Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for the ‘Της Μάνης’ Category

Ο προπάππος μου, ο λαθρομετανάστης

Posted by tofistiki στο 08/02/2011

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» που αποτελεί βιογραφία του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στον παππού του ποιητή, Μιχάλη Αβραμάκο (τον προπάππο δηλαδή του Δημήτρη Σαραντάκου). Οι ομοιότητες των συνθηκών που περιγράφονται στο τέλος του κειμένου με τις σημερινές συνθήκες που βιώνουν οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ανατριχιαστικές: Κι όμως, έχουν περάσει από τότε πάνω από 120 χρόνια…

Ο παππούς

Στην οικογένεια, και μετά το γάμο του Δημήτρη, δέσποζε η φυσιογνωμία του παππού, που ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε και λίγα γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και μικρό παιδί ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία σαρανταδύο χρονών. Τον αναστήσανε, αυτόν και τις τρεις αδερφάδες του, η μάνα του και η κυρούλα του (η γιαγιά του). Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πρωτοστάτησε στη μεγάλη εξέγερση του 1862, κατά του ‘Οθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε,  ο πατέρας του ο Σαράντος, δεν πήγαινε παρακάτω. Πρωτοστάτησε κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, τους οποίους προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στο γιο του, Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Όπως ανέφερα πιο πάνω, για το φόνο του Σαρκάκου καταδικάστηκε σε εννιά χρόνια φυλακή, αλλά έκανε μόνο τα τρία, γιατί το 1892 πήρε χάρη από το βασιλιά. Το περίεργο είναι πως μετά το σταμάτημα του γδικιωμού η Σαρκίτσα αυτή, που την είχε τραυματίσει, έγινε ψυχαδελφή του, στάθηκε ως το τέλος της ζωής του ένθερμη και πιστή φίλη του και στην κηδεία του τον μοιρολόγησε η ίδια.

Ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα, παρά τις πενιχρές του γνώσεις, έμαθε γράμματα στον Μπεηζαδέ τον Γιαννακούρο, ένα συμπατριώτη του φυλακισμένον επίσης για την ίδια υπόθεση. Η πρώτη φράση που έγραψε ο μαθητής, χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου ήταν: «Και τώρα, Μιχάλη, σ’ έχω χεσμένο!» Μέσα στη φυλακή έκανε το ράφτη, φτιάχνοντας κυρίως παντελόνια που πουλούσε στους άλλους φυλακισμένους, εξασφαλίζοντας έτσι ένα χαρτζιλίκι. Σώζεται ένα γράμμα του που έστειλε από τη φυλακή στη μάνα του, με ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1876, στο οποίο φαίνεται η αγωνία του για την άσκημη οικονομική θέση της φαμίλιας του. Στο γράμμα αυτό δίνει εντολές για το πούλημα ορισμένων απομακρυσμένων χωραφιών και συμβουλεύει το σταμάτημα της έχθρας με τους αντιπάλους τους.»

Στα δύσκολα κι ατέλειωτα χρόνια της φυλάκισης του, η γυναίκα του η Τασία, αναδείχτηκε η πραγματική κολόνα του σπιτιού. Φρόντιζε την κόρη της τη Μηλιά και το γιο της που ήταν νήπιο, την πεθερά της, το νοικοκυριό, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε τρεις μήνες ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της. […] Παράλληλα προσπάθησε να συνεφέρει το νοικοκυριό του. Όταν πάντρεψε την κόρη του τη Μηλιά με τον Δημήτρη τον Καπερνάρο από το Βαχό και κατόπιν το γιο του τον Δημήτρη με την Ισαβέλλα, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη, για τα μέτρα της εποχής, ηλικία του, (είχε πια περάσει τα σαράντα), να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του λήγοντος αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα απ’ όπου με καΐκι πέρασε στη Φλώριδα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σαν σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου το πρωί δούλευε πλένοντας πιάτα σε ένα μαγέρικο και το βράδυ έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών που τα λέγανε πινότσι, έξω από τους πρωτοεμφανισθέντες τότε κινηματογράφους. Ζούσε μαζί με πέντε άλλους μετανάστες σε ένα άθλιο ημιυπόγειο δωμάτιο και αντιμετώπιζε συνεχώς κάθε είδους απειλές και ταπεινώσεις. Γιατί όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε τρία περίπου χρόνια και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθειά τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει λαθραία σε ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση: «Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζούνε σαν σκυλιά».

  

Εργάτες σιδηροδρόμων στην Αμερική των αρχών του αιώνα 

Η ανάρτηση έγινε με αφορμή το εξαιρετικό άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά με τίτλο «ο παππούς μας ο λαθρομεταναστης»,  που αναδημοσιεύσαμε προχτές.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Της Μάνης, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο πολιτισμός – το «μυστικό» μας όπλο

Posted by tofistiki στο 14/08/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που θα δημοσιευτεί στις 17/08/2010 στο
«Εμπρός»

Όπως μπορεί να επισήμαναν οι παρατηρητικότεροι από τους αναγνώστες του «Εμπρός», από το φύλλο της περασμένης Τρίτης απουσίαζε το καθιερωμένο εδώ και πολλά χρόνια σημείωμά μου. Μικρό το κακό θα μου πείτε και θα έχετε δίκιο. Η αιτία δεν ήταν άλλη από μια δεκαήμερη οικογενειακή εκδρομή στη Μάνη.

Είχα αρκετά χρόνια να πάω στην άλλη μου πατρίδα (αφού είμαι εκ μητρός μεν Μυτιληνιός εκ πατρός δε Μανιάτης) και με εντυπωσίασε η αλλαγή προς το καλύτερο, που διαπίστωσα. Αλλαγή σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στις υποδομές (εξαιρετικοί δρόμοι, πλήρη δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, ωραιότατα κτίσματα  κ. ά), αλλά και στο εποικοδόμημα, στον Πολιτισμό, κατά κύριο λόγο.

Συνέπεσε βέβαια να πάω Αύγουστο μήνα, δηλαδή στην κατ΄εξοχήν περίοδο πολιτιστικών εκδηλώσεων, αλλά δεν περίμενα πως σε χωριά όπως το Βαχό, το Σκουτάρι, η Κοκάλα, που ως τα μέσα του 20ου αιώνα δεν είχαν δει ούτε καραγκιόζη, να γίνονται εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, να δίνονται συναυλίες ή να ανεβάζονται θεατρικές παραστάσεις από τοπικούς ερασιτεχνικούς θιάσους.

Και αν αυτά γίνονται στην ως χθες καθυστερημένη και οπισθοδρομική Μάνη, πολύ περισσότερα γίνονται στην πολιτισμένη Σύρο, στην προοδευτική Μυτιλήνη, στην αρχοντική Κέρκυρα και σε ένα σωρό άλλα μέρη της πατρίδας μας. Αυτό μεταξύ άλλων σημαίνει πως διαθέτουμε τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί στην Ελλάδα μια ανώτερη και αποδοτικότερη μορφή τουρισμού: ο πολιτιστικός τουρισμός.

Να τραβήξουμε τους ξένους όχι μόνο με τη θάλασσα, το τοπίο και τον ήλιο μας, που στο κάτω κάτω μπορεί να τα βρουν στη γειτονική μας Τουρκία ή στην Τυνησία, αλλά με τα ιστορικά μας μνημεία, τις ζωντανές ακόμα παραδόσεις μας, τη μουσική μας, αλλά και με την κουζίνα μας.

Να μην υποτιμούμε τη σημασία του φαγητού. Ο τρόπος που τρώει, είναι βασικό στοιχείο πολιτισμού ενός λαού. Αν θεωρώ τους Αμερικανούς βάρβαρους είναι γιατί τρώνε, όχι για να απολαύσουν το φαΐ και τη συζήτηση που το συνοδεύει, αλλά για να κατασιγάσουν την πείνα τους όσο πιο γρήγορα και φτηνά γίνεται. Γιαυτό επινόησαν τα λεγόμενα fast foods.

Στην Αρεόπολη παρακολούθησα το, κυριολεκτικά, απολαυστικό «φεστιβάλ γευσιγνωσίας», που διοργάνωσαν ο Δήμος και τοπικοί πολιτιστικοί φορείς, κατά το οποίο, υπό τους ήχους μουσικής από ζωντανή ορχήστρα, μοιράζονταν δωρεάν στο κοινό, που είχε γεμίσει την πλατεία, γευστικότατοι μεζέδες, όλοι ντόπιας μανιάτικης κουζίνας, επακολούθησε δε βράβευση των καλύτερων μαγείρων, με ψηφοφορία του κοινού.

Ως τώρα οι αρμόδιοι κρατικοί λειτουργοί, που είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη του τουρισμού, μιας από τις κύριες πλουτοφόρες πηγές του τόπου, στηρίζονταν στον ήλιο, τη θάλασσα και το τοπίο, χωρίς να σκεφτούν πως αυτά τα τρία στοιχεία τουριστικής ανάπτυξης, τα διαθέτουν και πολλά άλλα μέρη της Γης, από τα εξωτικά, αλλά κοντινότερα στους αμερικανούς τουρίστες νησιά της Καραϊβικής, τις Μπαχάμες και τις Βερμούδες, ως τους μεσογειακούς τουριστικούς προορισμούς της Τυνησίας και της Τουρκίας.

Αντίθετα, σχεδόν μόνο στην Ελλάδα, τα τρία αυτά βασικά στοιχεία – ήλιος, θάλασσα, τοπίο – συνδυάζονται με αρχαία μνημεία, ζωντανές παραδόσεις, ωραία τοπική μουσική και εξαιρετική κουζίνα. Οι εξ ανατολών γείτονές μας τις μόνες αρχαιότητες που προβάλουν είναι οι δικές μας.

Το πρόβλημα βρίσκεται εδώ, στον τόπο μας, όπου ότι οι καθ΄ύλην αρμόδιοι έχουν μεσάνυχτα από κάτι τέτοια η δε κυβέρνηση, για την ώρα περιορίζεται σε μεγαλόστομες εξαγγελίες και στην κατάθεση βροχής νομοσχεδίων, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει στον πολιτισμό (όπως και στην εκπαίδευση και την υγεία), το μικρότερο ποσοστό του προϋπολογισμού, από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


Φωτογραφίες της Μάνης: Λένα – Μάνος

Posted in Γνώμες και σχόλια, Επικαιρότητα, Πολιτιστικά, Της Μάνης, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μνήμη Νίκου Κατσικάρου

Posted by tofistiki στο 14/08/2010

Κείμενο του Δημήτρη Σαραντάκου
που θα δημοσιευτεί στο περιοδικό «Μάνη»

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου βρεθήκαμε οικογενειακώς στη Μάνη. Είχα αρκετά χρόνια να έρθω στα πατρογονικά μου και με ξάφνιασε ευχάριστα η αλλαγή προς το καλύτερο, που διαπίστωσα, σε όλα τα πεδία, όχι μόνο στις υποδομές (άνετοι καλοφτιαγμένοι δρόμοι, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, πολύ ωραία κτίσματα), αλλά και στο εποικοδόμημα, στον πολιτισμό. Παρακολουθήσαμε θεατρικές παραστάσεις,  και συναυλίες, επισκεφθήκαμε εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, απολαύσαμε το πρωτότυπο «Φεστιβάλ Γευσιγνωσίας» στην Αρεόπολη και γενικά περάσαμε ωραία.

Μέναμε σε συγγενικό μας σπίτι στο Σκουτάρι και κολυμπούσαμε συνήθως στη θαυμάσια ακρογιαλιά της Αγίας Βαρβάρας, με την πεντακάθαρη θάλασσα της. Το πρώτο πράγμα που μου χτύπησε στο μάτι και με συγκίνησε ήταν η επιγραφή «Κατσικάρος» μιας ταβέρνας, εκεί στην ακτή, γιατί μου θύμισε έναν σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στα νιάτα μου και που λεγόταν έτσι.

Φθινόπωρο του 1955. Μόλις είχα απολυθεί από τον Στρατό και οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ειδικότερα εμείς οι χημικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, αντιμετωπίζαμε οξύτατο πρόβλημα ανεργίας, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμα ούτε η εκβιομηχάνιση, ούτε η ανοικοδόμηση, που σημάδεψαν τη δεκαετία 55-65.

Για να τα βγάλω πέρα και με την προοπτική να παντρευτούμε όσο πιο σύντομα γινόταν με τη γυναίκα μου, που ήταν ακόμα φοιτήτρια, έκανα τρεις δουλειές μαζί. Το πρωί δούλευα σε μιαν εταιρεία αντιπροσωπειών στην Αθήνα, το απόγεμα σε ένα μικρό εργοστάσιο ανθρακικού ασβεστίου στον Πειραιά και το βράδυ δίδασκα Χημεία, Φυσική και αντοχή υλικών στη νυχτερινή Σχολή Αρχιμήδης, επίσης στον Πειραιά.

Από τις τρεις απασχολήσεις αυτή μου άρεσε πιο πολύ. Ίσως η κλίση μου να ήταν να γίνω δάσκαλος. Ιδρυτής του «Αρχιμήδη» ήταν ο Τάσος ο Βουλόδημος, διευθυντής του δε εκείνη την εποχή ήταν ο  Δηγιάκομος, ένας πολύ ενεργητικός και δραστήριος άνθρωπος, αυτός όμως που με βόηθησε πολύ ήταν ο Νίκος ο Κατσικάρος, στενός φίλος του Βουλόδημου, λαμπρός εκπαιδευτικός και σπουδαίος άνθρωπος. Μου έδωσε πολύτιμες συμβουλές του, που τις θυμάμαι ακόμα

«Ο δάσκαλος» μου έλεγε «πρέπει να προσέχει τη συμπεριφορά του στην τάξη. Να είναι πάντα ήρεμος. Να μιλά με φωνή σταθερή, ούτε να την υψώνει άσκοπα και ούτε να βιάζεται. Πρέπει επίσης να προσέχει την εμφάνιση του. Και φτωχικά ρούχα κι αν φορά, να είναι καθαρά και φροντισμένα. Ακόμα και το μαντήλι του πρέπει να είναι πεντακάθαρο. Θα σε παρακολουθούν σαράντα ζευγάρια μάτια, που δεν τους ξεφεύγει τίποτα».

Με συμβούλεψε ακόμα πώς πρέπει να αντιμετωπίζω τις αναπόφευκτες αταξίες ή τις απόπειρες καζούρας των μαθητών. Όλα αυτά με βόηθησαν όχι μόνο να τα πάω πολύ καλά με τους μαθητές μου, πολλοί από τους οποίους ήταν σχεδόν συνομήλικοί μου και όλοι τους αυθεντικοί Πειραιώτες μάγκες, αλλά να κερδίσω την εμπιστοσύνη και την εκτίμησή τους. Όταν αργότερα ο Νίκος ίδρυσε δική του νυκτερινή σχολή, τον «Αναξαγόρα», μου ζήτησε να διδάξω εκεί και αμέσως πήγα κοντά του. Το πρώτο μου βιβλίο «Στοιχεία Χημείας», που κυκλοφόρησε το 1958 είναι έκδοση Αναξαγόρα.

Παρά τη διαφορά της ηλικίας, με τιμούσε με τη φιλία του, που κράτησε πολλά χρόνια, ακόμα και όταν η ζωή μας χώρισε. Τελευταίες πληροφορίες για τον Νίκο τις πήρα παρακολουθώντας μιαν εκδήλωση προς τιμήν του, που οργάνωσε στην πρώτη επέτειο του θανάτου του το εξαιρετικό «Μουσείο Μάνης» του Μιχάλη Κάσση, στο Νέο Φάληρο.

Αυτές όλες οι αναμνήσεις με κύκλωσαν μόλις αντίκρισα της επιγραφή της ταβέρνας. Ρωτώντας έμαθα πως πράγματι ανήκε σε συγγενείς του Νίκου Κατσικάρου και τελικά κουβέντιασα με δυο ανεψιούς του. Διαπίστωσα πως και οι δύο τον θυμούνται με αγάπη και τιμούν με  σεβασμό τη μνήμη του.

Νομίζω πως αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή ενός σωστού ανθρώπου, όπως ήταν ο Νίκος Κατσικάρος.


Φωτογραφίες της Μάνης: Λένα – Μάνος

Posted in Αναμνήσεις, Παιδεία, Περιοδικό, Πολιτιστικά, Της Μάνης | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: