Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: