Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Κώστας Βάρναλης – Η μάνα του Χριστού

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

***

Το ποίημα αυτό, ανήκει στη συλλογή «το Φως που καίει», που γράφτηκε στην Αίγινα. Αντιγράφω από μια πολύ ωραία διάλεξη που είχε κάνει ο Μίμης στο Λαογραφικό Μουσείο, για την «Αιγινήτικη» περίοδο του Βάρναλη:

[…] Εδώ λοιπόν, το καλοκαίρι του 1921 ο Βάρναλης έγραψε το «Φως που Καίει» στην πρώτη του μορφή, με την οποία εξεδόθη τον επόμενο χρόνο από τον εκδοτικό οίκο της Αλεξάνδρειας «Γράμματα» με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Χρησιμοποίησε ψευδώνυμο γιατί ήταν δημόσιος υπάλληλος και είχε επίγνωση του  τι φωτιά θα άναβε το έργο του.  Οι καιροί ήταν πονηροί. Οι συντηρητικές δυνάμεις, αφού ανέτρεψαν στις εκλογές το Βενιζέλο με το σύνθημα Οίκαδε και με την υπόσχεση άμεσης ειρήνης με τους Τούρκους, όχι μόνο συνέχισαν τον πόλεμο αλλά  έβαλαν στόχο τους την κατάληψη της Αγκυρας! Φυσικά η κατάληξη ήταν η καταστροφή.

Ο Βάρναλης με το έργο του αυτό κατηγορούσε όλους τους πολέμους και όλη την αδικία και εκμετάλλευση που γινόταν εν ονόματι της Πατρίδας και της Θρησκείας. Από το 1919 ήταν ήδη στρατευμένος στο νεαρό τότε κομμουνιστικό κίνημα, μολονότι δεν εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα παρά μόνο στην Κατοχή και ως το 1946 αν δεν κάνω λάθος. Δεν έμπαινε εύκολα σε καλούπια και πειθαρχία. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «τότε που ζούσαμε», μας δίνει μια χαρακτηριστική μαρτυρία: Γύρω στο 1935 το κόμμα κυκλοφόρησε μια έντυπη διαμαρτυρία για κάποιο  ζήτημα και ζητούσε να την υπογράψουν γνωστοί διανοούμενοι και κοινωνιοί παράγοντες. Ο Βάρναλης καθόταν με το Γληνό σε ένα γνωστό στέκι συγγραφέων όταν τους πλησίασε ο Σιδερίδης (ο άντρας της Ηλέκτρας Αποστόλου – της μετέπειτα ηρωίδας της Αντίστασης) και τους έδωσε το έντυπο για να το υπογράψουν. Ο Γληνός το διάβασε και χωρίς άλλα σχόλια το υπέγραψε. Ο Βάρναλης αντίθετα όταν το διάβασε, το έδωσε πίσω στον Σιδερίδη και του ‘πε

— Συμφωνώ με το νόημα αλλά πάρτο πίσω, γράψτο σε σωστά ελληνικά και φέρε μου το ξανά,  να το υπογράψω. Δεν είναι γλώσσα αυτή.

Ανεξάρτητα βέβαια από αυτά, παρέμεινε σε όλη τη ζωή του πιστός και ένθερμος οπαδός του κόμματος.

Το ότι έγραψε το «Φως που καίει» στην Αίγινα το μαρτυρεί ο ίδιος στα φιλολογικά του απομνημονεύματα. Είμαι σίγουρος δε πως τον «Πρόλογο» τον εμπνεύσθηκε  κατηφορίζοντας από το Σφεντούρι  (ήταν δεινός πεζοπόρος) καθώς αγνάντευε  τη θάλασσα από ψηλά. Όλα όσα αναφέρει στο ποίημα είναι εκεί: οι γκρεμοί, τα άσπρα σπιτάκια, οι κάβοι και τα νησάκια ως μεταξένοι αχοί, ακόμα και το κυπαρίσσι.[…]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: