Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Σεπτεμβρίου 2012

Φιστικομαζέματα #2

Posted by tofistiki στο 30/09/2012

Μετά από το κανονικό μάζεμα του καρπού με ράβδισμα, μένουν πάνω στα δέντρα  αρκετά φιστίκια. Κάποια ωριμάζουν αρκετές μέρες ή και βδομάδες αργότερα και μπορείς να μαζεύεις κάθε μέρα από λίγα, αν είσαι στο χτήμα.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Και αφού τα μαζέψαμε και κουραστήκαμε, μας αξίζει ένα γλυκάκι:

Φιστικάτα με σοκολάτα

  • 1 κιλό ψίχα φιστικιού Αιγίνης κομμένο χοντρό, να μη γίνει σκόνη

  • ½ κιλό ζάχαρη άχνη

  • 5 φρυγανιές τριμμένες

  • βανίλια

  • 1 περίπου ποτήρι διάφορα λικέρ (αμαρέττο, τσέρι, ότι έχετε)

  • 1 κιλό κουβερτούρα

Ανακατεύουμε την φιστικόψυχα με τη φρυγανιά,  την άχνη και τη βανίλια. Ρίχνουμε σιγά-σιγά τα λικέρ ανακατεύοντας καλά ώσπου να γίνει μια σφιχτή μάζα, τα πλάθουμε σε μικρά «μπιφτεκάκια» και τα απλώνουμε σε λαδόχαρτο.

Λιώνουμε την κουβερτούρα σε μπεν μαρί και προσθέτουμε 2-3 κουτ. σούπας ηλιέλαιο. Βουτάμε τα γλυκάκια ένα-ένα και τα αραδιάζουμε πάλι στη λαδόκολλα και τα βάζουμε αρκετή ώρα στο ψυγείο να σφίξουν καλά. Πριν σφίξουν τελείως, στολίζουμε με μισό φιστίκι το καθένα. Διατηρούνται στο ψυγείο.

Η συνταγή είναι της θείας Τούλας (Πρωτονοταρίου).
Advertisements

Posted in Αιγινήτικα | Με ετικέτα: , , , , | 5 Σχόλια »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια)

Posted by tofistiki στο 29/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη. Το σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα και αφηγείται τη σύλληψη του πατέρα του, Νίκου Σαραντάκου, από τους Γερμανούς, το 1944.

 

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκτός από τους ομήρους και τους ύποπτους για αντιγερμανικά αισθήματα ή αντιστασιακή δράση, κρατούσανε και πολλούς λαθρεμπόρους ή ύποπτους για λαθρεμπόριο. Όπως τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα το λαθρεμπόριο είχε και κάποια πατριωτική απόχρωση. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει όλη την παραγωγή του νησιού σε λάδι και δεν επιτρέπανε την εξαγωγή του παρά μόνο με ειδική άδεια που δύσκολα τη δίνανε και μόνο σε συνεργάτες τους. Πολλοί τολμηροί ναυτικοί γεμίζανε με λάδι σιδερένια βαρέλια, τα δέναν όλα μαζί και τις σκοτεινές ασέληνες νύχτες τα ρυμουλκούσαν κρυφά με μια βάρκα στα ανοιχτά και τα φουντάριζαν σε ορισμένα σημεία. Κατόπιν φεύγανε με τα καΐκια τους άδεια, φτάνανε στα σημεία όπου είχανε φουντάρει τα βαρέλια, τα ανασύρανε και φεύγανε για τη ζώνη του Έβρου, όπου αντάλλαζαν το λάδι με στάρι.
Κάπου κάπου, οι Γερμανοί απολύανε κάποιους από τους λαθρεμπόρους αυτούς. Πολλοί περνούσαν από το σπίτι μας και μας λέγανε για το κουράγιο που τους έδινε ο πατέρας μου κι ο Χαράλαμπος, όχι με λόγια, παρά μόνο με τη στάση τους και την ψυχραιμία τους.

Λίγες μέρες μετά, ακούστηκε πως οι Γερμανοί θα διαλύσουν το στρατόπεδο κι όσους κρατουμένους δεν απολύσουν, θα τους μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη, στου Παύλου Μελά. Η είδηση αυτή μας κατατρόμαξε. Για το στρατόπεδο του Παύλου Μελά κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές φήμες, γιατί οι Γερμανοί από τους κρατουμένους εκεί παίρνανε όσους εκτελούσαν για αντίποινα στις επιθέσεις των ανταρτών. Ο θείος ο Αντρέας μάς είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο αυτό και να ετοιμάσουμε μια βαλίτσα με αλλαξιές ασπρόρουχα, κάλτσες και ζεστά ρούχα, να του τη δώσουμε αν τύχει και τον μεταφέραν εκεί.

Ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή μάθαμε πως θα γινόταν μια αιφνιδιαστική μεταγωγή. Πήρα τη βαλίτσα και στήθηκα στην προκυμαία, περιμένοντας να φανεί η κουστωδία των Γερμανών με τους κρατουμένους. Οι καμπάνες των εκκλησιών που χτυπούσαν πένθιμα, συμπλήρωναν την κακή μου διάθεση. Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε και βγήκαν οι επιτάφιοι. Τότε γύρισα σπίτι.

Λίγες μέρες μετά, κάναμε βόλτα στην προκυμαία με τον Τάκη τον Απτάλη, όταν είδαμε μια συνοδεία καμμιά πενηνταριά κρατουμένους, που έρχονταν από τον Ταρλά ανάμεσα σε δυο στοίχους ένοπλους Γερμανούς και τραβούσαν για την προκυμαία. Κι ανάμεσά τους, ζαλωμένον με ένα μεγάλο μπόγο, είδα τον πατέρα μου! Πάγωσα. Έτρεξα κοντά στους κρατουμένους και τους συνόδεψα ώσπου φτάσαν στο μουράγιο κι άρχισαν να μπαίνουν σ’ ένα επιταγμένο από τους Γερμανούς πετρελαιοκίνητο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν πρόφταινα να τρέξω σπίτι να πάρω την περίφημη βαλίτσα, να του τη δώσω.
Καθώς έστεκα πετρωμένος, με είδε ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε καθησυχαστικά και ύστερα παράδωσε τον μπόγο σ’ έναν κρατούμενο που είχε μπει στο καΐκι και γύρισε με μερικούς άλλους στην προκυμαία. Κατάφερα να πάω κοντά.
«Ήρθαμε για αγγαρεία», μου φώναξε, «τώρα γυρνάμε πίσω. Χαιρέτα μου τη μαμά σου.»

Η ψυχή μου ήρθε στον τόπο της. Κατάλαβα πως το έκανε για να βγει από το στρατόπεδο έστω και υπό συνοδεία. Τότε συνειδητοποίησα πως τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Όταν τον πιάσανε ήταν κατάμαυρα.
Τελικά στα τέλη Μαΐου, με την ευκαιρία των γενεθλίων τού Χίτλερ, οι Γερμανοί άφησαν τους ομήρους που είχαν πιάσει στις 23 Μαρτίου. Δεν το μάθαμε παρά μόνο σαν είδαμε τον πατέρα μου να προβάλλει από τη γωνία του δρομάκου μας. Όλη η γειτονιά βγήκε να τον χαιρετήσει. Οι γυναίκες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν κι οι άντρες του σφίγγανε το χέρι. Το βράδυ ήρθε και ο Χαράλαμπος κι όλοι οι συγγενείς μας, ήπιαμε κρασί και τραγουδήσαμε. Ρώτησα τότε τον πατέρα μου για την ταραχή του όταν του πήγα τις ελιές.

«Με σπασοχόλιασες», μου λέει γελώντας. «Στο υπόγειο της Τράπεζας είχαμε κρύψει ένα πιστόλι και τον πολύγραφο της Οργάνωσης. Όταν έμαθα πως την επιτάξανε οι Γερμανοί, με ζώσανε μαύρα φίδια. Αν τα βρίσκανε, εμάς τουλάχιστον τους τρεις, της Αγροτικής, θα μας έτρωγε το σκοτάδι. Κατάφερα κι έστειλα μήνυμα στην Οργάνωση, να μπούνε κάποιοι δικοί μας μαζί με τους χαμάληδες που θα μεταφέραν τα έπιπλα της Τράπεζας αλλού, να πάρουν το πιστόλι και τον πολύγραφο. Αν δεν το καταφέρνανε, έπρεπε να μου στείλουν ένα χωνί με δεκαοχτώ ακριβώς ελιές, σημάδι πως έπρεπε να δραπετεύσουμε με κάθε τρόπο. Έπρεπε όμως να τις στέλνανε με τρίτο πρόσωπο, όχι με συγγενή μου. Όταν λοιπόν σε είδα να μου φέρνεις ελιές, σκέφτηκα πως μπορεί να μη βρήκαν άλλον και να τις στείλανε με σένα. Καταλαβαίνεις λοιπόν την αγωνία μου ώσπου να τις μετρήσω. Ευτυχώς ήταν εικοσιπέντε.»

(συνεχίζεται)

Για τη φωτογραφία, ο Μίμης έχει κρατήσει σημείωση: «το πρώτο παντελόνι»
Είναι από το καλοκαίρι του ’43.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

«Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι»

Posted by tofistiki στο 23/09/2012

Η Ζήνα Οικονομοπούλου – Φεδέρωφ και ο Μίμης Σαραντάκος, διατήρησαν μια θερμή φιλία για όλη την ζωή τους παρ’ όλη την απόσταση που τους χώρισε αρχικά, όταν η οικογένεια του Μίμη έφυγε από το νησί το 1946. Αργότερα μετακόμισε και εκείνη στην πρωτεύουσα και μάλιστα για κάποιο χρονικό διάστημα υπήρξαν συνάδελφοι στην Αγροτική Τράπεζα.

Τον Γενάρη του 2006, η Ζήνα έφυγε από τη ζωή και ο Μίμης έγραψε στο «Εμπρός» έναν επικήδειο, από τον οποίο αντιγράφω το παρακάτω απόσπασμα:
[…]
Τότε γνώρισα την κόρη του τη Ζήνα, που ήταν τον καιρό εκείνο, το ομορφότερο ίσως κορίτσι της Μυτιλήνης, ψηλή, καστανή, με πολύ ωραία μάτια και ένα μεταδοτικό γέλιο, ταίριασε από την αρχή μαζί μου. Αναπτύχθηκε ανάμεσα μας θερμή φιλία, που διατηρήθηκε ως προχτές. Κάναμε στενή παρέα όχι μόνο στη Μυτιλήνη, αλλά όταν ήρθαμε κι οι δυο στην Αθήνα (για ένα διάστημα συνυπηρετήσαμε στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Αγροτικής Τράπεζας), καθώς και μετά το γάμο της με τον Μίμη Οικονομόπουλο στη Μυτιλήνη. Τη θυμόμασταν πάντα πρόσχαρη και δραστήρια, είτε να μας αφηγείται τα ταξίδια της είτε να κολυμπά στα Τσαμάκια, κάνοντας τη διαδρομή από το άγαλμα της Ελευθερίας ως του Απελή, με την αντοχή και τη ζωντάνια έφηβης κι ας είχε πια μπει στη σύνταξη. Μια φορά το χρόνο εξ άλλου, θα μας συγκέντρωνε όλους τους συναδέλφους από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της ΑΤΕ, στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη.
Τώρα η Ζήνα δεν υπάρχει πια. Έφυγε απροσδόκητα από τη ζωή και το τραγικότερο είναι πως δεν πρόφτασε να πιάσει στα χέρια της το λεύκωμα με τις ακουαρέλες και τα σχέδια του πατέρα της, για την έκδοση του οποίου κοπίασε πολύ και έκανε, χειμωνιάτικα, ένα κουραστικό ταξίδι στη Μυτιλήνη, από όπου γύρισε λίγες μέρες πριν πεθάνει. Όσοι τη γνωρίσαμε θα θυμόμαστε πάντα τη ζωντάνια της, την πάντα πρόσχαρη διάθεση της και το γέλιο της.

Πράγματι, το 2005, η Ζήνα για να τιμήσει την μνήμη του πατέρα της, θέλησε να εκδώσει ένα λεύκωμα με σκίτσα και ακουαρέλες του, εμπνευσμένα από τη Λέσβο. Το πολύ προσεγμένο αυτό λεύκωμα,  με τίτλο «Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι»,  εκδόθηκε πράγματι σε 500 αντίτυπα με την επιμέλεια του εκδότη της εφημερίδας «Δημοκράτης της Μυτιλήνης», Δημήτρη Κινδερλή, που το προλόγισε και ανέλαβε κατ’ εντολή της Ζήνας την αποστολή των αντίτυπων σε μια λίστα επιλεγμένων φίλων και γνωστών της, μεταξύ των οποίων και ο Μίμης. Τον Γενάρη του 2006, η Ζήνα μπήκε ξαφνικά στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Πρόλαβε να δει το τελικό δοκίμιο του λευκώματος, και της άρεσε πολύ.
Καθώς είναι πραγματικά πολύ όμορφο και δεν βρήκα να υπάρχει κάπου στο διαδίκτυο, σκέφτηκα να κάνω μια ανάρτηση αφιερωμένη σε αυτό. Νομίζω πως κι ο πατέρας μου θα το χαιρόταν πολύ.
Στη μνήμη του Βόρη, της Ζήνας και του Μίμη, λοιπόν…

Ευχαριστώ πολύ τον ξάδερφο του Μίμη, Κώστα Μίσσιο, για την καλοσύνη του να ψάξει στο αρχείο του και να μου στείλει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τους επικήδειους που γράφτηκαν για τη Ζήνα. Να ‘σαι καλά θείε Κώστα!

Ευχαριστώ επίσης τον εκδότη της εφημερίδας «Δημοκράτης της Μυτιλήνης», Δημήτρη Κινδερλή, για τις πληροφορίες που μου έδωσε για την Ζήνα.

 

 Πατήστε πάνω στις εικόνες για να τις δείτε μεγαλύτερες!
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εις μνήμην, Σκίτσα-φωτογραφίες, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η εκμάθηση της ρωσικής και η φιλία με τον Β.Ν. Φεδέρωφ

Posted by tofistiki στο 15/09/2012

Με αφορμή το ενδιαφέρον για τη χτεσινή ανάρτηση, παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Μίμη Σαραντάκου «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», από το κεφάλαιο που αναφέρεται στη γνωριμία του ποιητή (του Νίκου Σαραντάκου, δηλαδή) με τον Βόρη Νικολάγιεβιτς Φεδέρωφ.

[…] Τότε* όλες οι Βαλκανικές χώρες ζητούσαν πεπειραμένους μηχανικούς ανάμεσα στους φυγάδες Ρώσους αξιωματικούς και στη σχετική διεθνή επιτροπή που πήγε στο στρατόπεδο των προσφύγων ο Φεδέρωφ επέλεξε την Ελλάδα. Διάλεξε αυτή τη χώρα κι όχι κάποια σλαβική, όπως τη Βουλγαρία ή τη Γιουγκοσλαβία, γιατί λάτρευε τη θάλασσα και στη πατρίδα του ήταν μανιώδης ιστιοπλόος και μέλος του «Γιώτιγκ Κλάμπ» της Πετρούπολης. Αρχικά έπιασε δουλειά στην Αλεξανδρούπολη στον «Εποικισμό» δηλαδή την Υπηρεσία Αποκαταστάσεως των προσφύγων που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη στη Δυτική.

Στην Αλεξανδρούπολη ο Φεδέρωφ γνώρισε και παντρεύτηκε μια κοπέλα από τις Σαράντα Εκκλησίες, τη Μερόπη Μεζιλτζόγλου, τελείως βυζαντινή φυσιογνωμία, που του χάρισε μια χαριτωμένη κόρη, στην οποία έδωσε το όνομα της μητέρας του, Ζηνάϊδας. Αργότερα μετατέθηκε στην Κομοτηνή, πήρε την ελληνική υπηκοότητα και διορίστηκε στο γραφείου του νομομηχανικού Ροδόπης. Από την Κομοτηνή ο Φεδέρωφ μετατέθηκε στη Μυτιλήνη και νοίκιασε ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στον παιδικό σταθμό, σ ‘ένα λόφο που δέσποζε στην πόλη.

Πολύ σύντομα ανάμεσα στο Νίκο και στο Βόρη αναπτύχθηκε μεγάλη συμπάθεια, που εξελίχθηκε σε αληθινή φιλία. Ο Φεδέρωφ είχε κολακευτεί που ένας ντόπιος ήθελε να μάθει τη γλώσσα του κι έμεινε ευχάριστα έκπληκτος από τη βαθειά γνώση της ρωσικής πεζογραφίας που είχε ο νέος φίλος του. Αλλά κι ο ποιητής είχε εκπλαγεί από την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και την ολοκληρωμένη λογοτεχνική κατάρτιση του ρώσου αξιωματικού του μηχανικού, που ζωγράφιζε με πραγματικό ταλέντο και νεαρός έγραφε ποιήματα. Πολύ σύντομα η γνωριμία τους επεκτάθηκε και στις οικογένειές τους, ιδίως μετά από ξαφνική αρρώστια του Φεδέρωφ, που μολύνθηκε από σταφυλόκοκκο. Μη έχοντας συγγενείς ή στενούς φίλους στο νησί η γυναίκα του αποτάθηκε στη νέα γνωριμία του. Ο Νίκος έτρεξε αμέσως και στάθηκε δίπλα του όσες μέρες αυτός καιγόταν από τον πυρετό, φροντίζοντας να βρει γιατρό και φάρμακα.

Μετά από αυτό το επεισόδιο άρχισαν οι οικογενειακές βεγγέρες πότε στο σπίτι του Φεδέρωφ και πότε στου Σαραντάκου. Γοητευτικές βραδιές που περνούσαν με αφηγήσεις, ανέκδοτα, απαγγελίες και εύθυμη, σπινθηροβόλα και πολιτισμένη συζήτηση. Ο Φεδέρωφ καταγόταν από ευγενείς της περιοχής του Σαράτωφ στο Βόλγα. Ο παππούς του, πριν από την κατάργηση της δουλοπαροικίας, είχε στην κατοχή του ολόκληρο χωριό τη Φεδέροφκα. Ο Βόρης σπούδασε πολιτικός μηχανικός-γεφυροποιός στο Πολυτεχνείο της Πετρούπολης και κατατάχτηκε στο ρωσικό στρατό. Με την ιδιότητα του αξιωματικού του μηχανικού γύρισε ολόκληρη την απέραντη χώρα από τη Βαλτική ως τη Σαχαλίνη κι από τον Αρχάγγελο ως το Ασχαμπάντ.

Ο νεαρός γιος του Νίκου τον άκουγε μαγεμένος να διηγείται πώς έκανε το χειμώνα ιστιοπλοΐα σε πάγο στη λίμνη Λαντόγκα, πώς διάσχισε με καΐκι την Αράλη, που τα νερά της έχουν το πιο γαλανό χρώμα απ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου, «ακόμα κι απ’ το Αιγαίο», πώς ξύπνησε κατατρομαγμένος το πρώτο πρωί στο Μπακού από κάτι κρότους σαν κανονιές, που τους προκαλούσε το σκάσιμο των βράχων από την αλλαγή της θερμοκρασίας, για το ταξίδι του στον Καύκασο, όπου για πρώτη φορά είδε τα άγνωστα στη Ρωσία γαϊδουράκια, για μια περιπέτεια στο βοτανικό κήπο του Ασχαμπάντ, όπου, νεαρός ανθυπολοχαγός ακόμα, ακολούθησε με καρδιοχτύπι τα ίχνη από γυναικεία τακούνια που παρατήρησε στο χωμάτινο δρομάκι, για να βρεθεί τελικά πίσω από ένα πανύψηλο μουστακαλή μουσουλμάνο που φορούσε κάτι ντόπια ξυλοπάπουτσα με πολύ λεπτό τακούνι.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ καθώς συζητούσαν για το φοβερό ρωσικό κρύο, η Ελένη ρώτησε το Φεδέρωφ:
«Αλήθεια κύριε Βόρη, πως από το πολύ κρύο στη Ρωσία  πέφτουν οι μύτες των ανθρώπων;»

Αλλά πριν εκείνος προφτάσει ν’ απαντήσει, ο Νίκος είπε:
« Μια φορά, του Χίτλερ η μύτη έπεσε», προκαλώντας βροντερά γέλια. Την ίδια στιγμή όμως ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα κι όταν η κυρία Μερόπη άνοιξε, στο κατώφλι παρουσιάστηκαν δυο Γερμανοί στρατιώτες. Όλοι πάγωσαν. Οι Γερμανοί όμως, που ποιός ξέρει τι φαντάστηκαν ακούγοντας γέλια και φωνές, ίσως πως ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης, ζήτησαν αμήχανοι συγγνώμη και φύγανε.

Ο Φεδέρωφ ήταν πραγματικός πατριώτης, μισούσε τους Γερμανούς, πονούσε για την προέλαση τους τόσο βαθειά στη χώρα του και καμάρωνε για τις νίκες του Ρωσικού Στρατού, αδιαφορώντας αν τώρα λεγόταν Κόκκινος Στρατός και αρχιστράτηγος του δεν ήταν ο Κουτούζωφ ή ο Σουβόρωφ αλλά ο στρατάρχης Στάλιν.  Μετά το Στάλινγκραντ φάνηκε σα να ψήλωσε μια πιθαμή. […]

Ο Φεδέρωφ μύησε το Σαραντάκο στην ποίηση του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Νεκράσωφ, του Τιούτσεφ και του Μερεζκόφσκι, που ο φίλος του αγνοούσε παντελώς. Ο ποιητής μαγεύτηκε από το ρωμαλέο στίχο του Πούσκιν. Ένα πρωί, ένα χρόνο αργότερα, διάβασε στο Βόρη τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Πούσκιν Αντσάρ και Αδελφοί ληστές που με μεγάλο κόπο αλλά και περίσσιο ταλέντο είχε κάνει. Ο Βόρης ενθουσιάστηκε. Βρήκε πως ο Άχθος Αρούρης είχε πετύχει να αποδώσει σωστά όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μουσική των στίχων του Πούσκιν.[…]

Από τη μεριά του ο Νίκος εμύησε το φίλο του στις μεγάλες του αγάπες: τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Του δάνεισε τα Άπαντα του Λουκιανού σε μετάφραση Κονδυλάκη και τους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου σε μετάφραση Πολυλά.

Ο Φεδέρωφ τα ελληνικά τα μιλούσε άνετα αν και η προφορά του πρόδιδε από μακριά τη ρωσική καταγωγή και είχε την τάση να κολλά ρωσικές καταλήξεις στα ελληνικά ρήματα και να μεταχειρίζεται ρωσικούς συνδέσμους και προθέσεις:
«Πήγαιναλ σ’αυτό το κέντρο και πίνειμαλ κανιάκ. Πολύ καλό κανιάκ, ά (αλλά) δεν εύρισκαλ βότκα» είπε μια μέρα στο φίλο του. Πολύ πιο καλά φυσικά διάβαζε τα ελληνικά και παίρνοντας τα βιβλία που του δάνεισε ο Νίκος, καταπιάστηκε μαζί τους με σύστημα και μεθοδικότητα. Όσες άγνωστες λέξεις συναντούσε τις σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι και ρωτούσε σχετικά την κόρη του, μαθήτρια γυμνασίου. Μια μέρα τη ρώτησε τι σημαίνει η λέξη «αιδοίον» που ψάρεψε στην Αληθή Ιστορία του Λουκιανού και από το αμήχανο κοκκίνισμα του κοριτσιού κατάλαβε.

Ο Νίκος είχε και το Λουκιανό και τον Πλούταρχο σε στερεότυπες εκδόσεις του Τόυμπνερ και τους διάβαζε με ευχέρεια από το πρωτότυπο, αλλά το αγαπημένο του ανάγνωσμα ήταν ο Διογένης ο Λαέρτιος. Μη έχοντάς τον σε μετάφραση για να τον δώσει στο φίλο του, του διάβαζε τις πιο διασκεδαστικές περικοπές μεταφράζοντάς τες.

Μολονότι βέρος και πεπεισμένος αντικομμουνιστής ο Φεδέρωφ δεν ήταν ούτε αντιδραστικός ούτε τσαρικός. […] Για τους κόκκινους, με τους οποίους αναμετρήθηκε στα πεδία των μαχών, ο Φεδέρωφ μιλούσε με συγκεχυμένα αισθήματα. Θαύμαζε την παλληκαριά τους: «Στη μάχη του Περεκόπ, πέφτανε πάνω στα πολυβόλα μας και τους θερίζαμε σα στάχια, περιμένοντας πότε θα πάθουν εμπλοκή ή θα ανάψουν και θα πάψουν να λειτουργούν, για να μας ανατρέψουν. Όπως και έγινε τελικά».

Από την άλλη μεριά αποστρεφόταν τη σκληρότητα, τη χοντράδα των τρόπων και την αμορφωσιά των αρχηγών τους.

Στο πρόσωπο του Φεδέρωφ ο Νίκος συνάντησε τον πρώτο ξένο με καθαρά ευρωπαϊκή κουλτούρα, αναθρεμμένο με τις αρχές του ουμανισμού και τη φινέτσα ενός μεγάλου πολιτισμού.

*περί το 1920

Η ακουαρέλα είναι από το λεύκωμα “Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι”, με σκίτσα και ακουαρέλες του Βόρη Φεδέρωφ, έκδοση  Ζήνας Οικονομοπούλου-Φεδέρωφ, 2005, Μυτιλήνη

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Βόρης και Ζήνα Φεδέρωφ

Posted by tofistiki στο 10/09/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Ο Βόρης Φεδέρωφ ήταν σχετικά πρόσφατη γνωριμία μας. Τον γνωρίσαμε το χειμώνα τού ‘42, όταν ξεκινήσαμε με τον πατέρα μου να μάθουμε ρωσικά. Εγώ από τον καιρό της Σάμου, όταν η κυρία Άννα, η σπιτονοικοκυρά μας, μου γνώρισε την Εσπεράντο, είχα μανία με τις ξένες γλώσσες και τα ξένα αλφάβητα. Τα τελευταία τα ψάρευα από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, που είχε ο θείος Αντρέας, και από τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, που είχε ο κύριος Δουκαρέλλης (συνάδελφος του πατέρα μου στην Τράπεζα) και τις οποίες ξεφύλλιζα ταχτικά στο πλαίσιο των «εργασιών» που μας έβαζε ο Μίλτης. Έτσι είχα μάθει το εβραϊκό, το αραβικό, το αρμενικό, το ρουνικό και τέλος το ρωσικό αλφάβητο και μάλιστα όχι μόνο αυτό, αλλά και τα λοιπά σλαβικά και τους προγόνους τους, το γλαγολικό και το κυριλλικό, χωρίς να με τρομάζει το γεγονός ότι είχαν κατά μέσον όρο 36 γράμματα.
Ο πατέρας μου με πείραζε καμμιά φορά, πως ήμουν «συλλέκτης αχρήστων γνώσεων», αλλά τελικά μας χρησίμεψαν σε κάτι.

Το καλοκαίρι τού ‘42, το τελευταίο που πέρασα στη Μόρια, στου παππού μου το σπίτι, ανακάλυψα ένα βιβλίο γραμμένο με το ρωσικό αλφάβητο. Ο παππούς μου δε θυμόταν, στην αρχή, πώς βρέθηκε στα χέρια του, αργότερα όμως μου είπε πως ήταν του φίλου του, του κυρ-Ιγνάτη του Αμανετζή, που μιλούσε φαρσί τα ρούσικα. Το βιβλίο ήταν εικονογραφημένο και είχε τίτλο «ΠΟΥΤΕΒΟΝΤΙΤΕΛ». Αποδείχτηκε πως ήταν ρωσικός τουριστικός οδηγός του Αιγαίου και της Ελλάδας. Αυτό ήταν το πρώτο «αναγνωστικό» μας, που συμπληρώθηκε με μια πανάρχαιη (εκδόσεως του 1879) μέθοδο της ρωσικής «άνευ διδασκάλου» κατά το σύστημα Ολενδόρφου, που μας βρήκε ο Μίλτης.

Αλλά και πάλι δεν προχωρούσαμε. Τότε κάποιος μας σύστησε τον Φεδέρωφ, που κολακεύτηκε και χάρηκε σαν έμαθε πως δυο Έλληνες θέλανε να μάθουν τη γλώσσα του και μας στάθηκε υποδειγματικός δάσκαλος.

Μολονότι μηχανικός (γεφυροποιός) κατ’ επάγγελμα, ήταν πολύ μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, γνήσιος εκπρόσωπος της ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Εκπληκτική ήταν η φιλολογική του κατάρτιση. Δεν ήξερε μόνο τους κανόνες της ρωσικής γραμματικής και σύνταξης, αλλά και άπειρα ποιήματα του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Μερεζκόφσκι, του Τιούτσεφ, του Νεκράσωφ και πολλών άλλων. Για πολλά ήξερε και την ιστορία τους.
Φερ’ ειπείν για το ποίημα του Λέρμοντωφ «Ντέρεβνια» μας είπε πως γράφτηκε σα διαμαρτυρία για το φόνο (δολοφονία σωστότερα) του Πούσκιν σε μια στημένη μονομαχία με το Γάλλο τυχοδιώκτη Νταντές και ήταν η αφορμή που ο ποιητής εξορίστηκε στον Καύκασο, όπου έγραψε το περίφημο μυθιστόρημά του «Ένας ήρωας της εποχής μας».
Όπως ήταν επόμενο, μεταξύ του πατέρα μου και του Φεδέρωφ αναπτύχθηκε μεγάλη φιλία, που επεκτάθηκε και στις αντίστοιχες οικογένειες.

Η Ζήνα ήταν ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια στην πόλη μας. Ψηλή, καστανή, με πολύ ωραία μάτια και ένα μεταδοτικό γέλιο, ταίριασε από την αρχή μαζί μου. Μου άρεσε πολύ η παρέα της. Αν ήταν μικρότερή μου ή έστω συνομήλική μου, σίγουρα θα την είχα ερωτευθεί. Ήταν όμως δυο ή τρία χρόνια πιο μεγάλη και, δεν ξέρω γιατί, η διαφορά αυτή φάνηκε τότε, και στους δυο μας, αξεπέραστο εμπόδιο για να μεταμορφωθεί η θερμή φιλία μας σε έρωτα. Ήμασταν άλλωστε κι οι δύο πολύ ντροπαλοί. Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι μας, που ο πατέρας μου μας διάβαζε δυνατά τούς «Μποέμ» του Μυρζέ, στη θαυμάσια μετάφραση του Ροΐδη, όταν ακούσαμε τη φράση «[…] ο Σωνάρ έλαβε το ένθεον ύφος θνητού ετοιμαζομένου να προβεί εις συνουσίαν μετά της Μούσης […]», αυθόρμητα κοιταχτήκαμε με τη Ζήνα και κοκκινίσαμε κι οι δυο σαν παντζάρια.

Μιαν άλλη μέρα, που είχε έρθει σπίτι μας και κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα, σαν έφυγε βρήκα ένα διπλωμένο χαρτί, που φαίνεται πως της έπεσε από την τσάντα της. Το άνοιξα κι είδα πως ήταν ένα μικρό ποίημα, μάλλον άτεχνο, που μιλούσε με πολλήν αγάπη γι’ αυτήν και η ακροστιχίδα σχημάτιζε τη λέξη ΖΗΝΟΥΛΑ. Στ’ αλήθεια αισθάνθηκα κάτι σα ζήλια. Στην επομένη συνάντησή μας, όταν της το έδωσα, γέλασε και μου ‘πε πως της το είχε γράψει μια συμμαθήτριά της.

(συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία, η Μερόπη (το γένος Μεζιλτζόγλου), η Ζήνα και ο Βόρης Φεδέρωφ, από το αρχείο του Μίμη Σαραντάκου.
Η Ζήνα Οικονομοπούλου-Φεδέρωφ και ο Μίμης, διατήρησαν θερμή φιλία για όλη την υπόλοιπη ζωή τους παρ’όλη την απόσταση που τους χώριζε.
Το 2005, η Ζήνα για να τιμήσει την μνήμη του πατέρα της,
εξέδωσε ένα πολύ προσεγμένο λεύκωμα, με τίτλο «Πρωτινά σπίτια-Κάστρο Μυτιλήνης- πινελιές και πενάκι», με σκίτσα και ακουαρέλες του, εμπνευσμένα από τη Λέσβο. Το λεύκωμα εκδόθηκε σε 500 αντίτυπα τα οποία μοίρασε σε φίλους, κι έτσι έφτασε ένα στα χέρια του πατέρα μου. Καθώς δεν βρήκα κάτι σχετικό στο διαδίκτυο, σκέφτομαι να κάνω μια ανάρτηση αφιερωμένη σε αυτό.
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: