Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Η εκμάθηση της ρωσικής και η φιλία με τον Β.Ν. Φεδέρωφ

Posted by tofistiki στο 15/09/2012

Με αφορμή το ενδιαφέρον για τη χτεσινή ανάρτηση, παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Μίμη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», από το κεφάλαιο που αναφέρεται στη γνωριμία του ποιητή (του Νίκου Σαραντάκου, δηλαδή) με τον Βόρη Νικολάγιεβιτς Φεδέρωφ.

[…] Τότε* όλες οι Βαλκανικές χώρες ζητούσαν πεπειραμένους μηχανικούς ανάμεσα στους φυγάδες Ρώσους αξιωματικούς και στη σχετική διεθνή επιτροπή που πήγε στο στρατόπεδο των προσφύγων ο Φεδέρωφ επέλεξε την Ελλάδα. Διάλεξε αυτή τη χώρα κι όχι κάποια σλαβική, όπως τη Βουλγαρία ή τη Γιουγκοσλαβία, γιατί λάτρευε τη θάλασσα και στη πατρίδα του ήταν μανιώδης ιστιοπλόος και μέλος του «Γιώτιγκ Κλάμπ» της Πετρούπολης. Αρχικά έπιασε δουλειά στην Αλεξανδρούπολη στον «Εποικισμό» δηλαδή την Υπηρεσία Αποκαταστάσεως των προσφύγων που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη στη Δυτική.

Στην Αλεξανδρούπολη ο Φεδέρωφ γνώρισε και παντρεύτηκε μια κοπέλα από τις Σαράντα Εκκλησίες, τη Μερόπη Μεζιλτζόγλου, τελείως βυζαντινή φυσιογνωμία, που του χάρισε μια χαριτωμένη κόρη, στην οποία έδωσε το όνομα της μητέρας του, Ζηνάϊδας. Αργότερα μετατέθηκε στην Κομοτηνή, πήρε την ελληνική υπηκοότητα και διορίστηκε στο γραφείου του νομομηχανικού Ροδόπης. Από την Κομοτηνή ο Φεδέρωφ μετατέθηκε στη Μυτιλήνη και νοίκιασε ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στον παιδικό σταθμό, σ ‘ένα λόφο που δέσποζε στην πόλη.

Πολύ σύντομα ανάμεσα στο Νίκο και στο Βόρη αναπτύχθηκε μεγάλη συμπάθεια, που εξελίχθηκε σε αληθινή φιλία. Ο Φεδέρωφ είχε κολακευτεί που ένας ντόπιος ήθελε να μάθει τη γλώσσα του κι έμεινε ευχάριστα έκπληκτος από τη βαθειά γνώση της ρωσικής πεζογραφίας που είχε ο νέος φίλος του. Αλλά κι ο ποιητής είχε εκπλαγεί από την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και την ολοκληρωμένη λογοτεχνική κατάρτιση του ρώσου αξιωματικού του μηχανικού, που ζωγράφιζε με πραγματικό ταλέντο και νεαρός έγραφε ποιήματα. Πολύ σύντομα η γνωριμία τους επεκτάθηκε και στις οικογένειές τους, ιδίως μετά από ξαφνική αρρώστια του Φεδέρωφ, που μολύνθηκε από σταφυλόκοκκο. Μη έχοντας συγγενείς ή στενούς φίλους στο νησί η γυναίκα του αποτάθηκε στη νέα γνωριμία του. Ο Νίκος έτρεξε αμέσως και στάθηκε δίπλα του όσες μέρες αυτός καιγόταν από τον πυρετό, φροντίζοντας να βρει γιατρό και φάρμακα.

Μετά από αυτό το επεισόδιο άρχισαν οι οικογενειακές βεγγέρες πότε στο σπίτι του Φεδέρωφ και πότε στου Σαραντάκου. Γοητευτικές βραδιές που περνούσαν με αφηγήσεις, ανέκδοτα, απαγγελίες και εύθυμη, σπινθηροβόλα και πολιτισμένη συζήτηση. Ο Φεδέρωφ καταγόταν από ευγενείς της περιοχής του Σαράτωφ στο Βόλγα. Ο παππούς του, πριν από την κατάργηση της δουλοπαροικίας, είχε στην κατοχή του ολόκληρο χωριό τη Φεδέροφκα. Ο Βόρης σπούδασε πολιτικός μηχανικός-γεφυροποιός στο Πολυτεχνείο της Πετρούπολης και κατατάχτηκε στο ρωσικό στρατό. Με την ιδιότητα του αξιωματικού του μηχανικού γύρισε ολόκληρη την απέραντη χώρα από τη Βαλτική ως τη Σαχαλίνη κι από τον Αρχάγγελο ως το Ασχαμπάντ.

Ο νεαρός γιος του Νίκου τον άκουγε μαγεμένος να διηγείται πώς έκανε το χειμώνα ιστιοπλοΐα σε πάγο στη λίμνη Λαντόγκα, πώς διάσχισε με καΐκι την Αράλη, που τα νερά της έχουν το πιο γαλανό χρώμα απ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου, «ακόμα κι απ’ το Αιγαίο», πώς ξύπνησε κατατρομαγμένος το πρώτο πρωί στο Μπακού από κάτι κρότους σαν κανονιές, που τους προκαλούσε το σκάσιμο των βράχων από την αλλαγή της θερμοκρασίας, για το ταξίδι του στον Καύκασο, όπου για πρώτη φορά είδε τα άγνωστα στη Ρωσία γαϊδουράκια, για μια περιπέτεια στο βοτανικό κήπο του Ασχαμπάντ, όπου, νεαρός ανθυπολοχαγός ακόμα, ακολούθησε με καρδιοχτύπι τα ίχνη από γυναικεία τακούνια που παρατήρησε στο χωμάτινο δρομάκι, για να βρεθεί τελικά πίσω από ένα πανύψηλο μουστακαλή μουσουλμάνο που φορούσε κάτι ντόπια ξυλοπάπουτσα με πολύ λεπτό τακούνι.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ καθώς συζητούσαν για το φοβερό ρωσικό κρύο, η Ελένη ρώτησε το Φεδέρωφ:
«Αλήθεια κύριε Βόρη, πως από το πολύ κρύο στη Ρωσία  πέφτουν οι μύτες των ανθρώπων;»

Αλλά πριν εκείνος προφτάσει ν’ απαντήσει, ο Νίκος είπε:
« Μια φορά, του Χίτλερ η μύτη έπεσε», προκαλώντας βροντερά γέλια. Την ίδια στιγμή όμως ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα κι όταν η κυρία Μερόπη άνοιξε, στο κατώφλι παρουσιάστηκαν δυο Γερμανοί στρατιώτες. Όλοι πάγωσαν. Οι Γερμανοί όμως, που ποιός ξέρει τι φαντάστηκαν ακούγοντας γέλια και φωνές, ίσως πως ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης, ζήτησαν αμήχανοι συγγνώμη και φύγανε.

Ο Φεδέρωφ ήταν πραγματικός πατριώτης, μισούσε τους Γερμανούς, πονούσε για την προέλαση τους τόσο βαθειά στη χώρα του και καμάρωνε για τις νίκες του Ρωσικού Στρατού, αδιαφορώντας αν τώρα λεγόταν Κόκκινος Στρατός και αρχιστράτηγος του δεν ήταν ο Κουτούζωφ ή ο Σουβόρωφ αλλά ο στρατάρχης Στάλιν.  Μετά το Στάλινγκραντ φάνηκε σα να ψήλωσε μια πιθαμή. […]

Ο Φεδέρωφ μύησε το Σαραντάκο στην ποίηση του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Νεκράσωφ, του Τιούτσεφ και του Μερεζκόφσκι, που ο φίλος του αγνοούσε παντελώς. Ο ποιητής μαγεύτηκε από το ρωμαλέο στίχο του Πούσκιν. Ένα πρωί, ένα χρόνο αργότερα, διάβασε στο Βόρη τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Πούσκιν Αντσάρ και Αδελφοί ληστές που με μεγάλο κόπο αλλά και περίσσιο ταλέντο είχε κάνει. Ο Βόρης ενθουσιάστηκε. Βρήκε πως ο Άχθος Αρούρης είχε πετύχει να αποδώσει σωστά όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μουσική των στίχων του Πούσκιν.[…]

Από τη μεριά του ο Νίκος εμύησε το φίλο του στις μεγάλες του αγάπες: τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Του δάνεισε τα Άπαντα του Λουκιανού σε μετάφραση Κονδυλάκη και τους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου σε μετάφραση Πολυλά.

Ο Φεδέρωφ τα ελληνικά τα μιλούσε άνετα αν και η προφορά του πρόδιδε από μακριά τη ρωσική καταγωγή και είχε την τάση να κολλά ρωσικές καταλήξεις στα ελληνικά ρήματα και να μεταχειρίζεται ρωσικούς συνδέσμους και προθέσεις:
«Πήγαιναλ σ’αυτό το κέντρο και πίνειμαλ κανιάκ. Πολύ καλό κανιάκ, ά (αλλά) δεν εύρισκαλ βότκα» είπε μια μέρα στο φίλο του. Πολύ πιο καλά φυσικά διάβαζε τα ελληνικά και παίρνοντας τα βιβλία που του δάνεισε ο Νίκος, καταπιάστηκε μαζί τους με σύστημα και μεθοδικότητα. Όσες άγνωστες λέξεις συναντούσε τις σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι και ρωτούσε σχετικά την κόρη του, μαθήτρια γυμνασίου. Μια μέρα τη ρώτησε τι σημαίνει η λέξη «αιδοίον» που ψάρεψε στην Αληθή Ιστορία του Λουκιανού και από το αμήχανο κοκκίνισμα του κοριτσιού κατάλαβε.

Ο Νίκος είχε και το Λουκιανό και τον Πλούταρχο σε στερεότυπες εκδόσεις του Τόυμπνερ και τους διάβαζε με ευχέρεια από το πρωτότυπο, αλλά το αγαπημένο του ανάγνωσμα ήταν ο Διογένης ο Λαέρτιος. Μη έχοντάς τον σε μετάφραση για να τον δώσει στο φίλο του, του διάβαζε τις πιο διασκεδαστικές περικοπές μεταφράζοντάς τες.

Μολονότι βέρος και πεπεισμένος αντικομμουνιστής ο Φεδέρωφ δεν ήταν ούτε αντιδραστικός ούτε τσαρικός. […] Για τους κόκκινους, με τους οποίους αναμετρήθηκε στα πεδία των μαχών, ο Φεδέρωφ μιλούσε με συγκεχυμένα αισθήματα. Θαύμαζε την παλληκαριά τους: «Στη μάχη του Περεκόπ, πέφτανε πάνω στα πολυβόλα μας και τους θερίζαμε σα στάχια, περιμένοντας πότε θα πάθουν εμπλοκή ή θα ανάψουν και θα πάψουν να λειτουργούν, για να μας ανατρέψουν. Όπως και έγινε τελικά».

Από την άλλη μεριά αποστρεφόταν τη σκληρότητα, τη χοντράδα των τρόπων και την αμορφωσιά των αρχηγών τους.

Στο πρόσωπο του Φεδέρωφ ο Νίκος συνάντησε τον πρώτο ξένο με καθαρά ευρωπαϊκή κουλτούρα, αναθρεμμένο με τις αρχές του ουμανισμού και τη φινέτσα ενός μεγάλου πολιτισμού.

*περί το 1920

Η ακουαρέλα είναι από το λεύκωμα “Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι”, με σκίτσα και ακουαρέλες του Βόρη Φεδέρωφ, έκδοση  Ζήνας Οικονομοπούλου-Φεδέρωφ, 2005, Μυτιλήνη
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: