Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Τα δύο εβραιόπουλα

Posted by tofistiki στο 14/07/2012

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με κάποια κομμάτια από το 3ο καλοκαίρι, που το περνάει πάλι στη Μυτιλήνη.


Το δεύτερο χρόνο της Κατοχής είχα για λίγο κάνει παρέα με δυο Εβραιόπουλα, τον Όσκαρ και τη Βεατρίκη Χάτεμ, που το ‘41 είχαν έρθει στο νησί πρόσφυγες από τη Θράκη. Ο μπαμπάς τους είχε κάποια πάρε – δώσε με το θείο Αντρέα και έρθει κάνα δυο φορές στο σπίτι του. Αργότερα γνωρίστηκε και με τον πατέρα μου και κουβέντιαζαν οι τρεις τους στο σαλόνι του θείου Αντρέα. Μια – δυο φορές, έφερε μαζί του και τα παιδιά του, τον Όσκαρ, λίγο μικρότερό μου, και τη Βεατρίκη, ένα χρόνο μεγαλύτερη από την ξαδέλφη μου την Αγγέλα. Σιγά – σιγά τα δυο παιδιά συνήθισαν να έρχονται μονάχα τους και παίζαμε ή κουβεντιάζαμε εμείς οι τέσσερις.

Όπως μας έλεγαν, η γιαγιά τους ήταν γεννημένη στη Φιλιππούπολη, ήρθε στην Κομοτηνή μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και παντρεύτηκε έναν Εβραίο από αυτά τα μέρη. Οι Βούλγαροι, όταν πήρανε τη Θράκη, τους είχαν ζητήσει να πάρουν τη βουλγαρική υπηκοότητα, οπότε θα μπορούσαν να μείνουν στον τόπο τους, ο μπαμπάς τους όμως δήλωσε πως ήταν Έλληνας και πήρε την οικογένειά του και μέσω Τουρκίας ήρθαν με πολλούς άλλους Έλληνες στο νησί. Η γιαγιά τους έμεινε στην Κομοτηνή, γιατί καθώς ήταν γεννημένη στη Βουλγαρία, θεωρήθηκε πως ήταν ήδη Βουλγάρα.

Ο Όσκαρ και η Βεατρίκη, όταν γνωρίστηκαν μαζί μας, άρχισαν να έρχονται και μόνα τους από το σπίτι τους, που ήταν στο Κιόσκι, όχι και τόσο κοντά στη γειτονιά μας, και να παίζουμε τόμπολα ή τρίλιζα ή να διαβάζουμε μαζί εικονογραφημένα βιβλία, όπως το «Βίο των Ζώων» ή τη «Χιονάτη». Με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς δεν έπιασαν φιλίες, ούτε είχαν κανέναν άλλο φίλο στην πόλη μας, όπου άλλωστε είναι ζήτημα αν υπήρχαν άλλες δύο εβραϊκές οικογένειες.

Από την αρχή μού είχαν κάνει εντύπωση για το συμμαζεμένο και πάντα φοβισμένο ύφος τους. Συνηθισμένος με τις σκανταλιές της παρέας μας στη γειτονιά, που ο καθένας, για αστείο, χωρίς κακία, πείραζε, έδινε κατακεφαλιές ή έσπρωχνε τον άλλον, αγόρι ή κορίτσι, στην αρχή τούς πείραζα, γρήγορα όμως το τελείως υποταγμένο ύφος τους με αφόπλισε και σταμάτησα να κάνω τον έξυπνο. Μόνο μια φορά, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε και τράβηξα, τάχα μου αστεία, τα μαλλιά της Βεατρίκης. Εκείνη, αντί να διαμαρτυρηθεί ή να φωνάξει, ξέσπασε σε ένα πνιχτό κλάμα και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της. Αμέσως μετάνιωσα σαν το σκυλί γι’ αυτή μου την επιθετικότητα. Περίμενα την επομένη συνάντησή μας για να της ζητήσω συγγνώμη, αν και δεν ήξερα πώς. Δεν είχα ποτέ μου ως τότε ζητήσει συγγνώμη για τις σκανταλιές μου.

Η επόμενη όμως συνάντησή μας δεν έγινε ποτέ. Οι Χάτεμ δεν έβγαιναν πια από το σπίτι τους και τα παιδιά τους πάψανε να έρχονται στη γειτονιά μας. Ήξερα πως μένανε κάπου κοντά στο Κιόσκι, αλλά την ακριβή διεύθυνση του σπιτιού τους δεν την ήξερα, ώστε να πάω να τους βρω. Ο θείος μου ο Αντρέας φαίνεται πως τους έβλεπε κάπου κάπου, γιατί μια μέρα, θα ήταν πια καλοκαίρι τού ‘43, άκουσα μια συζήτηση που είχε με τον πατέρα μου.

«Έμαθα πως οι Γερμανοί πιάνουν όλους τους Εβραίους και τους εξορίζουν. Αν δεις το Χάτεμ, πες του το. Θα μπορούσαμε να τους στείλουμε σε δικούς μας στα χωριά. Εκεί θα είναι σίγουροι», του είπε ο πατέρας μου.

«Του το ‘πα κι εγώ, αλλά αυτός δε φοβάται. Πιστεύει πως θα τους συγκεντρώσουν μόνο τους ενήλικους άντρες σε στρατόπεδα εργασίας και τα γυναικόπαιδα δε θα τα πειράξουν. Και ξέρεις τι μου ‘πε; “Βαρέθηκα πια να φεύγω από το ένα μέρος στο άλλο”.»

Εύκολα οι Χάτεμ θα κρυβόντουσαν μέσα στους ντόπιους, αν πήγαιναν στα χωριά, γιατί σ’ αντίθεση με άλλες περιοχές, το νησί μας δεν είχε ποτέ του Εβραίους. Πολλά ανέκδοτα κυκλοφορούσαν για την ιδιομορφία αυτή της Λέσβου, που την αποδίδαν στο εμπορικό δαιμόνιο των Μυτιληνιών, εφάμιλλο, αν όχι ανώτερο (κατά τα ανέκδοτα), από εκείνο των Εβραίων. Η ουσία είναι πως δεν μπόρεσα να τους ξαναδώ και να ζητήσω συγγνώμη από τη Βεατρίκη.

Τελικά οι Χάτεμ μείνανε στην πόλη και τελειώνοντας η άνοιξη του ’44, οι Γερμανοί μάζεψαν στην αυλή της Κομμαντατούρ τις δυο – τρεις εβραϊκές οικογένειες της πόλης. Ήμουν πια οργανωμένος και όταν το ‘μαθα, πήγα ως εκεί.

Είδα μόνο τη Βεατρίκη και τον Όσκαρ, με ένα μπογαλάκι το καθένα, να στέκουν όρθια σε μια γωνιά της αυλής. Δε με είδαν και δεν μπόρεσα ούτε να ζητήσω συγγνώμη από τη Βεατρίκη, ούτε καν να την αποχαιρετήσω, κι αυτό έμεινε για πάντα βάρος στην ψυχή μου.

 

Η φωτογραφία της παρέας του πατέρα μου, είναι από εκείνη περίπου την εποχή. Ο Μίμης είναι στην κάτω σειρά, δεύτερος από δεξιά. Εντυπωσιακό το πόσο έχει αλλάξει το ντύσιμο των νεαρών από τότε! 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: