Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Ιανουαρίου 2013

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 21/01/2013

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, κι η Μυτιλήνη ζει τις πρώτες ελεύθερες μέρες μετά την Κατοχή.
 

Από εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

ΕΦΤΑ 306Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Η οργάνωσή μας, η ΕΠΟΝ, είχε στην πόλη δέκα τμήματα. Τα εννέα ήταν κατά γειτονιές και το 10ο ήταν των μαθητών του γυμνασίου, η «Μαθητική ΕΠΟΝ». Στην αρχή ήμασταν έντεκα, όλο αγόρια, αλλά σύντομα αυξηθήκαμε σε είκοσι πέντε. Ανάμεσά μας είχαμε τώρα και κορίτσια: τη Δήμητρα τη Σκαλτσούνη, πολύ όμορφη και κάπως παχουλή, που γι’ αυτό τη φωνάζαμε «Βαρελάκι», τη Μαρίκα τη Χατζηράλλη, που ήταν πάντα γελαστή και τη λέγαμε «Σου γελάω», τη Σούλα την Κουκουτού, τη Νέδα τη Νικήτα, την Αρίσβα Παπαχαραλάμπους, τη Βάσω και την Ερμιόνη Κορίτατζη, τη Ζωή Καραμπελοπούλου, την Ευτυχούλα Κακαβιά, τη Βαγγελίτσα την Αποστόλου και την Παρίτσα τη Χωριανοπούλου, που ήταν γειτονοπούλα μου, όλα όμορφα, δροσερά κορίτσια της 6ης, 7ης και 8ης τάξης.

Κάναμε εκλογές και στο Τμηματικό Συμβούλιο εκλέξαμε γραμματέα τον Τάκη το Γιαννακόπουλο, διαφωτιστή τον Τάκη τον Παπαθανασίου και οικονομικό υπεύθυνο το Μάριο το Γιουρουκέλλη. Η Δήμητρα κι εγώ βγήκαμε απλά μέλη.

Η στενή παρέα ανάμεσα σε νεαρούς και νεαρές, που δημιουργούσε η συμμετοχή τους στην ίδια οργάνωση και στις εκδηλώσεις της, δεν προκάλεσε προβλήματα. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν μάλλον πουριτανική, αλλά καθόλου υποκριτική. Βεβαίως ακόμα και απλά φλερτ θεωρούνταν απαράδεκτα καμώματα, αλλά από την αρχή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια (στη δικιά μας περίπτωση) ή σε νεαρούς και κοπέλες (στις οργανώσεις των μεγαλύτερων), αναπτύχθηκε μεγάλη εγκαρδιότητα και συντροφικότητα. Κάναμε πολύ κεφάτα πάρτυ και τρελές εκδρομές, αλλά πλέον ου. Φυσικά δεν άργησαν να σχηματιστούν κάποια ζευγαράκια, αλλά αυτές ήταν σπανιότατες περιπτώσεις και κατά κάποιον τρόπο είχαν την έγκριση και κάλυψη της οργάνωσης, μια που αφορούσαν ερωτευμένα παιδιά, που είχαν δηλώσει πως θέλανε να παντρευτούν και να ζήσουνε μαζί. Σε μας τουλάχιστον (τους μαθητές) η μοναδική περίπτωση ήταν του Λαλάκου και της Βάσως, που κατέληξε, μετά εφτά χρόνια, σε γάμο, ο οποίος κράτησε ισοβίως. Παρόμοια ήταν και η περίπτωση των (μεγαλύτερών μας) Θόδωρου και Αφροδίτης.

Είχαμε πάντως αρχίσει να συζητάμε (οι νεαροί μεταξύ μας) για τις σχέσεις με το άλλο φύλο και για το πώς θα λύναμε το σεξουαλικό μας πρόβλημα. Δεν ξέραμε όμως ποιον από τους μεγάλους να ρωτήσουμε σχετικά. Όσο θάρρος κι αν είχαμε μαζί τους, θεωρούσαμε αδιανόητο να ρωτήσουμε το Μίλτη τον Παρασκευαΐδη ή το Βασίλη τον Αρχοντίδη. Τους ντρεπόμασταν. Θα μας ήταν ίσως πιο βολικό να ρωτήσουμε το «Δάσκαλο», τον Αποστόλου, που μας φαινόταν πολύ πιο προσιτός, αλλά αυτός τώρα ήταν γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής, πού να βρει καιρό να ασχοληθεί μαζί μας και μάλιστα για τέτοια θέματα.

Τελικά μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου, με πρωτοβουλία του Τζίμη του Φράγκου, πήγαμε στα γραφεία της Νομαρχιακής Επιτροπής και βρήκαμε τον Αχιλλέα τον Κοντάρα, σεβαστό και κοσμαγάπητο αγωνιστή, που είχε το χάρισμα να δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας με όλους τους συνομιλητές του και η οποία, στην περίπτωσή μας, κάλυψε το χάσμα της διαφοράς ηλικίας.

Ο μπαρμπα-Αχιλλέας μάς άκουσε προσεχτικά, με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο να φέγγει στο πρόσωπό του, κι ύστερα μας μίλησε πολύ φιλικά, αλλά δυστυχώς πολύ γενικόλογα.

«Ό,τι και να κάνετε, κι όπως και να γίνει, να έχετε πάντα στο νου σας πως τη γυναίκα πρέπει να τη σεβόσαστε. Ακόμα και οι πόρνες είναι άξιες του σεβασμού σας, γιατί είναι κι αυτές θύματα της κοινωνίας. Βοηθάτε να στεριώσουμε την καινούργια κοινωνία, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και φυσικά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, θα είναι λεύτερες, γιατί δε θα καθορίζονται από το χρήμα και τότε όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν.»

Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγάλαμε φεύγοντας, ήταν πως έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να φτιάξουμε αυτή την κοινωνία της λευτεριάς.

 

 
Στη φωτογραφία, η παρέα των επονιτών σε θαλασσινή βόλτα με καΐκι.
 
 
 
Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/01/2013

Με κάποια καθυστέρηση πάλι, συνεχίζουμε την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός».  Τούτο δω είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα, είμαστε στο  Σεπτέμβρη του 1944, οι Γερμανοί μόλις έφυγαν από το νησί και η οικογένεια του Μίμη  επιστρέφει, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο, στη Μυτιλήνη.
 

Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό.

Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»
«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»
«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο.
Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι»
γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό».
Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝΗ Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 
(συνεχίζεται) 
 
Στη φωτογραφία,  ο Μίμης με επονίτες συναγωνιστές της Μαθητικής ΕΠΟΝ.
 
 
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Φεύγουν οι Γερμανοί! (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 02/01/2013

Λόγω των γιορτών και της συνάντησης στους Καλλονιάτες, παρουσιάστηκε κάποια καθυστέρηση στην δημοσίευση των αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Εμπρός». Συνεχίζουμε με την εικοστή τέταρτη συνέχεια: Είναι Σεπτέμβρης του 1944, η οικογένεια του Μίμη έχει καταφύγει στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή, όπου μαθαίνουν το πολυπόθητο νέο της αποχώρησης των Γερμανών από το νησί και αποφασίζουν να επιστρέψουν στη χώρα. 

Η Οργάνωση τελικά αποφάσισε τη δημιουργία παιδικού κινήματος με τη συγκρότηση της πρώτης ομάδας «Αετόπουλων». Δεν ξέρω για ποιο λόγο, επιλέξαν εμένα ως υπεύθυνο αυτής της δουλειάς. Με τη βοήθεια του Τάκη και του Δημοσθένη, του μικρότερου αδελφού του, μαζέψαμε καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, που πρόθυμα εντάχθηκαν στα Αετόπουλα. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε στο χωριό του παππού μου και το «καλαμένιο ιππικό» μας.

aetopoulaΤα Αετόπουλα τα οπλίσαμε με ξύλινα σπαθιά και κοντάρια, που παρίσταναν τα ντουφέκια και τα γυμνάζαμε σε ασκήσεις πυκνής τάξεως. Τους μαθαίναμε επίσης όλα τα τραγούδια του αγώνα, μεταξύ των οποίων και το «Τραγούδι των Αετόπουλων»:

Είμαστε αετόπουλα
μ’ ατρόμητη καρδιά,
περήφανα Ελληνόπουλα
και της ΕΠΟΝ παιδιά.
Στον αγώνα
θεριέψαμε κι εμείς
και γίναμε της Λευτεριάς
φρουροί και της Τιμής.

που ήταν στο σκοπό του αμερικάνικου καουμπόικου τραγουδιού «Ω Σουζάννα». Η εμφάνιση της διμοιρίας των πιτσιρίκων, που περνούσαν τραγουδώντας και κρατώντας τα ξύλινα όπλα τους από τους δρόμους και τα σοκάκια, έδινε έναν εύθυμο τόνο στο χωριό και ανέβαζε το ηθικό του κόσμου.

Αρχές Σεπτεμβρίου άρχισαν να περνούν από το χωριό ένοπλοι αντάρτες, που φορούσαν μάλιστα στολή. Η εμφάνισή τους προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό στον κόσμο, που έβλεπε πως από το μηδέν είχε ξεφυτρώσει αληθινός στρατός. Και δεν ήταν ξένοι στρατιώτες, ούτε Έλληνες φερμένοι απ’ αλλού. Ήταν δικά του παιδιά, χωριανοί ή κοντοχωριανοί, ένας δικός του, λαϊκός, στρατός.

Στο Γυμνάσιο συγκεντρωνόταν σιγά – σιγά όλη η ηγεσία του νησιού. Ήρθε ο καινούργιος, ο λαϊκός, Νομάρχης, που λεγόταν Φριλίγγος και ήταν γνωστός λογοτέχνης. Ο πατέρας μου, που τον γνώριζε καλά, μου είπε πως ήξερε άριστα εβραϊκά και είχε μεταφράσει το «Άσμα Ασμάτων». Κατόπιν ήρθε και ο Δεσπότης Διονύσιος. Ήταν ένα αδύνατο γεροντάκι, που φορούσε ένα απλό ράσο κι έδινε την εντύπωση καλόγερου παρά δεσπότη. Μου έκανε εντύπωση που ο πατέρας μου, με την πρώτη, έπιασε φιλίες με το Διονύσιο και είχαν ατέλειωτες συζητήσεις μαζί. Μια φορά μάλιστα, αποχαιρετώντας τον, του φίλησε το χέρι. Έτυχε να είμαι μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή, για μένα, κίνηση του πατέρα μου και φαίνεται πως έδειξα μεγάλην έκπληξη, γιατί το βράδυ στο σπίτι μού είπε, σα να δικαιολογιόταν:

«Ξέρεις, ο Διονύσιος δεν είναι σαν τους άλλους παπάδες. Πιστεύει στ’ αλήθεια και είναι συνεπής στην πίστη του. Τέτοιους ανθρώπους δεν μπορείς παρά να τους σέβεσαι, έστω κι αν εσύ έχεις άλλα πιστεύω.»

Σε δυο μέρες μαθεύτηκε πως βρισκόταν στο χωριό και ο άλλος δεσπότης, ο Ιάκωβος. Αυτός φυσικά δεν ήρθε μόνος του, αλλά τον φέρανε συνοδεία. Τον είχε πιάσει ένα περίπολο του ΕΛΑΣ, καθώς πήγαινε στο εξοχικό του στην Αχλαδερή. Ο πατέρας μου μας διηγήθηκε πως όταν μπήκε ανάμεσα στους ένοπλους αντάρτες που τον φρουρούσαν στο Γυμνάσιο, ήταν «ωχρός σα σουδάριο» και έτρεμε.

Την 1η Σεπτεμβρίου έγινε στο χωριό η Παλλεσβιακή Συνδιάσκεψη Εκπαιδευτικών και μαζεύτηκαν αντιπρόσωποι από όλα τα σχολεία του νησιού. Η Συνδιάσκεψη κράτησε τρεις μέρες. Στο μεταξύ μάθαμε πως η Ρουμανία συνθηκολόγησε και οι Ρώσοι φτάσανε στα σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ οι Σύμμαχοι μπήκαν στο Βέλγιο.

Στις 8 του μήνα έγινε, όπως είχε οριστεί, η ορκωμοσία του 22ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο χώρο μπροστά στο Γυμνάσιο. Δεν ήρθαν φυσικά όλοι οι αντάρτες του νησιού, αλλά αντιπροσωπείες από τα τέσσερα τάγματα του Συντάγματος. Για μας πάντως, που πρώτη φορά βλέπαμε συγκεντρωμένους τόσο πολλούς αντάρτες με τα όπλα τους και τις στολές τους, ήταν σα να είχαμε μπροστά μας μια μεραρχία. Το καινούργιο στοιχείο ήταν πως στην ορκωμοσία παρευρέθηκαν πολλοί παπάδες, όχι μόνο αυτοί που ιερούργησαν μαζί με το Δεσπότη, αλλά και μερικοί οπλισμένοι, ανάμεσα στους αντάρτες.

Μετά τη δοξολογία μίλησε ο συναγωνιστής Οικονόμου και ο λόγος του μας συνάρπασε. Το βράδυ είχαμε πάλι βεγγέρα στου κυρ-Πάνου του Ευαγγελινού, που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Ο πατέρας μου με τον Πάνο και το θείο το Γιώργο άρχισαν να τραγουδάνε παλιά ρομαντικά τραγούδια, το «Λησμόνησα το χρώμα των μαλλιών της» το «Στης νύχτας τη σιγαλιά» το «Τα καημένα τα νιάτα» και άλλα πολλά. Ακούγοντάς τους, νόμισα πως ο πόλεμος είχε τελειώσει και ξανάρθαν οι παλιές ειρηνικές μέρες.

imerologio_katoxis10Το πρωί της μεθεπόμενης μέρας μάς ξύπνησαν οι καμπάνες που χτυπούσαν σ’ όλες τις εκκλησιές. Στην αρχή φοβηθήκαμε πως είχαμε νέα επιδρομή Γερμανών, αλλά σε λίγο μαθεύτηκε το απίστευτο νέο: Τη νύχτα οι Γερμανοί άδειασαν κρυφά το νησί. Ήμασταν λεύτεροι. Ντυθήκαμε και πήγαμε τρέχοντας στην πλατεία, όπου είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Ήταν κάτι σα γιορτή. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, στα καφενεία οι καφετζήδες κερνούσαν όλο τον κόσμο ούζο και κρασί. Σε λίγο άρχισαν να βγάζουν λόγους από το μπαλκόνι της Λέσχης.

Το μεσημέρι καθώς τρώγαμε, ο πατέρας μου μας είπε πως αύριο πρωί θα γυρίζαμε στην πόλη κι αυτήν τη φορά όχι με βοϊδάμαξα, αλλά με ένα γερμανικό φορτηγό, λάφυρο του ΕΛΑΣ! Το βράδυ έγινε μεγάλο γλέντι στη Λέσχη.

Δεν υπήρχαν κορίτσια κι έτσι δε χορέψαμε ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά μόνο καλαματιανό, συρτό, απτάλικο, μαζωμένο και μπάλο. Ήρθε και ένας πολύ εύθυμος και αστείος τύπος, ο Αποστόλης, τύφλα στο μεθύσι και σκαρφαλωμένος στους ώμους δυο φίλων του μας έβγαλε λόγο, που μας έκανε να ξεκαρδιστούμε από τα γέλια. Τότε μπήκαν ξαφνικά δυο – τρεις νεαροί πολύ ταραγμένοι και μας είπαν πως το Τσαμλίκι καίγεται! Αμέσως το γλέντι σταμάτησε κι όλοι οι νεαροί ξεκινήσαμε να πάμε να σβήσουμε τη φωτιά. Ο πατέρας μου όμως με μπόδισε.

«Η ώρα είναι έντεκα και ποιος ξέρει πότε θα γυρίσετε πίσω, κι εμείς πρέπει να φύγουμε αύριο στις εφτά.»

Με μισή καρδιά δεν πήγα με τους άλλους για να σβήσουμε τη φωτιά, αλλά τον ακολούθησα στο σπίτι του θείου Γιώργου.

(συνεχίζεται)
 
Την εικόνα του Αναγνωστικού με τα Αετόπουλα, έκδοση της ΠΕΑΕΑ, την βρήκα στο ιστολόγιο Κόκκινος Φάκελος και το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εμπρός», φύλλο 17ης Σεπτεμβρίου 1944, στο άρθρο Μέρες γερμανικής κατοχής στη Λέσβο του http://www.emprosnet.gr
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Ιστορία, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: