Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Φεύγουν οι Γερμανοί! (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 02/01/2013

Λόγω των γιορτών και της συνάντησης στους Καλλονιάτες, παρουσιάστηκε κάποια καθυστέρηση στην δημοσίευση των αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός». Συνεχίζουμε με την εικοστή τέταρτη συνέχεια: Είναι Σεπτέμβρης του 1944, η οικογένεια του Μίμη έχει καταφύγει στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή, όπου μαθαίνουν το πολυπόθητο νέο της αποχώρησης των Γερμανών από το νησί και αποφασίζουν να επιστρέψουν στη χώρα. 

Η Οργάνωση τελικά αποφάσισε τη δημιουργία παιδικού κινήματος με τη συγκρότηση της πρώτης ομάδας «Αετόπουλων». Δεν ξέρω για ποιο λόγο, επιλέξαν εμένα ως υπεύθυνο αυτής της δουλειάς. Με τη βοήθεια του Τάκη και του Δημοσθένη, του μικρότερου αδελφού του, μαζέψαμε καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, που πρόθυμα εντάχθηκαν στα Αετόπουλα. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε στο χωριό του παππού μου και το «καλαμένιο ιππικό» μας.

aetopoulaΤα Αετόπουλα τα οπλίσαμε με ξύλινα σπαθιά και κοντάρια, που παρίσταναν τα ντουφέκια και τα γυμνάζαμε σε ασκήσεις πυκνής τάξεως. Τους μαθαίναμε επίσης όλα τα τραγούδια του αγώνα, μεταξύ των οποίων και το «Τραγούδι των Αετόπουλων»:

Είμαστε αετόπουλα
μ’ ατρόμητη καρδιά,
περήφανα Ελληνόπουλα
και της ΕΠΟΝ παιδιά.
Στον αγώνα
θεριέψαμε κι εμείς
και γίναμε της Λευτεριάς
φρουροί και της Τιμής.

που ήταν στο σκοπό του αμερικάνικου καουμπόικου τραγουδιού «Ω Σουζάννα». Η εμφάνιση της διμοιρίας των πιτσιρίκων, που περνούσαν τραγουδώντας και κρατώντας τα ξύλινα όπλα τους από τους δρόμους και τα σοκάκια, έδινε έναν εύθυμο τόνο στο χωριό και ανέβαζε το ηθικό του κόσμου.

Αρχές Σεπτεμβρίου άρχισαν να περνούν από το χωριό ένοπλοι αντάρτες, που φορούσαν μάλιστα στολή. Η εμφάνισή τους προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό στον κόσμο, που έβλεπε πως από το μηδέν είχε ξεφυτρώσει αληθινός στρατός. Και δεν ήταν ξένοι στρατιώτες, ούτε Έλληνες φερμένοι απ’ αλλού. Ήταν δικά του παιδιά, χωριανοί ή κοντοχωριανοί, ένας δικός του, λαϊκός, στρατός.

Στο Γυμνάσιο συγκεντρωνόταν σιγά – σιγά όλη η ηγεσία του νησιού. Ήρθε ο καινούργιος, ο λαϊκός, Νομάρχης, που λεγόταν Φριλίγγος και ήταν γνωστός λογοτέχνης. Ο πατέρας μου, που τον γνώριζε καλά, μου είπε πως ήξερε άριστα εβραϊκά και είχε μεταφράσει το «Άσμα Ασμάτων». Κατόπιν ήρθε και ο Δεσπότης Διονύσιος. Ήταν ένα αδύνατο γεροντάκι, που φορούσε ένα απλό ράσο κι έδινε την εντύπωση καλόγερου παρά δεσπότη. Μου έκανε εντύπωση που ο πατέρας μου, με την πρώτη, έπιασε φιλίες με το Διονύσιο και είχαν ατέλειωτες συζητήσεις μαζί. Μια φορά μάλιστα, αποχαιρετώντας τον, του φίλησε το χέρι. Έτυχε να είμαι μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή, για μένα, κίνηση του πατέρα μου και φαίνεται πως έδειξα μεγάλην έκπληξη, γιατί το βράδυ στο σπίτι μού είπε, σα να δικαιολογιόταν:

«Ξέρεις, ο Διονύσιος δεν είναι σαν τους άλλους παπάδες. Πιστεύει στ’ αλήθεια και είναι συνεπής στην πίστη του. Τέτοιους ανθρώπους δεν μπορείς παρά να τους σέβεσαι, έστω κι αν εσύ έχεις άλλα πιστεύω.»

Σε δυο μέρες μαθεύτηκε πως βρισκόταν στο χωριό και ο άλλος δεσπότης, ο Ιάκωβος. Αυτός φυσικά δεν ήρθε μόνος του, αλλά τον φέρανε συνοδεία. Τον είχε πιάσει ένα περίπολο του ΕΛΑΣ, καθώς πήγαινε στο εξοχικό του στην Αχλαδερή. Ο πατέρας μου μας διηγήθηκε πως όταν μπήκε ανάμεσα στους ένοπλους αντάρτες που τον φρουρούσαν στο Γυμνάσιο, ήταν «ωχρός σα σουδάριο» και έτρεμε.

Την 1η Σεπτεμβρίου έγινε στο χωριό η Παλλεσβιακή Συνδιάσκεψη Εκπαιδευτικών και μαζεύτηκαν αντιπρόσωποι από όλα τα σχολεία του νησιού. Η Συνδιάσκεψη κράτησε τρεις μέρες. Στο μεταξύ μάθαμε πως η Ρουμανία συνθηκολόγησε και οι Ρώσοι φτάσανε στα σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ οι Σύμμαχοι μπήκαν στο Βέλγιο.

Στις 8 του μήνα έγινε, όπως είχε οριστεί, η ορκωμοσία του 22ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο χώρο μπροστά στο Γυμνάσιο. Δεν ήρθαν φυσικά όλοι οι αντάρτες του νησιού, αλλά αντιπροσωπείες από τα τέσσερα τάγματα του Συντάγματος. Για μας πάντως, που πρώτη φορά βλέπαμε συγκεντρωμένους τόσο πολλούς αντάρτες με τα όπλα τους και τις στολές τους, ήταν σα να είχαμε μπροστά μας μια μεραρχία. Το καινούργιο στοιχείο ήταν πως στην ορκωμοσία παρευρέθηκαν πολλοί παπάδες, όχι μόνο αυτοί που ιερούργησαν μαζί με το Δεσπότη, αλλά και μερικοί οπλισμένοι, ανάμεσα στους αντάρτες.

Μετά τη δοξολογία μίλησε ο συναγωνιστής Οικονόμου και ο λόγος του μας συνάρπασε. Το βράδυ είχαμε πάλι βεγγέρα στου κυρ-Πάνου του Ευαγγελινού, που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Ο πατέρας μου με τον Πάνο και το θείο το Γιώργο άρχισαν να τραγουδάνε παλιά ρομαντικά τραγούδια, το «Λησμόνησα το χρώμα των μαλλιών της» το «Στης νύχτας τη σιγαλιά» το «Τα καημένα τα νιάτα» και άλλα πολλά. Ακούγοντάς τους, νόμισα πως ο πόλεμος είχε τελειώσει και ξανάρθαν οι παλιές ειρηνικές μέρες.

imerologio_katoxis10Το πρωί της μεθεπόμενης μέρας μάς ξύπνησαν οι καμπάνες που χτυπούσαν σ’ όλες τις εκκλησιές. Στην αρχή φοβηθήκαμε πως είχαμε νέα επιδρομή Γερμανών, αλλά σε λίγο μαθεύτηκε το απίστευτο νέο: Τη νύχτα οι Γερμανοί άδειασαν κρυφά το νησί. Ήμασταν λεύτεροι. Ντυθήκαμε και πήγαμε τρέχοντας στην πλατεία, όπου είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Ήταν κάτι σα γιορτή. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, στα καφενεία οι καφετζήδες κερνούσαν όλο τον κόσμο ούζο και κρασί. Σε λίγο άρχισαν να βγάζουν λόγους από το μπαλκόνι της Λέσχης.

Το μεσημέρι καθώς τρώγαμε, ο πατέρας μου μας είπε πως αύριο πρωί θα γυρίζαμε στην πόλη κι αυτήν τη φορά όχι με βοϊδάμαξα, αλλά με ένα γερμανικό φορτηγό, λάφυρο του ΕΛΑΣ! Το βράδυ έγινε μεγάλο γλέντι στη Λέσχη.

Δεν υπήρχαν κορίτσια κι έτσι δε χορέψαμε ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά μόνο καλαματιανό, συρτό, απτάλικο, μαζωμένο και μπάλο. Ήρθε και ένας πολύ εύθυμος και αστείος τύπος, ο Αποστόλης, τύφλα στο μεθύσι και σκαρφαλωμένος στους ώμους δυο φίλων του μας έβγαλε λόγο, που μας έκανε να ξεκαρδιστούμε από τα γέλια. Τότε μπήκαν ξαφνικά δυο – τρεις νεαροί πολύ ταραγμένοι και μας είπαν πως το Τσαμλίκι καίγεται! Αμέσως το γλέντι σταμάτησε κι όλοι οι νεαροί ξεκινήσαμε να πάμε να σβήσουμε τη φωτιά. Ο πατέρας μου όμως με μπόδισε.

«Η ώρα είναι έντεκα και ποιος ξέρει πότε θα γυρίσετε πίσω, κι εμείς πρέπει να φύγουμε αύριο στις εφτά.»

Με μισή καρδιά δεν πήγα με τους άλλους για να σβήσουμε τη φωτιά, αλλά τον ακολούθησα στο σπίτι του θείου Γιώργου.

(συνεχίζεται)
 
Την εικόνα του Αναγνωστικού με τα Αετόπουλα, έκδοση της ΠΕΑΕΑ, την βρήκα στο ιστολόγιο Κόκκινος Φάκελος και το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εμπρός», φύλλο 17ης Σεπτεμβρίου 1944, στο άρθρο Μέρες γερμανικής κατοχής στη Λέσβο του http://www.emprosnet.gr
 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: