Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 23/10/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, στα 1944, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το εικοστό απόσπασμα, όπου ο ο Μίμης Σαραντάκος και ο πατέρας του ο Νίκος καταφεύγουν κι αυτοί στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα της «Ελεύθερης Λέσβου».

Την επομένη κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού. Ο πατέρας μου πήγε στο Γυμνάσιο, όπου φαίνεται πως ήταν η έδρα της Οργάνωσης, κι εγώ στη Λέσχη, που βρισκόταν στον όροφο ενός γωνιακού κτηρίου λίγο πιο πάνω από την πλατεία, όπου ήξερα πως θα συναντούσα το μοναδικό γνωστό μου στο χωριό, τον Τάκη το Μεταξά, τον επιλεγόμενο Αλκιδάμα και προσεπιλεγόμενο Μπασακλάσα. […]

Ο Τάκης μού γνώρισε κι άλλους νεαρούς της ηλικίας μας, που σύχναζαν στη Λέσχη. Ήταν όλοι τους ΕΠΟΝίτες και έτσι συνδέθηκα με την Οργάνωση. Το ίδιο απόγεμα με πήραν στη χορωδία τους και εκεί έμαθα τα πρώτα τραγούδια του αγώνα: το «Βροντάει ο Όλυμπος» και τον ύμνο τής ΕΠΟΝ: «πρωτοπόροι στον Αγώνα».

Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε με δυνατή φωνή και με ανοιχτά τα παράθυρα της αίθουσας όπου μαζευόταν η χορωδία. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ανοιχτά και η «Ελεύθερη Λέσβος» διαβαζόταν φανερά στα καφενεία.

Εκείνη τη βδομάδα μάς ήρθε και η δικιά μας εφημερίδα, ο «Αντιφασίστας», όργανο του Νομαρχιακού Συμβουλίου τής ΕΠΟΝ.

Σιγά – σιγά άρχισαν να μου αναθέτουν διάφορα καθήκοντα και κυρίως την εκλαΐκευση του δελτίου ειδήσεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού δεν καταλαβαίναν τις ειδήσεις και κυρίως δεν είχαν ιδέα για τα μέρη όπου γίνονταν οι μάχες. Έπρεπε να τους τα εξηγούμε και στο σημείο αυτό αποδείχτηκα ειδικός, αργότερα δε, μπήκα στο συνεργείο που συνέτασσε το δελτίο ειδήσεων με τα νέα που ακούγαμε από το Λονδίνο, το Κάιρο και τη Μόσχα.

[…] Την άλλη μέρα, Κυριακή, στην πλατεία του χωριού συνεδρίασε το Λαϊκό Δικαστήριο. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Πήγαμε κι εμείς οικογενειακώς. Δικάζανε τρεις χωριανοί και ο δημόσιος κατήγορος ήταν κι αυτός από το χωριό. Όλες οι υποθέσεις που παρακολουθήσαμε ήταν αγροζημίες, εκτός από μία που αφορούσε την κλοπή ενός προβάτου. Μας έκανε εντύπωση η σοβαρότητα με την οποία δικάζανε αυτοί οι απλοί και μάλλον αμόρφωτοι άνθρωποι και πόσο προσεχτικά παρακολουθούσε το ακροατήριο. Κάπου – κάπου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτούσε:

«Τι λέει πάνω σ’ αυτό η κοινή γνώμη;»,
και από το ακροατήριο βγαίναν διάφοροι άνθρωποι και λέγανε ποιος κατά τη γνώμη τους είχε δίκιο.

Στην υπόθεση της κλοπής του προβάτου, ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ενοχή του, υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως το κλεμμένο και ζήτησε συγγνώμη από τον ιδιοκτήτη του. Αυτός πρόθυμα τον συγχώρησε και, με προτροπή του προέδρου, οι αντίδικοι δώσανε τα χέρια και συμφιλιώθηκαν.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, συζητούσαμε για πολλήν ώρα για το λαϊκό δικαστήριο. Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος:

«Αυτή είναι η λαϊκή εξουσία. Ο λαός δε διοικεί μονάχα, αλλά και διαπαιδαγωγείται.»

Ένα πρωί, καθώς περιδιάβαζα στο χωριό, είδα να σταματά μπροστά στο Γυμνάσιο μια μοτοσυκλέτα με καλάθι. Αυτό καθεαυτό το πράγμα δε θα είχε σημασία αν στη μοτοσυκλέτα δεν κυμάτιζε μια μικρή ελληνική σημαία! Έμεινα να την κοιτάζω με συγκίνηση. Τρία και πάνω χρόνια δεν την είχα δει να κυματίζει ελεύθερα. Στα δημόσια κτήρια έπρεπε δίπλα της να κυματίζει η γερμανική, ενώ στα ιδιωτικά σπίτια απαγορευόταν η ανάρτησή της. Από αυτήν τη μικρή σημαιούλα κατάλαβα πως ήμουν πια ελεύθερος. Από τη μοτοσυκλέτα κατέβηκαν τρεις άντρες με πολιτικά, αλλά με μπότες, που πήγαν αμέσως μέσα με ζωηρό και σίγουρο βήμα. Όπως έμαθα αργότερα, ήταν αξιωματικοί των ανταρτών.

Μετά τα γεγονότα της Καλλονής, τον περασμένο Μάρτη, που οι χωροφύλακες με επικεφαλής το μοίραρχο Γεωργόπουλο, άνοιξαν πυρ σε μια διαδήλωση αγροτών, τραυματίζοντας πολλούς, με εντολή της Οργάνωσης καταλήφθηκαν οι σταθμοί χωροφυλακής και αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες σε όλα τα χωριά του νησιού, εκτός από τα τρία, όπου υπήρχε γερμανική φρουρά, το Πλωμάρι, το Μόλυβο και το Σίγρι (και τη Μυτιλήνη φυσικά). Μαζί με τη Χωροφυλακή καταργήθηκε και η Αγροφυλακή. Άλλοι χωροφύλακες μείναν ως πολίτες στα σπίτια τους, άλλοι πήγαν στη Μυτιλήνη και μερικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ.

Ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Αγίας Παρασκευής, που ήταν παντρεμένος με μια ντόπια γυναίκα, έμεινε στο χωριό. Δεν είχε βγάλει κακό όνομα και έβλεπε με συμπάθεια τον Αγώνα, ως εκεί όμως. Πάντως κυκλοφορούσε ελεύθερος, κρατούσε μάλιστα και το λεπτό δερμάτινο μαστίγιο, το άνευ αντικρίσματος πλέον σύμβολο της εξουσίας του, και οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον προσφωνούν «Καπετάνιε». Ο νωματάρχης ήταν επίσης και ποιητής (στην πραγματικότητα στιχοπλόκος) και μαθαίνοντας πως ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν ποιητές, στην πρώτη συναναστροφή που τους συνάντησε, τους έδειξε με καμάρι τους στίχους του. Σε κάποιο ποίημά του έγραφε:

«Οι Γερμανοί,
σαν γερανοί,
θα ’ρθει καιρός
να φύγουν»

Τις καταργημένες Χωροφυλακή και Αγροφυλακή υποκατέστησε η Εθνική Πολιτοφυλακή. Οι πολιτοφύλακες κυκλοφορούσαν πάντοτε άοπλοι, δε φορούσαν στολή, ούτε κάποιο διακριτικό σημάδι, εκτός και σε ειδικές περιπτώσεις ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο, αλλά όλος ο κόσμος τούς ήξερε, καθώς ήταν όλοι χωριανοί, και άκουγε τις υποδείξεις τους.

Μέσα στους πρώτους μήνες που αναδείχτηκε η νέα εξουσία, οι αγροζημίες, οι κλεψιές και οι καβγάδες στα καφενεία σχεδόν εξαλείφθηκαν. Ο κόσμος κυκλοφορούσε ελεύθερα παντού, μέσα κι έξω από το χωριό, και όλες τις ώρες, μέρα και νύχτα. Δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, που ίσχυε στην πόλη και στα χωριά με γερμανική φρουρά.

Ένα απόγεμα που παίζαμε με τον Τάκη σκάκι στη Λέσχη, ακούσαμε μεγάλη φασαρία στην πλατεία. Βγήκαμε στα παράθυρα και είδαμε πως έξω επικρατούσε απερίγραπτος πανικός: Όλοι τρέχανε προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κατεβήκαμε κάτω αλλά όποιον κι αν ρωτήσαμε, κανείς δε μπορούσε να μας πει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά το βάλαμε κι εμείς στα πόδια και σταματήσαμε μόνο σα φτάσαμε στον Κλομηδάδο (τώρα μετονομάστηκε σε Νάπη).

Εκεί κάτσαμε ώσπου βράδιασε και τότε μάθαμε πως κάποιοι σκότωσαν στο κεντρικό καφενείο της πλατείας έναν παράγοντα της προπολεμικής ζωής του χωριού, πολιτευτή της δεξιάς και άνθρωπο που ήταν στα μέσα και στα έξω επί Μεταξά, γνωστόν με το παρατσούκλι Πλατέλι.

Όταν γυρίσαμε και πήγα στο σπίτι του θείου Γιώργου, έμαθα περισσότερα από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που δεν ήταν άλλος από τη μητέρα μου! Είχε πάει με το μικρό, τον Κωστάκη, βόλτα στην πλατεία για να τον κεράσει γλυκό.

Κάθισαν στο κεντρικό καφενείο, απέναντι από το φαρμακείο του Αρμάδα, και τρώγανε τη βανίλια τους όταν ξαφνικά από ένα διπλανό τραπέζι σηκώθηκαν τρεις, που ως τότε τρώγανε φέτες καρπούζι, περικύκλωσαν ένα χοντρό, που έπινε τον καφέ του παραδίπλα και φωνάζοντας,

«Έτσι πεθαίνουν οι προδότες», τον μαχαίρωσαν.

Όπως συμπλήρωσε την αφήγηση ο πατέρας μου, μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι εκτελεστές έφυγαν ανενόχλητοι και σχεδόν απαρατήρητοι, η δε μητέρα μου, φτάνοντας ημιθανής στο σπίτι, με τον Κωστάκη κλαίοντα να την ακολουθεί, το μόνο που μπορούσε να τους πει για πολλήν ώρα ήταν μόνο:

«Τον σκότωσαν.»

«Ποιον;»

«Ένα χοντρό.»

Αυτή η στιχομυθία επαναλήφθηκε άπειρες φορές, ώσπου να ξεκαθαριστεί ποιοι σκότωσαν ποιον.

Το βράδυ στην πλατεία ο γιος του θύματος διαμαρτυρόταν γιατί σκοτώσαν τον πατέρα του με τέτοιον τρόπο.

«Αν ήταν προδότης, να τον δικάζαμε στο λαϊκό δικαστήριο, κι αν έβγαινε η απόφαση, θα τον σκότωνα εγώ ο ίδιος, με τα χέρια μου», φώναζε και ο κόσμος τον άκουγε σιωπηλός και ουδέτερος.

 

(συνεχίζεται)

– Στη φωτογραφία, Λαϊκό δικαστήριο, από το λεύκωμα του Σπ. Μελετζή, Με τους αντάρτες στα βουνά, Αθήνα 1996, εικ. 107.
© Σπύρος Μελετζής. Την βρήκα στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

– Παρεμπιπτόντως, διάβασα πρόσφατα ότι λόγω της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής σημασίας του, ο οικισμός  της Αγίας Παρασκευής,χαρακτηρίστηκε με ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεώτερων Μνημείων ως «ιστορικός τόπος».


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: