Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 20/11/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος έχουν καταφύγει κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου». Θυμίζω ότι, στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Μίμης, λόγω της μυωπίας του, είχε σταθεί αιτία για έναν άσκοπο συναγερμό. Η διήγηση συνεχίζεται από εκεί.

[…]

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

 «Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος, και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.»
(Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το, άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό.
Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν.
Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

(Συνεχίζεται)
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: