Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Παγκόσμια μέρα ποίησης

Posted by tofistiki στο 21/03/2013

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα, και ακολουθώντας την προτροπή της Κικής, «ας μη διαβάσουμε σήμερα εφημερίδες, ας μην ακούσουμε ειδήσεις! Ας διαβάσουμε κι ας ακούσουμε ποιήματα….»  
Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από την ίδια, κάποια είναι ποιήματα που τώρα γράφονται από την Αυγή και άλλα είναι παλιότερα.
 

Νεκτάριος ΚοντοβράκηςΜετανάστες

Μετανάστες, σκύβαλα του ανέμου
κόκκοι που διψούν για μια σταλιά νερό
για να ριζώσουν και να βλαστήσουν
έρμαια ρευμάτων ζοφερών
στου κόσμου τον αδιάκοπο ίλιγγο.

Και σαν οι γενιές
λογαριάσουν το μερτικό τους
και το βρουν λειψό
μεταλλάσσεται ο ξένος σε μένος και δεμένος
στης στιγμής τον ανεμοστρόβιλο
ξαμολάει την μπόρεση του.

Μετανάστες κι οι γηγενείς
αποκομμένοι απ’ τη σφύζουσα ζωή
βυθισμένοι
στη σφαίρα όπου ηγεμονεύουν
ο αυτισμός κι η ανεγκεφαλία.

Και σαν οι γενιές
λογαριάσουν το μερτικό τους και
το βρουν λειψό, θα ‘ναι γιατί
μεταλλάχθηκε η συναισθηματική ευφυΐα
σε εικονική πραγματικότητα

ξεδοντιασμένη βασίλισσα ξεπεσμένου οίκου.

Στέργιος Πολύζος

***

Των αγίων αστέγων

Το πολύαστρον των αγίων αστέγων ενδιαίτημα.
Οι ακτήμονες ώρες τους ως πεινασμένα στρουθία τ’ ουρανού,
σε αθέριστα σπαρτά νοερά φτεροκοπούνε.

Στο γρασίδι και στα παγκάκια των αμέριμνων περιπάτων
όπου για λίγο κάθονται κάτι γριές – σημασίες
σαν ξεχειλωμένες κρεμάστρες για να ξαποστάσουν.

Κι άλλοτε κάτι παχύσαρκοι κλειδούχοι με πρησμένους συνειρμούς
κι αστραγάλους τρεμουλιάζουν στο πένθιμο λίπος τους
πνιγμένοι.

Του χρήματος η λάμψη τους σέρνει δώθε κείθε
σαν περιφερόμενα φέρετρα. Ώσπου ν’ ακουστεί η νεκρώσιμη μπάντα
με το άπειρο πλήθος των πενθούντων. Να στηθούν γύρω – γύρω,
στα γνωστά ξύλινα τρίποδα τα στέφανα των ανθέων
με τις επώνυμες αστραφτερές τους κορδέλες.

Ενώ συχνά οι άστεγοι στου σκοταδιού την παγωνιά ξυλιάζουν.
Κι ο κηπουρός – αέρας, αδιάφορός, με τ’ άλλα ράκη
φτυαριές – φτυαριές γεμίζει τα κοντέινερς. Φτυαριές – φτυαριές
γεμίζει του έρεβος τ’ απορριμματοφόρα.

Συχνά δεν έχουν όνομα. Συχνά δεν έχουν συγγενείς.
Οι ενορίες τους διώξανε σαν ψωραλέους σκύλους.
Κανείς δεν τους χαμογελά, πάρεξ κάτι μισάνοιχτες
ξεδοντιασμένες πόρτες.
Πάρεξ κάτι φτωχά παράθυρα που ξεφυλλίζει ο ζόφος.
Και τότε αυτά τα πετεινά ανοίγονται στις ερημίες.

Τα μόνα που τους νοιάζονται είναι τα μαύρα δέντρα.
Από τις σκιές τους κόβουνε διπλόφαρδα σεντόνια.
Και αμισθί πλαγιάζουνε στους δένδρινους ξενώνες.
Και όταν έρχεται βροχή, πάνω από τα κορμάκια τους
ανοίγονται σα σπλαχνικές ομπρέλες.

Στην ανώνυμη ταφή τους δύο καν τρεις παλιόφιλοι σκυφτοί
ακολουθούνε.
Στα λιγδιασμένα ρούχα τους κρύβουνε τα παλιά φτερά.
βάρβαρο μάτι μην τα δει).
Και πίσω – πίσω κάτι αδέσποτα,
σαν έκπτωτος αστερισμός, κλείνουνε
τη σεμνή πομπή.
Μα ο νεωκόρος τα πετροβολά.

Κι ένα χλωμό ρακένδυτο παιδί του ψιθυρίζει:
Τι κάνεις αθεόφοβε, πετροβολάς τ’ αστέρια;
Εσείς, εσείς αγριοκόρακες κατεδαφίζετε τον ουρανό.
Και με αντιπαροχή άβυσσο οικοδομείτε.

Μανόλης Πρατικάκης

***

Σπύρος-Παπαλουκάς-«Τοπίο-Μυτιλήνης»Ο Οδυσσέας… στη Μυτιλήνη

Σαν τον πολύπλαγκτον Οδυσσέα,
επιστρέφεις,
στις ρίζες σου.

Δεν περιμένουν τον γυρισμό σου
κι ο δρόμος ερήμωσε,
κι όμως εσύ επιστρέφεις,
πολύπειρος,
νουνεχής,
τριγυρισμένος με απογόνους
και νέους συντρόφους,
πούχουν πλανέψει οι διηγήσεις σου…

Επιστρέφεις,
εκτελώντας γενετικές εντολές των προγόνων σου…
Επιστρέφεις
για να στεγάσεις τις μνήμες,
πριν σκορπίσουν,
σαν Ερινύες,
ακολουθώντας σε…

 

Κική Σαραντάκου, 1995

***

Οι Νεκροζώντανοι (Ι)

(το πρώτο απ τα πέντε)

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω
αξιοπρεπώς, ησύχως, σιωπηλά.
Μου κόβουν το μισθό μου και το ξέρω
πως θα πληρώσω κι άλλη εισφορά.

Πρωί. Ακίνητο ποτάμι τροχοφόρα –
μετρό και τραμ, λεωφορεία ν’ απεργούν.
Σκουπίδια ατέλειωτα κατέβασε η μπόρα.
Τα καύσιμά μου στο παπάκι δεν αρκούν.

Τα μεσημέρια όλο μετράω τα ψιλά μου –
να φάω κάτι σε φαγάδικο φτηνό.
Δεν βγαίνουν για ένα μήνα τα έξοδά μου.
Πες μου, τον έκτακτο το φόρο που θα βρω;

Απόγευμα και πάω προς το καφενείο
για να περάσει κι η στενάχωρη βραδιά.
Γυρίζουν τώρα οι μαθητές απ’ το σχολείο
και λέω: “ευτυχώς – δεν έκανα παιδιά”.

Τα βράδια βλέπω σήριαλ στην οθόνη.
Στο σπίτι έχουν μπει κιόλας οι εχθροί.
Η Τράπεζα τ’ αρπάζει, με περικυκλώνει,
στο δρόμο με πετάει μες τη σιωπή.

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω –
με τύλιξε το σοκ και το κενό.
Θ’ αντέξουμε; Δεν σκέφτομαι, δεν ξέρω.
Ουρλιάζω. Θα ουρλιάξω: “ως εδώ!”

14/10/2011,   Σοφία Κολοτούρου

***

ΣυμβασιούχοιΑντρέας Βουρλούμης

Σπουδάζουμε και παίρνουμε πτυχία
που στέκοντ’ ύστερα στον τοίχο, ειρωνικά.
Μας παίρνουν έπειτα σε μι’ άσχετη δουλειά
– με σύμβαση κι η σταδιοδρομία.

Μετράμε κάθε μέρα τα έξοδά μας
– βγαίνει δεν βγαίνει ο προϋπολογισμός-
Μια σύμβαση όλα, ψυχαναγκασμός
μη χάσουμε στο τέλος τη δουλειά μας.

Και ζούμε τη ζωή μας με συμβάσεις:
μόνιμο τίποτα, κανένας, πουθενά.
Κι αν παντρευόμαστε, χωρίζουμε ξανά
και στήνουμ’ οικογένειες σ’ άλλες βάσεις.

Με σύμβαση μετράμε και το χρόνο
– μόλις θ’ αντέξουμε για καναδυο χρονιές-
Τώρα, με γράμματα ψιλά μες τις γραμμές
κι εγώ τη σύμβασή μου ανανεώνω.

 Γ. Μαρίνος

Τις εικόνες από τους πίνακες των: Νεκτάριου Κοντοβράκη, Σπύρου Παπαλουκά και Αντρέα Βουρλούμη, τις πήρα από το διαδίκτυο.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: