Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Αύγουστος 2012

Όταν μας έκαναν έρευνα οι Γερμανοί

Posted by tofistiki στο 28/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

 

Αρχές Μαρτίου ένα γεγονός μας συντάραξε όλους. Η Γκεστάπο πήγε να πιάσει ένα ράφτη, μέλος της Οργάνωσης, τον Μανόλη τον Λαμπαδάριο, αυτός όμως κατάφερε να κλειδώσει τους γκεσταπίτες στο μαγαζί του και να φύγει. Αυτοί σπάσανε την πόρτα, τον κυνήγησαν και τελικά τον πιάσανε. Τον κλείσανε στην Γκεστάπο και τον βασάνισαν άγρια. Εντούτοις, δυο μέρες μετά, ο Λαμπαδάριος δραπέτευσε μέσα απ’ του λύκου το στόμα. Αναγάλλιασε όλη η Μυτιλήνη μόλις μαθεύτηκε το νέο κι οι Γερμανοί φρύαξαν.

Καθώς κόντευε η 25η Μαρτίου σε πολλά χωριά του νησιού, που δεν είχαν Γερμανούς ή χωροφύλακες, στην Αγιάσο, το Μανταμάδο και άλλα, ετοιμάζανε να γιορτάσουν την επέτειο. Όλα δείχνανε πως κάτι ξεσήκωνε τον κόσμο.
Στις 23 Μαρτίου το απόγεμα χτύπησε η πόρτα της αυλής μας.
Πήγα ν’ ανοίξω και πάγωσα. Ήταν ένας με πολιτικά και τέσσερις οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες! Αυτός με τα πολιτικά με ρώτησε αν ήταν εδώ ο πατέρας μου. Δεν ήταν Γερμανός αλλά μυστικός της Ασφάλειας και φαινόταν μάλλον στεναχωρημένος που έκανε αυτή τη δουλειά. Ο πατέρας μου έλειπε κι οι μουσαφίρηδες μπήκαν στο σπίτι και ο «μυστικός» άρχισε να ρωτάει τη μητέρα μου. Εκείνη τους αντιμετώπισε με μεγάλη ψυχραιμία, αλλά δεν τους είπε πού μπορεί να ήταν ο πατέρας μου. Ο επικεφαλής των Γερμανών, ένας δεκανέας, διέταξε τους δυο στρατιώτες του να μείνουν στο σπίτι μας και πήρε εμένα.

Οι τέσσερίς μας, ο «μυστικός» κι εγώ εν μέσω των δύο στρατιωτών, ξεκινήσαμε για να βρούμε τον πατέρα μου. Διασχίσαμε το δρομάκο μας και κατεβήκαμε την Αγίου Συμεών ως την αγορά, ενώ μας παρακολουθούσαν δεκάδες μάτια, πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ή από τις πόρτες και τις αυλές. Αποφάσισα να τους πάω σε όλα τα μέρη όπου ήταν μαθηματικώς αδύνατο να είχε περάσει ή να βρισκόταν ο πατέρας μου, θέλοντας ταυτόχρονα, με την περιπλάνησή μου αυτή, να τον ειδοποιήσω, με τους γνωστούς που θα με βλέπανε, να κρυφτεί. Έτσι οδήγησα το μυστικό και τους φρουρούς μου στο «Πανελλήνιον», στη «Φέμινα», στη «Λέσχη Πρόοδο», στην Τράπεζα (που ήταν φυσικά κλειστή) ως και σ’ ένα κέντρο διασκεδάσεως, που βρισκόταν ψηλά στο Κιόσκι. Ξεποδαριαστήκαμε, αλλά, περνώντας από την Κουλμπάρα, διαπίστωσα πως Γερμανοί στρατιώτες βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Χαράλαμπου και του διευθυντή της Τράπεζας, ενώ περνώντας από το κτίριο, όπου ήταν το γραφείο του Τάκη του Αμπατζή, δικηγόρου και φίλου του πατέρα μου, είδα μιαν ανεξήγητη ταραχή.

Καμιά φορά, ο δεκανέας αποφάσισε να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Όλη η γειτονιά ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα και μπαίνοντας μέσα σάστισα, γιατί το βρήκα γεμάτο γυναίκες. Οι Γερμανοί που είχαν μείνει εκεί, είχαν διαταγή να πιάνουν όποιο άτομο έμπαινε και να μη το αφήνουν να βγει για να μην ειδοποιήσει κανέναν. Έτσι κράτησαν τη γιαγιά μου, τη θεία Μένη, τη θεία Μάρω, τη θεία Ζωή, τη θεία Ευτυχία, την κυρία Αντιγόνη, την κυρία Μαρίκα και άλλες δύο γειτόνισσες.
Ανάμεσα σ’ αυτό το γυναικομάνι, είδα τελικά, τον πατέρα μου να κάθεται στον καναπέ, ανάμεσα στους δύο Γερμανούς. Όπως έμαθα αργότερα, σαν έμαθε πως με είχαν πιάσει και με περιφέρανε στους δρόμους της Μυτιλήνης, δε δίστασε ούτε στιγμή. Ήρθε σπίτι να δει τι συμβαίνει. Ο δεκανέας βλέποντας πως ο αναζητούμενος βρέθηκε, έδωσε εντολή να φύγουν όλοι οι ξένοι και το σπίτι άδειασε.

Σε λίγο ήρθαν άλλοι δύο Γερμανοί, με πολιτικά και άρχισαν να ερευνούν  με γερμανική μεθοδικότητα και προσοχή όλο το σπίτι. Ξεκίνησαν από το ισόγειο και έφτασαν ως το υπερώο. Ο ένας κρατούσε ένα κλεφτοφάναρο χωρίς μπαταρία, που έφεγγε όταν πατούσε συνεχώς ένα έμβολο. Δε δώσανε προσοχή σε χαρτιά ή βιβλία αλλά φτάνοντας στο εργαστήριο της σοφίτας και βλέποντας τα παλιά ραδιόφωνα, και όλα τα λοιπά εξαρτήματα που είχε ο πατέρας μου, σοβάρεψαν και βγάλαν τα πιστόλια τους. Όταν μάλιστα είδαν στην ταράτσα την παγίδα για πουλιά, που είχαμε φτιάξει το χειμώνα της πείνας μήπως πιάσουμε κανένα πουλί να φάμε (δεν πιάσαμε ποτέ τίποτα), σάλταραν κι οι δύο, πήγαν κοντά της και την περιεργάζονταν για λίγα λεπτά. Πίστεψαν πως έπιασαν κάποιο μεγάλο κατάσκοπο και φαντάστηκαν πως η παγίδα σκέπαζε κάτι σαν ασύρματο.
Εν πάση περιπτώσει μάζεψαν μπομπίνες, μεγάφωνα, κουτιά παλιών ραδιοφώνων κι ό,τι άλλο κρίναν ύποπτο, για επιμελέστερο έλεγχο. Στον «τρίποδα της Πυθίας», δηλαδή το σκαμνάκι-σασί του αυτοσχέδιου ραδιοφώνου που είχε σκαρώσει ο πατέρας μου και που τώρα επάνω του κοιμόταν μακαρίως η γάτα μας, ο Προκόπης, δεν έδωσαν καμιά σημασία.

Στο ισόγειο που κατεβήκαμε, φόρτωσαν τον πατέρα μου με τα ύποπτα εξαρτήματα και βάζοντάς τον στη μέση, με εφ’ όπλου λόγχη, κίνησαν για την Ορτς Κομαντατούρ. Η μητέρα μου κι εγώ τον φιλήσαμε πολλές φορές πριν βγει στο δρόμο. Μου έκανε εντύπωση η ψύχραιμη στάση της μάνας μου, που την ήξερα για αδύνατη και φοβιτσιάρα κι αυτό μ’ έκανε κι εμένα να μη λιποψυχήσω κι ας τρέμανε τα πόδια μου και χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου.
Όλη η γειτονιά είχε βγει στις πόρτες και τα παράθυρα και κοίταζε σιωπηλή την πομπή που απομακρυνόταν.

Αμέσως που φύγανε οι Γερμανοί με τον πατέρα μου, ήρθαν ο θείος Αντρέας κι ο θείος Θόδωρος και ξαναψάξαμε μαζί το σπίτι, γιατί ήταν βέβαιοι πως οι Γερμανοί θα ξανάρχονταν. Ο «τρίπους της Πυθίας» κομματιάστηκε και κάηκε στη σόμπα και οι ραδιοφωνικές λυχνίες, οι πυκνωτές και τα εξαρτήματα που ήταν κρυμμένα σε παλιά ρούχα και δεν τα ανακάλυψαν οι Γερμανοί, πετάχτηκαν στον υπόνομο.
Σε μισήν ώρα ήρθανε η Ζήνα και ο κύριος Βόρης, για να μας δώσουν κουράγιο και να πάρουν όλα τα ρωσικά βιβλία και τα τετράδια με τις σημειώσεις των μαθημάτων της ρωσικής, κρίνοντας πως αν τα ανακάλυπταν οι Γερμανοί θα είχαν ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο στη διάθεσή τους. Όπως μάθαμε, όταν η πομπή με τους Γερμανούς και τον πατέρα μου, πέρασε μπροστά από το Παρθεναγωγείο, την ώρα που σχολούσαν οι μαθήτριες, η Ζήνα, βλέποντας το φίλο του πατέρα της εν μέσω Γερμανών στρατιωτών, στην αρχή μαρμάρωσε, ύστερα όμως του φώναξε με δυνατή φωνή
«Κουράγιο κύριε Νίκο!»
κι έτρεξε στο σπίτι της να πει τα νέα.

(συνεχίζεται)

Στην φωτογραφία, η ομάδα της Μαθητικής ΕΠΟΝ. Ανακαθισμένος 2ος από δεξιά, ο Μίμης.
Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαίρι στην Αίγινα

Posted by tofistiki στο 21/08/2012

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

***

Πρώτο καλοκαίρι χωρίς τον μπαμπά και τη γιαγιά Μυρτώ, η Αίγινα ήταν αλλιώς φέτος…

Posted in Αιγινήτικα, Σκίτσα-φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 9 Σχόλια »

Βούλα Μανή, «Η γέννα της Γης»

Posted by tofistiki στο 17/08/2012

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, έκλεισαν 3 χρόνια από το θάνατο της Βούλας, στις 13/8/2009.
Τότε που τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία, το 1996 στην Αίγινα, ήταν και πάλι ένα δύσκολο καλοκαίρι για μας.
Η Βούλα, μας είχε παρασταθεί όπως πάντα, με πολλή αγάπη και υπομονή.
Φέτος, λείπει και ο μπαμπάς…

***

Η Βούλα αγαπούσε πολύ να γράφει παραμύθια για παιδιά. Ένα παραμύθι της με τίτλο «Η γέννα της Γης», παραθέτω παρακάτω, όπως το βρήκα στα αρχεία του πατέρα μου. Πάντα συμβουλευόταν τους γονείς μου πριν εκδώσει κάτι και εκτιμούσε πολύ τη γνώμη τους.

Το παρακάτω παραμύθι την εκφράζει και για έναν ακόμα λόγο. Αγαπούσε πολύ τη γη, το χώμα και τα φυτά. Τη θυμάμαι, κάθε φορά που ερχόταν στην Αίγινα, πρώτη της δουλειά ήταν να «αναστήσει» όσα είχαν κακοπάθει, να σκαλίσει, να ξεβοτανίσει, να φυτέψει καινούργια. Μου έλεγε, «έχω καλό χέρι, χέρι κηπουρού… ό,τι φυτέψω, πάει καλά».

***

Η γέννα της Γης

Είμαστε μια μεγάλη παρέα, που είμαστε φίλοι από παιδιά. Πιστεύω πως τους φίλους τους αγαπάμε γιατί τους διαλέγουμε εμείς και πολλές φορές αυτή η αγάπη κρατάει μιαν ολόκληρη ζωή. Υπάρχουν μάλιστα και γεγονότα που μπορούν να χωρίσουν τους φίλους. Κάποιος πρέπει να  ζήσει σε άλλη πόλη ή και σε άλλο κράτος ακόμα, η φιλία και η αγάπη όμως δεν παύουν να υπάρχουν γιατί είναι δυο ανάγκες των ανθρώπων που ξεπερνούν τις αποστάσεις, όπως είναι η ανάγκη να αγαπάει και να έχει φίλους.

Ένας λοιπόν φίλος από παλιά, μετά το Πανεπιστήμιο, που σπούδασε γεωπόνος, πήγε να εργαστεί και να ζήσει στη Λάρισα. Είναι μια πανέμορφη πόλη της χώρας μας, αλλά αρκετά μακριά από την Αθήνα. Η απόσταση δε μας χώρισε! Εκείνος ερχόταν συχνά στην Αθήνα γιατί έπρεπε να πηγαίνει στο Υπουργείο Γεωργίας για τις αγροτικές καλλιέργειες, αλλά και εμείς σε κάθε ευκαιρία, το σκάγαμε και πηγαίναμε να τον βρούμε. Πολλές φορές κάναμε διακοπές μαζί του, αφού αυτός είχε ένα μεγάλο σπίτι καταμεσής του θεσσαλικού κάμπου και η γυναίκα του και τα παιδιά του μας αγαπήσαν όλους, όπως τους αγαπήσαμε κι εμείς.

Είχαν καλέσει λοιπόν κάμποσους από μας να πάμε κοντά τους, να περάσουμε λίγες μέρες μαζί.

Φτάσαμε λοιπόν σ΄ εκείνον τον μαγικό κάμπο, που τον βλέπαμε από την αυλή του σπιτιού του. Μετά τις χαρές και τα ξεφαντώματα και αφού φάγαμε όλα τα καλούδια της Γης που η ίδια οικογένεια καλλιεργεί, το στρώσαμε στην κουβέντα. Είπαμε για όλους και για όλα και κάποτε κουρασμένοι απ΄ το ταξίδι και τη χαρά, οικοδεσπότες και μουσαφιραίοι  πήγαν για ύπνο.

Εγώ δεν είχα καμιά διάθεση να κοιμηθώ, γιατί το φεγγάρι ήταν τεράστιο και φώτιζε την πεδιάδα που έμοιαζε ατέλειωτη, όπως οι θάλασσες και οι ωκεανοί. Ήθελα λέει να περπατήσω για να βρω την άκρη της. Είναι αλήθεια πως ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει μεγάλη γη. Χαμογέλασα με την επιθυμία μου και σκέφτηκα πόσο κουτή είμαι να μου περνούν από το νου τόσο ακατόρθωτα πράγματα. Μόνο ο Ηρακλής της Μυθολογίας μας ίσως να μπορούσε να βρει περπατώντας ετούτη την άκρη. Έμεινα λοιπόν ήσυχα ήσυχα στη γωνιά μου, θαυμάζοντας τον κόσμο που ξενυχτούσε μαζί μου.

Και πρώτα θα σας πω για την ανάσα της Γης. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω γι΄ αυτό. Η Γη ανασαίνει, όπως τα κοιμισμένα παιδιά, απαλά σαν το θρόισμα των φύλλων, όταν αυτά κουβεντιάζουν λικνίζοντάς τα τ’ απαλό αεράκι. Επικρατούσαν όμως οι συναυλίες των γρύλων, που όλο το βράδυ προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους σε μελωδίες και διάρκεια τραγουδιού.

Έμεινα εκεί ως το χάραμα, που τα κοκόρια ξυπνούσαν το ένα το άλλο, λέγοντας καλημέρα σε όλα τα άλλα ζώα. Πρέπει να ξύπνησαν και τη Γη, γιατί όσο και να προσπαθούσα δε μπορούσα πια ν΄ ακούσω την ανάσα της.

Ετοιμάστηκα να πάω να ξαπλώσω, κοιμήθηκα αμέσως , ονειρευόμουν ότι είχα ξεκινήσει να φτάσω στην αρχή της Γης. Ήμουν ευτυχισμένη, γιατί γύρω μου είχε ένα λαμπρό φως του ήλιου και είχα την εντύπωση ότι μου ψιθύριζε «συνέχισε την προσπάθεια, εγώ θα είμαι δίπλα σου».

Με ξύπνησαν όμως κάτι αναμπουμπούλες, που ακούγονταν στην αυλή. Σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω, δεν ήθελα να χάσω τίποτα απ΄ ό,τι  συνέβαινε στο σπίτι του φίλου μας, γιατί καταλάβαινα ότι θα ήταν σημαντικό.

Και πραγματικά είδα λοιπόν πέντε 5 τρακτέρ να έχουν εισβάλλει στη αυλή και οι οδηγοί τους, πέντε νέοι άνθρωποι, έκαναν όλη αυτή τη φασαρία. Η γυναίκα του φίλου μου γέμισε το τραπέζι με πολλά καλούδια  για τους νιοφερμένους και τα γέλια και η χαρά ξεχείλισαν από παντού.

Κατέβηκε κι ο φίλος μας αγουροξυπνημένος και μας εξήγησε ότι, επειδή δεν ήταν σίγουρος πότε θα ερχόμασταν, είχε κλείσει αυτούς τους αγρότες, γιατί ήταν ο καιρός της σποράς και θα έπρεπε να γίνει στην ώρα της.

Όταν απόφαγαν, φόρτωσαν σακιά με τους σπόρους στα τρακτέρ, πέρασαν ένα σάκο στους ώμους τους, σαν αυτούς που έχουν οι ταχυδρόμοι και ξεκίνησαν για τη δουλειά τους.

Μήπως θέλεις να πας μαζί τους; Με ρώτησε ο φίλος μου, που ήξερε από παλιά πόσο αγαπάω τη γη.

Βρέθηκα στρογγυλοκαθισμένη δίπλα στον Μάρκο, έτσι έλεγαν αυτόν τον σπορέα, να τρέχω να βρω την άκρη της γης.

Η δουλειά του Μάρκου ήταν σπουδαία. Γέμισε το σάκο που είχε στον ώμο του με σπόρους και ξεκίνησε με  τα πόδια να σκορπίζει στη φρεσκοσκαμένη και ποτισμένη γη τους σπόρους με τη χούφτα του.

Είχε ξαντήσει κι ο ήλιος πίσω από τους λόφους και οι σπόροι έλαμπαν  Σκεφτόμουν ότι αυτές τις εικόνες έπρεπε να μπορούν να τις δουν όλα τα παιδιά, που έχουν απορία για το πως γεννιέται ένα παιδί. Για να γεννηθεί λοιπόν ένα παιδί πρέπει να υπάρχει ένας σπορέας κι αυτός είναι ο άνδρας και μια γυναίκα, που παίρνει τον σπόρο και σαν τη γη, κρατώντας αυτό το σπόρο στα σπλάχνα της γεννάει την καινούργια ζωή, που είναι ο νέος άνθρωπος.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα ζώα, με τον ίδιο τρόπο η φύση βοηθάει τους ανθρώπους και τα ζώα αλλά και όλα τα φυτά και τα δέντρα που βρίσκονται γύρω μας, να γεννούν τα παιδιά τους.

Έτσι γεννηθήκαμε όλοι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, αλλά και οι μάνες και οι πατεράδες μας.

Σ΄ αυτό το ταξίδι μου έμεινε ένα παράπονο, ότι τελικά δεν είδα το τέρμα της γης κι ας ήμουν και με το τρακτέρ του Μάρκου. Λέτε να μην έχει τέρμα η γη;

 

***

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Οι “Μαθητικές σελίδες” και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος

Posted by tofistiki στο 15/08/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.
Οι «Μαθητικές Σελίδες» έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα και η επιτυχία τους ήταν τέτοια, που η Οργάνωση αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση έντυπου περιοδικού γραμμάτων και τέχνης στο νησί. Αυτό φυσικά το ξέραμε μονάχα οι οργανωμένοι. Ο Μίλτης στην τάξη ανακοίνωσε μόνο πως κάποιος φίλος του, πετυχημένος έμπορος, ενθουσιάστηκε από τις «Μαθητικές Σελίδες» και δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την έκδοση έντυπου περιοδικού.

Έτσι οι χειρόγραφες «Μαθητικές Σελίδες» μεταμορφώθηκαν στα τυπωμένα «Λεσβιακά Γράμματα», τριμηνιαίο περιοδικό, με συντακτική επιτροπή την αρχική, διευρυμένη όμως με ανθρώπους των γραμμάτων. Οι μαθητές της τάξης μας πάντως είχαμε την ευθύνη της σελιδοποίησης, της εκτύπωσης και της βιβλιοδεσίας. Το περιοδικό τυπωνόταν στο τυπογραφείο του «Ταχυδρόμου», του Θείελπη Λευκία, που βρισκόταν στα Λαδάδικα, πίσω από το ξενοδοχείο «Λυκαβηττός».

Ήταν η πρώτη γεύση που πήρα από το μαγικό κόσμο της τυπογραφίας. Η στοιχειοθεσία γινόταν φυσικά από επαγγελματία τυπογράφο, ο οποίος κατόπιν προσάρμοζε τις έτοιμες πλάκες των σελίδων σε ένα επίπεδο και χειροκίνητο πιεστήριο. Εμείς, οι συμμαθητές, αποτελούσαμε τον κινητήρα του τυπογραφείου, τη διπλωτική μηχανή και το συρραπτικό. Όλα τα κάναμε με τα χέρια μας. Ακόμα και τους μεταλλικούς συνδετήρες, που απουσίαζαν τελείως από την αγορά. Είχαμε πάρει ένα κομμάτι συρματόσχοινο, το αποσυνθέσαμε σε λεπτές ατσαλένιες ίνες, τις ισιώσαμε και με μια πένσα τις κόβαμε σε μικρά κομματάκια, που τους δίναμε σχήμα Π. Κατόπιν με ένα σουβλί τρυπούσαμε τα διπλωμένα φύλλα, περνούσαμε τον αυτοσχέδιο συνδετήρα και τσακίζοντας τις άκρες του, συρράπταμε το τεύχος.

Όλη αυτή η δουλειά γινόταν τα απογέματα, μετά το μάθημα, με μεγάλο κέφι και πολλή φασαρία. Τα τραγούδια μας και οι φωνές μας ακούγονταν στο δρόμο. Καμιά φορά έρχονταν, για διαφόρους λόγους, οι όμορφες ανεψιές του ιδιοκτήτη και η εμφάνισή τους φώτιζε το μισοσκότεινο τυπογραφείο.

Από τα πρώτα «συνωμοτικά» μέτρα που πήραμε, ήταν και η εγγραφή μας στο Φιλοτεχνικό Όμιλο, που στεγαζόταν τότε στην αγορά, στη Στοά Γρηγορίου. Ο Αντρέας μάς εξήγησε πως η ξαφνική ταχτική παρέα οχτώ, ως χτες αγνώστων μεταξύ τους, νεαρών, ίσως κινούσε την περιέργεια και, γιατί όχι, την υποψία των γνωστών και των συμμαθητών μας, και γι’ αυτό θα έπρεπε να βρεθεί κάποια εύλογη εξήγηση. Η συμμετοχή όλων μας στον Όμιλο ήταν το καλύτερο πρόσχημα. Εκτός που ήταν από καιρό σε δικά μας χέρια, ο Όμιλος ήταν ένας πολύ παλιός, ιστορικός θα έλεγα, σύλλογος, με αξιόλογη δράση και πολύ καλό όνομα στην πόλη μας. Δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά ήταν μέλος του και ο πατέρας μου.

Από την αρχή μού άρεσε στον Όμιλο. Βρήκα ένα πολύ ανεβασμένο περιβάλλον, κεφάτα παιδιά και πολύ αξιόλογους ανθρώπους. Τα περισσότερα από τα παιδιά ήταν μεγαλύτερά μου μερικά χρόνια. Είχαν τελειώσει το γυμνάσιο και πολλά θα σπούδαζαν στην Αθήνα αν δεν ήταν ο πόλεμος. Ήταν ο Παναγιώτης ο Βουλαλάς, ο Κώστας ο Βουδούρης, ωραίος σαν Άδωνις, ο Αργύρης ο Αραβανόπουλος, όλο σπίρτο και χιούμορ, ο Γιώργος ο Παναγιωτόπουλος, ο Γιάννης ο Μπράντος, ο Αριστείδης ο Ραπίτης, τα αδέλφια Πολυχρονιάδη, ο Αρίστος και ο Θανάσης, ανεπανάληπτος ως «Περικλής» στο «Στραβόξυλο» του Ψαθά, ο Τόλης ο Χριστοδούλου, ο Γιώργος ο Χατζηπαυλής, ο Τάκης ο Χατζηαναγνώστου, ο Γιώργος ο Σκούφος και άλλοι πολλοί. Υπήρχαν επίσης και πολλά κορίτσια, η Κική η Λιανά, η Δέσπω Ασλάνη, η Σιμόνη η Κανόνη, αδελφή του Χαράλαμπου, η Δεσπούλα η Στεφανίδου, που, μολονότι αρκετά χρόνια μεγαλύτερά μας, αποτελούσαν σοβαρότατον ελκτικό παράγοντα.

Από τους μεγάλους, δεν έρχονταν πολλοί στον Όμιλο, εκτός από το Στρατή τον Παρασκευαΐδη, που ήταν μεν αρχαιολόγος κατ’ επάγγελμα αλλά ως λάτρης του θεάτρου και ως σκηνοθέτης του θεατρικού τμήματος, βρισκόταν κάθε μέρα εκεί. Ερχόταν όμως ένας μουσικός, τυφλός εκ γενετής, ο Κέκος, ο οποίος μού έκανε μεγάλη εντύπωση (κι όχι μόνο σε μένα) γιατί κυκλοφορούσε στην πόλη μας με μεγάλη άνεση, χωρίς μάλιστα να κρατά το λευκό μπαστουνάκι των τυφλών. Είχε ανεπτυγμένες στο έπακρον τις άλλες αισθήσεις του και καταλάβαινε πως έφτανε στη γωνία ενός δρόμου ή σε διασταύρωση από την ανεπαίσθητη αλλαγή της πίεσης ή της θερμοκρασίας του αέρα. Μπορούσε ψαύοντας απλώς ένα δίσκο γραμμοφώνου να σου πει ποια μουσική ή ποιο τραγούδι ήταν γραμμένο σ’ αυτόν!
Με τον Κέκο μιλούσαμε πολλές φορές όταν ερχόταν στον όμιλο, γιατί ήταν πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Μια φορά μας είπε:

«Όλα τα καταλαβαίνω βρε παιδιά, εκτός από αυτά που λέτε χρώματα. Τι είναι το κίτρινο, το κόκκινο, το μπλε ή το άσπρο. Δεν μπορώ να το συλλάβω.»
Η κουβέντα του αυτή μού έκανε μεγάλη εντύπωση και το ίδιο βράδυ τη μετέφερα στον πατέρα μου και η συζήτηση που άνοιξα μαζί του, πήρε φιλοσοφικές προεκτάσεις:
«Από αυτό που σας είπε ο Κέκος, καταλαβαίνεις τι βλακείες έλεγε ο Πλάτων και οι όμοιοί του μιλώντας για “προϋπάρχουσες ιδέες”. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Κέκος θα είχε ιδέα τι είναι χρώμα.»

Εκείνον τον καιρό ο Όμιλος είχε πολλά τμήματα. Εγώ δήλωσα συμμετοχή στο Τμήμα Λογοτεχνίας και Ποίησης, ο Απτάλης στο μουσικό και ο Γιαννάκας στο θεατρικό. Οι υπόλοιποι της ομάδας μάλλον σνομπάρανε την όλη υπόθεση, αλλά έρχονταν στον Όμιλο από καθήκον. Πάντως η προνοητικότητα του Αντρέα επιβεβαιώθηκε όταν μια φορά, βγαίνοντας από τον Όμιλο, κατά σύμπτωση μαζί με μερικές κοπέλες, πέσαμε πάνω σε τρεις γερμανόφιλους συμμαθητές μας, οι οποίοι μας κοίταξαν χαμογελαστοί με νόημα και ένας τους μας έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Την άλλη μέρα στο Γυμνάσιο ο τελευταίος μας είπε, στο Γιαννάκα και σε μένα:
«Καλά τα περνάτε με την καινούργια παρέα σας.»

Είχαν λοιπόν επισημάνει την παρέα μας, αλλά τη συνδύασαν με «κοριτσοδουλειές».
Στον Όμιλο, όταν τέλειωναν οι πρόβες του θεατρικού (θα ανέβαζαν το «Στραβόξυλο» του Ψαθά) και τα μαθήματα των διαφόρων τμημάτων, μέναμε και το ρίχναμε στο καλαμπούρι. Ο Παναγιωτόπουλος με τον Μπράντο παίζανε συχνά πιάνο «α κατρ μαιν» και είχαν συνθέσει δυο «εμβατήρια». Το τουρκικό και το βουλγαρικό. Στο τουρκικό εμβατήριο τα λόγια ήταν όλες οι τουρκικές λέξεις που είχαν παρεισφρήσει στη λεσβιακή διάλεκτο, ατάκτως εριμμένες:
«Γιαγνίς-ολντού μπιλμέμ, καρντάς
μιντέρ, γκιρίζ, ταχτέρ-ταχτέρ»
και ούτω καθεξής.
Η «επωδός» ήταν:
«τσικμά σουκάκ – τσιλίκ τσουμάκ
τσιλίκ τσουμάκ – τσικμά σουκάκ»
(τσικμά σοκάκ = το τυφλό σοκάκι, τσιλίκ τσουμάκ = το ξυλίκι)

Στο βουλγαρικό, ελλείψει αυθεντικών βουλγαρικών λέξεων (πού να τις βρουν άλλωστε), είχαν επινοήσει δικές τους. Και τα δύο όμως είχαν ωραία μουσική, του τουρκικού μάλιστα θύμιζε αχνά την «αλά τούρκα» του Μότσαρτ και τα τραγουδούσαμε εν χορώ.


(συνεχίζεται)
 
Στην φωτογραφία η τάξη του Μίμη, σε εκδρομή με το Μίλτη. Ο Μίμης είναι όρθιος, περίπου στη μέση της παρέας.
Το πρώτο τεύχος των «Λεσβιακών Γραμμάτων» που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1944, το βρήκα στο http://www.lesvosoldies.gr/

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Τα λόγια

Posted by tofistiki στο 10/08/2012

Πρώτο, δύσκολο καλοκαίρι -πιο πολύ για την Κική, αλλά και για μας- χωρίς τον Μίμη,
Δύσκολο όμως και για όλους τους πολίτες αυτής της ταλαίπωρης χώρας...
Το ποίημα που δημοσιεύουμε, το έστειλε η Κική, είναι παλιότερό της, λίγο πειραγμένο.
 
 

«ΤΑ ΛΟΓΙΑ»
*8-8-2012

Λόγια σε ομιλίες
ή σε τηλεθεάσεις ατέρμονες,
λόγια επί παντός… του επιστητού,
γνωστά και αενάως επαναλαμβανόμενα,
κωδικοποιημένα,
σαν εύχρηστο εργαλείο…

Γεμίζουνε το μυαλό μας,
τις ώρες,
τις μέρες μας,
γεμίζουνε τη ζωή μας
και μας την κλέβουν…

Και «τους» ακούς,
και χάνεις την ακοή και τη γλώσσα σου!
Και μένεις στην πολυθρόνα σου
αδρανής,
απαθής
και αμέτοχος…

Και τα «λόγια»;
Μένουνε, πλέον, μετέωρα,
στην ατμόσφαιρα…

Τριγυρνάν, όπως όλοι
παντέρημα,
σαν πουλιά που χάσαν τον δρόμο τους….

Δεν υπάρχουν «στους δρόμους» ακροατές
– αποδέκτες των μηνυμάτων,
κλειστήκαν, φοβισμένοι, στα σπίτια τους!

Και τ’ αζήτητα λόγια μαραίνονται
και καταρρέουν,
αφυδατωμένα…
Σαν τους άστεγους,
στις πόρτες των μαγαζιών,
το ξημέρωμα…

                                                  Κική Σαραντάκου,
                                                 *παράφραση  από παλιό ποίημα μου στις <Εφεδρείες, 1989>

Posted in Ποίηση | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: