Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Posts Tagged ‘Άχθος Αρούρης’

Εβδομάδα Ποίησης – επιλογές γ’ μέρος

Posted by tofistiki στο 24/03/2015

Σήμερα τελειώνει η φετινή εβδομάδα Ποίησης (19-24/3), και καθώς είναι η επέτειος θανάτου του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου ή Άχθου Αρούρη, θα αφιερώσω την ανάρτηση σε δυο δικά του ποιήματα. Όπως μου έγραψε κι η Κική, τόσα χρόνια, κι ακόμα μας λείπει, ακόμα τον σκεφτόμαστε. Άρα, κέρδισε την αθανασία, σκέφτομαι…
Το πρώτο είναι από τη συλλογή με τίτλο «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου», που εκδόθηκε μετά το θάνατό του:

Ο Τάκης
(αν τον έλεγαν Τάκη)kindyni-1

Λένε ποτέ μια συμφορά δε θα ‘ρθει μοναχή.
Έτσι και τότε, το Γενάρη του σαράντα δύο
λες και δεν ήταν αρκετά πείνα και κατοχή
είχε κι’ ένα διαβολεμένο κρύο.

Είχε χιονίσει από νωρίς και πήρε βοριαδάκι
που σκόρπαε στη Φτωχολογιά κρουσταλλιασμένα ρίγη.
Βγήκα να ρίξω μια ματιά, με τρόπο, στο σοκάκι
γιατί έπρεπε ο Χαράλαμπος να φύγει.

Έμενε τότε ένας χαφιές εκεί στη γειτονιά.
Ποιο μπαινοβγαίναν σπίτι μου δεν έπρεπε να ξέρει.
(Πότε θ’ απλώσει τιμωρός η Νέμεση το χέρι
να ξεβρωμίσει η γης… κρυφέ φονιά!)

Το βρήκα κει στο κούφωμα της πόρτας ζαρωμένο
απ’ του βορριά πολέμαγε να φυλαχτεί το «χάδι»
ένα σκιαγμένο ζωντανό κουρέλια τυλιγμένο
ενός μικρού παιδιού τ’ απολειφάδι.

Το πήρα μέσα που ‘χε φως και κάποια θαλπωρή,
μια στάλα τραχανά ζεστό του σέρβιρε η Ελένη.
Ήταν ό, τι καλύτερο μπόραε να δώσει η καψερή
και μεις σχεδόν απ’ όλα στερημένοι.

Έτρωγε. Στα ματάκια του μια ελπίδα τρεμοπαίζει
και διώχνει με τη ζέστα της τους μαζωμένους τρόμους.
Μα η κούραση το νίκησε κι έγειρε στο τραπέζι
Ποιος ξέρει πόσο γύριζε στους δρόμους.

Του στρώσαμε ένα πρόχειρο γιατάκι. Και το πήρα
σαν πούπουλο… Τ’ απόθεσα με τρόπο μην ξυπνήσει.
Λίγο πετσί και κόκκαλα μ’ ένα λεφούσι ψείρα
και μια ζωούλα που ‘θελε ν’ ανθίσει…

Το ζήσαμε. Από μια μπουκιά λιγώτερο ο καθείς.
Πέρασαν χρόνια. Κι έψαξε γι’ αυτούς που το ‘χαν θρέψει.
Μα εσένα Λάμπη, σου ‘μελε ν’ αδικοσκοτωθείς
κι εμείς απ’ το νησί είχαμε μισέψει.

Και ένα που αγαπώ πολύ, από μικρή το αγαπούσα, για την τόλμη του και την κοφτερή του γλώσσα:

axtopazziΓέννησις (Σάμος, 24.12.1937)

Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ’ στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.

Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.

Τάχατες τ’ άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ’ όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;

Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ’ την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.
‘Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
‘Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.

Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.
Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν’ αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ’ όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.

Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.

Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.

Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.

 

Όλες τις εκδηλώσεις για την Εβδομάδα Ποίησης, μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Η ζοφερή εικόνα στον «Τάκη» είναι της σπουδαίας χαράκτριας Άννας Κινδύνη, που έζησε τα παιδικά της χρόνια, ως πρόσφυγας, στη Μυτιλήνη.
Το σκίτσο του παππού μου, είναι του φίλου του, σημαντικού ζωγράφου -και όχι μόνο- της «Λεσβιακής Άνοιξης» Αντώνη Πρωτοπάτση.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κάποτε τους έλεγαν και πόλισμαν

Posted by tofistiki στο 04/06/2013

Με την ευκαιρία της κουβέντας που γίνεται περί της προσφώνησης «μπάτσοι», που τόσο ενόχλησε τα χρηστά τηλεοπτικά μας ήθη, θυμήθηκα τις διηγήσεις του παππού μου για τον κ. Θεόδωρο, έναν εκκεντρικό τύπο που γνώριζε κι ο οποίος έτρεφε εξαιρετική αντιπάθεια προς τους αστυφύλακες. Ο πατέρας μου, στο βιβλίο του «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», στο οποίο αφηγείται τη ζωή του παππού μου, αφιερώνει ένα ολόκληρο -απολαυστικό- κεφάλαιο στον κ. Θεόδωρο, καθηγητή της Θεολογίας, άντρα πανύψηλο, με τεράστια σωματική δύναμη αλλά με εντελώς ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Από κει, το παρακάτω απόσπασμα με την «προσλαλιά προς πόλισμαν» που τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας μου είχαν αποστηθίσει και συνήθιζαν να την απαγγέλλουν θεατρικά, προς μεγάλη τέρψη των ακροατών τους. Κάποιες φράσεις, είχαν μείνει παροιμιώδεις στις παρέες τους και στην οικογένεια.

μια μποέμικη παρέα[…] Ο κύριος Θεόδωρος δε χρησιμοποιούσε συνήθεις ύβρεις στις λογομαχίες του. Είχε επινοήσει δικές του, αντλώντας συνήθως επίθετα και χαρακτηρισμούς από τη Βίβλο. Η χειρότερη ύβρις του ήταν υπήκοε του Αββαδών, την οποία απηύθυνε σε θηλυπρεπείς τύπους. Βαριές ήταν και οι ύβρεις: τοίχε κεκονιαμένε και σκλάβε καθώς και η τουρκική βρισιά, (συνεκφερομένη στερεοτύπως με την ελληνική της μετάφραση) ραγιά-κιοπόγλου κιοπέκ-άτιμε δούλε-παιδί της σκύλας. Όπως και η αποτρεπτική κραυγή προς κάθε επιτιθέμενο: πίσω σκλάβε!

Ειδική όμως υβριστική αποστροφή επεφύλασσε στους αστυφύλακες. Όπως προανέφερα, ο Θεόδωρος απεχθανόταν τους αστυνομικούς, από την εποχή που φοιτούσε στη σχολή αστυφυλάκων. Είχε λοιπόν φτιάξει μια ειδική προσλαλιά όταν απευθυνόταν προς κάποιο όργανο της τάξεως, την οποία μολονότι την είχαν ακούσει οι φίλοι αρκετές φορές δεν μπορούσαν, λόγω του μήκους της, να τη μάθουν απ’ έξω. Τελικά προκάλεσαν ξανά την απαγγελία της, βάζοντας κάποιο φίλο τους αστυφύλακα να ζητήσει «τα χαρτιά» του Θεόδωρου σ’ ένα δικό τους καφενείο, ενώ ο Μιχάλης κρυμμένος πίσω από το τεζιάκι κρατούσε σημειώσεις.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είχε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Θεόδωρος απευθυνόταν στον αστυφύλακα, κουνώντας το δάχτυλο του απειλητικά:

Πίσω!
Μη με πλησιάζεις ουδέ συρόμενος επί των γονάτων και διά του ατίμου μετώπου σου ψαύων την γην, όπως ενώπιον του Σουλτάνου και του Χαλίφου.
Είσαι κατώτερός μου. Σ’ το θέτω ταξικά!
Ούτε στο ίδιο εστιατόριο να φας ούτε στο ίδιο καφενείο να πιεις νερό!
Το επάγγελμά σου είναι άτιμον. Το επάγγελμα της πόρνης και του προδότου.

Στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος κι ο Θεόδωρος στρέφεται στο κοινό, παρουσιάζοντας τον αστυφύλακα:

Το απελπισμένο παιδί,
που ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο, να παίρνει ένα καρβέλι την ημέρα.
Όπου βλακόπαις και βουβαλόπαις και τεναγόπαις.
Όπου χασικλής και μάγκας κι αγαπητικός.
Που εκδίδει αθώας κορασίδας προς ικανοποίησιν αλλότριας φιληδονίας.

Ο αόρατος εχθρός του απείρου,
που παραμονεύει στη γωνιά και στομώνει το διαβάτη
και κατασκοπεύει την ανθρωπότητα.

Όν ατιμότερον των κατασκόπων, των προδοτών, των βασανιστών και των δημίων.

Εδώ, στρέφεται και πάλι στον πόλισμαν:

Θα σε δέσω με λύσσα σε βελανιδιά με μερμήγκια.
Γυμνόνε. Να μουκανιέσαι και να βοά η ρεματιά
και ν’ αντηχάει το μουκανητό σου στη χώρα.
Θα σου ανοίξω τρίτο μάτι ανάμεσα στα φρύδια
για να πηγαίνεις θαρρετά στον Άδη.
Θα σου περάσω τ’ άντερα λαιμαριά στο λαιμό.
Θα σου κλείσω το φούρνο με σαρανταοχτώ μανταλοσίδερα.

Η προσλαλιά προς πόλισμαν είναι το αριστούργημα της Θεοδωρείου μούσης. Είναι κείμενο εξαιρετικά δουλεμένο που παρουσιάζει μεγάλο υφολογικό ενδιαφέρον. Η φράση θα σου ανοίξω τρίτο μάτι είναι παρμένη από τον «Αθανάσιο Διάκο» του Βαλαωρίτη. Το σ’ το θέτω ταξικά από την καινοφανή τότε «κομμουνιστική διάλεκτο». Οι γλωσσοπλαστικές του ικανότητες (βλακόπαις, τεναγόπαις, βουβαλόπαις) εκπληκτικές, η σωστή εναλλαγή δημοτικής και καθαρεύουσας καθώς και η χρήση των «βοά» και «αντηχάει» για να δώσει την εντύπωση του αντιλαλητού της κραυγής μαρτυρούν μεγάλες λογοτεχνικές ικανότητες. Πολύ ζωντανή επίσης η εικόνα του απελπισμένου παιδιού που ροβόλησε από το, ορεινό και άγονο βεβαίως, χωριό του, με μόνη φιλοδοξία του να μπορεί να έχει ένα καρβέλι την ημέρα – τον άρτον ημών τον επιούσιον. Σ’ αυτή την ταπεινή φιλοδοξία αναφέρεται και η τελευταία απειλή της προσλαλιάς.

Σήμερα φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως θα ’ταν δυνατό να απευθύνεις σε όργανο της τάξεως τέτοιες ύβρεις χωρίς να βρεις για καλά τον μπελά σου, στη δεκαετία όμως του είκοσι φαίνεται πως ο κόσμος ήταν πιο ελεύθερος στις σχέσεις του με την αστυνομία, ίσως δε τα όργανα να μην αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα του Θεόδωρου ή ακόμα (και το πιθανότερο) να τον εξελάμβαναν σαν ακίνδυνο τρελό. Ύστερα, η αστυνομία πόλεων ήταν νέος θεσμός, οργανωμένος πρόσφατα από τους Άγγλους, που διατηρούσε πολλά από τα αγγλικά ήθη. Οι αστυφύλακες δεν οπλοφορούσαν παρά σε σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις. Ήταν ευγενέστατοι και άφηναν τις βρώμικες δουλειές, την αντιμετώπιση των απεργών, τη συνοδεία των υποδίκων κ.λπ. στους χωροφύλακες. […]

Φωτογραφία του κ.Θεόδωρου δεν βρήκα στο αρχείο του πατέρα μου και αμφιβάλλω αν αυτός ο τόσο ιδιόρρυθμος τύπος θα επέτρεψε ποτέ να τον φωτογραφήσουν. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από την εποχή πάνω-κάτω που ο παππούς μου γνωρίστηκε με τον κ. Θεόδωρο.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Μεταξύ αστείου και σοβαρού | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Παιδιά κι αυτά…

Posted by tofistiki στο 20/03/2013

Με όλα όσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τον ποδοσφαιριστή που πανηγύρισε το γκολ του υψώνοντας το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό, και τις δικαιολογίες που ακούστηκαν από διάφορους για το νεαρόν της ηλικίας του -κάτι που επικαλέστηκε κι ο ίδιος θαρρώ στη δημόσια συγγνώμη που ζήτησε-  μου ήρθαν στο νου δυο άλλα παιδιά, το ένα σε ποίημα του παππού μου από τη συλλογή «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου» και το άλλο σε  σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη, από το λεύκωμα «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Παιδιά ήταν κι αυτά…

Εφτά χρονών

‘Ηταν μικρός, εφτά χρονώ, σαν ήρθε η κατοχή,
στην πρώτη τάξη… κι έλεγες πως δεν θα νοιώθει ακόμα.
‘Ομως το μίσος που έκρυβε για τον εχθρό η ψυχή
πώς χώραγε σε τοσοδούλι σώμα;

Τον Ούννο καθώς κοίταζε, που εμόλυνε τη γης
καβάλλα σε διαβολικά σιδερικά θανάτου
γινόταν όλος σύσπαση ανήμπορης οργής
κι άβυσσος ήταν η ματιά του.

Πληθαίναν γύρω τα δεσμά, τα πτώματα κι οι τάφοι.
Το σχήμα μιας εκδίκησης παίρναν σιγά τα μίση.
Κι ήταν μικρός… Να μπόραγε συνθήματα να γράφει…
Να δοκιμάσει τάχα…; Να τολμήσει…;

Τον ήβρε η σφαίρα ώς πάσκιζε τα γράμματα να φτάσει
όσο μπορούσε πιο ψηλά. Κι απόμεινε μισή,
σα μια κατάρα, που ακλουθά πέρ’ απ’ τον τάφο η φράση:
ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙ…

***

ΦΩΚΙΩΝ1

Στη λεζάντα του σκίτσου, διαβάζουμε:

Ο τελευταίος Άρειος (sic) στο Φάληρο.
Μια πολύ βιαστική μικρούλα στο Φάληρο άρχισε να γράφει στον τοίχο χαιρετισμό για τους συμμάχους μας, που θα έφταναν από στιγμή σε στιγμή. Δεν πρόφτασε να τελειώσει. Ένας από τους τελευταίους γερμανούς μοτοσυκλετιστές που περνούσε την είδε. Σταμάτησε, της φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι κι εξακολούθησε το δρόμο του.

Θαρρώ πως ο Φωκίων Δημητριάδης, περιγράφει τη δολοφονία της 15χρονης Ήβης Αθανασιάδου, που την ιστορία της άκουσα με συγκίνηση τόσες φορές από τη γιαγιά μου. Φαίνεται πως δυστυχώς, ο 20χρονος Κατίδης άκουγε άλλες ιστορίες από τους δικούς του παππούδες…

 
Το ποίημα του παππού Νίκου Σαραντάκου/Άχθου Αρούρη, το πήρα από τον ιστότοπο του Νίκου.

Posted in Επικαιρότητα, Ποίηση, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Η εκμάθηση της ρωσικής και η φιλία με τον Β.Ν. Φεδέρωφ

Posted by tofistiki στο 15/09/2012

Με αφορμή το ενδιαφέρον για τη χτεσινή ανάρτηση, παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Μίμη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», από το κεφάλαιο που αναφέρεται στη γνωριμία του ποιητή (του Νίκου Σαραντάκου, δηλαδή) με τον Βόρη Νικολάγιεβιτς Φεδέρωφ.

[…] Τότε* όλες οι Βαλκανικές χώρες ζητούσαν πεπειραμένους μηχανικούς ανάμεσα στους φυγάδες Ρώσους αξιωματικούς και στη σχετική διεθνή επιτροπή που πήγε στο στρατόπεδο των προσφύγων ο Φεδέρωφ επέλεξε την Ελλάδα. Διάλεξε αυτή τη χώρα κι όχι κάποια σλαβική, όπως τη Βουλγαρία ή τη Γιουγκοσλαβία, γιατί λάτρευε τη θάλασσα και στη πατρίδα του ήταν μανιώδης ιστιοπλόος και μέλος του «Γιώτιγκ Κλάμπ» της Πετρούπολης. Αρχικά έπιασε δουλειά στην Αλεξανδρούπολη στον «Εποικισμό» δηλαδή την Υπηρεσία Αποκαταστάσεως των προσφύγων που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη στη Δυτική.

Στην Αλεξανδρούπολη ο Φεδέρωφ γνώρισε και παντρεύτηκε μια κοπέλα από τις Σαράντα Εκκλησίες, τη Μερόπη Μεζιλτζόγλου, τελείως βυζαντινή φυσιογνωμία, που του χάρισε μια χαριτωμένη κόρη, στην οποία έδωσε το όνομα της μητέρας του, Ζηνάϊδας. Αργότερα μετατέθηκε στην Κομοτηνή, πήρε την ελληνική υπηκοότητα και διορίστηκε στο γραφείου του νομομηχανικού Ροδόπης. Από την Κομοτηνή ο Φεδέρωφ μετατέθηκε στη Μυτιλήνη και νοίκιασε ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στον παιδικό σταθμό, σ ‘ένα λόφο που δέσποζε στην πόλη.

Πολύ σύντομα ανάμεσα στο Νίκο και στο Βόρη αναπτύχθηκε μεγάλη συμπάθεια, που εξελίχθηκε σε αληθινή φιλία. Ο Φεδέρωφ είχε κολακευτεί που ένας ντόπιος ήθελε να μάθει τη γλώσσα του κι έμεινε ευχάριστα έκπληκτος από τη βαθειά γνώση της ρωσικής πεζογραφίας που είχε ο νέος φίλος του. Αλλά κι ο ποιητής είχε εκπλαγεί από την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και την ολοκληρωμένη λογοτεχνική κατάρτιση του ρώσου αξιωματικού του μηχανικού, που ζωγράφιζε με πραγματικό ταλέντο και νεαρός έγραφε ποιήματα. Πολύ σύντομα η γνωριμία τους επεκτάθηκε και στις οικογένειές τους, ιδίως μετά από ξαφνική αρρώστια του Φεδέρωφ, που μολύνθηκε από σταφυλόκοκκο. Μη έχοντας συγγενείς ή στενούς φίλους στο νησί η γυναίκα του αποτάθηκε στη νέα γνωριμία του. Ο Νίκος έτρεξε αμέσως και στάθηκε δίπλα του όσες μέρες αυτός καιγόταν από τον πυρετό, φροντίζοντας να βρει γιατρό και φάρμακα.

Μετά από αυτό το επεισόδιο άρχισαν οι οικογενειακές βεγγέρες πότε στο σπίτι του Φεδέρωφ και πότε στου Σαραντάκου. Γοητευτικές βραδιές που περνούσαν με αφηγήσεις, ανέκδοτα, απαγγελίες και εύθυμη, σπινθηροβόλα και πολιτισμένη συζήτηση. Ο Φεδέρωφ καταγόταν από ευγενείς της περιοχής του Σαράτωφ στο Βόλγα. Ο παππούς του, πριν από την κατάργηση της δουλοπαροικίας, είχε στην κατοχή του ολόκληρο χωριό τη Φεδέροφκα. Ο Βόρης σπούδασε πολιτικός μηχανικός-γεφυροποιός στο Πολυτεχνείο της Πετρούπολης και κατατάχτηκε στο ρωσικό στρατό. Με την ιδιότητα του αξιωματικού του μηχανικού γύρισε ολόκληρη την απέραντη χώρα από τη Βαλτική ως τη Σαχαλίνη κι από τον Αρχάγγελο ως το Ασχαμπάντ.

Ο νεαρός γιος του Νίκου τον άκουγε μαγεμένος να διηγείται πώς έκανε το χειμώνα ιστιοπλοΐα σε πάγο στη λίμνη Λαντόγκα, πώς διάσχισε με καΐκι την Αράλη, που τα νερά της έχουν το πιο γαλανό χρώμα απ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου, «ακόμα κι απ’ το Αιγαίο», πώς ξύπνησε κατατρομαγμένος το πρώτο πρωί στο Μπακού από κάτι κρότους σαν κανονιές, που τους προκαλούσε το σκάσιμο των βράχων από την αλλαγή της θερμοκρασίας, για το ταξίδι του στον Καύκασο, όπου για πρώτη φορά είδε τα άγνωστα στη Ρωσία γαϊδουράκια, για μια περιπέτεια στο βοτανικό κήπο του Ασχαμπάντ, όπου, νεαρός ανθυπολοχαγός ακόμα, ακολούθησε με καρδιοχτύπι τα ίχνη από γυναικεία τακούνια που παρατήρησε στο χωμάτινο δρομάκι, για να βρεθεί τελικά πίσω από ένα πανύψηλο μουστακαλή μουσουλμάνο που φορούσε κάτι ντόπια ξυλοπάπουτσα με πολύ λεπτό τακούνι.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ καθώς συζητούσαν για το φοβερό ρωσικό κρύο, η Ελένη ρώτησε το Φεδέρωφ:
«Αλήθεια κύριε Βόρη, πως από το πολύ κρύο στη Ρωσία  πέφτουν οι μύτες των ανθρώπων;»

Αλλά πριν εκείνος προφτάσει ν’ απαντήσει, ο Νίκος είπε:
« Μια φορά, του Χίτλερ η μύτη έπεσε», προκαλώντας βροντερά γέλια. Την ίδια στιγμή όμως ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα κι όταν η κυρία Μερόπη άνοιξε, στο κατώφλι παρουσιάστηκαν δυο Γερμανοί στρατιώτες. Όλοι πάγωσαν. Οι Γερμανοί όμως, που ποιός ξέρει τι φαντάστηκαν ακούγοντας γέλια και φωνές, ίσως πως ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης, ζήτησαν αμήχανοι συγγνώμη και φύγανε.

Ο Φεδέρωφ ήταν πραγματικός πατριώτης, μισούσε τους Γερμανούς, πονούσε για την προέλαση τους τόσο βαθειά στη χώρα του και καμάρωνε για τις νίκες του Ρωσικού Στρατού, αδιαφορώντας αν τώρα λεγόταν Κόκκινος Στρατός και αρχιστράτηγος του δεν ήταν ο Κουτούζωφ ή ο Σουβόρωφ αλλά ο στρατάρχης Στάλιν.  Μετά το Στάλινγκραντ φάνηκε σα να ψήλωσε μια πιθαμή. […]

Ο Φεδέρωφ μύησε το Σαραντάκο στην ποίηση του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Νεκράσωφ, του Τιούτσεφ και του Μερεζκόφσκι, που ο φίλος του αγνοούσε παντελώς. Ο ποιητής μαγεύτηκε από το ρωμαλέο στίχο του Πούσκιν. Ένα πρωί, ένα χρόνο αργότερα, διάβασε στο Βόρη τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Πούσκιν Αντσάρ και Αδελφοί ληστές που με μεγάλο κόπο αλλά και περίσσιο ταλέντο είχε κάνει. Ο Βόρης ενθουσιάστηκε. Βρήκε πως ο Άχθος Αρούρης είχε πετύχει να αποδώσει σωστά όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μουσική των στίχων του Πούσκιν.[…]

Από τη μεριά του ο Νίκος εμύησε το φίλο του στις μεγάλες του αγάπες: τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Του δάνεισε τα Άπαντα του Λουκιανού σε μετάφραση Κονδυλάκη και τους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου σε μετάφραση Πολυλά.

Ο Φεδέρωφ τα ελληνικά τα μιλούσε άνετα αν και η προφορά του πρόδιδε από μακριά τη ρωσική καταγωγή και είχε την τάση να κολλά ρωσικές καταλήξεις στα ελληνικά ρήματα και να μεταχειρίζεται ρωσικούς συνδέσμους και προθέσεις:
«Πήγαιναλ σ’αυτό το κέντρο και πίνειμαλ κανιάκ. Πολύ καλό κανιάκ, ά (αλλά) δεν εύρισκαλ βότκα» είπε μια μέρα στο φίλο του. Πολύ πιο καλά φυσικά διάβαζε τα ελληνικά και παίρνοντας τα βιβλία που του δάνεισε ο Νίκος, καταπιάστηκε μαζί τους με σύστημα και μεθοδικότητα. Όσες άγνωστες λέξεις συναντούσε τις σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι και ρωτούσε σχετικά την κόρη του, μαθήτρια γυμνασίου. Μια μέρα τη ρώτησε τι σημαίνει η λέξη «αιδοίον» που ψάρεψε στην Αληθή Ιστορία του Λουκιανού και από το αμήχανο κοκκίνισμα του κοριτσιού κατάλαβε.

Ο Νίκος είχε και το Λουκιανό και τον Πλούταρχο σε στερεότυπες εκδόσεις του Τόυμπνερ και τους διάβαζε με ευχέρεια από το πρωτότυπο, αλλά το αγαπημένο του ανάγνωσμα ήταν ο Διογένης ο Λαέρτιος. Μη έχοντάς τον σε μετάφραση για να τον δώσει στο φίλο του, του διάβαζε τις πιο διασκεδαστικές περικοπές μεταφράζοντάς τες.

Μολονότι βέρος και πεπεισμένος αντικομμουνιστής ο Φεδέρωφ δεν ήταν ούτε αντιδραστικός ούτε τσαρικός. […] Για τους κόκκινους, με τους οποίους αναμετρήθηκε στα πεδία των μαχών, ο Φεδέρωφ μιλούσε με συγκεχυμένα αισθήματα. Θαύμαζε την παλληκαριά τους: «Στη μάχη του Περεκόπ, πέφτανε πάνω στα πολυβόλα μας και τους θερίζαμε σα στάχια, περιμένοντας πότε θα πάθουν εμπλοκή ή θα ανάψουν και θα πάψουν να λειτουργούν, για να μας ανατρέψουν. Όπως και έγινε τελικά».

Από την άλλη μεριά αποστρεφόταν τη σκληρότητα, τη χοντράδα των τρόπων και την αμορφωσιά των αρχηγών τους.

Στο πρόσωπο του Φεδέρωφ ο Νίκος συνάντησε τον πρώτο ξένο με καθαρά ευρωπαϊκή κουλτούρα, αναθρεμμένο με τις αρχές του ουμανισμού και τη φινέτσα ενός μεγάλου πολιτισμού.

*περί το 1920

Η ακουαρέλα είναι από το λεύκωμα “Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι”, με σκίτσα και ακουαρέλες του Βόρη Φεδέρωφ, έκδοση  Ζήνας Οικονομοπούλου-Φεδέρωφ, 2005, Μυτιλήνη

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο προπάππος μου, ο λαθρομετανάστης

Posted by tofistiki στο 08/02/2011

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» που αποτελεί βιογραφία του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στον παππού του ποιητή, Μιχάλη Αβραμάκο (τον προπάππο δηλαδή του Δημήτρη Σαραντάκου). Οι ομοιότητες των συνθηκών που περιγράφονται στο τέλος του κειμένου με τις σημερινές συνθήκες που βιώνουν οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ανατριχιαστικές: Κι όμως, έχουν περάσει από τότε πάνω από 120 χρόνια…

Ο παππούς

Στην οικογένεια, και μετά το γάμο του Δημήτρη, δέσποζε η φυσιογνωμία του παππού, που ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε και λίγα γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και μικρό παιδί ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία σαρανταδύο χρονών. Τον αναστήσανε, αυτόν και τις τρεις αδερφάδες του, η μάνα του και η κυρούλα του (η γιαγιά του). Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πρωτοστάτησε στη μεγάλη εξέγερση του 1862, κατά του ‘Οθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε,  ο πατέρας του ο Σαράντος, δεν πήγαινε παρακάτω. Πρωτοστάτησε κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, τους οποίους προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στο γιο του, Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Όπως ανέφερα πιο πάνω, για το φόνο του Σαρκάκου καταδικάστηκε σε εννιά χρόνια φυλακή, αλλά έκανε μόνο τα τρία, γιατί το 1892 πήρε χάρη από το βασιλιά. Το περίεργο είναι πως μετά το σταμάτημα του γδικιωμού η Σαρκίτσα αυτή, που την είχε τραυματίσει, έγινε ψυχαδελφή του, στάθηκε ως το τέλος της ζωής του ένθερμη και πιστή φίλη του και στην κηδεία του τον μοιρολόγησε η ίδια.

Ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα, παρά τις πενιχρές του γνώσεις, έμαθε γράμματα στον Μπεηζαδέ τον Γιαννακούρο, ένα συμπατριώτη του φυλακισμένον επίσης για την ίδια υπόθεση. Η πρώτη φράση που έγραψε ο μαθητής, χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου ήταν: «Και τώρα, Μιχάλη, σ’ έχω χεσμένο!» Μέσα στη φυλακή έκανε το ράφτη, φτιάχνοντας κυρίως παντελόνια που πουλούσε στους άλλους φυλακισμένους, εξασφαλίζοντας έτσι ένα χαρτζιλίκι. Σώζεται ένα γράμμα του που έστειλε από τη φυλακή στη μάνα του, με ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1876, στο οποίο φαίνεται η αγωνία του για την άσκημη οικονομική θέση της φαμίλιας του. Στο γράμμα αυτό δίνει εντολές για το πούλημα ορισμένων απομακρυσμένων χωραφιών και συμβουλεύει το σταμάτημα της έχθρας με τους αντιπάλους τους.»

Στα δύσκολα κι ατέλειωτα χρόνια της φυλάκισης του, η γυναίκα του η Τασία, αναδείχτηκε η πραγματική κολόνα του σπιτιού. Φρόντιζε την κόρη της τη Μηλιά και το γιο της που ήταν νήπιο, την πεθερά της, το νοικοκυριό, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε τρεις μήνες ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της. […] Παράλληλα προσπάθησε να συνεφέρει το νοικοκυριό του. Όταν πάντρεψε την κόρη του τη Μηλιά με τον Δημήτρη τον Καπερνάρο από το Βαχό και κατόπιν το γιο του τον Δημήτρη με την Ισαβέλλα, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη, για τα μέτρα της εποχής, ηλικία του, (είχε πια περάσει τα σαράντα), να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του λήγοντος αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα απ’ όπου με καΐκι πέρασε στη Φλώριδα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σαν σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου το πρωί δούλευε πλένοντας πιάτα σε ένα μαγέρικο και το βράδυ έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών που τα λέγανε πινότσι, έξω από τους πρωτοεμφανισθέντες τότε κινηματογράφους. Ζούσε μαζί με πέντε άλλους μετανάστες σε ένα άθλιο ημιυπόγειο δωμάτιο και αντιμετώπιζε συνεχώς κάθε είδους απειλές και ταπεινώσεις. Γιατί όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε τρία περίπου χρόνια και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθειά τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει λαθραία σε ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση: «Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζούνε σαν σκυλιά».

  

Εργάτες σιδηροδρόμων στην Αμερική των αρχών του αιώνα 

Η ανάρτηση έγινε με αφορμή το εξαιρετικό άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά με τίτλο «ο παππούς μας ο λαθρομεταναστης»,  που αναδημοσιεύσαμε προχτές.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Της Μάνης, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αφιέρωμα στο βιβλίο «Ο άγνωστος ποιητής ‘Αχθος Αρούρης»

Posted by tofistiki στο 24/04/2010


Το περασμένο Σάββατο, στην νέα εβδομαδιαία εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», η Σοφία Κολοτούρου, μου έκανε την τιμή να αφιερώσει ένα άρθρο στο βιβλίο μου,»Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης».

Για το βιβλίο αυτό, που γράφτηκε πριν κάμποσα χρόνια και είναι μια, τρόπον τινά, βιογραφία του πατέρα μου, Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος χρησιμοποιούσε την ομηρική έκφραση «άχθος αρούρης» δηλαδή «βάρος της γης», σαν ψευδώνυμο, όταν δημοσίευε ποιήματα σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας, μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο άρθρο της Σοφίας αλλά και στην ιστοσελίδα του εγγονού του, Νίκου Σαραντάκου.

Η Σοφία Κολοτούρου είναι γιατρός κυτταρολόγος αλλά και ευαίσθητη ποιήτρια, δοκιμιογράφος και κριτικός. Αξίζει να επισκεφθείτε το αξιολογότατο ιστολόγιο που έχει στήσει μαζί με τον Κ.Κουτσουρέλη, για την «σύγχρονη ελληνική ποίηση σε παραδοσιακές μορφές», καθώς και την προσωπική της ιστοσελίδα. Επίσης, διατηρεί ένα εξαιρετικό ιστολόγιο από όπου δανείζομαι πρόσφατο, επίκαιρο ποίημά της που μου άρεσε πολύ:

ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΚΟΣΙ – ΔΕΚΑ, ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

O κύκλος κλείνει εδώ πέρα μιας Ελλάδας.
Στο πρόσωπο του Γλέζου ρίξαν χημικά.
Μας ψαλιδίζουν τους μισθούς μεθοδικά.
Κουτσομπολιά μας τρέφουν τώρα, μιας φυλλάδας.

Μια Τζούλια ή μι’ ακόμη Ωραία Ελένη,
σαν φούσκες λαμπερές προβάλλουν στον αφρό.
Εμείς χανόμαστε, μες τον ορυμαγδό
και δίπλα η Τράπεζα σαν όρνιο περιμένει.

Αμείλικτα μας σπρώχνει η Ειμαρμένη,
της Κρίσης μέρα γράφει η ιστορία.
Στο δρόμο βγήκανε μεγάλοι και παιδιά.

Κι εγώ, μες το σαλόνι μου κλεισμένη
της Άγρας αγκαλιάζω τα βιβλία
και υπογράφω πως τα βρίσκω ποιοτικά.

Posted in Επικαιρότητα, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , | 2 Σχόλια »

 
Αρέσει σε %d bloggers: