Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Αγία Παρασκευή Λέσβου’

Ένα φιλί κάτω απ’ τη συκιά (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 01/12/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος, έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Όπως είδαμε στο προηγούμενο απόσπασμα, ο δεκαπεντάχρονος Μίμης, σύνδεσμος πλέον του ΕΑΜ, έχει πάει με αποστολή στο Ψηλομέτωπο και φιλοξενείται σε φιλικό σπίτι.

Το βραδάκι πήγα στο καφενείο του Στρατή, μήπως είχε να μου δώσει τίποτα.Ερωτοκριτος και Αρετούσα

«Συναγωνιστή, είσαι άτυχος», μου λέει. «Συνεδρίαση θα έχουμε μεθαύριο το βράδυ. Αναγκαστικά θα πρέπει να μείνεις άλλες δύο μέρες, γιατί δεν έχω σύνδεσμο να στείλω την απόφαση κάτω.»

Γύρισα και ανακοίνωσα τα νέα στον κυρ-Στέλιο και την κυρία Ανθούλα. Χάρηκαν αληθινά που θα με είχαν τρεις μέρες μαζί τους. Η παρουσία μου ήταν ίσως μια ποικιλία στην καθημερινή τους ρουτίνα. Το βράδυ μετά το φαΐ, πιάσαμε συζήτηση, αυτήν τη φορά για την εξέλιξη του πολέμου, για τις ειδήσεις που μας είχε φέρει ο συναγωνιστής Οικονόμου από την Ελεύθερη Ελλάδα, για τις μάχες στις συνοικίες της Αθήνας, για τους ΕΠΟΝίτες που σκοτώθηκαν στην οδό Μπιζανίου στην Καλλιθέα και στο κάστρο του Υμηττού και με την ευκαιρία τούς έμαθα τα δυο τραγούδια του αγώνα που ήξερα: το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» και τον «Ύμνο της ΕΠΟΝ». Μ’ ακούγανε με μεγάλη συγκίνηση. Είδα τα μάτια της Αγλαΐας, που παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς να μιλά, να λάμπουν. Ο κυρ-Στέλιος μερακλώθηκε κι άρχισε να τραγουδά τον παλιό ύμνο της Δημοκρατίας: «Από τα βάθη των αιώνων Δημοκρατία ξεκινάς» κι ένα σατιρικό τραγουδάκι που έλεγε «Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε το Βασιλιά».

Το πρωί, η Αγλαΐα μού πρότεινε να πάμε να μαζέψουμε σύκα από τις συκιές τους και η κυρία Ανθούλα συμφώνησε. Πήραμε ένα καλάθι κι οπλισμένοι με την κατζουρίδα, ένα μακρύ ραβδί που κατέληγε σε αρπάγη σαν τις αγκλίτσες, κινήσαμε. Οι συκιές ήταν λίγο έξω από το χωριό. Σκαρφαλώσαμε κι οι δυο στα δέντρα και με την κατζουρίδα τραβούσαμε κοντά τα κλαδιά που είχαν σύκα, για να κόψουμε τους καρπούς. Σε λίγο είχαμε γεμίσει το καλάθι.

Μου άρεσε πολύ η Αγλαΐτσα. Ήταν όμορφο κορίτσι, που ξεχείλιζε από ζωή και χαρά. Γελούσε με το παραμικρό. Ένιωθα ζωηρή επιθυμία να την αγκαλιάσω και να της φιλήσω τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, που θυμίζανε μήλα.

Ντρεπόμουν όμως και, λίγο, φοβόμουν. Δεν είχα ξαναφιλήσει κορίτσι. Αν μ’ έβριζε ή αν μ’ έσπρωχνε ή με χαστούκιζε, τι θα έκανα; Ύστερα ήταν στη μέση και η ιδιότητά μου. Δεν ήμουν κανένα ανεύθυνο παλιόπαιδο, ήμουν ΕΠΟΝίτης και βρισκόμουν σε αποστολή, οπότε δεν έπρεπε να δώσω αφορμή να κατηγορήσουν την Οργάνωση. Την επομένη το πρωί, που ξαναπήγαμε για σύκα, ξέχασα το καλάθι στο σπίτι. Όταν το θυμηθήκαμε, ήταν αργά για να γυρίσουμε να το πάρουμε.

«Δεν πειράζει, θα τα βάλω στην ποδιά μου», μου λέει.

Αυτήν τη φορά ανέβηκα μόνο εγώ στη συκιά, οπλισμένος με την κατζουρίδα και της πετούσα τα σύκα, που στην αρχή τα έπιανε στον αέρα γελώντας, κατόπιν όμως τα δεχόταν στην τεντωμένη ποδιά της ώσπου αυτή γέμισε.

Κατέβηκα κάτω από το δέντρο και βλέποντας πως και τα δυο της χέρια ήταν απασχολημένα να κρατάνε την ποδιά της γεμάτη σύκα, δεν κρατήθηκα. Σκέφτηκα πως δε θα μπορούσε να με σπρώξει. Αυτό μού ‘δωσε θάρρος, της έπιασα το κεφάλι και την φίλησα στα κόκκινα μάγουλά της. Δε με απόκρουσε, ούτε διαμαρτυρήθηκε, αλλά αντίθετα, όταν την ξαναφίλησα, με αγκάλιασε κι αυτή και με φίλησε στο μάγουλο.

Μαζέψαμε γελώντας τα πεσμένα στο χώμα σύκα και τα βάλαμε στην καταλερωμένη ποδιά της, που αποφάσισε να την βγάλει από πάνω της και να την κρατήσει σαν μπόγο. Ξεπεράσαμε έτσι την αμηχανία που νιώσαμε με το τόλμημά μας και γυρίσαμε στο σπίτι χαρούμενοι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πετάριζε μέσα στο στήθος μου. Είχα φιλήσει κορίτσι! Το πρώτο φιλί της ζωής μου. Το μεσημέρι στο φαΐ κοιταζόμασταν κλεφτά και κοκκινίζαμε.

Ευτυχώς ούτε ο κυρ-Στέλιος ούτε η κυρία Ανθούλα παρατήρησαν τα αναψοκοκκινίσματά μας.

Το απόγεμα με βρήκε ο υπεύθυνος και μου ‘πε πως αύριο κατά τις δέκα θα μου έδινε το χαρτί με την απόφαση της συνεδρίασης, να το πάω στην Οργάνωση. Στενοχωρήθηκα που θα χώριζα από την Αγλαΐτσα. Το βράδυ, πριν πάμε ο καθένας για ύπνο στα δωμάτιά μας, την ξεμονάχιασα και την ξαναφίλησα πολλές φορές.

Το άλλο πρωί πήγαμε για τελευταία φορά να μαζέψουμε σύκα. Στο δρόμο, ούτε γέλια ούτε πειράγματα. Ήμασταν κι οι δυο μελαγχολικοί.

«Θα φύγεις και δε θα ξανάρθεις.»

«Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα έρθω», της λέω.

«Άμα γλυτώσ’ η πόλιμους! Ποιος ξέρ’ σι πόσα χρόνια», μου είπε στο ιδίωμα του χωριού.

«Ποια χρόνια; Οι Ρώσοι μπήκαν στη Ρουμανία. Όπου να ‘ναι θα έρθουν κι εδώ.»

Αυτήν τη φορά φιληθήκαμε πολλές φορές κι όχι μόνο στα μάγουλα, μα και στο στόμα. Γυρίσαμε στο σπίτι της, παραδώσαμε τα σύκα στην κυρία Ανθούλα, τους χαιρέτησα όλους κι ύστερα πήγα στον υπεύθυνο, πήρα τα χαρτιά και ξεκίνησα για πίσω. Στο γυρισμό ήμουν μελαγχολικός και συλλογισμένος.

 

[Εδώ σημειώνει ο Μίμης: «Την Αγλαΐτσα την ξαναντάμωσα μετά από 64 χρόνια! Ήταν καλοκαίρι τού 2009, που παραθερίζαμε στη Μυτιλήνη, και μαθαίνοντας πως σύχναζε στο ΚΑΠΗ της Απάνω Σκάλας, πήγα και την αναζήτησα. Μου δείξανε μια καλοσυνάτη γριούλα, που φάνηκε πολύ παραξενεμένη όταν της είπαν πως την αναζητούσε ένας άγνωστός της ασπρομάλλης γέρος. Όταν της θύμισα το μάζεμα των σύκων στο χωριό της, εκείνες τις μέρες του Αυγούστου τού ‘44, μου ‘πιασε το χέρι και με κοίταξε συγκινημένη. Μου είπε πως δεν είχε μόνο εγγόνια όπως εγώ, αλλά και δυο δισέγγονα!»]

 (Συνεχίζεται)

Η φωτογραφία του πίνακα «Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα», του Θεόφιλου, είναι από τον ιστότοπο του Μουσείου Θεόφιλου, που αξίζει μαι επίσκεψη: http://www.mytilini.gr/theofilos/index.html

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Θυμίζω ότι, στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Μίμης, λόγω της μυωπίας του, είχε σταθεί αιτία για έναν άσκοπο συναγερμό. Η διήγηση συνεχίζεται από εκεί.

[…]

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

 «Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος, και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.»
(Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το, άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό.
Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν.
Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

(Συνεχίζεται)

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 06/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Αποδείχτηκε πως τα καθήκοντά μας ήταν να ενισχύσουμε τις σκοπιές στα υψώματα γύρω από το χωριό, που είχαν πολλαπλασιαστεί και λειτουργούσαν πια αδιάκοπα. Ντυμένοι με παλιόρουχα, σαν τσομπανόπουλα, θα φυλάγαμε με βάρδιες από το ξημέρωμα ως τη νύχτα, στους λοφίσκους γύρω από το χωριό, και αν βλέπαμε να ανηφορίζουν τη δημοσιά αυτοκίνητα και μάλιστα φορτηγά, έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό. Επίσης κάποιοι θα ήταν σύνδεσμοι, δηλαδή θα μεταφέρανε μηνύματα από την Οργάνωση σε οργανώσεις άλλων χωριών.

Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου, φύλαγα σκοπός σ’ ένα λόφο στα νότια του χωριού, που όπως έμαθα τον λέγαν Γιορνήσι. Είχα πάει με οδηγό έναν πολιτοφύλακα στις δύο, να αντικαταστήσω τον πρωινό, που ήταν εκεί από τις δέκα. Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι. Η μάνα μου με είχε εφοδιάσει με ένα καλαθάκι, όπου εκτός από ένα μπουκάλι με νερό είχε βάλει ψωμί, τυρί και λίγα απίδια. Ήταν σα να πήγαινα εκδρομή. Κρέμασα το καλαθάκι στο κλαδί μιας ελιάς, κάθισα στη σκιά της, στο σέτι και παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές. Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο. Στο δρόμο δεν έβλεπα την παραμικρή κίνηση. Πέρασαν κάπου δυο ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει και τώρα τον είχα κατάφατσα, καθώς επισκοπούσα τη δημοσιά.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι, όταν είδα να ανηφορίζουν τρία φορτηγά αυτοκίνητα. Πήγαιναν πολύ αργά. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Γερμανικά καμιόνια», σκέφτηκα, «και θα ’ναι γεμάτα στρατό για να πηγαίνουν τόσο αργά.»

Πήγα πίσω από την ελιά, σε μια θέση που να φαίνομαι από την προηγούμενη σκοπιά κι άρχισα να κουνάω την κόκκινη μαντήλα με την οποία με είχαν εφοδιάσει. Όταν είδα το συναγωνιστή να κουνάει κι αυτός μια παρόμοια μαντήλα, μάζεψα τα πράματά μου και κίνησα για το σημείο που είχε οριστεί σα σημείο συγκέντρωσης των σκοπών. Άκουσα τις καμπάνες των εκκλησιών του χωριού να χτυπάνε δυνατά. Ώσπου να φτάσω στην Καυκάρα, πυκνά πλήθη φεύγανε από το χωριό τραβώντας είτε προς τον Κλομηδάδο, είτε προς την Κλοπεδή.

Στην Καυκάρα ήταν μαζεμένοι όλοι οι σκοποί και κάμποσοι άντρες της Πολιτοφυλακής, μερικοί από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με πιστόλια. Ο συναγωνιστής Θουκυδίδης είχε το γενικό πρόσταγμα. Η ώρα όμως περνούσε χωρίς να ακούγεται τίποτα από το χωριό, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί στην προηγούμενη επιδρομή οι ριπές από τα αυτόματα και οι τουφεκιές ήταν πυκνές. Ο Θουκυδίδης φαινόταν να αδημονεί. Στο τέλος έστειλε δυο πολιτοφύλακες για να πάνε κρυφά να εξακριβώσουν τι κάνανε στο χωριό οι Γερμανοί.

Οι ανιχνευτές γύρισαν σ’ ένα τέταρτο, κουβαλώντας μαζί τους τρεις πολίτες, που έδειχναν φοβισμένοι και ανήσυχοι.

«Φύγαν οι Γερμανοί;», ρώτησε ο Θουκυδίδης.

«Ποιοι Γερμανοί; Δεν ήρθαν Γερμανοί στο χωριό, μονάχα τρεις αραμπάδες με μπόμπες να πάρουν λάδι.» (μπόμπες λέγανε τα μεγάλα σιδερένια λαδοβάρελα)

Ο άσκοπος συναγερμός έληξε αμέσως. Ξαναχτύπησαν οι καμπάνες και ο κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Το βράδυ είχαμε πάλι συγκέντρωση όλων των σκοπών. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, που άδειασα χωρίς λόγο ένα ολόκληρο χωριό. Ο Θουκυδίδης με κοίταζε αυστηρός και αγέλαστος.

«Εσύ ήσουν απογευματινό νούμερο στο Γιορνήσι;»

«Εγώ», του λέω.

«Και καλά, δεν είδες πως δεν ήταν φορτηγά, αλλά αραμπάδες με βαρέλια;»

«Κοίτα συναγωνιστή, ο ήλιος ήταν κατάφατσα, δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. Τα άλογα μου φανήκανε σαν τη μηχανή και τα βαρέλια σαν την καρότσα του φορτηγού. Γελάστηκα.»

«Και γιατί, αφού έχεις μυωπία, δε φορούσες τα γυαλιά σου;»

«Δεν έχω γυαλιά»

«Για δες, ρε, ποιον βάλαμε να μας φυλάει!», είπε όλο φούρκα.

 

(συνεχίζεται)

Στην εικόνα, η εφημερίδα «Αντιφασίστας», όργανο του συμβουλίου της ΕΠΟΝ Λέσβου, από το ψηφιακό αρχείο «Ο παράνομος τύπος στις συλλογές των ΑΣΚΙ (1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»


(1936-1974). Από τη Δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 23/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος καταφεύγουν κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Την επομένη κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού. Ο πατέρας μου πήγε στο Γυμνάσιο, όπου φαίνεται πως ήταν η έδρα της Οργάνωσης, κι εγώ στη Λέσχη, που βρισκόταν στον όροφο ενός γωνιακού κτηρίου λίγο πιο πάνω από την πλατεία, όπου ήξερα πως θα συναντούσα το μοναδικό γνωστό μου στο χωριό, τον Τάκη το Μεταξά, τον επιλεγόμενο Αλκιδάμα και προσεπιλεγόμενο Μπασακλάσα. […]

Ο Τάκης μού γνώρισε κι άλλους νεαρούς της ηλικίας μας, που σύχναζαν στη Λέσχη. Ήταν όλοι τους ΕΠΟΝίτες και έτσι συνδέθηκα με την Οργάνωση. Το ίδιο απόγεμα με πήραν στη χορωδία τους και εκεί έμαθα τα πρώτα τραγούδια του αγώνα: το «Βροντάει ο Όλυμπος» και τον ύμνο τής ΕΠΟΝ: «πρωτοπόροι στον Αγώνα».

Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε με δυνατή φωνή και με ανοιχτά τα παράθυρα της αίθουσας όπου μαζευόταν η χορωδία. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ανοιχτά και η «Ελεύθερη Λέσβος» διαβαζόταν φανερά στα καφενεία.

Εκείνη τη βδομάδα μάς ήρθε και η δικιά μας εφημερίδα, ο «Αντιφασίστας», όργανο του Νομαρχιακού Συμβουλίου τής ΕΠΟΝ.

Σιγά – σιγά άρχισαν να μου αναθέτουν διάφορα καθήκοντα και κυρίως την εκλαΐκευση του δελτίου ειδήσεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού δεν καταλαβαίναν τις ειδήσεις και κυρίως δεν είχαν ιδέα για τα μέρη όπου γίνονταν οι μάχες. Έπρεπε να τους τα εξηγούμε και στο σημείο αυτό αποδείχτηκα ειδικός, αργότερα δε, μπήκα στο συνεργείο που συνέτασσε το δελτίο ειδήσεων με τα νέα που ακούγαμε από το Λονδίνο, το Κάιρο και τη Μόσχα.

[…] Την άλλη μέρα, Κυριακή, στην πλατεία του χωριού συνεδρίασε το Λαϊκό Δικαστήριο. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Πήγαμε κι εμείς οικογενειακώς. Δικάζανε τρεις χωριανοί και ο δημόσιος κατήγορος ήταν κι αυτός από το χωριό. Όλες οι υποθέσεις που παρακολουθήσαμε ήταν αγροζημίες, εκτός από μία που αφορούσε την κλοπή ενός προβάτου. Μας έκανε εντύπωση η σοβαρότητα με την οποία δικάζανε αυτοί οι απλοί και μάλλον αμόρφωτοι άνθρωποι και πόσο προσεχτικά παρακολουθούσε το ακροατήριο. Κάπου – κάπου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτούσε:

«Τι λέει πάνω σ’ αυτό η κοινή γνώμη;»,
και από το ακροατήριο βγαίναν διάφοροι άνθρωποι και λέγανε ποιος κατά τη γνώμη τους είχε δίκιο.

Στην υπόθεση της κλοπής του προβάτου, ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ενοχή του, υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως το κλεμμένο και ζήτησε συγγνώμη από τον ιδιοκτήτη του. Αυτός πρόθυμα τον συγχώρησε και, με προτροπή του προέδρου, οι αντίδικοι δώσανε τα χέρια και συμφιλιώθηκαν.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, συζητούσαμε για πολλήν ώρα για το λαϊκό δικαστήριο. Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος:

«Αυτή είναι η λαϊκή εξουσία. Ο λαός δε διοικεί μονάχα, αλλά και διαπαιδαγωγείται.»

Ένα πρωί, καθώς περιδιάβαζα στο χωριό, είδα να σταματά μπροστά στο Γυμνάσιο μια μοτοσυκλέτα με καλάθι. Αυτό καθεαυτό το πράγμα δε θα είχε σημασία αν στη μοτοσυκλέτα δεν κυμάτιζε μια μικρή ελληνική σημαία! Έμεινα να την κοιτάζω με συγκίνηση. Τρία και πάνω χρόνια δεν την είχα δει να κυματίζει ελεύθερα. Στα δημόσια κτήρια έπρεπε δίπλα της να κυματίζει η γερμανική, ενώ στα ιδιωτικά σπίτια απαγορευόταν η ανάρτησή της. Από αυτήν τη μικρή σημαιούλα κατάλαβα πως ήμουν πια ελεύθερος. Από τη μοτοσυκλέτα κατέβηκαν τρεις άντρες με πολιτικά, αλλά με μπότες, που πήγαν αμέσως μέσα με ζωηρό και σίγουρο βήμα. Όπως έμαθα αργότερα, ήταν αξιωματικοί των ανταρτών.

Μετά τα γεγονότα της Καλλονής, τον περασμένο Μάρτη, που οι χωροφύλακες με επικεφαλής το μοίραρχο Γεωργόπουλο, άνοιξαν πυρ σε μια διαδήλωση αγροτών, τραυματίζοντας πολλούς, με εντολή της Οργάνωσης καταλήφθηκαν οι σταθμοί χωροφυλακής και αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες σε όλα τα χωριά του νησιού, εκτός από τα τρία, όπου υπήρχε γερμανική φρουρά, το Πλωμάρι, το Μόλυβο και το Σίγρι (και τη Μυτιλήνη φυσικά). Μαζί με τη Χωροφυλακή καταργήθηκε και η Αγροφυλακή. Άλλοι χωροφύλακες μείναν ως πολίτες στα σπίτια τους, άλλοι πήγαν στη Μυτιλήνη και μερικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ.

Ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Αγίας Παρασκευής, που ήταν παντρεμένος με μια ντόπια γυναίκα, έμεινε στο χωριό. Δεν είχε βγάλει κακό όνομα και έβλεπε με συμπάθεια τον Αγώνα, ως εκεί όμως. Πάντως κυκλοφορούσε ελεύθερος, κρατούσε μάλιστα και το λεπτό δερμάτινο μαστίγιο, το άνευ αντικρίσματος πλέον σύμβολο της εξουσίας του, και οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον προσφωνούν «Καπετάνιε». Ο νωματάρχης ήταν επίσης και ποιητής (στην πραγματικότητα στιχοπλόκος) και μαθαίνοντας πως ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν ποιητές, στην πρώτη συναναστροφή που τους συνάντησε, τους έδειξε με καμάρι τους στίχους του. Σε κάποιο ποίημά του έγραφε:

«Οι Γερμανοί,
σαν γερανοί,
θα ’ρθει καιρός
να φύγουν»

Τις καταργημένες Χωροφυλακή και Αγροφυλακή υποκατέστησε η Εθνική Πολιτοφυλακή. Οι πολιτοφύλακες κυκλοφορούσαν πάντοτε άοπλοι, δε φορούσαν στολή, ούτε κάποιο διακριτικό σημάδι, εκτός και σε ειδικές περιπτώσεις ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο, αλλά όλος ο κόσμος τούς ήξερε, καθώς ήταν όλοι χωριανοί, και άκουγε τις υποδείξεις τους.

Μέσα στους πρώτους μήνες που αναδείχτηκε η νέα εξουσία, οι αγροζημίες, οι κλεψιές και οι καβγάδες στα καφενεία σχεδόν εξαλείφθηκαν. Ο κόσμος κυκλοφορούσε ελεύθερα παντού, μέσα κι έξω από το χωριό, και όλες τις ώρες, μέρα και νύχτα. Δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, που ίσχυε στην πόλη και στα χωριά με γερμανική φρουρά.

Ένα απόγεμα που παίζαμε με τον Τάκη σκάκι στη Λέσχη, ακούσαμε μεγάλη φασαρία στην πλατεία. Βγήκαμε στα παράθυρα και είδαμε πως έξω επικρατούσε απερίγραπτος πανικός: Όλοι τρέχανε προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κατεβήκαμε κάτω αλλά όποιον κι αν ρωτήσαμε, κανείς δε μπορούσε να μας πει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά το βάλαμε κι εμείς στα πόδια και σταματήσαμε μόνο σα φτάσαμε στον Κλομηδάδο (τώρα μετονομάστηκε σε Νάπη).

Εκεί κάτσαμε ώσπου βράδιασε και τότε μάθαμε πως κάποιοι σκότωσαν στο κεντρικό καφενείο της πλατείας έναν παράγοντα της προπολεμικής ζωής του χωριού, πολιτευτή της δεξιάς και άνθρωπο που ήταν στα μέσα και στα έξω επί Μεταξά, γνωστόν με το παρατσούκλι Πλατέλι.

Όταν γυρίσαμε και πήγα στο σπίτι του θείου Γιώργου, έμαθα περισσότερα από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που δεν ήταν άλλος από τη μητέρα μου! Είχε πάει με το μικρό, τον Κωστάκη, βόλτα στην πλατεία για να τον κεράσει γλυκό.

Κάθισαν στο κεντρικό καφενείο, απέναντι από το φαρμακείο του Αρμάδα, και τρώγανε τη βανίλια τους όταν ξαφνικά από ένα διπλανό τραπέζι σηκώθηκαν τρεις, που ως τότε τρώγανε φέτες καρπούζι, περικύκλωσαν ένα χοντρό, που έπινε τον καφέ του παραδίπλα και φωνάζοντας,

«Έτσι πεθαίνουν οι προδότες», τον μαχαίρωσαν.

Όπως συμπλήρωσε την αφήγηση ο πατέρας μου, μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι εκτελεστές έφυγαν ανενόχλητοι και σχεδόν απαρατήρητοι, η δε μητέρα μου, φτάνοντας ημιθανής στο σπίτι, με τον Κωστάκη κλαίοντα να την ακολουθεί, το μόνο που μπορούσε να τους πει για πολλήν ώρα ήταν μόνο:

«Τον σκότωσαν.»

«Ποιον;»

«Ένα χοντρό.»

Αυτή η στιχομυθία επαναλήφθηκε άπειρες φορές, ώσπου να ξεκαθαριστεί ποιοι σκότωσαν ποιον.

Το βράδυ στην πλατεία ο γιος του θύματος διαμαρτυρόταν γιατί σκοτώσαν τον πατέρα του με τέτοιον τρόπο.

«Αν ήταν προδότης, να τον δικάζαμε στο λαϊκό δικαστήριο, κι αν έβγαινε η απόφαση, θα τον σκότωνα εγώ ο ίδιος, με τα χέρια μου», φώναζε και ο κόσμος τον άκουγε σιωπηλός και ουδέτερος.

 

(συνεχίζεται)

– Στη φωτογραφία, Λαϊκό δικαστήριο, από το λεύκωμα του Σπ. Μελετζή, Με τους αντάρτες στα βουνά, Αθήνα 1996, εικ. 107.
© Σπύρος Μελετζής. Την βρήκα στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

– Παρεμπιπτόντως, διάβασα πρόσφατα ότι λόγω της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής σημασίας του, ο οικισμός  της Αγίας Παρασκευής,χαρακτηρίστηκε με ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεώτερων Μνημείων ως «ιστορικός τόπος».


Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: