όλους, όταν πρότεινε να συζητήσουμε κάποτε το θέμα των σχέσεων των δύο φύλων.
Ο γραμματέας της ομάδας, ο Χρήστος, γέλασε αμήχανα, ο καθοδηγητής μας όμως, ο Αντρέας, θύμωσε
“Συναγωνιστές, στις δοσμένες πολιτικές συνθήκες τέτοιο ζήτημα δε μπαίνει” μας είπε. “Σήμερα πρέπει να μας απασχολεί ο αγώνας κατά των καταχτητών και όχι κοριτσοδουλειές”.
Ο Απτάλης δεν επέμεινε, όταν όμως φεύγαμε οι τρεις μας, εκείνος, ο Γιαννάκας κι εγώ, μας είπε γελώντας
“Αυτόν τον απασχολεί μόνο η πάλη των τάξεων, εμένα όμως με ενδιαφέρει να μάθω την πάλη με γυναίκα”
…………………………………………………………………………………….
Έτσι, με την ξεγνοιασιά της εφηβείας μας, τις σκανταλιές και τα αστεία μας, πήραμε, μαζί με χιλιάδες άλλους νέους, ένα δρόμο, που μερικούς οδήγησε σε περιπέτειες και κατατρεγμούς, κάποιους ακόμα και στο θάνατο, σε όλους μας όμως έδωσε το πολύ ακριβό συναίσθημα πως όταν χρειάστηκε είπαμε παρών. Δεν κρυφτήκαμε ούτε αδιαφορήσαμε.

(Οι εικόνες είναι από σχετικό αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη», 2008)

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: