Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for the ‘μετανάστες, πρόσφυγες’ Category

Ας ψάχνουμε για βάρκα…

Posted by tofistiki στο 28/01/2014

Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την τραγωδία στο Φαρμακονήσι, αν και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υποβαθμίσουν το απίστευτο γεγονός και να αποκρύψουν τις ευθύνες των αρμόδιων αλλά και της Πολιτείας. Στο διαδίκτυο όμως, ευτυχώς υπάρχει ακόμα ελευθερία στη διακίνηση ιδεών και ειδήσεων.
Μου είναι αδύνατον να γράψω κάτι δικό μου, δεν έχω τη ικανότητα να βρω τα λόγια να περιγράψουν το απερίγραπτο… Έτσι, αναδημοσιεύω ένα κείμενο του Γιάννη Μακριδάκη που διάβασα στο The Press Project, που βοηθάει να καταλάβουμε πόσο παράλογο είναι να θεωρούμε «ξένα» τα βάσανα που τραβάνε αυτοί οι άνθρωποι σήμερα. 
 

Ας ψάχνουμε για βάρκα

Έφευγαν οι Χιώτες με βάρκες να γλυτώσουν από την πείνα και την Κατοχή. Κάποιοι βαρκάρηδες, ενώ τους είχαν πάρει τα χρυσαφικά, βούλιαζαν τα καΐκια και τους έπνιγαν. Οι Τούρκοι του έπιαναν, τους έδερναν και τους γύριζαν πίσω. Όλα ίδια, σαν ρεπορτάζ σημερινό, με μόνη διαφορά στην κατεύθυνση.

«…Ήτανε Απρίλης του ’42… και δώσαμε όλα μας τα χρυσά, τα πήρε ο θείος και τα ’δωσε στον άνθρωπο που έπρεπε να τα δώσει και την άλλη μέρα το πρωί ήρθε ένα κάρο. Μαζέψαμε δυο τρεις αλλαξιές ο καθένας μας ρούχα, τα βάλαμε σε κάτι τσουβάλια της ζάχαρης, άσπρα, θαρρώ πως τα βλέπω και αφού τα φορτώσαμε αυτά το κάρο δεν μας φόρτωνε εμάς (…) και φτάσαμε στην Κώμη, στην παραλία αργά το βραδάκι. Και τι να δούμε! Όλη η παραλία εκεί ήτανε άνθρωποι που περιμένανε να νυχτώσει, να ’ρθουνε οι βάρκες να μας πάρουνε. Στην αρχή, όταν επήγαμε είχε κύμα η θάλασσα κι εμείς ταξιδεύαμε με ψαρόβαρκες, με πανί και με κουπιά… Και περιμέναμε να καλμάρει λίγο η θάλασσα. Κι ερχότανε οι γυναίκες και βάζανε εικόνες μες στη θάλασσα, να γαληνέψει η θάλασσα, να μπορούμε να ταξιδέψομε. (…) Και ξεκινούμε κατά τις εννιά η ώρα γιατί έπρεπε να νυχτώσει. Eμείς είμαστε η τελευταία βάρκα. Καμιά εικοσαριά ανθρώποι μέσα και τέσσερις στο κουπί. Εν τω μεταξύ η αδερφή μου μωρό, το ’χε τυλιγμένο σε ένα χράμι η μαμά μου και αυτό ζαλίστηκε, φαίνεται, με τη θάλασσα και άρχισε να κλαίει, να κλαίει γοερά και να φωνάζουνε μες στη βάρκα πετάξτε το παιδί στη θάλασσα, θα μας πιάσουνε οι Γερμανοί!…». Εύχαρις Κοκκάλη Ακαβάλου

«Μπαίνομε μες στη βάρκα κι εφύγαμε. Φεγγάρι, γάργαρο. Τα παιδάκια τα ’χα κάτω από την πλώρη καθισμένα και ήρθανε ίσα με το στήθος μες τα νερά. Ύστερα τα νερά λιγοστέψανε. Εγώ βαστούσα έναν νεμπότη και έβγαζα τα νερά. Ο γιος της Βεργετήδαινας γύρευε ψωμί. Θέλω ψωμί, θέλω ψωμί… Απάνω που ήτανε να φτάσομε στην Τουρκία. Με τις φωνές πέφτομε απάνω σε ένα φυλάκιο, ακούνε οι Τούρκοι κατεβαίνουνε κάτω και μας πιάνουνε. Πήγαμε να βγούμε όξω, ήτανε τα νερά γλυστερά. Επήγα εγώ να δω αν πατώνω, να βγω όξω, γλυστρώ και πέφτω μες στη θάλασσα. Βαστούσα τα ρούχα μου, εμουλιάσανε…». Σταματία Βαλιδάκη

«Ξεκινήσαμε να φύγομε, σιγά σιγά επηγαίναμε. Η αδερφή μου ήτανε έντεκα χρονώ, έβγαζε νερά από τη βάρκα, από εδώ που ξεκινήσαμε μέχρι την Τουρκία. Στο δρόμο που πηγαίναμε και φτάσαμε στα μισά πια, άκουε ο βαρκάρης ένα ντούκου ντούκου, ντούκου ντούκου, λέει έρχεται η Καταδίωξη. Αν έρθει πιο κοντά και δούμε ότι είναι η Καταδίωξη θα βγάλω το φελλό. Το φελλό θα βγάλεις; Έτσι και σε δω και σκύψεις να βγάλεις το φελλό θα σε πετάξω στη θάλασσα και θα την πάω εγώ τη βάρκα, του λέει ο πατέρας μου. Στο τέλος, κούτσα κούτσα, τα ξημερώματα, φτάνομε στα Άσπρα Χώματα, απέναντι…». Γιάννης Ξυντάρης

«Πραγματικά πείνασα τις δέκα μέρες που κάμαμε μέσα στο καΐκι. Το ταξίδι ήτανε για τρεις μέρες. Τη μέρα εκαθούμαστε και τη νύχτα εβαδίζαμε, διακόσιες δέκα έξι ψυχές μέσα και σκεπασμένο με ένα καραβόπανο. Ψείρες, βρόμα, άστα… Πέθανε ένα μωρό και το ’βαλε η ίδια η μάνα του σε ένα τσουβάλι και το ’ριξε στη θάλασσα. Μας δώκανε πατάτες βραστές, ελιές και σύκα και νερό από βαρέλια που είχαν πετρέλαιο μέσα, ήτανε κόκκινο και βρομούσε πετρέλαιο (…) Ήτανε και Μεγάλη Βδομάδα. Τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ τους έψαλα τον Επιτάφιο μες στο καΐκι. Αυτοί είχανε σκοπό να μας πνίξουνε, γιατί είχανε πνίξει ορισμένα καϊκια…». Ζαχαρένια Γεώργαλου

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μάζεψα αυτές και πολλές ακόμη μαρτυρίες Ελλήνων προσφύγων στη Μέση Ανατολή το 1941-42, οι οποίες δημοσιεύονται στο βιβλίο «Συρματένιοι ξεσυρματένοι όλοι», εκδόσεις Εστία 2010. Και μέσα σε μισόν αιώνα γίναμε όπως γίναμε, Ευρωπαίοι που πνίγουν μεσανατολίτες πρόσφυγες για να μην εισέλθουν στη χώρα τους…

Κοντοζυγώνει όμως και πάλι η ώρα μας. Η ώρα που θα φεύγουν τις νύχτες με βάρκες οι εξαθλιωμένοι Έλληνες και θα πηγαίνουν απέναντι, εκτός της Ε.Ε., για να μπορέσουν να ζήσουν. Η Ιστορία δεν σταματάει στο σήμερα, ούτε καν καθυστερεί. Ιδίως γι’ αυτούς που κάθονται αμέτοχοι και την κοιτούν να συμβαίνει στους άλλους. Καλά κουράγια εύχομαι για την ανατροπή. Αλλιώς, ας βρούμε βάρκα.

 
Υ.Γ. Χωρίς να το θέλω, βλέποντας τον αισχρό ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορο τρόπο που αντιμετωπίστηκε και σχολιάστηκε  το θέμα από τους μεγαλοδημοσιογράφους αλλά και από αρκετούς συμπολίτες μας, σκέφτηκα πως ευτυχώς που δεν ζει η Βούλα η Μανή -που με όλα τα προβλήματα υγείας που είχε, έτρεχε νύχτα-μέρα για τους πρόσφυγες στο Λαύριο και αλλού- για να μη δει πώς κατάντησε αυτή η κοινωνία…

😦

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διαδίκτυο, Επικαιρότητα, Περιοδικό, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

«Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Αναδημοσιεύω από το Λέσβος News. Γιατί για κάποιους, πολλούς, μετά το μαρτύριο δεν έρχεται Ανάσταση.

Γράφει: Γιώργος Τυρικός – Εργάς

Υπάρχουν καταστάσεις που δεν σηκώνουν πολλά λόγια μα και πάλι απαιτούν να μιλήσουμε για αυτές, απαιτούν να μην σιωπούμε.

Χτες μέχρι αργά το βράδυ είχαμε στην Καλλονή πρόσφυγες από Σομαλία και Συρία. Έφτασαν στα βόρεια του νησιού και τους πήρε 11 ώρες να κατηφορίσουν στο λεκανοπέδιο. Εφτασαν κομμάτια έξω από την παλιά εφορία και κουκούβισαν στο προαύλιο.

Χτες είδα πάλι να παίζεται το δράμα του Χριστού, αν και με τους θεούς δεν τα πήγαινα ποτέ καλά.

Τον είδα όμως τον ίδιο Ναζωραίο πάλι να λέει, «Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»…Τον είδα μέσα στα κόκκινα από την κούραση μάτια τους, πρόβαλλε από τις σχισμές των τριμμένων ρούχων τους.

Φαίνεται όμως πως από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 10 κανείς άλλος δεν έβλεπε τον Χριστό εκεί γύρω. Οι εκκλησιαζόμενοι πήγαιναν να ακουσουν το τροπάρι της Κασιανής, καλοντυμένοι αφού πια είχαν αγοράσει τα χρειαζούμενα για τις γιορτές. Εριχναν ένα απότομο βλέμμα στους πρόσφυγες (στη Σομαλία και στη Συρία εμφύλιος!) και ψιθύριζαν μεταξυ τους διάφορα λες και κινδύνευαν λες και κάτι απαράδεκτο ήρθε στην πόλη τους. Δεν έκαναν καμιά κίνηση. Ο εμφύλιος, ο πόνος, η ελεημοσύνη, η αδερφοσύνη («αφού το κάνατε αυτό σε έναν από τους αδερφούς μου, ειναι σαν να το κανατε σε εμένα !») ολα υποκρισία, όλα φόβος. Ας κάνουμε μεγάλο-μεγάλο τον σταυρό μας στο «Δι ευχών».

Ο Παπά-Στρατής δίπλα μου είχε σπάσει πάλι τα τηλέφωνα να ξεσηκώνει το λιμενικο, την αστυνομία, υπουργεία, κάθε φορά τα ίδια, κάθε φορά τα χέρια όλων δεμένα από έναν αόρατο Πόντιο Πιλάτο. Οταν κανείς πια δεν αναλάμβανε καμιά ευθύνη (είμαστε σε αυτό το στάδιο πλέον) πήραμε τους ανθρώπους και τους βάλαμε στο προαύλιο του Ναού. Ένα πρόχειρο γεύμα, μερικά είδη υγιεινής…Αυριο; Ταξί δεν τους παίρνει. Το λεωφορείο δεν τους παίρνει. Λιμενικό, αστυνομία, ο ένας στέλνει στον άλλο. Θα πρέπει να κάνουν άλλα 45 χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι Μυτιλήνη. Μετά; Τίποτα. Τους το εξηγήσαμε. «Θα περπατήσουμε, τι να γίνει;»

Μεσάνυχτα αφήσαμε τους Σομαλούς να ξεκουραστούν (πόσο να ξεκουραστεί κανείς πάνω στο τσιμέντο κάτω από το βραδινό αγιάζι) και πήγαμε να βρούμε την ομάδα Σύριων που είχε και παιδιά. Φτάσαμε με το αμάξι μέχρι τις Αλυκές, κανείς. Σε κάποιον παράδρομο θα ήταν, κάπου εκεί έξω…Γυρίσαμε πίσω. Ολο το βράδυ εφιάλτες.

Ο παπά Στρατής σε κάποια φάση όταν τους καληνυχτίσαμε, ζήτησε συγνώμη εκ μέρους της χώρας, της πατρίδας του, του νησιού που αγαπάει αλλά τον πικραίνει με κάθε ευκαιρία. «Ζητώ συγνώμη που αυτές τις άγιες μέρες το μόνο που έχουμε να σας προσφέρουμε σαν Έλληνες είναι ένα τοστ και έναν χυμό. Ζητώ συγνώμη που το καλύτερο μέρος που μπορώ να σας βάλω είναι εδώ». Εγώ μετέφραζα με έναν μεγάλο κόμπο στον λαιμό, έτοιμος να…δεν ξέρω τι. Θυμός λύπη, όλα.

Η ίδια κατάσταση χρόνια τώρα. Από το 2009. Ένας από τους Σομαλούς κατάλαβε την αμηχανία μας και με χτύπησε στον ώμο. «Πες του παπά πως εδώ ειναι ξενοδοχείο πολυτελείας. Ειναι χίλιες φορές καλύτερο από εκεί που ερχόμαστε. Καλύτερα δεν γίνεται» και χαμογελούσε. Χαμογελούσε ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα αυτήν την στιγμή στον κόσμο παρά εκατό δολάρια στην τσέπη, τα ρούχα που φορά και το σώμα του.

Και χαμογελούσε ΓΙΑ ΕΜΑΣ τους πολιτισμένους, που τα έχουμε όλα, επειδή μας είδε να έχουμε θλίψη. Τέτοιο δώρο δεν μου έχει κάνει άνθρωπος.

Να πω ένα τελευταίο. Καθώς ήταν στον δρόμο οι πρόσφυγες μπροστά από την εφορία, τρεις άνθρωποι, εκτός από εμάς, είχαν το θάρρος και την παρρησία και ήρθαν κοντά τους. Ενα ζευγάρι νέων ανθρώπων, έφερε μια κούτα χυμό και μπισκότα. Μας τα έδωσε και είπαν «κουράγιο» στους ανθρώπους. Ένας ακόμα, ανθρωπος απλός με το φανελάκι, μεσόκοπος, προχειροντυμένος ήρθε με μια πλαστική σακούλα με λίγα φρούτα και ένα μπουκάλι νερό. «Δεν ήξερα τι να φέρω», μου είπε, «λίγο νερό να πιουν».

Σταυρώνεται αιώνια ο Χριστός, μέρα νύχτα. Η ανάστασή του δεν διαρκεί παρά όσο μια αστραπή. Για αυτό το λίγο φως που βαστά μια στιγμή μονάχα, για αυτό το λίγο φως κάνουμε αγάντα και βαστούμε.

(φωτογραφία άρθρου: τηλεοπτικό δίκτυο ABC – ρεπορτάζ για την ανθρωπιστική κρίση στη Σομαλία)

———————-

Σχετικό: Απεργία πείνας Αφγανών και Σύριων μεταναστών στο λιμάνι της Μυτιλήνης, του Στέλιου Κραουνάκη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στη Σαπφική γη (αναδημοσίευση)

Posted by tofistiki στο 27/12/2012

Κείμενο του Αριστείδη Καλάργαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 18/12/2012,
τη μέρα που η θάλασσα ξέβραζε θάνατο στις παραλίες της Λέσβου.
 

Εκεί, κοντά σε μια από τις αρχαιότερες κατοικημένες περιοχές της Λέσβου, στη Θερμή, ξεβράστηκαν τα πτώματα κάποιων ανθρώπων. Ποικίλοι οι χαρακτηρισμοί: μετανάστες, λαθρομετανάστες, αλλοδαποί, ξένοι. Και να γνωρίσουμε τον τόπο καταγωγής τους δεν θα έχει καμιά σημασία. Άνθρωποι τούτης της γης ήταν. Όπως και όσοι έφτασαν στα προηγούμενα χρόνια ή χάθηκαν στον δρόμο. Έκαναν το ταξίδι για καλύτερη τύχη, όπως γίνεται από την αρχαιότητα. Κι η Λέσβος βρίσκεται στη ρότα τους, αιώνες τώρα, όπως κι η χώρα μας. Για αυτό τον λόγο βρίσκονται εδώ, όχι για διακοπές όπως κάποιοι άλλοι.

Σκέφτομαι την καλοκαιρινή εικόνα της περιοχής. Πλήθος κολυμβητές, τουρίστες, ενοικιαστές δωματίων, χαίρονται και απολαμβάνουν τις μέρες των διακοπών ή της ξεκούρασής τους. Τα βράδια, λίγα μέτρα πιο πέρα, οι νέοι διασκεδάζουν σε στέκια ξενυχτάδικα. Του χρόνου το καλοκαίρι, εκεί που θα απλώνουν τις ψάθες τους, θα αναφέρουν και τους πνιγμένους τούτου του χειμώνα.

Τα σημερινά θύματα, τις μέρες του καλοκαιριού, συγκέντρωναν τα απαραίτητα χρήματα για τα έξοδα του  ταξιδιού τους. Έκαναν σχέδια, πώς θα ταξιδέψουν, πού θα φθάσουν πρώτα, ποιους θα αφήσουν πίσω, πότε θα ξαναδούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Έκαναν τα όνειρα και τα σχέδια, όπως όλοι οι μετανάστες ή αν κάποιοι προτιμούν οι λαθρομετανάστες.

Τούτα τα θύματα, της φύσης, δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν κάποιους από τους συμπολίτες μας· εκεί στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Αθήνα, ή και σε κάποια άλλη πόλη με «ιδιαίτερα» αισθήματα φιλοξενίας. Τι να σου κάνουν κι αυτοί. Αφού κι ίδια η πολιτεία εφαρμόζει το πρόγραμμα «Ξένιος Ζευς» για να αντιμετωπίσει τους μετανάστες;

 Σοκαρισμένοι οι περαστικοί που αντίκρισαν τα πτώματα. Συνηθισμένοι σε άλλες εικόνες οι Μυτιληνιοί. Σε πολλούς μετανάστες, να ζητιανεύουν, να γεμίζουν τα αστυνομικά τμήματα. Ως και να κατασκηνώνουν έξω από το Δημοτικό Θέατρο, δίπλα στο Δημαρχείο και στο κτίριο της Περιφέρειας. Οι φωτογραφίες τους θύμισαν τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Να απλώνουν το έχει τους και να στρώνουν τα υπάρχοντά τους όπου μπορούσαν. Α! Εκείνοι ήταν αδέρφια μας. Αμ δε! Για κάποιους ήταν τουρκόσποροι. Όπως κάποιοι βλέπουν μαυρίλα, στα πρόσωπα των ξένων, στην Αθήνα.

Κρυώνω, μέσα στο ζεστό μου σπίτι. Νιώθω αδύναμος, μπροστά στα γεγονότα. Δίνω μερικά ευρώ, ένα κουτί γάλα, τα παλιά ρούχα των παιδιών μου, γράφω για το άδικο του κόσμου. Ως εκεί. Το κακό δεν αντιλαμβάνομαι να λιγοστεύει. Το άλλο χέρι, για την ώρα, είναι δυνατότερο. Αλλά κι απόκληροι του αιώνα θα συνεχίσουν το ταξίδι προς μιαν άλλη γη.

Τούτοι οι τελευταίοι ταξιδιώτες έφθασαν αδόκητα στη γη μας. Θα παραχωθούν, χωρίς τον παπά της θρησκείας τους, στο συνοικιακό νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί σε μια άκρη, όπου κείτονται κι οι άλλοι απόκληροι, των οποίων το ταξίδι και το όνειρο σταμάτησε ο θάνατος. Αν μπορούσαμε να τους πούμε πως κι η ποιήτριά μας, η Σαπφώ, εξορίστηκε ως πολιτική πρόσφυγας και πέθανε στη ξενιτιά, μακριά απ’ την πατρίδα της, θα άλλαζε κάτι;

***

Εδώ, ένα παλιότερο κείμενο του Α.Κ. για τους μετανάστες, παλιούς και τωρινούς,  από τα Ενθέματα, με τίτλο «Στις γειτονιές του κόσμου», απ’ όπου και η φωτογραφία του ανώνυμου τάφου.
Το σκίτσο είναι του Ιταλού Enrico Bertuccioli, φτιαγμένο για τους «δικούς τους» μετανάστες που φτάνουν
από τη Β. Αφρική στην Lampedusa με τα κύματα, ζωντανοί ή νεκροί.  Το βρήκα σε περσινή ανάρτηση με τίτλο «Για εμάς τόποι διακοπών, για χιλιάδες άλλους τόποι θανάτου», στο http://youpayyourcrisis.blogspot.gr

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η Μυτιλήνη της αλληλεγγύης, η Μυτιλήνη που αγαπάμε

Posted by tofistiki στο 24/12/2012

Φαίνεται πως τούτη δω η κρίση -όπως λένε και για τον πόλεμο- βγάζει από μέσα μας τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό μας… Ας δυναμώσουμε τον καλύτερο κι ας πνίξουμε τον χειρότερο, όταν περάσει η κρίση θα είμαστε όλοι κερδισμένοι!

oloi mazi

«Για μας, υφίσταται μόνο το ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!»

(από την εφημερίδα «Εμπρός»)

Με ανακοίνωσή του χθες, το δίκτυο «Το Χωριό του Όλοι Μαζί*» που διαχειρίζεται τις πρώην παιδικές κατασκηνώσεις τού ΠΙΚΠΑ όπου διαμένουν οικογένειες παράνομων μεταναστών, εκφράζει λύπη και παράλληλα προβληματισμό για μερίδα συμπολιτών που διαμαρτυρήθηκαν για τη διανομή ειδών πρώτης ανάγκης (τροφίμων, ρούχων και παιχνιδιών) στους παράνομους μετανάστες.

Όπως τονίζουν, «για εμάς ΔΕΝ υπάρχει άνθρωπος που να είναι “λαθραίος”, περιττός, που η ζωή του αλλά και ο θάνατός του να είναι ανάξιοι αναφοράς, σημασίας, σεβασμού και θρήνου. Δεν υπάρχουν άνθρωποι-απορρίμματα, που μετά τη χρήση και εκμετάλλευσή τους σα σκουπίδια να θάβονται σε “ανθρώπινες χωματερές”. Για εμάς δεν υφίσταται η διάκριση ανάμεσα σε “εμείς” και “άλλοι”. Για εμάς υφίσταται μόνο το ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!»

Μια υπερπροσπάθεια, όχι χωρίς προβλήματα: Σε δελτίο τύπου πριν 10 μέρες, προειδοποιούν κάθε υπεύθυνο:

(από το ιστολόγιο του δικτύου)

«Αν δεν αποφασίσετε να λάβετε τα απαιτούμενα μέτρα για  να προστατέψετε το επιτυχημένο μέχρι στιγμής εγχείρημα του ΠΙΚΠΑ, η προσπάθεια  μας  τίθεται  και κίνδυνο και η διακοπή  της  θα  καταστεί  αναπόφευκτη.

Εμείς  δεν θα  ρισκάρουμε όμως  ούτε  τις  ζωές  των προσφύγων, ούτε τον κόπο  τόσων  συμπολιτών μας. Θα θέλαμε λοιπόν να γίνει ξεκάθαρο προς κάθε κατεύθυνση ότι σε 10 ημέρες  αποσυρόμαστε από το ΠΙΚΠΑ εάν δεν γίνουν πράξη οι όροι  που σας θέσαμε από την πρώτη στιγμή  για  την συνέχιση του εγχειρήματος .Οδηγούμαστε στην απόφαση αυτή με αίσθηση ευθύνης και σεβασμό προς τους πρόσφυγες  που θα  μας  έχουν δίπλα  τους με  κάθε  τρόπο.

 Να  είστε έτοιμοι λοιπόν  να  αναλάβετε  τις  ευθύνες σας  απέναντι σε όλους  εμάς  αλλά και κυρίως να  αναζητήσετε  λύσεις  για  αυτή την νέα ανθρωπιστική κρίση που θα δημιουργήσει για μία ακόμη φορά η αναλγησία σας.»

Εκεί που το φιλότιμο και η προσφορά περισσεύουν…

(από την εφημερίδα «Εμπρός»)

Μια μέρα στη ζωή ενός εθελοντή στο ΠΙΚΠΑ
«Από την μέρα που άνοιξε η Νεάπολη, επειδή μένω κοντά στην κατασκήνωση, δραστηριοποιούμαι στην διάθεση του πρωινού στους μετανάστες. Φτιάχνω στο σπίτι καθημερινά μερικά λίτρα τσάι που το μεταφέρω στην κατασκήνωση στις 8. Εκεί με την βοήθεια ενός άλλου εθελοντή, και ενός μετανάστη προσφέρουμε εκτός απ’ το τσάι  ό,τι άλλο (για πρωινό, όπως κέικ, σάντουιτς, αυγό, ψωμί, ελιές κ.ά.) έχουν φέρει προς διάθεση στην κατασκήνωση άλλοι εθελοντές. Αν το προς διάθεση φαγητό είναι λίγο, δίνουμε προτεραιότητα στα μικρά παιδιά, ώστε να πιούν ένα γάλα και να φάνε μερικά μπισκότα και ένα πορτοκάλι. Επίσης η σύζυγός μου πολλές φορές μαγειρεύει φαγητό και το δίνει στους εθελοντές που επιμελούνται το μεσημεριανό ή το βραδινό φαγητό.»

Στρατής Πόθας, εθελοντής στο χώρο των κατασκηνώσεων του ΠΙΚΠΑ,
όπου διαμένουν 120 περίπου άτομα, υπήκοοι Αφγανιστάν, Συρίας και Σομαλίας.

Ζητούνται εθελοντές για «Το χωριό του όλοι μαζί»

(Από το http://www.lesvosreport.gr)

[…] Δυστυχώς όμως, όπως τονίζεται, οι ανάγκες για να συνεχιστεί με επιτυχία η προσπάθεια αυτή μεγαλώνουν καθημερινά. «Για να μπορέσουμε από εδώ και πέρα να σταθούμε αλληλέγγυοι σε συμπολίτες μας που βρίσκονται σε ευάλωτη και σε δυσχερή θέση (άστεγους, πρόσφυγες κλπ.) χρειαζόμαστε ακόμα περισσότερα χέρια να μας βοηθήσουν. Και ξέρουμε πως είναι πολλοί αυτοί που θέλουν να προσφέρουν εθελοντική εργασία».
Θα δημιουργηθούν εθελοντικές ομάδες ανάλογα με τους τομείς ενδιαφέροντος Υγεία, Σίτιση, Προσφυγικό κλπ.
Όσον αφορά το εγχείρημα του ΠΙΚΠΑ γίνεται προετοιμασία για ένα ενδεχόμενο νέο κύμα αφίξεων προσφύγων με ομάδες εθελοντών που θα ενημερωθούν για το προσφυγικό και θα είναι έτοιμες να στηρίξουν τον χώρο φιλοξενίας όταν υπάρξει ανάγκη.
Όσοι λοιπόν ενδιαφέρονται μπορούν να επικοινωνήσουν με τα μέλη του δικτύου: Έφη Λατσούδη (6976234668), Ευγενία Ηλιάδου (6974923573), Φωτεινή Μήτσου (6978640670).
«Η Αλληλεγγύη και η Συμμετοχή είναι το μοναδικό μας όπλο ενάντια στην κρίση».

*το δίκτυο, πήρε το όνομά του από το ομώνυμο παραμύθι του Σωκράτη Μαντζουράνη που εκδόθηκε πρόσφατα.

***

Αντίδοτο στη ζοφερή επικαιρότητα…

Ξεβράζει φρίκη…

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012 | Του Στρατή Μπαλάσκα, από το Εμπρός

Μια ακτή σπαρμένη με σημάδια μιας ζωής κάποτε… Ρούχα, χαρτιά – ψεύτικα ή αληθινά, ποιος νοιάζεται πια -, μια πλαστική μπάλα πάνω σε κάποια φύκια, ένας ταξιδιωτικός οδηγός από τα αραβικά, ή κάτι τέτοιο, στα αγγλικά, «English on trip» γράφει, μούσκεμα από το θαλασσινό νερό. Μυρίζει θάνατο στην παραλία της Θερμής, από τα Νησέλια μέχρι το Πεταλίδι… Θάνατος σπαρμένος στην ακτή, νεκροί σα ριγμένοι καταγής από εκτελεστικό απόσπασμα. Ο ένας μετά τον άλλον. Άνθρωποι ήταν κάποτε, λαθραίοι μια ζωή, λαθραίοι και στο θάνατο… Σπαρμένοι είπαμε… Δεν ξέρεις τι λογής θανατικό είναι ετούτο με τους νεκρούς, 21 ως τα τώρα, να βρίσκονται όλοι με το πρόσωπο χωμένο στο νερό ή χωμένο στην άμμο… Θαρρείς και μέσα από ετούτα τα κουφάρια θα γεννηθεί η ελπίδα… Ελπίδα σε τι…

Κάποτε ήταν άνθρωποι. Γεροί, δυνατοί, που τόλμησαν να τα βάλουν με την τύχη τους και να ψάξουν να τη βρουν στη Δύση. Κάποιος τους είπε ότι στα δυτικά είναι η γη της Επαγγελίας. Την Πέμπτη προς Παρασκευή το βράδυ, κινήσανε για το επόμενο βήμα προς τη γη ετούτη που πίστεψαν για λυτρωμό. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε… Η βάρκα που θα τους περνούσε στην αντικρινή ακτή, ανατράπηκε…

Το μεσημέρι της Παρασκευής, ένα παγωμένο κορμί που πάλευε να ζήσει, βρέθηκε από τις αστυνομικές λιμενικές αρχές. Η είδηση έκανε το γύρο των μέσων ενημέρωσης. Ένας άνθρωπος στη θάλασσα δείχνει το δρόμο για την τραγωδία που έρχεται…

Και το πρωί του Σαββάτου η φρίκη ήταν παρούσα… Σε όλη την ακτή της Θερμής… Ως τα χτες, 21 νεκροί. Αγνοούμενοι ακόμα εννιά. Ανάμεσά τους, δυο γυναίκες και ένα παιδί.

Πληροφορίες από το διασωθέντα
Ο 16χρονος, κατά δήλωσή του, Μορτεζά από το Αφγανιστάν, ο διασωθείς του ναυαγίου που νοσηλεύεται φρουρούμενος στο Νοσοκομείο της Μυτιλήνης, μίλησε χθες αποκλειστικά στην «ΕΡΑ Αιγαίου» και στο δημοσιογράφο Ηλία Μαραβά. Οι πληροφορίες που έδωσε, συγκλονίζουν. Ξεκίνησαν, λέει, στις 7:30 το απόγευμα της Πέμπτης από την Κωνσταντινούπολη. Περίπου στις 2 μετά τα μεσάνυχτα προς Παρασκευή, μπήκαν σε μια βάρκα.

Ξανοίχτηκαν και κάποια στιγμή βρέθηκαν στη θάλασσα. Ο νεαρός σώθηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο.

Οι υπόλοιποι χάθηκαν στα παγωμένα νερά.

Στην προσπάθεια συλλογής των νεκρών, βοήθησαν σημαντικά εθελοντές της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης και του Συνδέσμου Εφέδρων Καταδρομέων, αλλά και μεμονωμένοι πολίτες, ενώ υπεράνθρωπη ήταν η προσπάθεια των στελεχών του Λιμενικού Σώματος, που επιχειρούσαν με μέσα που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λόγω συνεχών τεχνικών προβλημάτων, που αδυνατούν να επισκευάσουν λόγω έλλειψης κονδυλίων, αλλά και κυριολεκτικά μετρώντας τα διαθέσιμα καύσιμα με το σταγονόμετρο, για τον ίδιο λόγο και αυτά.

Και τώρα, τα δύσκολα των κηδειών…

Πώς θα ταφούν οι σοροί των 21 ως τα τώρα νεκρών και όσων θα ξεβράσει ακόμα η θάλασσα;

Το ερώτημα αυτό πλανιέται από το Σάββατο ακόμα ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν. Την αδυναμία να πληρωθούν με κάποιο τρόπο τα έξοδα της κηδείας των άτυχων ανθρώπων που πνίγηκαν στο δρόμο προς τη Μυτιλήνη.

Κι αυτό γιατί κανείς δε δηλώνει αρμόδιος και φυσικά κανείς δε διαθέτει το απαιτούμενο ποσό. Πληροφορίες φέρουν ιδιοκτήτες γραφείων τελετών να αναλαμβάνουν ο καθένας τη δωρεάν κηδεία όσων από τους νεκρούς μπορούν.

Πάντως, έως χθες παρέμενε άγνωστο το πότε θα ταφούν, αφού οι απαιτούμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι κυριολεκτικά «βουνό». Έως χθες, πάντως, οι σοροί βρίσκονταν σε νεκροθαλάμους του Νοσοκομείου, του Κέντρου Υγείας Καλλονής και σε ιδιωτικούς τέτοιους χώρους.

Διαβάστε ακόμα:

Από το Εμπρός:

Τραγωδίας συνέχεια…

Από το ιστολόγιο «Στην Απέναντι Όχθη»:

Φτωχών μεταναστών πάσα γη τάφος

Από το πολύ καλό χιώτικο ιστολόγιο www.aplotaria.gr, άρθρο του Στέλιου Κραουνάκη:

Ανθρωποφαγία στα ΜΜΕ με το ναυάγιο με τους νεκρούς πρόσφυγες στη Λέσβο

***

Για την ενίσχυση του δικτύου «το χωριό του Όλοι Μαζί», διοργανώνεται στις 29-30/12, μπαζάρ Αλληλεγγύης , από την Εταιρεία Πολιτιστικής Ανάπτυξης – ΠΟΛΙΑΝΑ, με συμμετοχή και του δικτύου ανταλλαγής «Ήλεκτρο». Το μπαζάρ, που γίνεται για τους συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη, θα ξεκινήσει στις 7 το απόγευμα του Σαββάτου με προβολή μικρού μήκους ταινίας, ντοκυμαντέρ και φωτογραφιών της Έφης Λατσούδη και του Στέλιου Κραουνάκη, ενώ πρόκειται να ακολουθήσει συζήτηση. Στις 8:30, η σαξοφωνίστας Ειρήνη Παπανικολάου θα παίξει ζωντανά μουσική.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός", μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Για τη ρατσιστική επίθεση στο νοσοκομείο μας

Posted by tofistiki στο 03/12/2012

Μια ανακοίνωση που τιμάει το λειτούργημά τους αλλά και τη Μυτιλήνη. Ένα μεγάλο μπράβο αξίζει σ’ αυτούς τους γιατρούς! Διαβάστε όλη την ανακοίνωση στο ιστολόγιο της Ένωσης Ιατρών ΕΣΥ Λέσβου.

ΕΝΩΣΗ ΙΑΤΡΩΝ Ε.Σ.Υ. ΛΕΣΒΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ.

ΓΙΑ ΤΗ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΑΣ

Στις 26 Νοεμβρίου οι γιατροί του Γ.Ν. Μυτιλήνης μείναμε έκπληκτοι όταν αντικρίσαμε φυλλάδιο της φασιστικής Χρυσής Αυγής με φωτογραφίες παιδιών μεταναστών, ασθενών της παιδιατρικής κλινικής του νοσοκομείου μας και των γονέων συνοδών τους, με τη συνοδεία κειμένου με ρατσιστικό και χυδαίο λόγο κατά των μεταναστών! Πέρα από το πόσο ανήθικα και παράνομα χρησιμοποιούνται φωτογραφίες παιδιών για να προωθηθεί το ρατσιστικό δηλητήριο, στο κείμενο περιέχεται αντιεπιστημονική πληροφόρηση για δήθεν μετάδοση ασθενειών από τους μετανάστες, όπως και δυσφήμιση για τις συνθήκες νοσηλείας στο νοσοκομείο μας, όπου παρά την τεράστια έλλειψη προσωπικού οι εργαζόμενοι δίνουν μάχη για να παρέχονται οι καλύτερες δυνατές υπηρεσίες με την υπάρχουσα κατάσταση.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 470 επιπλέον λέξεις

Posted in Επιστήμη, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Leave a Comment »

Ο προπάππος μου, ο λαθρομετανάστης

Posted by tofistiki στο 08/02/2011

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» που αποτελεί βιογραφία του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στον παππού του ποιητή, Μιχάλη Αβραμάκο (τον προπάππο δηλαδή του Δημήτρη Σαραντάκου). Οι ομοιότητες των συνθηκών που περιγράφονται στο τέλος του κειμένου με τις σημερινές συνθήκες που βιώνουν οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ανατριχιαστικές: Κι όμως, έχουν περάσει από τότε πάνω από 120 χρόνια…

Ο παππούς

Στην οικογένεια, και μετά το γάμο του Δημήτρη, δέσποζε η φυσιογνωμία του παππού, που ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε και λίγα γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και μικρό παιδί ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία σαρανταδύο χρονών. Τον αναστήσανε, αυτόν και τις τρεις αδερφάδες του, η μάνα του και η κυρούλα του (η γιαγιά του). Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πρωτοστάτησε στη μεγάλη εξέγερση του 1862, κατά του ‘Οθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε,  ο πατέρας του ο Σαράντος, δεν πήγαινε παρακάτω. Πρωτοστάτησε κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, τους οποίους προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στο γιο του, Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Όπως ανέφερα πιο πάνω, για το φόνο του Σαρκάκου καταδικάστηκε σε εννιά χρόνια φυλακή, αλλά έκανε μόνο τα τρία, γιατί το 1892 πήρε χάρη από το βασιλιά. Το περίεργο είναι πως μετά το σταμάτημα του γδικιωμού η Σαρκίτσα αυτή, που την είχε τραυματίσει, έγινε ψυχαδελφή του, στάθηκε ως το τέλος της ζωής του ένθερμη και πιστή φίλη του και στην κηδεία του τον μοιρολόγησε η ίδια.

Ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα, παρά τις πενιχρές του γνώσεις, έμαθε γράμματα στον Μπεηζαδέ τον Γιαννακούρο, ένα συμπατριώτη του φυλακισμένον επίσης για την ίδια υπόθεση. Η πρώτη φράση που έγραψε ο μαθητής, χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου ήταν: «Και τώρα, Μιχάλη, σ’ έχω χεσμένο!» Μέσα στη φυλακή έκανε το ράφτη, φτιάχνοντας κυρίως παντελόνια που πουλούσε στους άλλους φυλακισμένους, εξασφαλίζοντας έτσι ένα χαρτζιλίκι. Σώζεται ένα γράμμα του που έστειλε από τη φυλακή στη μάνα του, με ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1876, στο οποίο φαίνεται η αγωνία του για την άσκημη οικονομική θέση της φαμίλιας του. Στο γράμμα αυτό δίνει εντολές για το πούλημα ορισμένων απομακρυσμένων χωραφιών και συμβουλεύει το σταμάτημα της έχθρας με τους αντιπάλους τους.»

Στα δύσκολα κι ατέλειωτα χρόνια της φυλάκισης του, η γυναίκα του η Τασία, αναδείχτηκε η πραγματική κολόνα του σπιτιού. Φρόντιζε την κόρη της τη Μηλιά και το γιο της που ήταν νήπιο, την πεθερά της, το νοικοκυριό, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε τρεις μήνες ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της. […] Παράλληλα προσπάθησε να συνεφέρει το νοικοκυριό του. Όταν πάντρεψε την κόρη του τη Μηλιά με τον Δημήτρη τον Καπερνάρο από το Βαχό και κατόπιν το γιο του τον Δημήτρη με την Ισαβέλλα, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη, για τα μέτρα της εποχής, ηλικία του, (είχε πια περάσει τα σαράντα), να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του λήγοντος αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα απ’ όπου με καΐκι πέρασε στη Φλώριδα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σαν σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου το πρωί δούλευε πλένοντας πιάτα σε ένα μαγέρικο και το βράδυ έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών που τα λέγανε πινότσι, έξω από τους πρωτοεμφανισθέντες τότε κινηματογράφους. Ζούσε μαζί με πέντε άλλους μετανάστες σε ένα άθλιο ημιυπόγειο δωμάτιο και αντιμετώπιζε συνεχώς κάθε είδους απειλές και ταπεινώσεις. Γιατί όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε τρία περίπου χρόνια και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθειά τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει λαθραία σε ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση: «Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζούνε σαν σκυλιά».

  

Εργάτες σιδηροδρόμων στην Αμερική των αρχών του αιώνα 

Η ανάρτηση έγινε με αφορμή το εξαιρετικό άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά με τίτλο «ο παππούς μας ο λαθρομεταναστης»,  που αναδημοσιεύσαμε προχτές.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Της Μάνης, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ένα μητροπολίτης γράφει για τον φράχτη στον Έβρο

Posted by tofistiki στο 07/02/2011

Το παρακάτω άρθρο είναι δημοσιευμένο στην επίσημη ιστοσελίδα της Μητρόπολης Αλεξανδρουπόλεως και υπογράφεται από τον ίδιο τον μητροπολίτη Άνθιμο (όχι τον μεταναστοφάγο της Θεσσαλονίκης, συνωνυμία είναι). Το βρήκα στα ΝΕΑ, το παραθέτει αυτούσιο ο Γιάννης Χάρης στη στήλη του και, όπως γράφει κι εκείνος, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από κάποιον που είναι για τα καλά μέσα στο χορό, άρα σύμφωνα με την αντίληψη μερικών… δικαιούται δια να ομιλεί. Και μακάρι να υπήρχαν πολλές τέτοιες φωνές (ή μήπως υπάρχουν αλλά φιμώνονται από τα μμε; ) να πουν το προφανές, το ηθικά σωστό, το ανθρώπινο:

Άρθρο περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο.

«Ζούμε, όσοι κατοικούμε στον Έβρο, το δράμα της εισόδου των λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Για την πατρίδα μας, το γεγονός αυτό είναι πρόβλημα που το διαπιστώνει αργότερα η πρωτεύουσα. Για μας όμως, τους Εβρίτες, είναι ένα καθημερινώς επαναλαμβανόμενο δράμα.

Αναφέρομαι στην αθρόα προσέλευση τόσων ανθρώπων, που άλλοτε κουβαλώντας στην πλάτη τους προσωπικές και εθνικές τραγωδίες κι άλλοτε τα βρέφη στην αγκαλιά τους, περνούν τα σύνορα, κακοποιημένοι, άρρωστοι με σοβαρές αρρώστιες, εξουθενωμένοι, μουσκεμένοι από τα νερά του ποταμού Εβρου.

Παλιότερα όσους πνίγονταν στα ορμητικά νερά του και τους ξέβραζε η θάλασσα, τους μετέφεραν στο νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως. Είχα στείλει τότε μια αυτοσχέδια ευχή, επειδή μου ζητήθηκε, για να διαβάζεται στο νεκροτομείο, στην περίπτωση που δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί από την περιτομή, η θρησκευτική προέλευση του νεκρού.

Ζήσαμε, πριν χρόνια, την αποκοπή, σε ναρκοπέδιο, των κάτω άκρων δύο 17χρονων παιδιών τα οποία φιλοξενήσαμε στο γηροκομείο της Μητροπόλεως για δύο χρόνια. Τελικά, τους αγοράσαμε τεχνητά μέλη, κατάφεραν να περπατήσουν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου εργάζονται μέχρι σήμερα.

Αυτός ήταν ο λόγος που, παραβλέποντας την εθνική μας ασφάλεια, συμφωνήσαμε να «σηκωθούν» τα ναρκοπέδια, γεγονός που κάποιοι αφελείς τότε χαιρέτησαν σαν αντιπολεμική κίνηση, λες κι αυτή θα μπορούσε ποτέ να γίνει μονομερώς!

Τα τελευταία δύο χρόνια το φαινόμενο εντάθηκε. Οι λαθρομετανάστες έρχονται κρατώντας πλαστικοποιημένη στα χέρια τους τη σελίδα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που προβλέπει τα δικαιώματά τους. Μόλις παραδοθούν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, την επιδεικνύουν ζητώντας απαιτητικά την εφαρμογή της.

Απορούσαμε για την κοντόφθαλμη πολιτική της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων «ανθρωπιστικών» φορέων που μας ζητούσαν «τα ρέστα». Η άριστη συμπεριφορά των συνοριοφυλάκων και των αστυνομικών, που συνόδευαν τους λαθρομετανάστες στα νοσοκομεία Διδυμοτείχου και Αλεξανδρουπόλεως για την θεραπεία τους από τις ποικίλες μεταδοτικές ασθένειες και η «εξ ιδίων» τους εξασφάλιση τροφής και ρούχων, θεωρήθηκε ανεπαρκής. Γι’ αυτό ήρθε η FRONTEX. Πολύς λόγος για το τίποτε…

Τέλος πάντων, ποια θα είναι η πολιτική της χώρας μας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, δεν θα την καθορίσω εγώ. Δεν μπορώ, όμως, να μείνω απαθής μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκ νέου απάνθρωπης συμπεριφοράς. Μου εξομολογήθηκαν παλιότερα αστυνομικοί, τις ενοχές που ένιωθαν όταν επαναπροωθούσαν πυροβολώντας τους λαθρομετανάστες, καθώς βρίσκονταν στη μέση του ποταμού. Φοβάμαι ότι και τώρα θα ζήσουμε τραγωδίες και διόλου δεν θα μειώνει την σκληρότητά τους το γεγονός ότι θα τελούν υπό τις «ευλογίες» της ΕΕ.

Δηλαδή, τι; Όταν στοιβαχτούν οι λαθρομετανάστες στο ελληνικό ρείθρο του ποταμού, πίσω από το συρματόπλεγμα, καθώς θα χιονίζει, ή όταν φουσκώνουν τα νερά, οι άνθρωποι αυτοί θα παραμένουν εκεί νηστικοί και μουσκεμένοι για να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν πίσω στην Τουρκία; Δεν είναι λύση αυτή, τουλάχιστον πολιτισμένη. Και εμείς θα τους βλέπουμε απαθείς να πνίγονται ή να λιμοκτονούν ή να μαστίζονται από τα κουνούπια;

Βεβαίως, το κύμα αυτό πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας. Φυσικά, η χώρα μας δεν έχει ατελείωτες δυνατότητες φιλοξενίας. Μα, όπως, τα σύνορα διασφαλίζονται από το στρατό, μόνο όταν εκλείψει και η έσχατη διπλωματική και πολιτική προσπάθεια, το ίδιο να συμβεί και τώρα.

Η καταφυγή σε εκβιαστικούς τρόπους, σε απάνθρωπες τακτικές και σε εξευτελιστικές για την ανθρώπινη προσωπικότητα μεθόδους, που θα αποβούν μομφή για τον πολιτισμό μας- τουλάχιστον τον ελληνικό- δεν είναι λύση. Το συρματόπλεγμα δεν είναι λύση. Είναι απέλπιδα προσπάθεια, εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία, που παραπέμπει σε άλλες περιοχές και σε άλλες εποχές…»

 

Η παρακάτω ευρηματική αφίσα, είναι του Antista/Chef:

  

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, μετανάστες, πρόσφυγες | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: