Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Εφτά ευτυχισμένα -και τυπωμένα πλέον- καλοκαίρια

Posted by tofistiki στο 15/12/2018

Μετά από πολύχρονη αδράνεια και σιγή του ιστολόγιου, με μεγάλη συγκίνηση, παρουσιάζω, στην έβδομη επέτειο του θανάτου του, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου, με τίτλο «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» που μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αρχείο. 
Ένα βιβλίο του οποίου αποσπάσματα έχουν δημοσιευτεί πολλές φορές εδώ και στο ιστολόγιο του Νίκου, αλλά που το «χρωστάγαμε» στη μνήμη του να βγει και στο χαρτί, το ήθελε τόσο πολύ…
Στην καλοφτιαγμένη σελίδα των εκδόσεων, μπορείτε να «ξεφυλλίσετε» ψηφιακά το πρώτο κεφάλαιο, μια ιδέα που βρίσκω εξαιρετική για κάθε βιβλίο.

Οπωσδήποτε, η δική μου γνώμη δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, αλλά το θεωρώ από τα καλύτερα που έχει γράψει, μαζί με τον «Άγνωστο ποιητή Άχθο Αρούρη» που έγραψε για τον πατέρα του και τον «Βενετσιάνικο καθρέφτη»
Νομίζω όμως, πως είχε μεγάλο ταλέντο στο να αναδεικνύει στα γραφτά του, τα απλά αλλά σημαντικά μέσα στην καθημερινότητα, αυτά τα μικρά-μικρά που μαζεύονται και συνιστούν τις αναμνήσεις μας και την ύπαρξή μας…

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Νέες εκδόσεις | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Για το Μιχάλη Σκοπελίτη, που έφυγε…

Posted by tofistiki στο 31/03/2015

Χτες έλαβα από την Κική το παρακάτω κείμενο, ήταν πολύ λυπημένη, λιγοστεύουν οι φίλοι…

 

fandadoΕτοιμαζόμουν να περπατήσω στον ήλιο,
όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Είδα το νούμερο και το κάλεσα,
ήξερα τι θα μου ‘λεγε η Ανθούσα,
από την Πέμπτη μάς ήρθε το νέο:
Ο Μιχάλης ‘της Σούλας’ είναι σε κώμα…

– Κοιμάμαι δίπλα του, μού σφίγγει το χέρι,
είπε, όταν της τηλεφώνησα πως την σκέφτομαι…

– Δεν μπορώ να έρθω εκεί,
μεγαλώσαμε, βρέχει…
Φίλησέ τον και μην το ξεχάσεις:
«Το καλοκαίρι, θα συναντηθούμε»

η μόνιμη ‘επωδός’ …

Έτσι, λοιπόν!
Πάει κι ο Μιχάλης ο Σκοπελίτης, «πλήρης ημερών»…

Ο Μιχάλης που κατάφερε ν αλλάξει τη μοίρα του,

την πορεία της ζωής του,
να ξαναπλάσσει τον εαυτό του, μεταλλάσσοντας τον…

Κι εμείς, νιώθουμε τυχεροί που τον γνωρίσαμε, 

για τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε κοντά του,
για τις εκδρομές μας, σε άγνωστά μας λιμανάκια, απόκρυφα
ή σε πανύψηλες απόκρημνες βουνοκορφές του νησιού…

Και για τις νύχτες με την Πανσέληνο, στα Τσαμάκια,
παρέα με τον Μίμη και τη φυσαρμόνικά του,

τη Σούλα και το καλαθάκι της με τις φράουλες
– απ το δικό τους το χωραφάκι-
την Ανθούσα με τα τραγούδια της,

κι εμένα, να τριγυρνάω ανάμεσά τους,
απαθανατίζοντας τις στιγμές,
να «παγώνω» τον χρόνο,
που κυλά ασταμάτητα,
όπως τα κύματα στην ακρογιαλιά…

-Αντίο, λοιπόν, Μιχάλη, που φεύγεις…
Σ’ευχαριστούμε για τη φιλία σου!
-Κουράγιο, μεγάλο κουράγιο, Σούλα, που μένεις…

Κική Σαραντάκου

*Στη φωτογραφία η Σούλα, η Κική, ο Μιχάλης κι ο Μίμης, στο Φαντάδο.

 

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

4η Αυγούστου 1952

Posted by tofistiki στο 04/08/2014

Σαν σήμερα το 2011, είχα αναρτήσει ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου με τίτλο “Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, στο οποίο περιγράφει πολύ γλαφυρά και νοσταλγικά πώς γνώρισε τον έρωτα της ζωής του, την Κική, στις 4 Αυγούστου του 1952. Στο τέλος, έκανα μια ευχή που δυστυχώς δεν βγήκε. Σήμερα, δημοσιεύω τη συνέχεια του κειμένου.

Το τέταρτο Καλοκαίρι (1952)

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό. Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά, ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ, στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.
Για μένα το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις
κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το
κάλεσμά σου.
Το καθοριστικό και το θαυμάσιο
είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα!*

Το βράδυ, στο συνοπτικό ημερολόγιο που κρατούσα, σημείωσα:
“Μια μέρα σταθμός. Γνώρισα μια κοπέλα που μου κάνει. Τη λένε Κική. Μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Γράφει ποιήματα και θέλει να σπουδάσει χημικός. (Πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα!)”. […]

Με τα παραπάνω λόγια, τέλειωνε η ανάρτηση του 2011, ακολουθεί τώρα η συνέχεια του κεφαλαίου:

Όλη τη νύχτα δε μου κόλλαγε ύπνος. Επηρεασμένος κι από το φεγγάρι, που σε λίγο θα γινόταν πανσέληνος, τη συλλογιζόμουν διαρκώς. Ήθελα να την ξαναδώ, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τι θα γινόταν παραπέρα. Φοβόμουν μήπως τα κάνω πάλι θάλασσα. Παρά τη φαινομενική ζωηράδα μου, στις σχέσεις μου με το άλλο φύλο ήμουν γενικά αδέξιος και ουσιαστικά άτολμος. Μπορεί δεκαπέντε χρονών να φίλησα για πρώτη φορά κορίτσι, τη γλυκιά εκείνη Αγλαΐτσα, αλλά ήταν το μοναδικό. Δεν υπήρξε συνέχεια και από το νησί έφυγα παρθένος και ερωτευμένος με την πρώτη μου αγάπη. Ξαναθυμήθηκα τα βάσανα της ερωτικής μου απογοήτευσης, που άργησαν πολύ να επουλωθούν και έτρεμα στην προοπτική μιας επανάληψης.

Στο χρόνο που πέρασε μπορεί να ρίχτηκα με τα μούτρα στις γυναίκες, αλλά μόνο σαρκικά, γιατί απέφευγα την παραμικρή συναισθηματική εμπλοκή μαζί τους. Ως τη χτεσινή μέρα δεν ένοιωθα έτοιμος να βάλω άλλο κορίτσι στο βάθρο, από το οποίο κατέβηκε μόνη της η παλιά μου αγάπη. Οπωσδήποτε είχα συνέλθει από την ερωτική μου απογοήτευση. Για μένα είχε κλείσει οριστικά αυτή η ιστορία,  αλλά αισθανόμουν κενό μέσα μου και ζούσα σε μια κατάσταση απροσδιόριστης ερωτικής αναμονής και προσδοκίας. Το ποίημα του Ουράνη ανταποκρινόταν στα συναισθήματα που ένοιωθα τότε. Καρτερούσα με τα μάτια στυλωμένα στους νεκρούς δρόμους, περιμένοντας να φανεί η αγάπη. Δεν είχα πάψει να ελπίζω πως κάποτε θα συναντούσα τη γυναίκα που περίμενα, το κορίτσι, που, κατά κάποιον τρόπο, μου το χρωστούσε η ζωή.

Είχα τότε γράψει ένα ποίημα μ΄ αυτό το θέμα:

Πιστεύω ακράδαντα πως θα ΄ρθεις κάποια μέρα.
Δεν ξέρω αν θα ΄ναι αύριο ή του χρόνου
ένα μονάχα ξέρω, πως θα΄ρθείς

Ίσως να σε γνωρίσω στο εργαστήριο
σφιγμένη μεσ΄στην μπλούζα να δουλεύεις
και δοκιμαστικούς σωλήνες να κρατάς.

Ίσως σε δω στο δρόμο σαστισμένη
απ΄την κοσμοπλημμύρα της βραδιάς
από τα φώτα κι από τους θορύβους.

Δεν αποκλείεται και να σ΄ αντικρίσω
μιαν ώρα ταραγμένη και θολή
σε ταραχές ή σε συλλαλητήρια,
μέσα στις φασαρίες και στις φωνές….

Δεν έχει σημασία πού θα σε βρω.
Ξέρω μονάχα πως θα σε γνωρίσω,
όπως και μ΄όποιαν όψη κι αν σε δω.

Θα ΄ναι το βλέμμα σου γεμάτο καλοσύνη
και θα ΄χεις ένα γέλιο παιδικό.
Ίσως να ΄χεις κοτσίδες τα μαλλιά,
που κάποτε θα σκύψω να φιλήσω.

Τα χέρια σου θα ΄ναι μικρούλια και ζεστά
και μέσα στα δικά μου θα τρυπώνουν.
Ξέρω πως θα ΄ναι το κορμί σου λυγερό,
όπως της Λυγερής των τραγουδιών μας…

(η συνέχεια έχει χαθεί)

Πριν ξεκινήσουμε για τη Σουβάλα είχα δει ένα θαυμάσιο σουηδικό φιλμ, ενός καινούργιου, άγνωστου, σκηνοθέτη, του Ίγκμαρ Μπέργκμαν, το “χόρεψε ένα καλοκαίρι” που με μάγεψε. Διάβασα επίσης την “Ανθρώπινη Δουλεία” του Σόμερσετ Μωμ, ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, γιατί μιλούσε για έναν άτυχο βασανιστικό έρωτα, που μονάχα όταν ο νεαρός συνάντησε το κορίτσι που του ταίριαζε, γιατρεύτηκε οριστικά. Θα ήμουν κι εγώ το ίδιο τυχερός; Δε θα άντεχα να δευτερώσει το κακό. Αν δε συναντούσα το κορίτσι που περίμενα, φοβόμουν πως θα καταντούσα κυνικός και πεζός, όπως ήταν ήδη πολλοί συνομήλικοί μου.

Το πρωί την άλλη μέρα η Κική με την Ολυμπία και την Ξανθίππη, ξανάρθαν στον κολπίσκο για μπάνιο. Αυτή τη φορά ανοιχτήκαμε οι δυο μας πολύ βαθιά και κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα. Δεν την ακούμπησα καθόλου, ούτε καν τυχαίως. Φοβόμουν μην την τρομάξω και τη χάσω. Κανονίσαμε πάντως να ξαναβρεθούμε το βράδυ, που είχε εσπερινό στο εκκλησάκι του Αη Γιάννη. Όπως μού ΄πε ήταν ορφανή από πατέρα κι όπως μ΄ άφησε να καταλάβω η μητέρα της ήταν πολύ αυστηρή και υπερπροστατευτική. Οι δουλειές της στο σπίτι, στην Αίγινα, την είχαν εμποδίσει  να παραθερίσει κι αυτή στη Σουβάλα (ευτυχώς, σκέφτηκα) αλλά την είχε υπό τη συνοδεία και την αυστηρή επιτήρηση δύο θειάδων της, που επί πλέον ήταν θρήσκες ή μάλλον θρησκόληπτες και την έσερναν μαζί τους σε λειτουργίες, εσπερινούς, ακόμα και σε όρθρους και αγρύπνιες.

Από τότε άρχισα να κάνω νερά, όσον αφορά τη συμμετοχή μου στη ζωή της  παρέας.  Άφηνα τους άλλους τρεις να πηγαίνουν μόνοι τους πεζοπορία ως το γειτονικό χωριουδάκι, ή να σκαρφαλώνουν στο βουνό ή ακόμα πιο κατακριτέο, να τα πίνουν στο μαγέρικο του Πετρίτη κι εγώ έτρεχα στα ξωκκλήσια, που αφθονούσαν στην περιοχή. Βέβαια η μικρή χωρητικότητά των ναϊδρίων αυτών επέτρεπε την είσοδο μόνο στα ευλαβέστερα από τα μέλη του εκκλησιάσματος. Οι λοιποί παρακολουθούσαμε την ιεροτελεστία απ’ έξω, μέσα στην ευωδία των πεύκων και των θυμαριών και στο μαγικό μούχρωμα της καλοκαιρινής βραδιάς.

Σε μια τέτοια βραδινή τελετή, τη δεύτερη μέρα της γνωριμίας μας, επωφεληθήκαμε από την προσήλωση των θειάδων στην ιεροτελεστία και καθίσαμε στα βράχια της ακτής κουβεντιάζοντας. Σουρούπωνε. Από τα απέναντι βουνά της Αττικής πρόβαλε η πανσέληνος, τόσο μεγάλη που έμοιαζε ψεύτικη. Ήτανε σχεδόν πορτοκαλιά, σαν τον ήλιο που μόλις είχε βασιλέψει στην άλλη άκρη του ορίζοντα, πίσω από τα βουνά της Κορινθίας. Η Κική, πιο ενήμερη στα θρησκευτικά δρώμενα από μένα, που, τα τελευταία δέκα χρόνια, στις εκκλησίες έμπαινα αποκλειστικά και μόνο για κοινωνικούς λόγους (γάμους, βαφτίσια, μνημόσυνα και κηδείες), με πληροφόρησε ότι οι επιτηρήτριές της είχανε δώσει στον παπά μακρύ κατάλογο με ονόματα πεθαμένων συγγενών τους να τα μνημονέψει και δε θά ΄βγαιναν από το εκκλησάκι αν πρώτα δεν τα άκουγαν, δηλαδή σε μιαν ώρα τουλάχιστον. Μου εξήγησε επίσης ότι η συχνότητα του μεσαιωνικού ονόματος Νεκτάριος οφειλόταν σ΄ έναν τοπικό άγιο, που μόνασε στο νησί στις αρχές του αιώνα.

“Είναι ο μόνος άγιος που έχουμε φωτογραφίες του” μου είπε γελώντας
Με υπόκρουση τη φωνή του παπά, που έλεγε συνεχώς και μονότονα

….Σπυρίδωνος, Ελένης, Πηνελόπης, Μαρίας και των τέκνων, Γεωργίου, Διονυσίου, Μαρδικούλας…..

κουβεντιάσαμε για χίλια δυο θέματα, σα να γνωριζόμασταν από χρόνια. Μια θερμή αίσθηση οικειότητας μας τύλιξε.

“Δεν έχω τι να σου δώσω για να θυμάσαι τη γνωριμία μας” της λέω, “γιαυτό θα σου χαρίσω εκείνο το αστέρι” και της έδειξα τον Αποσπερίτη, που έγερνε να βασιλέψει στη Δύση. Ήταν το μόνο άστρο που δεν είχε σκεπάσει το ασήμι της φεγγαράδας. Με μεγάλο χτυποκάρδι τόλμησα να της πιάσω το χέρι. Σαν ακούμπησα την  παλάμη μου στη ράχη του χεριού  της ήταν σα να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα από τον έναν στον άλλον. Ένοιωθα σα να ζούσα σε μια μαγεία. Αν με ρωτούσε κανείς εκείνη την ώρα πόσα δάχτυλά της κρατούσα στο χέρι μου δε θα μπορούσα να του πω ακριβή αριθμό. Η κουβέντα μαζί της μ΄ ευχαριστούσε. Μιλούσε ωραία κι είχε την αίσθηση του χιούμορ. Επισήμανα ακόμα πως, ενώ ήταν καλά ενημερωμένη αναφορικά με τη λογοτεχνία, ήταν μάλλον άσχετη με τα πολιτικά, γιατί όταν της είπα

“Γνωριστήκαμε μιαν αποφράδα μέρα, αλλά εμείς θα την κάνουμε τυχερή”

εκείνη δεν έπιασε τον υπαινιγμό και με ρώτησε τι το κακό έγινε στις 4 Αυγούστου. Της εξήγησα εν συντομία κι αυτή ήταν η πρώτη πολιτική συζήτηση που κάναμε.

Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά, ασημώνοντας όλο το τοπίο. Ξαφνικά κάποια στρογγυλή μαύρη σκιά άρχισε να σκεπάζει τον λαμπερό του δίσκο.

“Έχουμε έκλειψη σελήνης”, είπα στην Κική και παρακολουθήσαμε για αρκετήν ώρα το φαινόμενο. Ήταν πραγματικά ολική έκλειψη και κράτησε αρκετήν ώρα.

“Η γνωριμία μας άρχισε με σημαδιακά γεγονότα”, την πείραξα. Δεν απάντησε αλλά μού’ σφιξε πιο πολύ το χέρι.

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο οι άλλοι τρεις μου δήλωσαν πως “είχαν εξερευνήσει το νησί” και είχαν παρακολουθήσει την έκλειψη από το διάσελο της λοφοσειράς που βρίσκεται πίσω τους. Για να φτάσουν ως εκεί διασχίσανε το γειτονικό πευκόδασος, καβαλήσανε τη λοφοσειρά, είδανε πλήθος από ερειπωμένα εκκλησάκια σ΄ένα λοφίσκο, κατηφορίζοντας δε από την άλλη πλευρά βρήκαν απροσδοκήτως δρόμο ασφαλτοστρωμένο!

“Αυτό το νησί είναι μυστήριο”, μου΄πε ο Τάκης με ύφος εξερευνητή παρθένων εδαφών. “Αυτή η γυμνή παραλία σε ξεγελά. Στο εσωτερικό του είναι κατάφυτο”.

“Να πάρεις την καινούργια σου γνωριμία και να πάτε ως την πηγή, μέσα στο δάσος”, με συμβούλεψε με κάπως πονηρό χαμόγελο ο Στέλιος

“Αύριο κι όλας θα πάμε. Είναι του Σωτήρος και γιορτάζει εκείνο το ξωκλήσι εκεί πέρα”, τους έδειξα ένα άσπρο σημάδι στην ακτή. “Λέω να πάω στον όρθρο…”

Με κοίταξαν σχεδόν αποσβολωμένοι, αλλά δεν είπαν τίποτα. Μονάχα ο ξάδερφος μου είπε σιγανά “μαλάκα, δε μας είπες πως τά ΄φτιαξες με θεούσα”. Σ΄ αντίθεση με μας τους μεγαλύτερους, ο Μίμης χρησιμοποιούσε τη λέξη μαλάκα αφειδώς, σα να ήταν προσηγορικό.

Ξύπνησα πρωί πρωί πριν ακόμα φέξει, ετοιμάστηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και στις εξήμισι ήμουν μπροστά στο κάτασπρο εκκλησάκι. Ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος και η Κική με περίμενε καθισμένη στο ασβεστωμένο πεζούλι. Μου φάνηκε σαν κοριτσάκι με το εμπριμέ φουστανάκι της, τα σοσόνια και τα γοβάκια της. Από τα πανέρια των μικροπωλητών που ήταν αραδιασμένα εκατέρωθεν του δρόμου που οδηγούσε στο ναΐσκο, της αγόρασα ένα πανηγυριώτικο δαχτυλίδι. Το πήρε και το φόρεσε γελώντας. Οι θειάδες της είχαν πιάσει στασίδι από το χάραμα και δε θά ΄βγαιναν αν δεν σχολούσε η εκκλησιά. Έτσι όταν της πρότεινα να πάμε ως την πηγή, το Κουρέντι, στο γειτονικό δάσος, δέχτηκε πρόθυμα. Ανηφορίσαμε χωρίς να μιλάμε και όταν σε ένα ίσιωμα σταθήκαμε να πάρουμε ανάσα, είδαμε πως είχαμε ανεβεί αρκετά. Μέσα από τα πεύκα βλέπαμε τη δαντελένια ακτή, πέρα  από τη βαθυγάλανη θάλασσα τα βουνά της Σαλαμίνας και αριστερότερα μια συστάδα από μικρά νησάκια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε πεύκο, αψιθιά και θυμάρι. Άκουσα την πηγή να κελαρύζει εκεί κοντά και, πώς μου΄ρθε, άρχισα να της λέω το ποίημα του Θρασύβουλου Σταύρου:

Στο δρόμο που πηγαίναμε, μου λέει «διψώ»
-κι εγώ διψώ
 και πήραμε το δρόμο μεσ΄ στα ελάτια
να η εκκλησούλα, να η πηγή, ζωσμένες με κισσό,
δυο πέτρες είναι η πόρτα της, πεντέξι σκαλοπάτια
 φέρνανε στο νερό βαθιά. Και κατεβήκαμε κι οι δυο
 κι ήτανε μέσα μια δροσιά, κι ήταν μέσα μια ευωδιά
ολόγυρα χυμένη κι έμοιαζε η πηγούλα μ΄ εκκλησιά
που λειτουργιά προσμένει

Όταν έφτασα στους στίχους:

Κι εγώ γονάτισα στην πέτρα τη βρεμένη,
της πήρα μεσ΄ στα χέρια το κεφάλι
και την εφίλησα στο στόμα…

σταμάτησα την απαγγελία και την κοίταξα στα πανέμορφα μάτια της. Μέσα μου έτρεμα σαν το φύλλο. Δεν ήθελα να αποχωριστώ από τα μάτια αυτά. Ήξερα πως, αν και κείνη το ήθελε, από αυτή τη μέρα όλη η ζωή μου θα άλλαζε. Θα ήθελα να ξεκινούσαμε κάτι πιο ανώτερο από τη φιλία, πιο δυνατό από την αγάπη και πιο ολοκληρωμένο από τον σαρκικό έρωτα. Κάτι που να κρατήσει όλη μας τη ζωή. Το πήρα απόφαση και, πιάνοντας το κεφάλι της με τα δυο μου χέρια, τη φίλησα στο στόμα. Τη φίλησα με το απλό φιλί. Δεν ήθελα να τη φιλήσω όπως φιλιόμασταν με την Ιωάννα ή τη Σοφία. Ήταν τόσο άπραγη, που ίσως να τρόμαζε. Τα χείλια της ήταν δροσερά και γλυκά. Είχε κοκκινίσει αλλά δεν με απώθησε. Ψιθύρισε μόνο παιχνιδιάρικα

“Θα σε δείρω, ξέρεις”

Πήρα θάρρος και την ξαναφίλησα

“Μη με πάρεις για επιπόλαιο, μ΄ αυτό που θα σου πω, αλλά να ξέρεις, θέλω να είμαστε μαζί για όλη μας τη ζωή. Θέλω να σε παντρευτώ”

Την είδα πως τα είχε χάσει λίγο

“Πολύ δε βιάζεσαι;” μου είπε αμήχανα

Κατάλαβα πως παραξενεύτηκε. Δεν ήταν όμως από μέρους μου κάτι το άσκεφτο. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως είχα βρει το κορίτσι, που ονειρευόμουνα να βρω σ΄ όλη μου τη ζωή, τη γυναίκα, που θα γινόταν συντρόφισσα της ζωής μου ώσπου να μας χωρίσει ο θάνατος. Γυρίσαμε στο ξωκλήσι πιασμένοι από το χέρι, χωρίς να μιλάμε. Τα φιλιά που ανταλλάξαμε μας είχαν γεμίσει και κάνανε περιττές τις κουβέντες.

Το ίδιο απόγεμα συνειδητοποίησα πως οι διακοπές μας είχαν τελειώσει και πως αύριο θα φεύγαμε. Μ΄ έπιασε απελπισία. Έπρεπε να την ξαναδώ και να κανονίσω πώς θα αλληλογραφούσαμε. Μέσα μου είχα αποφασίσει να ξανάρθω το συντομότερο δυνατό στο νησί, προείχε όμως η εξασφάλιση του τρόπου να αλληλογραφούμε.

Τελικά το απόγεμα κατάφερα να τη δω. Ήταν και της  Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που ήταν τοπικό πανηγύρι και όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην παραλία. Μέσα σ΄ αυτή την ατμόσφαιρα χαράς και γλεντιού, εγώ γυρνούσα θλιβερός και συννεφιασμένος, ώσπου την είδα να κάνει βόλτα με τις φίλες της.  Με αρκετή δυσκολία καταφέραμε να ξεμοναχιαστούμε στην άκρη του λιμενοβραχίονα. Κανονίσαμε να της στέλνω τα γράμματα Ποστ Ρεστάντ στο όνομα μιας ξαδέρφης της, που ήταν λογοδοσμένη με κάποιον από τη Θεσσαλονίκη και είχε το ελεύθερο να αλληλογραφεί. Φυσικά θα έβαζα ως αποστολέα το όνομα του Σαλονικιού, αλλά χωρίς τη διεύθυνσή του. Έτσι η ξαδέρφη θα καταλάβαινε πως το γράμμα δεν ήταν για κείνη αλλά για την Κική. Της υποσχέθηκα πως θα ξαναρχόμουν σε ένα μήνα το αργότερο. Δε μπορέσαμε να αποχαιρετιστούμε όπως θέλαμε και μείναμε πολλήν ώρα να κοιταζόμαστε σιωπηλοί.

Ανακουφισμένος γύρισα στην παρέα, τα ήπιαμε στου Πετρίτη και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο, όπου με άλλους νεαρούς και κοπέλες, που είχαμε γνωρίσει στις δεκαπέντε μέρες της διαμονής μας, κάναμε πολύ κέφι και ακόμα περισσότερη φασαρία, αφού παίξαμε ως και μπιζ και τραγουδούσαμε σχεδόν ως τις δύο τα μεσάνυχτα, οπότε οι ηλικιωμένοι ένοικοι του ξενοδοχείου, «τα γερόντια», βγήκαν στα παράθυρα και με φωνές και βρισιές άφησαν τη συμπιεσμένη αγανάκτησή τους να ξεσπάσει.

 Την άλλη μέρα φύγαμε. Αυτή τη φορά πήραμε ένα καΐκι, που έκανε την τοπική συγκοινωνία με τον Πειραιά. Καθώς το πλεούμενο έβγαινε από το λιμανάκι, την είδα να βγαίνει  από το σπιτάκι όπου έμενε, στην πλαγιά του λόφου, που έκλεινε από τη δύση τον ορμίσκο και να κουνάει ένα μεγάλο μαντήλι. Έμεινε εκεί χαιρετώντας με, ώσπου η απόσταση μας εξαφάνισε.

Οι διακοπές μας είχαν τελειώσει, αλλά οι πέντε τελευταίες μέρες τους σημάδεψαν τη ζωή μου. Ξαφνικά όλα άλλαξαν, μέσα μου και γύρω μου. Ήταν σα να γίνηκε γιορτή. Ο ουρανός γέμισε αστέρια. Γυρίζοντας στο σπίτι μου ένοιωθα η καρδιά μου είχε μείνει πίσω στο νησί, πως η ζωή μου είχε σταματήσει σ΄αυτές τις μαγικές εσπέρες, που περπατήσαμε μαζί κουβεντιάζοντας.[…]

 
——————————————————————–
* Οι στίχοι, είναι από ποίημα της Κικής
Η παλιά φωτογραφία της Σουβάλας, είναι παρμένη από το www.souvala.gr

Posted in Αναμνήσεις, Περιοδικό | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Κλήδονας, τότε και τώρα

Posted by tofistiki στο 25/06/2014

Χτες το βράδυ, γιορτάστηκε με ένα ξέφρενο και αυθεντικά λαϊκό και «χειροποίητο» γλέντι, το έθιμο του Κλήδονα, στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η αγαπημένη αυτή γειτονιά του κέντρου της Αθήνας, είναι ενα ολοζώντανο κύτταρο, δείγμα του πώς μπορεί η αυτοοργάνωση των πολιτών να κάνει θαύματα.
klidonas
 
Με αφορμή τη χτεσινή γιορτή, αναδημοσιεύω το -σχετικό με το έθιμο και τον γιορτασμό του στο νησί- απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύτηκαν την εφημερίδα «Εμπρός» της Λέσβου.
 

[…] Τούτο το απόγεμα ήταν τελείως διαφορετικό από το χτεσινό, γιατί απόψε άνοιξαν τον κλείδωνα*. Ήταν 23 Ιουνίου. Δεν είχα ξαναδεί ν’ ανοίγουν τον κλείδωνα, έθιμο τελείως άγνωστο στην Αθήνα, κι ήμουν όλο περι­έργεια και ερωτήσεις.

Την προετοιμασία του κλείδωνα, που έγινε το προηγούμενο βράδυ, δεν την πήρα είδηση, καθώς με είχε απορροφήσει το παιχνίδι με τους καινούργι­ους μου φίλους.

Το σούρουπο τα κορίτσια είχαν πιάσει το «α­μίλητο νερό», που το ‘βγαλαν από το πηγάδι που είναι στην αυλή της κυρίας Μαρίκας. Από τη στιγμή που θα βγάζανε τον κουβά από το πηγάδι και θα γέμιζαν το κανάτι του κλείδωνα, ως την ώρα που θα βάζανε μέσα τα «σημάδια», δηλαδή κουμπιά, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια κι άλλα μικροαντικείμενα, χαρακτηριστικά του κα­θενός κοριτσιού και της καθεμιάς γυναίκας, και θα σκέπαζαν το κανάτι να μείνει όλη τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα ως το απόγεμα, ως την ώρα λοιπόν που θα κλείνανε τον κλείδωνα, δεν έπρεπε να βγάλουν μιλιά απ’ το στόμα τους. Όποιο κορίτσι μιλούσε, κινδύνευε να μείνει ανύπαντρο.

Χτες, μετά την αμπάριζα και πριν αρχίσουν τα καθιστικά παιχνίδια, ο Παναγιώτης, ο Αριστείδης, ο Νίκος κι άλλοι πειρασμοί, πήγαν στην αυλή της κυρίας Μαρίκας, όπου τα κορίτσια ετοίμαζαν τον κλείδωνα και βάλανε τα δυνατά τους να τα κάνουν να μιλήσουν. Τα πείραζαν, τα τρόμαζαν, τους πετούσαν πετραδάκια, αλλά του κάκου. Τα κορίτσια κρατούσαν το στόμα τους ραμμένο. Στο τέλος, τα αγόρια βαρέθηκαν και γύρισαν στην παρέα μας.

Τον κλείδωνα τον άνοιξαν στο πεζοδρόμιο, μπροστά στα σκαλιά, που ‘πιαναν όλη σχεδόν την πρό­σοψη των δίδυμων σπιτιών της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, τα οποία εξασφάλιζαν άνετη θέση για αρκετά άτομα. Βάλανε ένα τραπεζάκι σκεπασμέ­νο με ένα κεντητό τραπεζομάντηλο και γύρω του τρεις καρέκλες όπου κάτσανε τρεις κοπέλες γύρω στα είκοσι. Γύρω τους στάθηκαν όρθιες διάφο­ρες μεγαλύτερες γυναίκες, όλες γειτόνισσες και γνωστές. Τον κλείδωνα τον έφερε η Μαίρη, η μεγαλύτερη από τις κόρες του λιμενικού. Ήταν ένα πήλινο κανάτι με φαρδύ λαιμό, σκεπασμένο με κεντητό μαντήλι. Τον α­κούμπησε στο τραπεζάκι και μια από τις κοπέλες, η Λίνα, ανιψιά της Πάτρας και της Αννέτας, έβαλε το χέρι της μέσα για να βγάλει το πρώτο «σημάδι», ενώ η Μπίζαινα είπε ένα δίστιχο.

«Ο χρυσαϊτός σε καρτερεί κι ο σταυραϊτός σε θέλει
μα εσύ κοιτάζεις να πιαστείς μ’ ένα άχρηστο κοπέλι»

Δυνατά γέλια ακολούθησαν καθώς, όπως διαπιστώθηκε αμέσως, το «σημάδι» ανήκε στην Ευτέρπη, μια γεροντοκόρη της γειτονιάς.
Δεύτερο δίστιχο – δεύτερο σημάδι, κι αυτό τράβηξε γραμμή. Όσο προχωρούσε ο Κλείδωνας, τα δίστιχα γίνονταν όλο και πιο τολμηρά. Δεν τα καταλάβαινα όλα, μα από τα χάχανα, τα ξεφωνητά, τα αναψοκοκκινίσματα των κοριτσιών και τις πονηρές ματιές των αντρών, μυριζόμουν πως κάτι το «μεγαλίστικο», κάτι απαγορευμένο για τα παιδιά ήταν στη μέση.

Στον Κλείδωνα είχαν μαζευτεί όχι μονάχα τα γυναικόπαιδα, αλλά και λίγοι άντρες, που έτυχε κείνη την ώρα να μην έχουν δουλειά. Μου ‘κανε εντύπωση ένας ψηλός αδύνατος άντρας, που στεκόταν παράμερα και ποτέ δε γελούσε, ούτε και με τα πιο πετυχημένα αστεία. Φαίνεται πως η στάση του άγνωστου, που έμενε ανεπηρέαστος από τη γενική ευθυμία της ομήγυρης, τράβηξε την προσοχή και της μαμάς μου, που ρώτησε τη θεία Μένη:
«Μελπομένη, ποιος ειν’ αυτός ο ψηλός;»
«Καλέ, δεν τον γνώρισες; Είναι ο Φωτάκης, της Πηνελόπης ο γιος. Είδες πώς κατάντησε; Στο Στρατό που υπηρετούσε, τον έστειλαν στο Καλπάκι σαν κομμουνιστή κι εκεί τού ‘στριψε.»
«Αχ ναι! Διάβασα ένα φοβερό βιβλίο για το Καλπάκι», της είπε η μαμά μου, «το ‘χω μαζί μου, να στο δώσω να το διαβάσεις. Τι τράβηξαν τα καημένα τα παι­διά.»
«Ποιος τους είπε ν’ ανακατεύονται με την πολιτική; Ο Στρατός δε χωρατεύει», είπε η θεία Μέ­νη. Η μαμά μου δεν απάντησε.
Έμεινα να κοιτάζω πολλήν ώρα το Φωτάκη που του ‘στριψε στο Καλπάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορεί να ήταν αυτό το Καλπάκι, που ‘κανε τους στρατιώ­τες να τρελαίνονται.

Τρομερή έκρηξη από ξεφωνητά, χάχανα και παλαμάκια τράβηξε τη σκέψη μου από το αγέλαστο παλικάρι. Η Μπίζαινα είχε μόλις πει ένα τόσο τολμηρό τετράστιχο, που όλοι χτυπιόντουσαν από τα γέλια:

«Ο Μ…ρος κι ο Ψ…ρος.
τα δυο μεγάλα κράτη
συμβούλιο εκάνανε
επάνω στο κρεβάτι»

Τα ονόματα αυτών των δύο κρατών δεν τα είχα ξανακούσει και δεν ήξερα τι σημαίνανε. Συνήθως τις απορίες μου για τη σημασία των αγνώστων λέξεων μου τις έλυνε η μαμά μου, αλλά τώρα κάτι μου έλεγε πως δε θα μπορούσα να τη ρωτήσω σχετικά. Στράφηκα στον καινούργιο φίλο μου, το Στράτο:
«Στράτο, τι είναι αυτά τα κράτη;»
Αυτός στην αρχή με κοίταξε με απορία, ύστερα χαμογέλασε πονηρά και μου ‘πε με συνωμοτικό ύφος:
«Δεν ξέρεις; Είναι το πράμα της γυναίκας και το πράμα του άντρα.»

Στο μεταξύ εξαντλήθηκε το περιεχόμενο του κανατιού και η γιορτή τέλειωσε. Τα κορίτσια μάζεψαν το τραπέζι και τα άλλα συμπράγκαλα και οι μεγάλοι αποσύρθηκαν στις εξώπορτές τους. Η παρέα των παιδιών μαζευτήκαμε μπροστά στο φούρνο στην αρχή του δρόμου, ήταν όμως αρκετά αργά πια για να παίξουμε κανένα καλό παιχνίδι.

 
* σημείωση: Παλιότερα, έγραφαν «Κλείδωνας», παρετυμολογώντας από το ‘κλειδώνω’, το σωστό όμως είναι «Κλήδονας», από το αρχαίο κληδών> οιωνός, μαντικό σημάδι, προμήνυμα.
 
-Το σκίτσο είναι του Μίλτη Παρασκευαΐδη, από το λεύκωμα «Αντισνομπιστικά και αντιρομποτικά» του 1977

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μια παλιά διάλεξη για τον Καβάφη

Posted by tofistiki στο 18/10/2013

Πολύς Καβάφης γύρω μας τελευταία, μέχρι και στα τρόλεϊ κυκλοφορεί… Για το θέμα της αποσπασματικής αναφοράς κατακερματισμένων στίχων έγραψε ένα άρθρο ο Νίκος στο ιστολόγιό του, αλλά έχει γεμίσει και το διαδίκτυο από σατιρικά φωτομοντάζ που διακωμωδούν το άτοπο εγχείρημα και κατά τη γνώμη μου, διόλου δεν θα επείραζαν τον ποιητή. Διάβασα όμως κάπου την άποψη πως ο Καβάφης ήταν απολίτικος, και θυμήθηκα μια διάλεξη που είχε δώσει ο Μίμης στον «Μορφωτικό» της Αίγινας, όπου υποστήριζε το αντίθετο. Την παραθέτω λοιπόν με την ευκαιρία, έχει ενδιαφέρον, περιλαμβάνει και μερικά όχι τόσο γνωστά ποιήματα του ποιητή που τόσο αγαπούσαν ο Μίμης και ο πατέρας του, ο παππούς ο Νίκος, και που οι ωραίες απαγγελίες τους μας έχουν μείνει αξέχαστες.

kavafis

Κωνσταντίνος Καβάφης

Προσπάθεια να προσεγγιστούν κάποιες πτυχές του έργου του

          Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

μετά τον Βάρναλη, τον Ρίτσο και τον Σεφέρη, με το έργο ή με μέρος τουλάχιστο του έργου τους σας είχα μιλήσει στο παρελθόν σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, θα επιχειρήσω σήμερα, με δικαιολογημένο στ’ αλήθεια δέος να πλησιάζω το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Πραγματικά τι θα μπορούσα να πω εγώ ο ελάχιστος για τον μέγιστο και ταυτόχρονα τον πιο δυσπρόσιτο των ποιητών μας, με τον οποίον ασχολήθηκαν πολλοί ικανότεροι και αρμοδιότεροι και που τον μελετούν σε ειδικό τμήμα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας (αν δεν κάνω λάθος).

Το περίεργο είναι πως, ποσοτικώς το έργο του Καβάφη είναι πολύ μικρό. Συνολικά  έγραψε σχετικώς λίγα ποιήματα, που δεν ξεπερνούν τα τριακόσια. Από αυτά τα 153 είναι τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα, δηλαδή εκείνα που μπόρεσε να εκδώσει όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν ακόμη 37 ποιήματα, που χαρακτηρίζονται Αποκηρυγμένα, γιατί είτε τα ξανάγραψε με άλλη μορφή είτε τα αποκήρυξε. Κάπου 45 ποιήματα ταξινομούνται στην ενότητα των Κρυμμένων. Είναι δηλαδή ποιήματα, που ο Καβάφης δεν είχε προλάβει να εκδώσει αλλά περιλαμβάνονται στο Αρχείο του. Τέλος άλλα τόσα ποιήματα ανήκουν στην ενότητα των Ατελών, είναι δηλαδή σχεδιάσματα ποιημάτων, που διασώθηκαν και περιλαμβάνονται επίσης στο Αρχείο του Καβάφη.

Μικρό λοιπόν, ποσοτικώς, το έργο του Καβάφη, ιδίως αν συγκριθεί με το έργο του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ρίτσου, που τα ποιήματα τους γεμίζουν τόμους ολόκληρους, τεράστιο όμως και ανυπέρβλητο σε αξία. Η σημασία των λίγων αυτών ποιημάτων για την ελληνική ή καλύτερα την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ανυπολόγιστη και δικαιολογημένα τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα.

Ακόμη λιγότερα είναι τα πεζά κείμενα που μας άφησε ο Καβάφης και τα οποία κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: Δημιουργικά, Κριτικά και Προσωπικά. Η πλήρης και συστηματική καταγραφή και έκδοση των πεζών του Καβάφη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Γενικά ο ποιητής, πιστός στην αρχή του λάθε βιώσας, απέφευγε να “εκθέτει τη ζωή του στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία”. Ιδού πόσο λιτή και απέριττη είναι η αυτοβιογραφία του:

     “Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σε ένα σπίτι της οδού Σερίφ. Μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της ζωής μου το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικία κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα.  Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά”.

Ο Καβάφης γεννήθηκε τα 1863 και έζησε 70 χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα (πάνω από 30) τα πέρασε στην Αλεξάνδρεια και ελάχιστα, ούτε πέντε (δύο το 1900-1901 και τα τρία τελευταία της ζωής του) τα έζησε στην Ελλάδα, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ήταν αποξενωμένος από την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Ας μη ξεχνάμε πως στον καιρό του, από τα πέντε μεγάλα πνευματικά και οικονομικά κέντρα του Ελληνισμού: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πόλη, Σμύρνη και Αλεξάνδρεια, μονάχα το πρώτο (και μετά το 1912 και το δεύτερο), βρίσκονταν μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Όπως προανέφερα, με το έργο και με τη ζωή του Καβάφη έχουν ασχοληθεί πολλοί. Χωρίς υπερβολή, οι μισοί σχεδόν από τους λογοτέχνες, κριτικούς και διανοούμενους της Ελλάδας. Και μολονότι έχουν περάσει εξηνταεννέα χρόνια από το θάνατό του συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και το έργο του να είναι αγέραστο και αθάνατο. Ανάλογη με το πλήθος των μελετητών που έχουν εγκύψει στο έργο και τη ζωή του Καβάφη είναι και η μεγάλη ποικιλία των χαρακτηρισμών που του έχουν δώσει. Τον έχουν πει απόκοσμο και αποτραβηγμένο από τα κοινωνικά δρώμενα. Αποστάτη της καθιερωμένης ηθικής. Ατομιστή, που ζει στην ατμόσφαιρα της ηδυπάθειας και του σαρκασμού. Ηδονιστή ποιητή της παρακμής και πλήθος άλλα.

Η απουσία εντούτοις καταγραμμένων προσωπικών απόψεων και θέσεων του ποιητή, δε σημαίνει πως ο Καβάφης δεν επηρεαζόταν από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ου αιώνα. Ο ερμητικός αυτός καλλιτέχνης, επειδή ακριβώς ήταν μεγάλος στοχαστής και σοφός άνθρωπος, είχε τεράστια βιωματική εμπειρία, που αγκάλιαζε ευρύτατα σύνολα. Ήταν μεγάλος ποιητής και αυτό σημαίνει πως είχε μεγάλη ψυχή, και πόνεσε, λαχτάρησε και, με τον τρόπο του, αγωνίστηκε για τον άνθρωπο.

Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Παπαδιαμάντη, τον οποίον σημειωτέον θαύμαζε. Ήταν κι αυτός “έξωθεν ψυχρός και έσωθεν φλεγόμενος”. Όπως ο μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, που ακρίτως τον επονόμασαν “κοσμοκαλόγερο”, έτσι και ο Αλεξανδρινός ποιητής, ο δήθεν “αποτραβηγμένος ηδονιστής”, ζούσε έντονα τα προβλήματα της εποχής του και έπαιρνε σαφείς θέσεις πάνω σ’ αυτά. Μόνο που αυτό γινόταν μέσω της Τέχνης του και γι αυτό συχνά δεν γινόταν αντιληπτό.  Τα ποιήματα του Καβάφη αποτελούν την πιο τρανή μαρτυρία για τις θέσεις και απόψεις, που ποτέ δεν διατύπωσε με μορφή δοκιμίου ή κριτικής. Οι “ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν” τα ποιήματά του σαν να είναι ιστορικά. Είναι όμως;

Ας πάρουμε το ποίημά του “Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες”

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς
Τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.

Οι “ανίδεοι Αντιοχείς” θα το θεωρούσαν ιστορικό ποίημα, που αναφέρεται στην ήττα των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 144 π.Χ. Αν όμως σκεφτούμε πως το ποίημα εκδόθηκε μεν το 1921, αλλά στην αρχική του μορφή πρωτογράφτηκε το 1897, βλέπουμε για ποιάν ήττα γράφτηκε στην πραγματικότητα. Ή ακόμα το σπαραχτικό ποίημα “Πάρθεν”

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα,  για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την,· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν ‘ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίς’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

που γράφτηκε το 1922. Μέσα λοιπόν από τα ποιήματά του προβάλει ο πατριωτισμός του Καβάφη, γνήσιος, ειλικρινής και καθόλου κραυγαλέος.

Ο Καβάφης, όπως και ο Παπαδιαμάντης ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Τα ποιήματά του “Περιμένοντας τους Βαρβάρους”, που γράφτηκε λίγο μετά την καταστολή της ανταρσίας του Μάχντι στο Σουδάν, ή το άλλο, για “το παιδί που κρέμασαν οι χριστιανοί” *, το μαρτυρούν. Ας ακούσουμε το τελευταίο αυτό

Σαν το ‘φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ‘ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

             Το ποίημα αυτό γράφτηκε με αφορμή τις εξεγέρσεις του αιγυπτιακού λαού κατά των Άγγλων, που ακολούθησαν την καταστολή της επανάστασης του στρατηγού Όραμπι πασά και βεβαίως “χριστιανοί” είναι οι Άγγλοι.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όμως είναι η στάση του Καβάφη απέναντι στον Χριστιανισμό. Νομίζω πως ο προσφυέστερος χαρακτηρισμός του θα ήταν: “εν μέρει εθνικός κι εν μέρει χριστιανίζων” όπως ο Μυρτίας στο ποίημα “τα επικίνδυνα”. Οπωσδήποτε καταγόμενος από την Πόλη κι έχοντας ζήσει δυο χρόνια, έφηβος, εκεί, επηρεάστηκε από τη λειτουργική μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, όπως δείχνει το ποίημά του “στην Εκκλησία”   πέρα όμως από τη μεγαλοπρέπεια, τα χρυσοποίκιλτα άμφια, τα εξαπτέρυγα και τις ψαλμωδίες, στην Εκκλησία και στους ιερείς, ο ποιητής  βλέπει την παρηγορία, την ψυχική γαλήνη και την ενδυνάμωση του πιστού. Πολλά ποιήματά του το μαρτυρούν. Ένα από αυτά, “η Δέησις” αναφέρεται σε μια απλή γυναίκα. Ας το ακούσουμε

Η θάλασσα στα βάθη της πήρε έναν ναύτη
Κι η μάνα του ανύποπτη πάει κι άναφτει
στην Παναγιά μπροστά ένα μακρύ κερί,
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’καλοί οι καιροί.
Κι ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η  εικόνα την ακούει σιωπηλή και λυπημένη
ξέροντας πως δεν θα ‘ρθει ο υιός που περιμένει.

            Να σημειώσω πως στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος “Μυριόβιβλος” περιλαμβάνονται αυτά τα τρία αυτά ποιήματα θεωρούμενα ως τα κατ’ εξοχήν  τα χριστιανικά ποιήματα του Καβάφη.

Εντούτοις στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος για τον κυρ Μανουήλ τον Κομνηνό, διαφαίνεται μια πολύ λεπτή ειρωνεία. Εντονότερη είναι αυτή η ειρωνική διάθεση στο ποίημα “Ιγνατίου τάφος” όπου η φράση κλειδί είναι: “μες στην ασφάλεια του Χριστού”

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

         Από την άλλη πλευρά ο Καβάφης παραμένει εθνικός ωραιολάτρης. Ο αισθησιασμός του τον κάνει να αποζητά το ψυχικό κλίμα της Αρχαιότητας, τότε που οι Έλληνες (και ελληνίζοντες) λάτρευαν  ελεύθερα και απροκατάληπτα το ωραίο. Τότε που ο Κόσμος δεν είχε διχαστεί σε ύλη και πνεύμα, αλλά ο άνθρωπος ένοιωθε πως αποτελεί με τη Φύση ενιαίο, αδιάσπαστο και αρμονικό σύνολο. Στο ποίημά του “Ιωνικόν” δείχνει τη νοσταλγία του για τον κόσμο του αρχαίου κάλλους που χάθηκε.

Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν επέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, εσένα αγαπούν ακόμη
σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει πάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμόσφαιρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των
και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή αόριστη με διάβα γρήγορο
επάνω από τους λόφους σου περνά.

          Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον του Καβάφη για τον Ιουλιανό. Στον αυτοκράτορα αυτόν, που επονομάστηκε αποστάτης διότι, μολονότι γεννημένος χριστιανός και χριστιανομαθημένος, απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό και θέλησε να αναστήσει την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας, αφιερώνει έξι ποιήματα (τα πέντε ανήκουν στα “Αναγνωρισμένα” και το ένα στα “Αποκηρυγμένα”).

Η αρχαία μας θρησκεία άργησε να σβήσει. Επί πολλούς αιώνες σε απρόσιτες γωνιές της ελληνικής γης, στα βουνά της Μάνης και της Θράκης, οι χωρικοί θυσίαζαν στους θεούς, που επί πέντε χιλιάδες χρόνια λάτρευαν οι πρόγονοι τους. Κατάλοιπα της αρχαίας θρησκείας επιβίωσαν ως σήμερα στα “Αναστενάρια” της Μακεδονίας, στον “Καρνάβαλο”, στο «Πανηγύρι του Ταύρου” στη Λέσβο, στον “Λειδινό” της Αίγινας. Αλλά και στις πόλεις υπήρχαν επί πολύ κρυπτο-εθνικοί, όπως ο φτωχός άνθρωπος του ποιήματος “Είγε ετελεύτα”

Πού αποσύρθηκε, πού χάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματα του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του,
που διεδόθηκε εις τόσα έθνη,
εκρύφθη αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ούδε κανείς είδε ποτέ τον τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως, τίποτε
για θάνατο του Απολλώνιου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείνη η ιστορία

Αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη
στο αρχαίο της Δικτύνης ιερόν –
Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσική εμφάνισή του
εις ένα νέον σπουδαστή στα Τύανα –
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός να επιστρέψει
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι,
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος. – Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.

 Έτσι ερέμβαζε μες’στην πενιχρή του κατοικία –
μετά μια ανάγνωση του Φιλοστράτου
«τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» –
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε – ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός – στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ήν εβασίλευεν,

εν άκρα ευλαβεία ο γέρων Ιουστίνος
κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
άθλιους ειδωλολάτρας απεστρέφονταν.

Το ποίημα αναφέρεται στον μέγα διδάσκαλο τον Απολλώνιο τον Τυανέα, που επί αιώνες τον ελάτρεψαν ως θεό και πολλοί τον συγκρίνουν με τον Ιησού τον Ναζωραίο. Ο στίχος «τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές» προδίδει τον ποιητή, που ομοίως  «στο φανερόν έκανε τον Χριστιανόν κι αυτός και εκκλησιάζονταν».

———————————————————————————–

*Από τα «Κρυμμένα» ποιήματα, με τίτλο «27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.»

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 2 Σχόλια »

Επέτειος απελευθέρωσης της Αθήνας – προσωπική μαρτυρία

Posted by tofistiki στο 12/10/2013

Από την Κική, μια προσωπική μαρτυρία για τη σημερινή επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 12 Οκτωβρίου του 1944.

 

Σαν σήμερα, 12 του Οκτώβρη, δύο δευτεροετείς φοιτήτριες του Χημικού Αθήνας, η ‘Έζμπα’ και η ‘Σόνια’, συλλαμβάνονται από την Ασφάλεια Αθηνών, γιατί πετούσαν στον δρόμο και αφισοκολλούσαν προκηρύξεις, για να υπενθυμίσουν σε όσους είχαν ξεχάσει, αλλά και να τιμήσουν την επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς κατακτητές…

Οι προκηρύξεις, ήταν αυτοσχέδιες ευτυχώς, τις είχαν φτιάξει μόνες τους, αλλά λόγω απειρίας, έριξαν μερικές και σε αυτοκίνητο με μυστικούς της Ασφάλειας… Έτσι, ακολούθησαν όλη τη μαρτυρική ‘πορεία’ του εγκλεισμού και της απομόνωσης στα υπόγεια της Ασφάλειας, μέρες και μέρες (πόσες;) σε κελιά 1,5×2 στο Μεταγωγών, στις φυλακές «Αβέρωφ», ως υπόδικες κάποιους μήνες… Δίκη στο Πενταμελές Εφετείο με την κατηγορία της «απόσπασης μέρους ή όλου της επικρατείας», δεν θυμάμαι ακριβώς τον «τίτλο», πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Αλλά να, τώρα τα θυμήθηκα, λόγω των ημερών και των συγκυριών… και ήθελα να τα επικοινωνήσω και σε κάποιους διαδικτυακούς φίλους….

Και κουράγιο!

Η Σόνια και η Έζμπα επιμένουν…

Η ζωή μας είναι παντοδύναμη, το ίδιο κι η αγάπη σ’ αυτήν!

Παραθέτω κάποια ποιήματα της Κικής από την συλλογή «Με την άμπωτη», που γράφτηκαν για τα παραπάνω γεγονότα.

Η επέτειος

Κανείς δεν θυμόταν την επέτειο!
Η μέρα ξημέρωνε θλιβερή
κι η βροχή του Οκτώβρη μαστίγωνε τους διαβάτες

Η Ρόζα θυμόταν,
Ήταν η μεγάλη μας και θυμόταν.
Πρέπει να μάθουν, μας είπε,
να θυμηθούν!

Το βράδυ γέμισαν προκηρύξεις οι δρόμοι
κι οι τοίχοι μ’ αναστημένα συνθήματα:
12 ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ
ΕΠΟΝ

Δεν μας άφησαν να γυρίσουμε σπίτι μας.
Ήταν και «κάποιοι» που θυμόντουσαν
και περίμεναν…

***

Η ανάκριση

Ο «διάλογος» ίδιος
όλες τις νύχτες,
ως το πρωί:

Ποιος;
Εγώ.
Με ποιους;
Μόνη μου.
Γιατί;
Για να μην ξεχνάμε!

***

Η έρευνα

Ψάχνουν σπίτι μου,
στα χαρτιά μου,
στα ρούχα μου.
Ψάχνουν να βρούνε τους «άλλους»
και με κρύβουν από τη μάνα μου…

***

Υπόδικες

Ετοιμάσανε τις σφραγίδες μας:
«Επικίνδυνες».
Σφραγίζουνε τα δακτυλικά μας αποτυπώματα,
τις φωτογραφίες μας,
τα χαρτιά μας,
το μέλλον μας!

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Ιστορία, Περιοδικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

«Τα κατάφερε», ένα άγνωστο κείμενο του Μίμη

Posted by tofistiki στο 16/06/2013

Ενα άγνωστο σε όλους μας κείμενο του Μίμη, που βρήκε τυχαία η Κική ψάχνοντας κάτι άλλο στα αρχεία του υπολογιστή του. Σήμερα ειναι η γιορτή του πατέρα, λένε… Εμείς δεν μπορουμε να του προσφέρουμε δώρα, αλλα εκείνος μας έχει πολλά κρυμμένα ακόμα…

Τα κατάφερε…

Τους κατέβαζαν από την πελώρια τετραξονική νταλίκα, χωρίς να τους βγάλουν από τα σιδερένια κλουβιά τους, που τα άνοιγαν μονάχα σαν τα απίθωναν στο τσιμέντο του χώρου υποδοχής. Κατόπιν οι φύλακες άνοιξαν τις πόρτες των κλουβιών και, καθώς εκείνοι, μουδιασμένοι από την ακινησία και το στρίμωγμα, κουρασμένοι από τόσες ώρες ταξίδι, παραζαλισμένοι και σαστισμένοι από το θόρυβο και τις φωνές της υποδοχής δεν κουνήθηκαν, τους ανάγκασαν να βγούνε χτυπώντας και σπρώχνοντάς τους με καλάμια και ραβδιά.
Με τον ίδιο τρόπο τους οδήγησαν ως την είσοδο και πριν προφτάσουν να αντιδράσουν βρίσκονταν κρεμασμένοι από τα πόδια σ΄ ένα τσιγκέλι που έτριζε πάνω σ΄ έναν ατέρμονα οδηγό.
Ο Δημήτρης παρακολουθούσε άκεφος όλη αυτή τη σκηνή. Ήξερε την συνέχεια και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να παρακολουθήσει τη μακάβρια διαδικασία. Το τσιγκέλι θα τους μετέφερε στην αίθουσα σφαγής κι ένα δισκοπρίονο θα τους έκοβε αστραπιαία το κεφάλι…

ΤΕΜΣΑ_B&WΔεν ήθελε να σκέφτεται τη συνέχεια.Άλλωστε είχε τις δικές του έγνοιες και σκοτούρες. Ήταν η τρίτη φορά που ερχόταν για είσπραξη και ήταν αποφασισμένος να μη φύγει χωρίς λεφτά. Η εργολαβία που τους είχαν κάνει είχε προ πολλού τελειώσει, και είχε παραληφθεί κανονικά, εδώ και τρεις μήνες, αλλά λεφτά ακόμα δεν είδε εκτός από εκείνη την προκαταβολή σαν άρχισαν τις δουλειές.
Καθώς, άκεφος, τα συλλογιζόταν όλα αυτά, τον είδε…
Ήταν ο μόνος που είχε ξεφύγει από το ανάποδο κρέμασμα στο τσιγκέλι. Πώς τα κατάφερε; αναρωτήθηκε, καθώς τον έβλεπε να μένει κρυμμένος κάτω από την νταλίκα, ανάμεσα στους δίδυμους πίσω τροχούς. Για να περάσει η ώρα του βάλθηκε να τον παρατηρεί.
Στον αυθορμητισμό και την αισιοδοξία του Μίμη, οφειλόταν όλα. Κάνανε προφορική συμφωνία, πως θα τους πλήρωναν μόλις τους πήγαιναν το τιμολόγιο. Ο Μίμης πίστευε πως ήταν «συμφωνία κυρίων». Αμ δε! Τρεις μήνες τώρα το καιρορίχναν με διάφορες προφάσεις.
«Τζιράρουν τα λεφτά μας οι καργιόληδες» έλεγε ο Μήτσος, μετά από κάθε άπρακτη επίσκεψη.
«Ξέρουν πως δε μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο από το να τους ενοχλούμε με τις επισκέψεις μας, τα παράπονά μας, άντε και καμιά φωνή» συμπλήρωνε ο Μίμης ξεχνώντας πως εν μέρει ήταν υπεύθυνος γι΄ αυτήν την κατάσταση.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ΄ άλλο» συλλογιζόταν ο Δημήτρης και σκέφτηκε πως κι αυτός ο φουκαράς ο δραπέτης δεν μπορούσε να κάνει τίποτες άλλο από το να κρύβεται κάτω από την νταλίκα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως τον ενδιέφερε η τύχη του.
Δεν έμεινε για πολύ ακίνητος στους πίσω τροχούς. Κινήθηκε προσεχτικά ως το μπροστινό μέρος της νταλίκας. Ο Δημήτρης τον είδε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά το προαύλιο του σφαγείου.
Ξέχασε τη δικιά του αδημονία, το ποσό που τους χρωστούσαν, τις υποχρεώσεις που τρέχανε, τον γυαλάκια του λογιστηρίου, όλο ευγένεια και τυπικότητα (προαλειφόμενος γιάπης, ο μαλάκας, με την τσάντα τη σαμσονάιντ – θα έλεγε ο Μήτσος) και περίμενε την επόμενη κίνηση του φυγάδα.
Τον είδε να βγαίνει ξαφνικά την προστατευτική σκιά της νταλίκας και να τρέχει ως το συρματόπλεγμα της περίφραξης. Εκεί χάθηκε σ΄ ένα χαντάκι, που υπήρχε σύρριζά της. Κανένας από το προσωπικό δεν τον είχε πάρει είδηση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | 3 Σχόλια »

Πενήντα χρόνια πριν, τότε που το παρακράτος σκότωσε τον Λαμπράκη

Posted by tofistiki στο 22/05/2013

ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ-ΕΔΑ

Επάνω, το φέιγ βολάν της ΕΔΑ που καλούσε τον κόσμο στην κηδεία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Το βρήκα ανάμεσα στα πράγματα που φύλαγε ο πατέρας μου σαν αναμνηστικά.

Πριν μερικά χρόνια, είχε κάνει ο Νίκος στο ιστολόγιό του ένα πολύ καλό αφιέρωμα στη δολοφονία του Λαμπράκη όπου μπορείτε να βρείτε αρκετούς συνδέσμους για περισσότερες λεπτομέρειες. Στο  ιστολόγιο Κελαϊδίσματα,  υπάρχει επίσης ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον μεγάλο αγωνιστή της Αριστεράς, απ΄όπου είναι παρμένα και τα δύο βίντεο στο τέλος της ανάρτησης. Όλα έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί λοιπόν; Ίσως, αλλά σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ, ας ξαναδιαβάσουμε για την ζωή, το ήθος, το κουράγιο και την προσφορά τέτοιων ανθρώπων, για να γίνονται οδηγοί μας στα σκοτεινά μονοπάτια που βαδίζουμε, για μια ακόμα φορά.

Το κλίμα εκείνης της εποχής, που όλο και πιο ανατριχιαστικά θυμίζει κάποια πράγματα που ζούμε σήμερα, δίνει πολύ παραστατικά νομίζω το παρακάτω απόσπασμα από σχετικό βιβλίο του Γ. Ρωμαίου, που δημοσιεύτηκε πέρσι στα Νέα. Το ζήτημα είναι αν υπάρχουν τώρα Λαμπράκηδες ή πρέπει να τους εφεύρουμε…

Τον Μάρτιο του 1963, η ΕΔΑ επανέφερε για συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για τα «μέτρα ασφαλείας» της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή με αφορμή τη σύλληψη του διευθυντή της «Αυγής» Πότη Παρασκευόπουλου, επειδή είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ.
Στις 13 Μαρτίου, ο εισηγητής της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Καλλίας «άναψε φωτιές» μέσα στην αίθουσα της Βουλής όταν κατηγόρησε τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΕΔΑ Ηλία Ηλιού ότι δεν είναι δημοκρατικός. Ο Ηλιού αποκάλεσε τον Καλλία φασίστα. Τότε σηκώθηκε από το έδρανό του ο ακροδεξιός βουλευτής Κιλκίς της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και απευθυνόμενος προς τους βουλευτές της ΕΔΑ τους απείλησε φωνάζοντας «θα ταφείτε», «Βούλγαροι, προδότες». Μάταια ο αντιπρόεδρος της Βουλής Μίχας χτυπούσε το κουδούνι και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την τάξη. Ο Παπαδόπουλος, όρθιος, συνέχισε να απειλεί και να υβρίζει. Η συνέχεια ήταν εκρηκτική, όπως διαφαίνεται και από τον παρακάτω διάλογο που ακολούθησε:
Α. Μπριλλάκης (ΕΔΑ): Πώς αφήνετε να ομιλεί ο Παπαδόπουλος που φορούσε γερμανική στολή στην Κατοχή;
Κ. Παπαδόπουλος: Μπριλλάκη, θα σου σπάσω το κεφάλι!
Α. Μπριλλάκης: Αν είσαι άνδρας…
Ο Παπαδόπουλος συνέχισε να βρίζει με χυδαίες εκφράσεις τους βουλευτές της ΕΔΑ και ιδιαίτερα τους Αντώνη Μπριλλάκη, Κώστα Χιωτάκη και Γρηγόρη Λαμπράκη. Αμέσως μετά ο Παπαδόπουλος κινήθηκε απειλητικά προς τον Μπριλλάκη. Το ίδιο έκανε και ο Λαμπράκης προς την κατεύθυνση του Παπαδόπουλου. Η κατάσταση είχε ξεφύγει πια από κάθε έλεγχο. Την επόμενη στιγμή ο Μπριλλάκης δέχθηκε ένα ισχυρό χτύπημα από τον Παπαδόπουλο, κλονίστηκε και έπεσε στο πάτωμα. Σηκώθηκε όμως αμέσως και άρχισε να ανταλλάσσει γροθιές με τον Παπαδόπουλο.
Εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος της Βουλής διέκοψε τη συνεδρίαση και κάλεσε τη φρουρά Χωροφυλακής να επέμβει. Στο μεταξύ όμως ο Λαμπράκης, αθλητικός και ταχύς, πήδηξε πάνω από τα εδώλια που τον χώριζαν από το σημείο των επεισοδίων, πλησίασε τον Παπαδόπουλο και του έδωσε μια γερή γροθιά στο πρόσωπο. Περισσότεροι από δέκα βουλευτές της ΕΡΕ με επικεφαλής τους Στ. Παπαδάκη και Νικ. Βαρβιτσιώτη κύκλωσαν τότε τον Λαμπράκη. Η αίθουσα της Βουλής είχε πια μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Με δυσκολία χωροφύλακες, άλλοι βουλευτές και κλητήρες κατόρθωσαν τελικά να χωρίσουν τους συμπλεκόμενους.
 

Απόσπασμα από την ταινία «Ζ» του Γαβρά, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Β.Βασιλικού:

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Ιστορία, Περιοδικό | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 14/05/2013

Αναδημοσιεύω σήμερα από το ιστολόγιο του Νίκου ένα απόσπασμα (επίκαιρο λόγω των επικείμενων πανελληνίων εξετάσεων) από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μίμη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Είναι παρμένο από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Βρισκόμαστε στα 1948, ο Μίμης είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).
Το αναδημοσιεύω και για ένα ακόμα λόγο. Ψάχνοντας κάτι άσχετο στα χαρτιά του πατέρα μου, έπεσα σε μερικά συγκινητικά -για μένα τουλάχιστον – ενθυμήματα από την εποχή εκείνη: Πρόκειται για το απόκομμα της εφημερίδας με τους επιτυχόντες στο ΕΜΠ ανάμεσα στους οποίους κι ο ίδιος, και για τα χειροποίητα, πολύ προσεγμένα, σε μέγεθος κάρτας, προγράμματα μαθημάτων που είχε φτιάξει για κάθε χρονιά της σχολής του.

epityxontesΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

programma EMPΑρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Ο δεύτερος γνωστός, που απόχτησα στο Πολυτεχνείο, από το πρώτο κι όλας τρίμηνο ήταν ο Τάκης ο Μερίκας. Ήταν ένα ήσυχο, μετρημένο και ντόμπρο παλικάρι, στο βάθος πολύ ρομαντικός και αισθηματίας. Μια φορά μου ΄δειξε κάτι πεζοτράγουδα που είχε γράψει. Ήταν δεξιός αλλά, καθώς το ’48 και το ’49 ήταν αδιανόητες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ αγνώστων, αυτό δε στάθηκε εμπόδιο στη γνωριμία μας, που εξελίχθηκε σε φιλία.

 Ο τρίτος φίλος που απόχτησα ήταν ο Στέλιος ο Πάπαρος και ο τέταρτος ο Μαρσέλος ο Κάννερ. Ήταν κι οι δύο Εβραίοι. Στην τάξη μας ήταν τέσσερις Εβραίοι, πράγμα πολύ περίεργο. Ποσοστό 16% ήταν δυσανάλογα υψηλό σε σύγκριση με το ποσοστό των Εβραίων της χώρας, μετά τον αποδεκατισμό τους κατά τον πόλεμο. Από τους τέσσερις, ο Στέλιος καταγόταν από πλευράς του πατέρα του από Ρωμανιώτες Εβραίους,  εγκατεστημένους δηλαδή στην Ελλάδα από αμνημονεύτων χρόνων, ίσως προ Χριστού. Ο Σάμης κι ο Ραϋμόνδος ήταν Σεφαραδίτες από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι πρόγονοί του Μαρσέλου ήταν Ασκεναζίμ, που ήρθαν από τη Ρουμανία.

ΕΜΠ-1Επηρεασμένος από τις αφηγήσεις του πατέρα μου, που είχε επίσης φίλους Εβραίους, στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του ‘20, τους έβλεπα με συμπαθητικό ενδιαφέρον, που με τον καιρό εξελίχθηκε σε θερμή φιλία, ιδίως με τον Στέλιο και τον Μαρσέλο.

Οι δύο πρώτες χρονιές φαγώθηκαν με τα μέχρι θανάτου βαρετά μαθήματα της Γενικής Χημείας και στα ατέλειωτα εργαστήρια της Αναλυτικής. Οι αντίστοιχοι καθηγητές ήταν πανάρχαιοι, με γνώσεις που είχαν αγκυροβολήσει στη δεκαετία του 20, τον ένα μάλιστα, της Γενικής Χημείας, τον είχε πάρει προ πολλού το όριο ηλικίας, που τότε για τους καθηγητές της Ανώτατης Εκπαίδευσης ήταν τα εβδομήντα, αλλά είχε επανέλθει με κάποιες νομικίστικες ταχυδακτυλουργίες, μια που είχε πρωτοστατήσει, κατά το δημοψήφισμα του ΄46, στην κίνηση για την επάνοδο του βασιλιά. Είχαμε τότε στο Πολυτεχνείο τέσσερις τέτοιους προκατακλυσμιαίους καθηγητές, που δεν εννοούσαν να παρατήσουν την έδρα τους.

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης – του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε, (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: “του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου”.

Το προκατακλυσμιαίο των γνώσεων του Βαρούνη συνδυαζόταν με την ιδιόμορφη επιστημονική ορολογία, την οποίαν, αφού μάταια προσπάθησε να την επιβάλει στην επιστημονική κοινότητα της χώρας, την έκανε, αντιστάσεως μη ούσης, υποχρεωτική τουλάχιστον στο μάθημα του. Αλίμονο στο φοιτητή που στις εξετάσεις δεν έλεγε τα ηλεκτρόνια ηλεκτρά, τα πρωτόνια πρώτα, τα δευτερόνια  δεύτερα, τα νετρόνια ουδέτερα και πάει λέγοντας! Υπήρχαν φυσικά και χειρότερα. Στους πολιτικούς μηχανικούς υπήρχε τότε  καθηγητής που, στο μέσον ακριβώς του 20ού αιώνα, δίδασκε: “εσχάτως οι σιδηρόδρομοι ηλεκτροφωτίζονται”.

Τη μανία να αρνούνται τη διεθνώς καθιερωμένη ορολογία και να επιβάλουν τη δική τους την είχαν κι άλλοι καθηγητές τότε. Ήταν ένας τρόπος να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μια που δεν είχαν να παρουσιάσουν ούτε συγγραφικό, ούτε διδακτικό έργο, σε μιαν εποχή που μεσουρανούσαν Δάσκαλοι, όπως ο Χόνδρος, ο Αθανασιάδης, ο Δημήτριος Αιγινήτης, ο Καραντάσης, ο Νίκος Κιτσίκης, ο Παπαπέτρου και άλλοι.  Στο Πανεπιστήμιο, ο Βασίλειος Αιγινήτης, μικρότερος σε ηλικία και επιστημονική αξία αδελφός του Δημητρίου, ήθελε να λένε ηλεκτριόντα, πρωτιόντα, δευτεριόντα, ακόμα και ουδετεριόντα, χωρίς να σκεφτεί, ο αθεόφοβος, πώς ήταν δυνατό να είναι και ουδέτερα και ιόντα.

Ο καθηγητής της Αναλυτικής Χημείας, ο Χορς, αγγλικής ή βαυαρικής καταγωγής προφανώς, ήταν κάπως νεότερος από την τετράδα, αλλά από επιστημονικής πλευράς είχε σταματήσει κάπου μεταξύ 1925 και 1930. Οι παραδόσεις του, στην ποιοτική ανάλυση, που την κάναμε στο πρώτο έτος, γίνονταν από κάτι άθλια λιθογραφημένα φυλλάδια, τα τυπωμένα πρωτότυπα των οποίων είχαν εξαντληθεί πριν τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας με πιστότητα ντικταφόν το κείμενο, χωρίς να αλλάζει ή να παραλείπει ούτε μία φράση. Μερικές περικοπές είχαν μείνει στην ιστορία:

“Κατά την αντίδρασιν ταύτην σχηματίζεται περίπλοκον ανιόν πολυπλόκου συστάσεως”.

Επί πλέον ήταν κουφός όσο ένα ντουβάρι ή μάλλον πολύ περισσότερο (δοθέντος ότι εκείνην ακριβώς την εποχή και οι τοίχοι είχαν αυτιά). Γι΄ αυτό κυκλοφορούσε εξοπλισμένος με ισχυρότατο όσο και παλαιοτάτης τεχνολογίας ακουστικό, του οποίου το μεγάφωνο ήταν χωμένο στο αυτί του, το μικρόφωνο ήταν τοποθετημένο στο στέρνο του κάτω από το πουκάμισο και οι μπαταρίες στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Τα καλώδια, που συνέδεαν τα τρία συστατικά μέρη, περνούσαν μέσα από τα μανίκια του και ξεπρόβαλλαν από το κολάρο ή τις κουμπότρυπες του πουκάμισου, δίνοντας του κάπως την όψη κάποιου παλαιϊκού ρομπότ, που μόνο η φαντασία του Ιουλίου Βερν θα μπορούσε να επινοήσει.

 
Η φωτογραφία είναι από κάποια εκδρομή με τη Σχολή. Αριστερά επάνω ο Μίμης, από κάτω ο Στέλιος ο Πάπαρος και ακόμα πιο κάτω ο νονός του -αγέννητου ακόμα- Νίκου, ο Γιώργος ο Κανελλόπουλος. Θαρρώ πως ο τέταρτος από αριστερά, στην πάνω σειρά, είναι ο Μαρσέλος ο Κάννερ, αλλά μπορεί να λαθεύω.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Δάσκαλοι

Posted by tofistiki στο 11/05/2013

μαθητες και δασκαλοιΑυτές τις μέρες που οι δάσκαλοι λοιδορούνται και βάλλονται σχεδόν από παντού, θυμήθηκα το βιβλίο «Μαθητές και δάσκαλοι», που είχε αφιερώσει ο πατέρας μου στους δικούς του δασκάλους, που όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, αποτελεί ένα μικρό φόρο τιμής στη μνήμη των άξιων δασκάλων που κυριολεκτικά διαμόρφωσαν την προσωπικότητα των μαθητών τους και τους έδωσαν το ευ ζην. Ίσως αυτό ακούγεται στις μέρες μας κάπως κλισέ και παρωχημένο, τώρα που όλοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν τέτοιοι δάσκαλοι σήμερα.

Όμως εγώ έχω γνωρίσει τέτοιους δασκάλους, κι έχω φίλους μερικούς τέτοιους ανθρώπους, σαν τη Σάσα, τη Σούλα, την Κρίνα, την Ελένη, τον Στέλιο, τη Σοφία, την Τασούλα, δασκάλους που μέσα σε αντίξοες συνθήκες δίνουν καθημερινά, κομμάτια από την ψυχή τους για να μορφώσουν τα παιδιά μας. Αφιερωμένο σ’ αυτούς κι αυτές λοιπόν, το σημερινό απόσπασμα. 

Γιώργος Βαλέτας

Βαλέτας-ταξηΤον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
Κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά, οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

Μίλτης Παρασκευαϊδης

Εκδρομή-Πυργί-ΜιλτηςΜε την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος*, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί τον Χαράλαμπο τον παραδεχόμουν απόλυτα. Άρχισα από τότε να βλέπω με άλλο μάτι τον καινούργιο καθηγητή και ανακάλυψα πως διέφερε σε όλα σχεδόν τα σημεία από τους άλλους δάσκαλους ή καθηγητές που έτυχε να περάσω από τα χέρια τους. Φαίνεται δε πως σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήξανε και οι άλλοι συμμαθητές, γιατί από τις αρχές του ΄42, η διάθεσή μας απέναντί του άλλαξε. Καταλάβαμε πως είχαμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό δάσκαλο. Διαπιστώσαμε πως ο καινούργιος ήταν πολύπλευρη προσωπικότητα, δεινός φιλόλογος, εξαίρετος σκιτσογράφος, καλός ζωγράφος επίσης, εραστής της φωτογραφίας, λάτρης της μουσικής και πολύγλωσσος.

Ποτέ του δε θυμάμαι να σκαμπίλισε ή να έδειρε μαθητή, ούτε ποτέ να κράτησε στα χέρια του βίτσα ή χάρακα ή άλλο σύμβολο εξουσίας και όργανο τιμωρίας ταυτόχρονα, που άλλοι καθηγητές δεν τ’ αποχωρίζονταν ποτέ. Επιβαλλόταν με τη στάση του και με τον καιρό η προειδοποίηση:

«Πρόσεξε, γιατί θα σε πετάξω έξω!»

που ήταν η συνηθέστερη απειλή του, αποδείχτηκε το αποτελεσματικότερο σωφρονιστικό όπλο του, γιατί πολύ σύντομα ο τρόπος και το περιεχόμενο των παραδόσεων του μας συνάρπασαν και κανείς δεν ήθελε να χάσει την παράδοσή του.

Ο Μίλτης όπως κι οι περισσότεροι συνάδελφοι του και μαθητές του υπόφερε από την πείνα του πρώτου χειμώνα της Κατοχής, κατάφερε όμως να οργανώσει μια εκδρομή της τάξης μας, που μας έμεινε αξέχαστη, γιατί σ’ αντίθεση με άλλες εκδρομές δεν κουβαλήσαμε μαζί μας τρόφιμα (πού να τα βρίσκαμε άλλωστε οι πιο πολλοί) αλλά μαγειρέψαμε επί τόπου! Κατάφερε και βρήκε ένα μικρό σακί φασόλια, δωρεά ενός φίλου του εμπόρου κι ένα καζάνι, πιάτα και μαχαιροπίρουνα (δεν υπήρχε τότε η ευκολία των πλαστικών), που τα κουβαλήσαμε, εναλλασσόμενοι διαδοχικά, όλοι οι μαθητές, από το Γυμνάσιο ως την Ουτζά. Εκεί στήσαμε το καζάνι σε πέτρες, φέραμε νερό από μια κοντινή πηγή, ανάψαμε φωτιά και ο Γιώργος ο Κουκούλης, που λόγω πατρικού επαγγέλματος ήταν ειδήμων, μας μαγείρεψε μια θαυμαστή φασολάδα. Φάγαμε όλοι μέχρι σκασμού και χορτάτοι το ρίξαμε στο τραγούδι. Πολλοί από μας είχανε μήνες ίσως να χορτάσουν φαϊ. Δεν ήταν όμως μόνο η ικανοποίηση της πείνας που μας έφερε τέτοιαν ευεξία, όσο η αίσθηση πως αυτενεργούσαμε, πως μαγειρέψαμε μόνοι μας, κάτι που μόνο οι μανάδες μας έκαναν και πως ύστερα φροντίσαμε μόνοι μας να πλύνουμε το καζάνι και τα πιάτα. Με την εκδρομή αυτή ο Μίλτης κέρδισε ολοκληρωτικά την αγάπη μας. […]

Απόστολος Αποστόλου, ο Δάσκαλος

ΑποστολουΈτσι τον έλεγαν όλοι, μαθητές του και μη. Στη Λέσβο ο τίτλος «Δάσκαλος» είχε μεγαλύτερο κύρος από τον τίτλο «Καθηγητής». Και ο Απόστολος Αποστόλου ήταν ο κατεξοχήν δάσκαλος, με την έννοια του πλάστη χαρακτήρων.

Εμείς τον πρωτογνωρίσαμε στην 4η οκταταξίου, όταν αρχίσαμε Χημεία, που είχε τη φήμη βαρετού και δύσκολου μαθήματος. Από το πρώτο του μάθημα κι όλας αλλάξαμε γνώμη. Ο Αποστόλου μας μίλησε για τη Χημεία, το περιεχόμενό της και τη σημασία της στην καθημερινή μας ζωή, με τέτοιον ενθουσιασμό και έξαρση, λες και ήταν ερωτευμένος μαζί της (και όντως ήταν) και κατάφερε να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του στους περισσότερους από μας. Κυριολεκτικά μας συνάρπασε.

Και αυτό δεν έγινε μόνο στη δικιά μας τάξη αλλά και σε πολλές που προηγήθηκαν και σε άλλες που ακολούθησαν. Το ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό χημικών και χημικών μηχανικών, που προέρχονται από απόφοιτους των Γυμνασίων και του Πρακτικού Λυκείου της Μυτιλήνης, οφείλεται στο πέρασμα του Αποστόλου από τα σχολειά αυτά.

Πριν διοριστεί στη Μυτιλήνη υπήρξε για ένα διάστημα βοηθός του Μιχαήλ Στεφανίδη, που υπήρξε επίσης καθηγητής στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης αλλά κατόπιν έγινε καθηγητής της Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τη δικιά του ενθάρρυνση, (αλλά και υλική αρωγή σε όργανα και σκεύη) δημιούργησε με προσωπική εργασία του, στα υπόγεια του Γυμνασίου, πλήρες εργαστήριο χημείας, όπου έκανε πειράματα, που πραγματικά μάγευαν τους μαθητές. Η δικιά μας τάξη δυστυχώς δε χάρηκε τέτοια πειράματα γιατί τον χειμώνα, πριν τα αρχίσουμε, από μια σφοδρή νεροποντή πλημμύρησαν τα υπόγεια του κτιρίου και το χημείο καταστράφηκε.

Ο Δάσκαλος διέσωσε τα περισσότερα όργανα και βιβλία του εργαστηρίου, τα μετέφερε στο σπίτι του, όπου με τη βοήθεια της γυναίκας του και των θυγατέρων του, τα καθάρισαν από τις λάσπες και κατόπιν τα επέστρεψε στο Γυμνάσιο. Το Χημείο όμως δεν ανασυγκροτήθηκε παρά πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Δάσκαλος είχε φύγει από τη ζωή. Σήμερα υπάρχει, στην παλιά του θέση, στα υπόγεια του Γυμνασίου, λειτουργεί και ονομάζεται «Χημείο Απόστολου Αποστόλου».

Δεν ήταν όμως μόνο ο τρόπος διδασκαλίας που σε τραβούσε. Ήταν και η ίδια η προσωπικότητα του διδάσκοντος. Πρόσωπο πράο και ιλαρό, μάτια που έφεγγαν από καλοσύνη, σε πείσμα των πυκνών και άγριων φρυδιών που τα σκίαζαν, ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα, που δείχνανε άνθρωπο που του άρεσε να γελάει και γλώσσα απλή και κατανοητή, ήταν τα στοιχεία που σε τραβούσαν με την πρώτη.

Αργότερα διαπιστώσαμε πως κάτω από αυτή την απλή και καθόλου επηρμένη όψη, κρυβόταν επιστήμονας μεγάλης αξίας. Όταν ήμουνα στην 5η τάξη ο πατέρας μου, μου έδωσε να διαβάσω ένα μικρό βιβλίο του Αποστόλου που επιγραφόταν «το πρόβλημα της ύλης, χθες και σήμερον». Με προειδοποίησε πως επρόκειτο για βιβλίο δύσκολο για ένα παιδί της ηλικίας μου (ήμουν τότε 14 χρονών), αλλά πίστευε πως θα τα έβγαζα πέρα. Και πράγματι όχι μόνο κατάφερα να το διαβάσω, αλλά να το μελετήσω σε βάθος. Το διάβαζα όλο το καλοκαίρι του ΄43, με επιμέλεια και προσήλωση, λες και θα έδινα τον Σεπτέμβρη εξετάσεις πάνω σ΄ αυτό. […]

Όπως ο Παρασκευαϊδης, ο Αρχοντίδης και πολλοί άλλοι εκπαιδευτικοί και διανοούμενοι της Λέσβου και ο Αποστόλου είχε οργανωθεί στην Αντίσταση. Εκείνος όμως αναδείχτηκε ηγέτης της. Στο τέλος της Κατοχής ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, πόστο που κράτησε και τα επόμενα χρόνια, ώσπου άρχισαν οι διώξεις. Χαρακτηριστικό πάντως της ευσυνειδησίας και της επίγνωσης που είχε, αναφορικά με τα καθήκοντά του ως Δάσκαλου, είναι πως δε σταμάτησε να διδάσκει και όταν είχε το πόστο του Γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, παρά τις δυσβάστακτες ευθύνες, που συνεπαγόταν.

Πιστεύω πως η παρουσία στην ηγεσία της Αντίστασης στη Λέσβο, ανθρώπων σαν τον Αποστόλου, τον Κανόνη, αλλά και τον Κοντάρα, ήταν καθοριστικής σημασίας. Χάρη στους φωτισμένους και πράους αυτούς ανθρώπους, επικράτησε στο νησί ατμόσφαιρα ηρεμίας και ομοψυχίας και δεν υπήρξαν υπερβολές και έκτροπα.


* Χαράλαμπος Κανόνης, αδελφικός φίλος του Μίλτη, επιστήμονας μεγάλης αξίας, και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, πιάστηκε αιχμάλωτος και δολοφονήθηκε στη Χίο το 1947. Αιωνία του η μνήμη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Παιδεία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: