Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Μαΐου 2013

Όταν δυο τρελόπαιδα ρεζιλέψαν τους ναζήδες

Posted by tofistiki στο 31/05/2013

«Κατά τη νύκτα της 30ης προς την 31η Μαΐου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και οι συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου».

Την παραπάνω ανακοίνωση της γερμανικής Κομαντατούρ, διάβασαν σαν σήμερα πριν 72 χρόνια οι Αθηναίοι στις εφημερίδες. Οι ντόπιοι νοσταλγοί των ναζήδων, ακόμα δεν έχουν συγχωρέσει τα δυο παλικάρια που ρεζίλεψαν τα ινδάλματά τους και προσπαθούν να πείσουν τους άσχετους ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Όπως αρνούνται και το Ολοκαύτωμα…

Τα ντοκουμέντα όμως της εποχής, από τους ίδιους τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους, δείχνουν την αλήθεια:

proinostypos01061941-small

(πηγή: Περσινό αφιέρωμα από το ιστολόγιο του Νίκου: Τότε που έλεγαν εγκληματία τον Γλέζο)

Απόκομμα της εφημερίδας «Βραδυνή» (2 Ιουνίου 1941), για το κατέβασμα τη χιτλερικής σημαίας στην Ακρόπολη από τους Γλέζο και Σάντα (πηγή: Alfavita)

Ας ακούσουμε τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της ηρωικής αυτής ιστορίας, όπως τα διηγήθηκαν στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού «Πρώτη Σελίδα» το 1982:

(Όλη η εκπομπή, διάρκειας μιας ώρας περίπου, υπάρχει στο Οπτικοακουστικό Αρχείο της ΕΡΤ.)

Ας ακούσουμε και τον Απόστολο Σάντα, από το αφιέρωμα του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα, «Η Ελλάδα του Χίτλερ : Τρόμος και αντίσταση στο Γ’Ράιχ» όπως δημοσιεύτηκε στο TVXS:

«Μια μέρα που ήμαστε πάλι όλοι μαζί εκεί επάνω στο Ζάππειο και μιλούσαμε, ήταν λιακάδα, η μάχη της Κρήτης εξελισσόταν και κοιτάζαμε προς την Ακρόπολη και βλέπαμε αυτή την τεράστια πολεμική σημαία επάνω στην Ακρόπολη. Σε μια στιγμή ο Μανόλης ο οποίος ήταν στραμμένος προς την Ακρόπολη μου λέει: «Λάκη κοίταξε εκεί επάνω, κοίταξε να δεις τι γίνεται εκεί πάνω». Κοιτάω λοιπόν, βλέπω τη σημαία.
Εν τω μεταξύ είχαμε συζητήσει ιδιαίτερα με το Μανόλη με τον οποίο ήμαστε πιο συνδεδεμένοι, είχαμε συζητήσει ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Αλλά τι να κάνουμε; Το να πειράξουμε έναν Γερμανό στρατιώτη να του αρπάξουμε το πιστόλι κτλ. θα μας σκοτώνανε επί τόπου και θα ήταν ένα απλό συμβάν, δηλαδή με το να χτυπήσουμε έναν Γερμανό στρατιώτη δεν έβγαινε τίποτα, δεν είχε σημασία συμβολική που να πειράξει τους Γερμανούς, εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι που να πειράξει τους Γερμανούς, κάτι που είχε σχέση με ιδεαλισμό. Και μόλις μου είπε ο Μανόλης και γύρισα και κοίταξα, όπως ήταν έτσι με τον ήλιο επάνω και είδα τη σβάστιγγα διότι είχε αέρα και κυμάτιζε η σημαία τους, η οποία ήταν μια τεράστια σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό και πάνω αριστερά είχε τον γοτθικό στρατό του Κάιζερ, του Α Παγκοσμίου Πολέμου, του λέω «ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να τους κάνουμε εάν μπορούμε».»

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία», την 25η Μαρτίου του 1945:

Περισσότερα , στο περσινό αφιέρωμα από το ιστολόγιο του Νίκου: Τότε που έλεγαν εγκληματία τον Γλέζο
και αναφορά στη σημερινή ανάρτησή του: Διπλός Μποστ για την επέτειο

Διαβάστε ακόμα, το αφιέρωμα στον κομμουνιστή Λάκη Σάντα, από το «Βαθύ Κόκκινο».

Δεν πρέπει να κουραζόμαστε ούτε να βαριόμαστε να διαδίδουμε την ιστορία. Να μαθαίνουν οι μικρότεροι, να μην ξεχνούν οι μεγαλύτεροι. Γιατί πρέπει να ξαναθάψουμε βαθιά το φασιστικό τέρας που προσπαθεί να ξεθάψει η κρίση τους, όπως περιγράφει καταπληκτικά το σκίτσο του Latuff:

latuff_2012_crisisfascistgrave

Advertisements

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Ιστορία, Περιοδικό, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Εκδήλωση ΣΥΡΙΖΑ κατά της εκποίησης του παραλιακού μετώπου

Posted by tofistiki στο 27/05/2013

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση, με δύο ομιλητές που ξέρουν καλά το αντικείμενο:

Ανοικτή ομιλία – συζήτηση ενάντια στην εκποίηση του παραλιακού μετώπου διοργανώνει η Δημοτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Π. Φαλήρου, την Τρίτη 28 Μαΐου στις 7.00 μμ, στο Πολυχώρο του Δημαρχείου στη οδό Τερψιχόρης 51 και Αρτέμιδος.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν ο επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ, Ν. Μπελαβίλας και η επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης «Ανοικτή Πόλη», Ελένη Πορτάλιου.

20130527-013216.jpg

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Περιοδικό, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μποστ Λαϊκαί Εικόναι – Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, αφιέρωμα στον Μποστ

Posted by tofistiki στο 25/05/2013

Το βρήκα στο ιστολόγιο του Νίκου και το μεταφέρω: Το επόμενο Σάββατο, 1 Ιουνίου, στις 11 π.μ., στο μουσείο Γουναρόπουλου (οδός Γουναροπούλου 6, Άνω Ιλίσια) θα κάνει μια ξενάγηση στα σκίτσα της έκθεσης ‘Μποστ. Λαϊκαί Εικόναι’, δηλαδή θα προσπαθήσει να εντάξει το κάθε σκίτσο στο ιστορικό του πλαίσιο και να εξηγήσει μερικές από τις αναφορές και τους υπαινιγμούς του. Θα προηγηθεί η παρουσίαση των καθαυτό εικαστικών έργων της έκθεσης, από την επιμελήτρια κυρία Διονυσία Γιακουμή, και θα ακολουθήσει η προβολή δύο ντοκιμαντέρ για τον Μποστ.
Ακολουθεί η παρουσίαση της έκθεσης -που εγκαινιάστηκε στις 15 Μαϊου- από το http://www.culturenow.gr
 
Μποστ Λαϊκαί Εικόναι - Το Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον Μποστ

Το Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στο ζωγράφο, σκιτσογράφο, θεατρικό συγγραφέα και ποιητή Μέντη Μποσταντζόγλου, γνωστό ως Μποστ, με τίτλο «Μποστ. Λαϊκαί Εικόναι»  από τις 15 Μαΐου μέχρι τις 8 Ιουνίου 2013.

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Κωνσταντινούπολη 1918 – Αθήνα 1995), μια πολυσχιδής και πολυτάλαντη προσωπικότητα, άφησε το στίγμα του στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό με την ευρηματική και καυστική του σάτιρα, την ευφάνταστη και λαϊκότροπη ζωγραφική του, αλλά και την υπαινικτική, συχνά λογοπλαστική, ανορθογραφία του.

Η έκθεση του αφιερώματος περιλαμβάνει πάνω από σαράντα έργα ζωγραφικής του καλλιτέχνη, ζωγραφισμένα βότσαλα, ζωγραφισμένα χρηστικά αντικείμενα και μικροέπιπλα, σχέδια για θεατρικά σκηνικά και κοστούμια, και σκίτσα. Επίσης θα παρουσιαστούν θεατρικά κοστούμια που είχε σχεδιάσει ο Μποστ για τις παραστάσεις έργων του από τη θεατρική εταιρία «Στοά».

Εγκαίνια: Τετάρτη 15 Μαΐου 2013, ώρα 20.00

Τη βραδιά των εγκαινίων η θεατρική εταιρία «Στοά» θα παρουσιάσει δρώμενα από έργα και κείμενα του Μποστ και θα προβληθούν οι ταινίες ντοκιμαντέρ για τον Μποστ από τις σειρές Μονόγραμμα (σκηνοθεσία Γιώργου Σγουράκη) και Έλληνες γελοιογράφοι (σκηνοθεσία Κατερίνας Πανταζοπούλου).

Κατά τη διάρκεια του αφιερώματος οι παραπάνω ταινίες θα προβάλλονται διαδοχικά (συνολική διάρκεια 70 λεπτά) στην αίθουσα διαλέξεων του μουσείου σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα:

Τρίτη 21 Μαΐου,19:00 / Τετάρτη 22 Μαΐου, 19:00 / Σάββατο 25 Μαΐου, 12:30 / Τρίτη 28 Μαΐου, 19:00 / Τετάρτη 29 Μαΐου, 19:00 / Σάββατο 1 Ιουνίου, 12:30 / Τρίτη 4 Ιουνίου, 19:00 / Τετάρτη 5 Ιουνίου, 19:00 / Σάββατο 8 Ιουνίου, 12:30

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ σε όλες τις εκδηλώσεις

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Μεταξύ αστείου και σοβαρού, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Πενήντα χρόνια πριν, τότε που το παρακράτος σκότωσε τον Λαμπράκη

Posted by tofistiki στο 22/05/2013

ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ-ΕΔΑ

Επάνω, το φέιγ βολάν της ΕΔΑ που καλούσε τον κόσμο στην κηδεία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Το βρήκα ανάμεσα στα πράγματα που φύλαγε ο πατέρας μου σαν αναμνηστικά.

Πριν μερικά χρόνια, είχε κάνει ο Νίκος στο ιστολόγιό του ένα πολύ καλό αφιέρωμα στη δολοφονία του Λαμπράκη όπου μπορείτε να βρείτε αρκετούς συνδέσμους για περισσότερες λεπτομέρειες. Στο  ιστολόγιο Κελαϊδίσματα,  υπάρχει επίσης ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον μεγάλο αγωνιστή της Αριστεράς, απ΄όπου είναι παρμένα και τα δύο βίντεο στο τέλος της ανάρτησης. Όλα έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί λοιπόν; Ίσως, αλλά σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ, ας ξαναδιαβάσουμε για την ζωή, το ήθος, το κουράγιο και την προσφορά τέτοιων ανθρώπων, για να γίνονται οδηγοί μας στα σκοτεινά μονοπάτια που βαδίζουμε, για μια ακόμα φορά.

Το κλίμα εκείνης της εποχής, που όλο και πιο ανατριχιαστικά θυμίζει κάποια πράγματα που ζούμε σήμερα, δίνει πολύ παραστατικά νομίζω το παρακάτω απόσπασμα από σχετικό βιβλίο του Γ. Ρωμαίου, που δημοσιεύτηκε πέρσι στα Νέα. Το ζήτημα είναι αν υπάρχουν τώρα Λαμπράκηδες ή πρέπει να τους εφεύρουμε…

Τον Μάρτιο του 1963, η ΕΔΑ επανέφερε για συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για τα «μέτρα ασφαλείας» της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή με αφορμή τη σύλληψη του διευθυντή της «Αυγής» Πότη Παρασκευόπουλου, επειδή είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ.
Στις 13 Μαρτίου, ο εισηγητής της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Καλλίας «άναψε φωτιές» μέσα στην αίθουσα της Βουλής όταν κατηγόρησε τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΕΔΑ Ηλία Ηλιού ότι δεν είναι δημοκρατικός. Ο Ηλιού αποκάλεσε τον Καλλία φασίστα. Τότε σηκώθηκε από το έδρανό του ο ακροδεξιός βουλευτής Κιλκίς της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και απευθυνόμενος προς τους βουλευτές της ΕΔΑ τους απείλησε φωνάζοντας «θα ταφείτε», «Βούλγαροι, προδότες». Μάταια ο αντιπρόεδρος της Βουλής Μίχας χτυπούσε το κουδούνι και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την τάξη. Ο Παπαδόπουλος, όρθιος, συνέχισε να απειλεί και να υβρίζει. Η συνέχεια ήταν εκρηκτική, όπως διαφαίνεται και από τον παρακάτω διάλογο που ακολούθησε:
Α. Μπριλλάκης (ΕΔΑ): Πώς αφήνετε να ομιλεί ο Παπαδόπουλος που φορούσε γερμανική στολή στην Κατοχή;
Κ. Παπαδόπουλος: Μπριλλάκη, θα σου σπάσω το κεφάλι!
Α. Μπριλλάκης: Αν είσαι άνδρας…
Ο Παπαδόπουλος συνέχισε να βρίζει με χυδαίες εκφράσεις τους βουλευτές της ΕΔΑ και ιδιαίτερα τους Αντώνη Μπριλλάκη, Κώστα Χιωτάκη και Γρηγόρη Λαμπράκη. Αμέσως μετά ο Παπαδόπουλος κινήθηκε απειλητικά προς τον Μπριλλάκη. Το ίδιο έκανε και ο Λαμπράκης προς την κατεύθυνση του Παπαδόπουλου. Η κατάσταση είχε ξεφύγει πια από κάθε έλεγχο. Την επόμενη στιγμή ο Μπριλλάκης δέχθηκε ένα ισχυρό χτύπημα από τον Παπαδόπουλο, κλονίστηκε και έπεσε στο πάτωμα. Σηκώθηκε όμως αμέσως και άρχισε να ανταλλάσσει γροθιές με τον Παπαδόπουλο.
Εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος της Βουλής διέκοψε τη συνεδρίαση και κάλεσε τη φρουρά Χωροφυλακής να επέμβει. Στο μεταξύ όμως ο Λαμπράκης, αθλητικός και ταχύς, πήδηξε πάνω από τα εδώλια που τον χώριζαν από το σημείο των επεισοδίων, πλησίασε τον Παπαδόπουλο και του έδωσε μια γερή γροθιά στο πρόσωπο. Περισσότεροι από δέκα βουλευτές της ΕΡΕ με επικεφαλής τους Στ. Παπαδάκη και Νικ. Βαρβιτσιώτη κύκλωσαν τότε τον Λαμπράκη. Η αίθουσα της Βουλής είχε πια μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Με δυσκολία χωροφύλακες, άλλοι βουλευτές και κλητήρες κατόρθωσαν τελικά να χωρίσουν τους συμπλεκόμενους.
 

Απόσπασμα από την ταινία «Ζ» του Γαβρά, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Β.Βασιλικού:

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Ιστορία, Περιοδικό | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 14/05/2013

Αναδημοσιεύω σήμερα από το ιστολόγιο του Νίκου ένα απόσπασμα (επίκαιρο λόγω των επικείμενων πανελληνίων εξετάσεων) από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μίμη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Είναι παρμένο από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Βρισκόμαστε στα 1948, ο Μίμης είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).
Το αναδημοσιεύω και για ένα ακόμα λόγο. Ψάχνοντας κάτι άσχετο στα χαρτιά του πατέρα μου, έπεσα σε μερικά συγκινητικά -για μένα τουλάχιστον – ενθυμήματα από την εποχή εκείνη: Πρόκειται για το απόκομμα της εφημερίδας με τους επιτυχόντες στο ΕΜΠ ανάμεσα στους οποίους κι ο ίδιος, και για τα χειροποίητα, πολύ προσεγμένα, σε μέγεθος κάρτας, προγράμματα μαθημάτων που είχε φτιάξει για κάθε χρονιά της σχολής του.

epityxontesΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

programma EMPΑρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Ο δεύτερος γνωστός, που απόχτησα στο Πολυτεχνείο, από το πρώτο κι όλας τρίμηνο ήταν ο Τάκης ο Μερίκας. Ήταν ένα ήσυχο, μετρημένο και ντόμπρο παλικάρι, στο βάθος πολύ ρομαντικός και αισθηματίας. Μια φορά μου ΄δειξε κάτι πεζοτράγουδα που είχε γράψει. Ήταν δεξιός αλλά, καθώς το ’48 και το ’49 ήταν αδιανόητες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ αγνώστων, αυτό δε στάθηκε εμπόδιο στη γνωριμία μας, που εξελίχθηκε σε φιλία.

 Ο τρίτος φίλος που απόχτησα ήταν ο Στέλιος ο Πάπαρος και ο τέταρτος ο Μαρσέλος ο Κάννερ. Ήταν κι οι δύο Εβραίοι. Στην τάξη μας ήταν τέσσερις Εβραίοι, πράγμα πολύ περίεργο. Ποσοστό 16% ήταν δυσανάλογα υψηλό σε σύγκριση με το ποσοστό των Εβραίων της χώρας, μετά τον αποδεκατισμό τους κατά τον πόλεμο. Από τους τέσσερις, ο Στέλιος καταγόταν από πλευράς του πατέρα του από Ρωμανιώτες Εβραίους,  εγκατεστημένους δηλαδή στην Ελλάδα από αμνημονεύτων χρόνων, ίσως προ Χριστού. Ο Σάμης κι ο Ραϋμόνδος ήταν Σεφαραδίτες από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι πρόγονοί του Μαρσέλου ήταν Ασκεναζίμ, που ήρθαν από τη Ρουμανία.

ΕΜΠ-1Επηρεασμένος από τις αφηγήσεις του πατέρα μου, που είχε επίσης φίλους Εβραίους, στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του ‘20, τους έβλεπα με συμπαθητικό ενδιαφέρον, που με τον καιρό εξελίχθηκε σε θερμή φιλία, ιδίως με τον Στέλιο και τον Μαρσέλο.

Οι δύο πρώτες χρονιές φαγώθηκαν με τα μέχρι θανάτου βαρετά μαθήματα της Γενικής Χημείας και στα ατέλειωτα εργαστήρια της Αναλυτικής. Οι αντίστοιχοι καθηγητές ήταν πανάρχαιοι, με γνώσεις που είχαν αγκυροβολήσει στη δεκαετία του 20, τον ένα μάλιστα, της Γενικής Χημείας, τον είχε πάρει προ πολλού το όριο ηλικίας, που τότε για τους καθηγητές της Ανώτατης Εκπαίδευσης ήταν τα εβδομήντα, αλλά είχε επανέλθει με κάποιες νομικίστικες ταχυδακτυλουργίες, μια που είχε πρωτοστατήσει, κατά το δημοψήφισμα του ΄46, στην κίνηση για την επάνοδο του βασιλιά. Είχαμε τότε στο Πολυτεχνείο τέσσερις τέτοιους προκατακλυσμιαίους καθηγητές, που δεν εννοούσαν να παρατήσουν την έδρα τους.

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης – του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε, (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: “του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου”.

Το προκατακλυσμιαίο των γνώσεων του Βαρούνη συνδυαζόταν με την ιδιόμορφη επιστημονική ορολογία, την οποίαν, αφού μάταια προσπάθησε να την επιβάλει στην επιστημονική κοινότητα της χώρας, την έκανε, αντιστάσεως μη ούσης, υποχρεωτική τουλάχιστον στο μάθημα του. Αλίμονο στο φοιτητή που στις εξετάσεις δεν έλεγε τα ηλεκτρόνια ηλεκτρά, τα πρωτόνια πρώτα, τα δευτερόνια  δεύτερα, τα νετρόνια ουδέτερα και πάει λέγοντας! Υπήρχαν φυσικά και χειρότερα. Στους πολιτικούς μηχανικούς υπήρχε τότε  καθηγητής που, στο μέσον ακριβώς του 20ού αιώνα, δίδασκε: “εσχάτως οι σιδηρόδρομοι ηλεκτροφωτίζονται”.

Τη μανία να αρνούνται τη διεθνώς καθιερωμένη ορολογία και να επιβάλουν τη δική τους την είχαν κι άλλοι καθηγητές τότε. Ήταν ένας τρόπος να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μια που δεν είχαν να παρουσιάσουν ούτε συγγραφικό, ούτε διδακτικό έργο, σε μιαν εποχή που μεσουρανούσαν Δάσκαλοι, όπως ο Χόνδρος, ο Αθανασιάδης, ο Δημήτριος Αιγινήτης, ο Καραντάσης, ο Νίκος Κιτσίκης, ο Παπαπέτρου και άλλοι.  Στο Πανεπιστήμιο, ο Βασίλειος Αιγινήτης, μικρότερος σε ηλικία και επιστημονική αξία αδελφός του Δημητρίου, ήθελε να λένε ηλεκτριόντα, πρωτιόντα, δευτεριόντα, ακόμα και ουδετεριόντα, χωρίς να σκεφτεί, ο αθεόφοβος, πώς ήταν δυνατό να είναι και ουδέτερα και ιόντα.

Ο καθηγητής της Αναλυτικής Χημείας, ο Χορς, αγγλικής ή βαυαρικής καταγωγής προφανώς, ήταν κάπως νεότερος από την τετράδα, αλλά από επιστημονικής πλευράς είχε σταματήσει κάπου μεταξύ 1925 και 1930. Οι παραδόσεις του, στην ποιοτική ανάλυση, που την κάναμε στο πρώτο έτος, γίνονταν από κάτι άθλια λιθογραφημένα φυλλάδια, τα τυπωμένα πρωτότυπα των οποίων είχαν εξαντληθεί πριν τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας με πιστότητα ντικταφόν το κείμενο, χωρίς να αλλάζει ή να παραλείπει ούτε μία φράση. Μερικές περικοπές είχαν μείνει στην ιστορία:

“Κατά την αντίδρασιν ταύτην σχηματίζεται περίπλοκον ανιόν πολυπλόκου συστάσεως”.

Επί πλέον ήταν κουφός όσο ένα ντουβάρι ή μάλλον πολύ περισσότερο (δοθέντος ότι εκείνην ακριβώς την εποχή και οι τοίχοι είχαν αυτιά). Γι΄ αυτό κυκλοφορούσε εξοπλισμένος με ισχυρότατο όσο και παλαιοτάτης τεχνολογίας ακουστικό, του οποίου το μεγάφωνο ήταν χωμένο στο αυτί του, το μικρόφωνο ήταν τοποθετημένο στο στέρνο του κάτω από το πουκάμισο και οι μπαταρίες στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Τα καλώδια, που συνέδεαν τα τρία συστατικά μέρη, περνούσαν μέσα από τα μανίκια του και ξεπρόβαλλαν από το κολάρο ή τις κουμπότρυπες του πουκάμισου, δίνοντας του κάπως την όψη κάποιου παλαιϊκού ρομπότ, που μόνο η φαντασία του Ιουλίου Βερν θα μπορούσε να επινοήσει.

 
Η φωτογραφία είναι από κάποια εκδρομή με τη Σχολή. Αριστερά επάνω ο Μίμης, από κάτω ο Στέλιος ο Πάπαρος και ακόμα πιο κάτω ο νονός του -αγέννητου ακόμα- Νίκου, ο Γιώργος ο Κανελλόπουλος. Θαρρώ πως ο τέταρτος από αριστερά, στην πάνω σειρά, είναι ο Μαρσέλος ο Κάννερ, αλλά μπορεί να λαθεύω.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Δάσκαλοι

Posted by tofistiki στο 11/05/2013

μαθητες και δασκαλοιΑυτές τις μέρες που οι δάσκαλοι λοιδορούνται και βάλλονται σχεδόν από παντού, θυμήθηκα το βιβλίο «Μαθητές και δάσκαλοι», που είχε αφιερώσει ο πατέρας μου στους δικούς του δασκάλους, που όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, αποτελεί ένα μικρό φόρο τιμής στη μνήμη των άξιων δασκάλων που κυριολεκτικά διαμόρφωσαν την προσωπικότητα των μαθητών τους και τους έδωσαν το ευ ζην. Ίσως αυτό ακούγεται στις μέρες μας κάπως κλισέ και παρωχημένο, τώρα που όλοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν τέτοιοι δάσκαλοι σήμερα.

Όμως εγώ έχω γνωρίσει τέτοιους δασκάλους, κι έχω φίλους μερικούς τέτοιους ανθρώπους, σαν τη Σάσα, τη Σούλα, την Κρίνα, την Ελένη, τον Στέλιο, τη Σοφία, την Τασούλα, δασκάλους που μέσα σε αντίξοες συνθήκες δίνουν καθημερινά, κομμάτια από την ψυχή τους για να μορφώσουν τα παιδιά μας. Αφιερωμένο σ’ αυτούς κι αυτές λοιπόν, το σημερινό απόσπασμα. 

Γιώργος Βαλέτας

Βαλέτας-ταξηΤον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
Κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά, οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

Μίλτης Παρασκευαϊδης

Εκδρομή-Πυργί-ΜιλτηςΜε την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος*, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί τον Χαράλαμπο τον παραδεχόμουν απόλυτα. Άρχισα από τότε να βλέπω με άλλο μάτι τον καινούργιο καθηγητή και ανακάλυψα πως διέφερε σε όλα σχεδόν τα σημεία από τους άλλους δάσκαλους ή καθηγητές που έτυχε να περάσω από τα χέρια τους. Φαίνεται δε πως σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήξανε και οι άλλοι συμμαθητές, γιατί από τις αρχές του ΄42, η διάθεσή μας απέναντί του άλλαξε. Καταλάβαμε πως είχαμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό δάσκαλο. Διαπιστώσαμε πως ο καινούργιος ήταν πολύπλευρη προσωπικότητα, δεινός φιλόλογος, εξαίρετος σκιτσογράφος, καλός ζωγράφος επίσης, εραστής της φωτογραφίας, λάτρης της μουσικής και πολύγλωσσος.

Ποτέ του δε θυμάμαι να σκαμπίλισε ή να έδειρε μαθητή, ούτε ποτέ να κράτησε στα χέρια του βίτσα ή χάρακα ή άλλο σύμβολο εξουσίας και όργανο τιμωρίας ταυτόχρονα, που άλλοι καθηγητές δεν τ’ αποχωρίζονταν ποτέ. Επιβαλλόταν με τη στάση του και με τον καιρό η προειδοποίηση:

«Πρόσεξε, γιατί θα σε πετάξω έξω!»

που ήταν η συνηθέστερη απειλή του, αποδείχτηκε το αποτελεσματικότερο σωφρονιστικό όπλο του, γιατί πολύ σύντομα ο τρόπος και το περιεχόμενο των παραδόσεων του μας συνάρπασαν και κανείς δεν ήθελε να χάσει την παράδοσή του.

Ο Μίλτης όπως κι οι περισσότεροι συνάδελφοι του και μαθητές του υπόφερε από την πείνα του πρώτου χειμώνα της Κατοχής, κατάφερε όμως να οργανώσει μια εκδρομή της τάξης μας, που μας έμεινε αξέχαστη, γιατί σ’ αντίθεση με άλλες εκδρομές δεν κουβαλήσαμε μαζί μας τρόφιμα (πού να τα βρίσκαμε άλλωστε οι πιο πολλοί) αλλά μαγειρέψαμε επί τόπου! Κατάφερε και βρήκε ένα μικρό σακί φασόλια, δωρεά ενός φίλου του εμπόρου κι ένα καζάνι, πιάτα και μαχαιροπίρουνα (δεν υπήρχε τότε η ευκολία των πλαστικών), που τα κουβαλήσαμε, εναλλασσόμενοι διαδοχικά, όλοι οι μαθητές, από το Γυμνάσιο ως την Ουτζά. Εκεί στήσαμε το καζάνι σε πέτρες, φέραμε νερό από μια κοντινή πηγή, ανάψαμε φωτιά και ο Γιώργος ο Κουκούλης, που λόγω πατρικού επαγγέλματος ήταν ειδήμων, μας μαγείρεψε μια θαυμαστή φασολάδα. Φάγαμε όλοι μέχρι σκασμού και χορτάτοι το ρίξαμε στο τραγούδι. Πολλοί από μας είχανε μήνες ίσως να χορτάσουν φαϊ. Δεν ήταν όμως μόνο η ικανοποίηση της πείνας που μας έφερε τέτοιαν ευεξία, όσο η αίσθηση πως αυτενεργούσαμε, πως μαγειρέψαμε μόνοι μας, κάτι που μόνο οι μανάδες μας έκαναν και πως ύστερα φροντίσαμε μόνοι μας να πλύνουμε το καζάνι και τα πιάτα. Με την εκδρομή αυτή ο Μίλτης κέρδισε ολοκληρωτικά την αγάπη μας. […]

Απόστολος Αποστόλου, ο Δάσκαλος

ΑποστολουΈτσι τον έλεγαν όλοι, μαθητές του και μη. Στη Λέσβο ο τίτλος «Δάσκαλος» είχε μεγαλύτερο κύρος από τον τίτλο «Καθηγητής». Και ο Απόστολος Αποστόλου ήταν ο κατεξοχήν δάσκαλος, με την έννοια του πλάστη χαρακτήρων.

Εμείς τον πρωτογνωρίσαμε στην 4η οκταταξίου, όταν αρχίσαμε Χημεία, που είχε τη φήμη βαρετού και δύσκολου μαθήματος. Από το πρώτο του μάθημα κι όλας αλλάξαμε γνώμη. Ο Αποστόλου μας μίλησε για τη Χημεία, το περιεχόμενό της και τη σημασία της στην καθημερινή μας ζωή, με τέτοιον ενθουσιασμό και έξαρση, λες και ήταν ερωτευμένος μαζί της (και όντως ήταν) και κατάφερε να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του στους περισσότερους από μας. Κυριολεκτικά μας συνάρπασε.

Και αυτό δεν έγινε μόνο στη δικιά μας τάξη αλλά και σε πολλές που προηγήθηκαν και σε άλλες που ακολούθησαν. Το ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό χημικών και χημικών μηχανικών, που προέρχονται από απόφοιτους των Γυμνασίων και του Πρακτικού Λυκείου της Μυτιλήνης, οφείλεται στο πέρασμα του Αποστόλου από τα σχολειά αυτά.

Πριν διοριστεί στη Μυτιλήνη υπήρξε για ένα διάστημα βοηθός του Μιχαήλ Στεφανίδη, που υπήρξε επίσης καθηγητής στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης αλλά κατόπιν έγινε καθηγητής της Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τη δικιά του ενθάρρυνση, (αλλά και υλική αρωγή σε όργανα και σκεύη) δημιούργησε με προσωπική εργασία του, στα υπόγεια του Γυμνασίου, πλήρες εργαστήριο χημείας, όπου έκανε πειράματα, που πραγματικά μάγευαν τους μαθητές. Η δικιά μας τάξη δυστυχώς δε χάρηκε τέτοια πειράματα γιατί τον χειμώνα, πριν τα αρχίσουμε, από μια σφοδρή νεροποντή πλημμύρησαν τα υπόγεια του κτιρίου και το χημείο καταστράφηκε.

Ο Δάσκαλος διέσωσε τα περισσότερα όργανα και βιβλία του εργαστηρίου, τα μετέφερε στο σπίτι του, όπου με τη βοήθεια της γυναίκας του και των θυγατέρων του, τα καθάρισαν από τις λάσπες και κατόπιν τα επέστρεψε στο Γυμνάσιο. Το Χημείο όμως δεν ανασυγκροτήθηκε παρά πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Δάσκαλος είχε φύγει από τη ζωή. Σήμερα υπάρχει, στην παλιά του θέση, στα υπόγεια του Γυμνασίου, λειτουργεί και ονομάζεται «Χημείο Απόστολου Αποστόλου».

Δεν ήταν όμως μόνο ο τρόπος διδασκαλίας που σε τραβούσε. Ήταν και η ίδια η προσωπικότητα του διδάσκοντος. Πρόσωπο πράο και ιλαρό, μάτια που έφεγγαν από καλοσύνη, σε πείσμα των πυκνών και άγριων φρυδιών που τα σκίαζαν, ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα, που δείχνανε άνθρωπο που του άρεσε να γελάει και γλώσσα απλή και κατανοητή, ήταν τα στοιχεία που σε τραβούσαν με την πρώτη.

Αργότερα διαπιστώσαμε πως κάτω από αυτή την απλή και καθόλου επηρμένη όψη, κρυβόταν επιστήμονας μεγάλης αξίας. Όταν ήμουνα στην 5η τάξη ο πατέρας μου, μου έδωσε να διαβάσω ένα μικρό βιβλίο του Αποστόλου που επιγραφόταν «το πρόβλημα της ύλης, χθες και σήμερον». Με προειδοποίησε πως επρόκειτο για βιβλίο δύσκολο για ένα παιδί της ηλικίας μου (ήμουν τότε 14 χρονών), αλλά πίστευε πως θα τα έβγαζα πέρα. Και πράγματι όχι μόνο κατάφερα να το διαβάσω, αλλά να το μελετήσω σε βάθος. Το διάβαζα όλο το καλοκαίρι του ΄43, με επιμέλεια και προσήλωση, λες και θα έδινα τον Σεπτέμβρη εξετάσεις πάνω σ΄ αυτό. […]

Όπως ο Παρασκευαϊδης, ο Αρχοντίδης και πολλοί άλλοι εκπαιδευτικοί και διανοούμενοι της Λέσβου και ο Αποστόλου είχε οργανωθεί στην Αντίσταση. Εκείνος όμως αναδείχτηκε ηγέτης της. Στο τέλος της Κατοχής ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, πόστο που κράτησε και τα επόμενα χρόνια, ώσπου άρχισαν οι διώξεις. Χαρακτηριστικό πάντως της ευσυνειδησίας και της επίγνωσης που είχε, αναφορικά με τα καθήκοντά του ως Δάσκαλου, είναι πως δε σταμάτησε να διδάσκει και όταν είχε το πόστο του Γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, παρά τις δυσβάστακτες ευθύνες, που συνεπαγόταν.

Πιστεύω πως η παρουσία στην ηγεσία της Αντίστασης στη Λέσβο, ανθρώπων σαν τον Αποστόλου, τον Κανόνη, αλλά και τον Κοντάρα, ήταν καθοριστικής σημασίας. Χάρη στους φωτισμένους και πράους αυτούς ανθρώπους, επικράτησε στο νησί ατμόσφαιρα ηρεμίας και ομοψυχίας και δεν υπήρξαν υπερβολές και έκτροπα.


* Χαράλαμπος Κανόνης, αδελφικός φίλος του Μίλτη, επιστήμονας μεγάλης αξίας, και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, πιάστηκε αιχμάλωτος και δολοφονήθηκε στη Χίο το 1947. Αιωνία του η μνήμη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Παιδεία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κώστας Βάρναλης – Η μάνα του Χριστού

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

***

Το ποίημα αυτό, ανήκει στη συλλογή «το Φως που καίει», που γράφτηκε στην Αίγινα. Αντιγράφω από μια πολύ ωραία διάλεξη που είχε κάνει ο Μίμης στο Λαογραφικό Μουσείο, για την «Αιγινήτικη» περίοδο του Βάρναλη:

[…] Εδώ λοιπόν, το καλοκαίρι του 1921 ο Βάρναλης έγραψε το «Φως που Καίει» στην πρώτη του μορφή, με την οποία εξεδόθη τον επόμενο χρόνο από τον εκδοτικό οίκο της Αλεξάνδρειας «Γράμματα» με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Χρησιμοποίησε ψευδώνυμο γιατί ήταν δημόσιος υπάλληλος και είχε επίγνωση του  τι φωτιά θα άναβε το έργο του.  Οι καιροί ήταν πονηροί. Οι συντηρητικές δυνάμεις, αφού ανέτρεψαν στις εκλογές το Βενιζέλο με το σύνθημα Οίκαδε και με την υπόσχεση άμεσης ειρήνης με τους Τούρκους, όχι μόνο συνέχισαν τον πόλεμο αλλά  έβαλαν στόχο τους την κατάληψη της Αγκυρας! Φυσικά η κατάληξη ήταν η καταστροφή.

Ο Βάρναλης με το έργο του αυτό κατηγορούσε όλους τους πολέμους και όλη την αδικία και εκμετάλλευση που γινόταν εν ονόματι της Πατρίδας και της Θρησκείας. Από το 1919 ήταν ήδη στρατευμένος στο νεαρό τότε κομμουνιστικό κίνημα, μολονότι δεν εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα παρά μόνο στην Κατοχή και ως το 1946 αν δεν κάνω λάθος. Δεν έμπαινε εύκολα σε καλούπια και πειθαρχία. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «τότε που ζούσαμε», μας δίνει μια χαρακτηριστική μαρτυρία: Γύρω στο 1935 το κόμμα κυκλοφόρησε μια έντυπη διαμαρτυρία για κάποιο  ζήτημα και ζητούσε να την υπογράψουν γνωστοί διανοούμενοι και κοινωνιοί παράγοντες. Ο Βάρναλης καθόταν με το Γληνό σε ένα γνωστό στέκι συγγραφέων όταν τους πλησίασε ο Σιδερίδης (ο άντρας της Ηλέκτρας Αποστόλου – της μετέπειτα ηρωίδας της Αντίστασης) και τους έδωσε το έντυπο για να το υπογράψουν. Ο Γληνός το διάβασε και χωρίς άλλα σχόλια το υπέγραψε. Ο Βάρναλης αντίθετα όταν το διάβασε, το έδωσε πίσω στον Σιδερίδη και του ‘πε

— Συμφωνώ με το νόημα αλλά πάρτο πίσω, γράψτο σε σωστά ελληνικά και φέρε μου το ξανά,  να το υπογράψω. Δεν είναι γλώσσα αυτή.

Ανεξάρτητα βέβαια από αυτά, παρέμεινε σε όλη τη ζωή του πιστός και ένθερμος οπαδός του κόμματος.

Το ότι έγραψε το «Φως που καίει» στην Αίγινα το μαρτυρεί ο ίδιος στα φιλολογικά του απομνημονεύματα. Είμαι σίγουρος δε πως τον «Πρόλογο» τον εμπνεύσθηκε  κατηφορίζοντας από το Σφεντούρι  (ήταν δεινός πεζοπόρος) καθώς αγνάντευε  τη θάλασσα από ψηλά. Όλα όσα αναφέρει στο ποίημα είναι εκεί: οι γκρεμοί, τα άσπρα σπιτάκια, οι κάβοι και τα νησάκια ως μεταξένοι αχοί, ακόμα και το κυπαρίσσι.[…]

Posted in Αιγινήτικα, Εις μνήμην, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

«Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»

Posted by tofistiki στο 03/05/2013

Αναδημοσιεύω από το Λέσβος News. Γιατί για κάποιους, πολλούς, μετά το μαρτύριο δεν έρχεται Ανάσταση.

Γράφει: Γιώργος Τυρικός – Εργάς

Υπάρχουν καταστάσεις που δεν σηκώνουν πολλά λόγια μα και πάλι απαιτούν να μιλήσουμε για αυτές, απαιτούν να μην σιωπούμε.

Χτες μέχρι αργά το βράδυ είχαμε στην Καλλονή πρόσφυγες από Σομαλία και Συρία. Έφτασαν στα βόρεια του νησιού και τους πήρε 11 ώρες να κατηφορίσουν στο λεκανοπέδιο. Εφτασαν κομμάτια έξω από την παλιά εφορία και κουκούβισαν στο προαύλιο.

Χτες είδα πάλι να παίζεται το δράμα του Χριστού, αν και με τους θεούς δεν τα πήγαινα ποτέ καλά.

Τον είδα όμως τον ίδιο Ναζωραίο πάλι να λέει, «Ξένος ήμουν, γυμνός ήμουν, πεινασμένος»…Τον είδα μέσα στα κόκκινα από την κούραση μάτια τους, πρόβαλλε από τις σχισμές των τριμμένων ρούχων τους.

Φαίνεται όμως πως από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 10 κανείς άλλος δεν έβλεπε τον Χριστό εκεί γύρω. Οι εκκλησιαζόμενοι πήγαιναν να ακουσουν το τροπάρι της Κασιανής, καλοντυμένοι αφού πια είχαν αγοράσει τα χρειαζούμενα για τις γιορτές. Εριχναν ένα απότομο βλέμμα στους πρόσφυγες (στη Σομαλία και στη Συρία εμφύλιος!) και ψιθύριζαν μεταξυ τους διάφορα λες και κινδύνευαν λες και κάτι απαράδεκτο ήρθε στην πόλη τους. Δεν έκαναν καμιά κίνηση. Ο εμφύλιος, ο πόνος, η ελεημοσύνη, η αδερφοσύνη («αφού το κάνατε αυτό σε έναν από τους αδερφούς μου, ειναι σαν να το κανατε σε εμένα !») ολα υποκρισία, όλα φόβος. Ας κάνουμε μεγάλο-μεγάλο τον σταυρό μας στο «Δι ευχών».

Ο Παπά-Στρατής δίπλα μου είχε σπάσει πάλι τα τηλέφωνα να ξεσηκώνει το λιμενικο, την αστυνομία, υπουργεία, κάθε φορά τα ίδια, κάθε φορά τα χέρια όλων δεμένα από έναν αόρατο Πόντιο Πιλάτο. Οταν κανείς πια δεν αναλάμβανε καμιά ευθύνη (είμαστε σε αυτό το στάδιο πλέον) πήραμε τους ανθρώπους και τους βάλαμε στο προαύλιο του Ναού. Ένα πρόχειρο γεύμα, μερικά είδη υγιεινής…Αυριο; Ταξί δεν τους παίρνει. Το λεωφορείο δεν τους παίρνει. Λιμενικό, αστυνομία, ο ένας στέλνει στον άλλο. Θα πρέπει να κάνουν άλλα 45 χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι Μυτιλήνη. Μετά; Τίποτα. Τους το εξηγήσαμε. «Θα περπατήσουμε, τι να γίνει;»

Μεσάνυχτα αφήσαμε τους Σομαλούς να ξεκουραστούν (πόσο να ξεκουραστεί κανείς πάνω στο τσιμέντο κάτω από το βραδινό αγιάζι) και πήγαμε να βρούμε την ομάδα Σύριων που είχε και παιδιά. Φτάσαμε με το αμάξι μέχρι τις Αλυκές, κανείς. Σε κάποιον παράδρομο θα ήταν, κάπου εκεί έξω…Γυρίσαμε πίσω. Ολο το βράδυ εφιάλτες.

Ο παπά Στρατής σε κάποια φάση όταν τους καληνυχτίσαμε, ζήτησε συγνώμη εκ μέρους της χώρας, της πατρίδας του, του νησιού που αγαπάει αλλά τον πικραίνει με κάθε ευκαιρία. «Ζητώ συγνώμη που αυτές τις άγιες μέρες το μόνο που έχουμε να σας προσφέρουμε σαν Έλληνες είναι ένα τοστ και έναν χυμό. Ζητώ συγνώμη που το καλύτερο μέρος που μπορώ να σας βάλω είναι εδώ». Εγώ μετέφραζα με έναν μεγάλο κόμπο στον λαιμό, έτοιμος να…δεν ξέρω τι. Θυμός λύπη, όλα.

Η ίδια κατάσταση χρόνια τώρα. Από το 2009. Ένας από τους Σομαλούς κατάλαβε την αμηχανία μας και με χτύπησε στον ώμο. «Πες του παπά πως εδώ ειναι ξενοδοχείο πολυτελείας. Ειναι χίλιες φορές καλύτερο από εκεί που ερχόμαστε. Καλύτερα δεν γίνεται» και χαμογελούσε. Χαμογελούσε ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα αυτήν την στιγμή στον κόσμο παρά εκατό δολάρια στην τσέπη, τα ρούχα που φορά και το σώμα του.

Και χαμογελούσε ΓΙΑ ΕΜΑΣ τους πολιτισμένους, που τα έχουμε όλα, επειδή μας είδε να έχουμε θλίψη. Τέτοιο δώρο δεν μου έχει κάνει άνθρωπος.

Να πω ένα τελευταίο. Καθώς ήταν στον δρόμο οι πρόσφυγες μπροστά από την εφορία, τρεις άνθρωποι, εκτός από εμάς, είχαν το θάρρος και την παρρησία και ήρθαν κοντά τους. Ενα ζευγάρι νέων ανθρώπων, έφερε μια κούτα χυμό και μπισκότα. Μας τα έδωσε και είπαν «κουράγιο» στους ανθρώπους. Ένας ακόμα, ανθρωπος απλός με το φανελάκι, μεσόκοπος, προχειροντυμένος ήρθε με μια πλαστική σακούλα με λίγα φρούτα και ένα μπουκάλι νερό. «Δεν ήξερα τι να φέρω», μου είπε, «λίγο νερό να πιουν».

Σταυρώνεται αιώνια ο Χριστός, μέρα νύχτα. Η ανάστασή του δεν διαρκεί παρά όσο μια αστραπή. Για αυτό το λίγο φως που βαστά μια στιγμή μονάχα, για αυτό το λίγο φως κάνουμε αγάντα και βαστούμε.

(φωτογραφία άρθρου: τηλεοπτικό δίκτυο ABC – ρεπορτάζ για την ανθρωπιστική κρίση στη Σομαλία)

———————-

Σχετικό: Απεργία πείνας Αφγανών και Σύριων μεταναστών στο λιμάνι της Μυτιλήνης, του Στέλιου Κραουνάκη.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, μετανάστες, πρόσφυγες, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Πρωτομαγιά του 1944 – Κώστας Βάρναλης

Posted by tofistiki στο 01/05/2013

ΦΩΚΙΩΝ_Η ΣΦΑΓΗ

ΦΩΚΙΩΝ-1ΜΑΗ44

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα

με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,

όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!

Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,

φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις

τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!

Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.

Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.

Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω

(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)

που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους

και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,

όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,

μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους

κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.

Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.

Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν

κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,

δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται

παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.

Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,

που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,

και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!

Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!

Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,

θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.

Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

***

Το ποίημα το πήρα από το ιστολόγιο Στηθάγχη.
Τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη είναι από το λεύκωμα «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα», Εκδ. Μαρή, 1970. Το πρώτο έχει τίτλο «Η σφαγή» και το δεύτερο «Ο θρήνος του χορού» και αναφέρεται στην εκτέλεση των 200 κομμουνιστών κρατουμένων της Ακροναυπλίας. Η λεζάντα γράφει: Όταν την πρωτομαγιά του 1944 έγινε γνωστό πως θα τυφεκίζονταν διακόσιοι όμηροι μαζύ, χιλιάδες κόσμου, συγγενείς και φίλοι των μελλοθανάτων, μαζεύτηκαν στα υψώματα γύρω του Σκοπευτηρίου και άρχισαν έναν σπαραχτικό ομαδικό θρήνο.
 
Ο «Ναπολέος» του ποιήματος,  που είναι «δυο μπόγια πάνου απ’ όλους, κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου» είναι βέβαια ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο άνθρωπος που με μια λέξη του μόνο μπορούσε να σώσει τη ζωή του, αλλά αρνήθηκε, αφού θα έμπαινε κάποιος άλλος στη θέση του. Αντιγράφω από σχετικό κείμενο του Θανάση Τριαρίδη:
 
Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη είναι κάτι σαν απάντηση, στην ιστορία που προχωρεί, στο μέγα ψεύδος μας, στο κενό μας: τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι οδηγήθηκαν στο νεοσύστατο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ο Σουκατζίδης καθώς ήξερε γερμανικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας. Μια επίθεση των ανταρτών εναντίων του στρατηγού Κρεντς στους Μολάους, φέρνει την διαταγή να εκτελεστούν ως αντίποινα διακόσιοι κρατούμενοι.  Λίγο πριν από το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944 η Γερμανική Διοίκηση μαζεύει τους κρατούμενους και δίνει στον Σουκατζίδη να διαβάσει την διαταγή και τα ονόματα. Ο Σουκατζίδης διαβάζει’ στο όνομα 167 –το όνομά του- φωνάζει «Παρών» και δίνει τον κατάλογο στον Γερμανό υπαξιωματικό για να σταθεί στην πλευρά των μελλοθανάτων. Ο Φίσερ, διοικητής του Στρατοπεδου, κάνει νόημα στον Σουκατζίδη να μείνει στην θέση του. Εκείνος τον ρωτά: «Εάν εγώ γλυτώσω, θα εκτελεστεί ένας λιγότερος;». Ο Φίσερ του απαντά «έχω διαταγή να εκτελέσω διακόσιους». «Άρα θα είμαι στη σειρά μου» του αντιγύρισε οι Σουκατζίδης. Ο Ψαθάς γράφει πως τότε «ο Φίσερ, το ανθρώπινο κτήνος, στάθηκε σε στάση προσοχής». Έτσι ο Ναπολέων Σουκατζίδης κράτησε τη σειρά του του στον κατάλογο των μελλοθανάτων, το νούμερο 167: ego sum qui sum
            Μια ώρα αργότερα, οι Διακόσιοι εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδώντας κάτι ολότελα διαφορετικό από έναν εθνικό ύμνο. Ξημέρωνε Πρωτομαγιά κι ήσαν όλοι στη σειρά τους – όλοι παρόντες.
 
Για το ίδιο θέμα, διάβασα μιαν ανέκδοτη προσωπική μαρτυρία της Ρίτας Μπούμη Παπά στο ιστολόγιο Κόκκινος Τύπος, και στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, την τραγική μαρτυρία της αρραβωνιαστικιάς του Σουκατζίδη, στην οποία άφησε το παρακάτω σημείωμα: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».
(από αφιέρωμα στους 200 της Καισαριανής, στο ιστολόγιο του Γιώργου Αγοραστάκη)
 
 
Οι στίχοι του Κώστα Βίρβου, είναι εμπνευσμένοι από τους 200 της Καισαριανής.
 

Posted in Αριστερά - κινήματα, Επικαιρότητα, Ιστορία, Περιοδικό, Ποίηση, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: