Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Μαρτίου 2015

Για το Μιχάλη Σκοπελίτη, που έφυγε…

Posted by tofistiki στο 31/03/2015

Χτες έλαβα από την Κική το παρακάτω κείμενο, ήταν πολύ λυπημένη, λιγοστεύουν οι φίλοι…

 

fandadoΕτοιμαζόμουν να περπατήσω στον ήλιο,
όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Είδα το νούμερο και το κάλεσα,
ήξερα τι θα μου ‘λεγε η Ανθούσα,
από την Πέμπτη μάς ήρθε το νέο:
Ο Μιχάλης ‘της Σούλας’ είναι σε κώμα…

– Κοιμάμαι δίπλα του, μού σφίγγει το χέρι,
είπε, όταν της τηλεφώνησα πως την σκέφτομαι…

– Δεν μπορώ να έρθω εκεί,
μεγαλώσαμε, βρέχει…
Φίλησέ τον και μην το ξεχάσεις:
«Το καλοκαίρι, θα συναντηθούμε»

η μόνιμη ‘επωδός’ …

Έτσι, λοιπόν!
Πάει κι ο Μιχάλης ο Σκοπελίτης, «πλήρης ημερών»…

Ο Μιχάλης που κατάφερε ν αλλάξει τη μοίρα του,

την πορεία της ζωής του,
να ξαναπλάσσει τον εαυτό του, μεταλλάσσοντας τον…

Κι εμείς, νιώθουμε τυχεροί που τον γνωρίσαμε, 

για τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε κοντά του,
για τις εκδρομές μας, σε άγνωστά μας λιμανάκια, απόκρυφα
ή σε πανύψηλες απόκρημνες βουνοκορφές του νησιού…

Και για τις νύχτες με την Πανσέληνο, στα Τσαμάκια,
παρέα με τον Μίμη και τη φυσαρμόνικά του,

τη Σούλα και το καλαθάκι της με τις φράουλες
– απ το δικό τους το χωραφάκι-
την Ανθούσα με τα τραγούδια της,

κι εμένα, να τριγυρνάω ανάμεσά τους,
απαθανατίζοντας τις στιγμές,
να «παγώνω» τον χρόνο,
που κυλά ασταμάτητα,
όπως τα κύματα στην ακρογιαλιά…

-Αντίο, λοιπόν, Μιχάλη, που φεύγεις…
Σ’ευχαριστούμε για τη φιλία σου!
-Κουράγιο, μεγάλο κουράγιο, Σούλα, που μένεις…

Κική Σαραντάκου

*Στη φωτογραφία η Σούλα, η Κική, ο Μιχάλης κι ο Μίμης, στο Φαντάδο.

 

Posted in Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εβδομάδα Ποίησης – επιλογές γ’ μέρος

Posted by tofistiki στο 24/03/2015

Σήμερα τελειώνει η φετινή εβδομάδα Ποίησης (19-24/3), και καθώς είναι η επέτειος θανάτου του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου ή Άχθου Αρούρη, θα αφιερώσω την ανάρτηση σε δυο δικά του ποιήματα. Όπως μου έγραψε κι η Κική, τόσα χρόνια, κι ακόμα μας λείπει, ακόμα τον σκεφτόμαστε. Άρα, κέρδισε την αθανασία, σκέφτομαι…
Το πρώτο είναι από τη συλλογή με τίτλο «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου», που εκδόθηκε μετά το θάνατό του:

Ο Τάκης
(αν τον έλεγαν Τάκη)kindyni-1

Λένε ποτέ μια συμφορά δε θα ‘ρθει μοναχή.
Έτσι και τότε, το Γενάρη του σαράντα δύο
λες και δεν ήταν αρκετά πείνα και κατοχή
είχε κι’ ένα διαβολεμένο κρύο.

Είχε χιονίσει από νωρίς και πήρε βοριαδάκι
που σκόρπαε στη Φτωχολογιά κρουσταλλιασμένα ρίγη.
Βγήκα να ρίξω μια ματιά, με τρόπο, στο σοκάκι
γιατί έπρεπε ο Χαράλαμπος να φύγει.

Έμενε τότε ένας χαφιές εκεί στη γειτονιά.
Ποιο μπαινοβγαίναν σπίτι μου δεν έπρεπε να ξέρει.
(Πότε θ’ απλώσει τιμωρός η Νέμεση το χέρι
να ξεβρωμίσει η γης… κρυφέ φονιά!)

Το βρήκα κει στο κούφωμα της πόρτας ζαρωμένο
απ’ του βορριά πολέμαγε να φυλαχτεί το «χάδι»
ένα σκιαγμένο ζωντανό κουρέλια τυλιγμένο
ενός μικρού παιδιού τ’ απολειφάδι.

Το πήρα μέσα που ‘χε φως και κάποια θαλπωρή,
μια στάλα τραχανά ζεστό του σέρβιρε η Ελένη.
Ήταν ό, τι καλύτερο μπόραε να δώσει η καψερή
και μεις σχεδόν απ’ όλα στερημένοι.

Έτρωγε. Στα ματάκια του μια ελπίδα τρεμοπαίζει
και διώχνει με τη ζέστα της τους μαζωμένους τρόμους.
Μα η κούραση το νίκησε κι έγειρε στο τραπέζι
Ποιος ξέρει πόσο γύριζε στους δρόμους.

Του στρώσαμε ένα πρόχειρο γιατάκι. Και το πήρα
σαν πούπουλο… Τ’ απόθεσα με τρόπο μην ξυπνήσει.
Λίγο πετσί και κόκκαλα μ’ ένα λεφούσι ψείρα
και μια ζωούλα που ‘θελε ν’ ανθίσει…

Το ζήσαμε. Από μια μπουκιά λιγώτερο ο καθείς.
Πέρασαν χρόνια. Κι έψαξε γι’ αυτούς που το ‘χαν θρέψει.
Μα εσένα Λάμπη, σου ‘μελε ν’ αδικοσκοτωθείς
κι εμείς απ’ το νησί είχαμε μισέψει.

Και ένα που αγαπώ πολύ, από μικρή το αγαπούσα, για την τόλμη του και την κοφτερή του γλώσσα:

axtopazziΓέννησις (Σάμος, 24.12.1937)

Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ’ στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.

Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.

Τάχατες τ’ άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ’ όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;

Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ’ την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.
‘Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
‘Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.

Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.
Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν’ αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ’ όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.

Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.

Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.

Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.

 

Όλες τις εκδηλώσεις για την Εβδομάδα Ποίησης, μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Η ζοφερή εικόνα στον «Τάκη» είναι της σπουδαίας χαράκτριας Άννας Κινδύνη, που έζησε τα παιδικά της χρόνια, ως πρόσφυγας, στη Μυτιλήνη.
Το σκίτσο του παππού μου, είναι του φίλου του, σημαντικού ζωγράφου -και όχι μόνο- της «Λεσβιακής Άνοιξης» Αντώνη Πρωτοπάτση.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Εβδομάδα Ποίησης – επιλογές β’ μέρος

Posted by tofistiki στο 22/03/2015

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στην εβδομάδα ποίησης με επιλογές της Κικής. Για αρχή, ένα υπέροχο ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες:

xul-solarΜαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι,
και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια,
και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια,
και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις,
και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα,
με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ επισφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις
πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
και ότι, αλήθεια, αξίζεις.
Και μαθαίνεις, μαθαίνεις,
με κάθε αντίο μαθαίνεις.

Κι ένα του Στέργιου Πολύζου:

MytarasΠαζλ κύκνου

Κομμάτι το κομμάτι ενώνω
το παζλ του γυάλινου ονείρου
δίνοντάς του την αγέρωχη
όψη κύκνου.

Στιγμή τη στιγμή τρέμω
την απώλεια μικρού
μικρότατου κομματιού
ακεραιότητας του ονείρου

γιατί τα όνειρα
δε συγχωρούν ψεγάδια.

Τα όρια του κόσμου μας
είναι τα όρια της αξιοπρέπειάς μας.

 

 

και για το τέλος σήμερα, ένα -επίκαιρο, νομίζω- του Μπέρτολντ Μπρεχτ:

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. index

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε
μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουν τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητεύσει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουν
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Συνεχίζεται…

Όλες τις εκδηλώσεις για την Εβδομάδα Ποίησης, μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Εβδομάδα Ποίησης – επιλογές α’ μέρος

Posted by tofistiki στο 20/03/2015

Καθώς χτες άρχισε η φετινή εβδομάδα Ποίησης (19-24/3), η Κική με τσιγκλάει να ανεβάσω κάποια ποιήματα που αγαπάει. 
Ίσως πρέπει να της μάθω να χειρίζεται το ιστολόγιο, τελικά! 🙂

Ξεκίνησε προχτές με ποιήματα της φίλης Σοφίας Κολοτούρου, που φιλοξενείται συχνά στο Φιστίκι, σας προτρέπω να ανακαλύψετε την ποίησή της, εδώ

Self-portrait_as_the_Allegory_of_Painting_by_Artemisia_GentileschiHI(S)TORY   31/12/2012

Θα σε κάνω γυναίκα με τα χείλη κλειστά (..)
και απέ θα σε κάψω, γιατί είσ’ ένα ψέμα,
η Ελένη της Τροίας, η πληγή η παλιά
Λευτέρης Παπαδόπουλος, Παλιό Τελωνείο

Γυναίκα, ως Γυναίκα δεν υπάρχεις.
Άλλο δεν είσαι, παρά του Άντρα ένα πλευρό.
Της Ιστορίας έχει ορίσει ο Τελετάρχης
να σ’ εξουσιάζει χιλιετίες τ’ αρσενικό.

Γυναίκα, έχει φτιαχτεί η κοινωνία
με τέτοιο τρόπο, με κανόνες μυστικούς –
να υποτάσσεσαι στην ξένη επιθυμία
χωρίς αντίσταση, χωρίς φωνές, λυγμούς.

Το σώμα σου (αν το θέλουν) θα χαράξουν –
μην το μπερδέψεις μια στιγμή με ηδονή!
Και σαν τελειώσουν – να το ξέρεις – θα σε κάψουν
γιατί θαρρούνε τη φωτιά εξαγνιστική.

Γυναίκα, ποιος ξεπλένει την ντροπή σου;
Ο νόμος πάντα επικρατεί, του ισχυρού.
Κι εγώ μονάχα, που γνωρίζω τη σιωπή σου,
γράφω για σένα, για τη φρίκη του βιασμού.

 

Συνέχισε, με Ασημάκη Πανσέληνο, φίλο καλό του παππού, του Νίκου Σαραντάκου.

Τριμελές Πλημμελειοδικείον

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!

Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
το Καθεστώς!

«Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
«Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
«Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
«Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!

Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γυαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

«Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.

 

Και με Τάκη Χατζηαναγνώστου, ένα ανοιξιάτικό του:

monet-anemoneΑ ν ε μ ώ ν ε ς – Φεβρουάριος 1952

 Κάτω, χαρούλες, κι όλο φως οι μυγδαλιές
τρελό χορό μέσα στους δρόμους αρχινίσαν
κι εδώ στους λόφους ανεμώνες αγκαλιές
μια πρώιμη άνοιξη, χιλιόχρωμη, σκορπίσαν…

Μια πρώιμη άνοιξη! Πώς φεύγουν οι καιροί !…
‘Ηταν και τότε όπως και σήμερα ο λόφος
κι εσύ, παιδούλα, σαν αγάπη τρυφερή,
μάζευες λούλουδα στο δειλινό χρυσόφως.

 Σ’ αναθυμούμαι όπως ερχόσουν ντροπαλά
με το μικρό μπουκέτο σου γλυκιά και μόνη
κι εστάθης δίπλα μου και μού ‘δωσες δειλά
μιαν ανεμώνη.

 

 

Συνεχίζεται…

Όλες τις εκδηλώσεις για την Εβδομάδα Ποίησης, μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Posted in Επικαιρότητα, Περιοδικό, Ποίηση, Πολιτιστικά | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: