Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Οι “Μαθητικές σελίδες” και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος

Posted by tofistiki στο 15/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.
Οι «Μαθητικές Σελίδες» έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα και η επιτυχία τους ήταν τέτοια, που η Οργάνωση αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση έντυπου περιοδικού γραμμάτων και τέχνης στο νησί. Αυτό φυσικά το ξέραμε μονάχα οι οργανωμένοι. Ο Μίλτης στην τάξη ανακοίνωσε μόνο πως κάποιος φίλος του, πετυχημένος έμπορος, ενθουσιάστηκε από τις «Μαθητικές Σελίδες» και δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την έκδοση έντυπου περιοδικού.

Έτσι οι χειρόγραφες «Μαθητικές Σελίδες» μεταμορφώθηκαν στα τυπωμένα «Λεσβιακά Γράμματα», τριμηνιαίο περιοδικό, με συντακτική επιτροπή την αρχική, διευρυμένη όμως με ανθρώπους των γραμμάτων. Οι μαθητές της τάξης μας πάντως είχαμε την ευθύνη της σελιδοποίησης, της εκτύπωσης και της βιβλιοδεσίας. Το περιοδικό τυπωνόταν στο τυπογραφείο του «Ταχυδρόμου», του Θείελπη Λευκία, που βρισκόταν στα Λαδάδικα, πίσω από το ξενοδοχείο «Λυκαβηττός».

Ήταν η πρώτη γεύση που πήρα από το μαγικό κόσμο της τυπογραφίας. Η στοιχειοθεσία γινόταν φυσικά από επαγγελματία τυπογράφο, ο οποίος κατόπιν προσάρμοζε τις έτοιμες πλάκες των σελίδων σε ένα επίπεδο και χειροκίνητο πιεστήριο. Εμείς, οι συμμαθητές, αποτελούσαμε τον κινητήρα του τυπογραφείου, τη διπλωτική μηχανή και το συρραπτικό. Όλα τα κάναμε με τα χέρια μας. Ακόμα και τους μεταλλικούς συνδετήρες, που απουσίαζαν τελείως από την αγορά. Είχαμε πάρει ένα κομμάτι συρματόσχοινο, το αποσυνθέσαμε σε λεπτές ατσαλένιες ίνες, τις ισιώσαμε και με μια πένσα τις κόβαμε σε μικρά κομματάκια, που τους δίναμε σχήμα Π. Κατόπιν με ένα σουβλί τρυπούσαμε τα διπλωμένα φύλλα, περνούσαμε τον αυτοσχέδιο συνδετήρα και τσακίζοντας τις άκρες του, συρράπταμε το τεύχος.

Όλη αυτή η δουλειά γινόταν τα απογέματα, μετά το μάθημα, με μεγάλο κέφι και πολλή φασαρία. Τα τραγούδια μας και οι φωνές μας ακούγονταν στο δρόμο. Καμιά φορά έρχονταν, για διαφόρους λόγους, οι όμορφες ανεψιές του ιδιοκτήτη και η εμφάνισή τους φώτιζε το μισοσκότεινο τυπογραφείο.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στο Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μάς εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα οχτώ, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και γι’ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας. Δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά ήταν μέλος του και ο πατέρας μου.

Από την αρχή μού άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, κεφάτα παιδιά και πολύ αξιόλογους ανθρώπους. Τα περισσότερα από τα παιδιά ήταν μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια. Είχαν τελειώσει το γυμνάσιο και πολλά θα σπούδαζαν στην Αθήνα αν δεν ήταν ο πόλεμος. Ήταν ο Παναγιώτης ο Βουλαλάς, ο Κώστας ο Βουδούρης, ωραίος σαν Άδωνις, ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, όλο σπίρτο και χιούμορ, ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος, ο Γιάννης ο Μπράντος, ο Αριστείδης ο Ραπίτης, τα αδέλφια Πολυχρονιάδη, ο Αρίστος και ο Θανάσης, ανεπανάληπτος ως «Περικλής» στο «Στραβόξυλο» του Ψαθά, ο Τόλης ο Χριστοδούλου, ο Γιώργος ο Χατζηπαυλής, ο Τάκης ο Χατζηαναγνώστου, ο Γιώργος ο Σκούφος και άλλοι πολλοί. Υπήρχαν επίσης και πολλά κορίτσια, η Κική η Λιανά, η Δέσπω Ασλάνη, η Σιμόνη η Κανόνη, αδελφή του Χαράλαμπου, η Δεσπούλα η Στεφανίδου, που, μολονότι αρκετά χρόνια μεγαλύτερά μας, αποτελούσαν σοβαρότατον ελκτικό παράγοντα.

Από τους μεγάλους, δεν έρχονταν πολλοί στον Όμιλο, εκτός από το Στρατή τον Παρασκευαΐδη, που ήταν μεν αρχαιολόγος κατ’ επάγγελμα αλλά ως λάτρης του θεάτρου και ως σκηνοθέτης του θεατρικού τμήματος, βρισκόταν κάθε μέρα εκεί. Ερχόταν όμως ένας μουσικός, τυφλός εκ γενετής, ο Κέκος, ο οποίος μού έκανε μεγάλη εντύπωση (κι όχι μόνο σε μένα) γιατί κυκλοφορούσε στην πόλη μας με μεγάλη άνεση, χωρίς μάλιστα να κρατά το λευκό μπαστουνάκι των τυφλών. Είχε ανεπτυγμένες στο έπακρον τις άλλες αισθήσεις του και καταλάβαινε πως έφτανε στη γωνία ενός δρόμου ή σε διασταύρωση από την ανεπαίσθητη αλλαγή της πίεσης ή της θερμοκρασίας του αέρα. Μπορούσε ψαύοντας απλώς ένα δίσκο γραμμοφώνου να σου πει ποια μουσική ή ποιο τραγούδι ήταν γραμμένο σ’ αυτόν!
Με τον Κέκο μιλούσαμε πολλές φορές όταν ερχόταν στον όμιλο, γιατί ήταν πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Μια φορά μας είπε:

«Όλα τα καταλαβαίνω βρε παιδιά, εκτός από αυτά που λέτε χρώματα. Τι είναι το κίτρινο, το κόκκινο, το μπλε ή το άσπρο. Δεν μπορώ να το συλλάβω.»
Η κουβέντα του αυτή μού έκανε μεγάλη εντύπωση και το ίδιο βράδυ τη μετέφερα στον πατέρα μου και η συζήτηση που άνοιξα μαζί του, πήρε φιλοσοφικές προεκτάσεις:
«Από αυτό που σας είπε ο Κέκος, καταλαβαίνεις τι βλακείες έλεγε ο Πλάτων και οι όμοιοί του μιλώντας για “προϋπάρχουσες ιδέες”. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Κέκος θα είχε ιδέα τι είναι χρώμα.»

Εκείνον τον καιρό ο Όμιλος είχε πολλά τμήματα. Εγώ δήλωσα συμμετοχή στο Τμήμα Λογοτεχνίας και Ποίησης, ο Απτάλης στο μουσικό και ο Γιαννάκας στο θεατρικό. Οι υπόλοιποι της ομάδας μάλλον σνομπάρανε την όλη υπόθεση, αλλά έρχονταν στον Όμιλο από καθήκον. Πάντως η προνοητικότητα του Αντρέα επιβεβαιώθηκε όταν μια φορά, βγαίνοντας από τον Όμιλο, κατά σύμπτωση μαζί με μερικές κοπέλες, πέσαμε πάνω σε τρεις γερμανόφιλους συμμαθητές μας, οι οποίοι μας κοίταξαν χαμογελαστοί με νόημα και ένας τους μας έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Την άλλη μέρα στο Γυμνάσιο ο τελευταίος μας είπε, στο Γιαννάκα και σε μένα:
«Καλά τα περνάτε με την καινούργια παρέα σας.»

Είχαν λοιπόν επισημάνει την παρέα μας, αλλά τη συνδύασαν με «κοριτσοδουλειές».
Στον Όμιλο, όταν τέλειωναν οι πρόβες του θεατρικού (θα ανέβαζαν το «Στραβόξυλο» του Ψαθά) και τα μαθήματα των διαφόρων τμημάτων, μέναμε και το ρίχναμε στο καλαμπούρι. Ο Παναγιωτόπουλος με τον Μπράντο παίζανε συχνά πιάνο «α κατρ μαιν» και είχαν συνθέσει δυο «εμβατήρια». Το τουρκικό και το βουλγαρικό. Στο τουρκικό εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρήσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:
«Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ»
και ούτω καθεξής.
Η «επωδός» ήταν:
«τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ – τσικμά σουκάκ»
(τσικμά σοκάκ = το τυφλό σοκάκι, τσιλίκ τσουμάκ = το ξυλίκι)

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε), είχαν επινοήσει δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική, του τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.


(συνεχίζεται)
 
Στην φωτογραφία η τάξη του Μίμη, σε εκδρομή με το Μίλτη. Ο Μίμης είναι όρθιος, περίπου στη μέση της παρέας.
Το πρώτο τεύχος των «Λεσβιακών Γραμμάτων» που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1944, το βρήκα στο http://www.lesvosoldies.gr/
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: