Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

«Όταν μεγαλώσει, θα βρει το δρόμο του…»

Posted by tofistiki στο 21/06/2012

Ενδέκατη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Τότε, δηλαδή το καλοκαίρι που αφηγούμαι, ήμουν πολύ θρήσκος και αυτό κράτησε ως τα δώδεκα χρόνια μου, μ’ όλο που στο σπίτι μας δε μιλούσαμε ποτέ για θρησκευτικά θέματα, ούτε είχαμε εικονίσματα. Ο πατέρας μου ήταν άθεος και δεν το έκρυβε, αλλά ποτέ του δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να επιβάλει τις απόψεις του ούτε σε μένα ούτε και σε κανέναν άλλον. Όταν κάποιοι φίλοι του τον πείραζαν πώς από έναν άθεο βγήκε ένα παπαδάκι, γελούσε κι έλεγε συνήθως:

«Όταν μεγαλώσει, θα βρει μονάχος το δρόμο του. Κι όποιον δρόμο ακολουθήσει, θα έχει αξία, γιατί θα τον έχει βρει μοναχός του.»

Η μητέρα μου τηρούσε ορισμένους τύπους της θρησκείας, νήστευε την εβδομάδα των Παθών και το Δεκαπενταύγουστο, έκανε το σταυρό της, άναβε κανένα κερί στην εκκλησία, κοινωνούσε μια δυο φορές το χρόνο, αλλά δε θυμάμαι να είχε ποτέ της εξομολογηθεί. Πιο πολύ τη δυνάστευαν ορισμένες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, όπως άλλωστε όλους σχεδόν τους ανθρώπους, εκτός από τον πατέρα μου.

Ο παππούς μου κι η γιαγιά μου ήταν άνθρωποι ευλαβείς και θεοφοβούμενοι, με μιαν ευσέβεια όμως σεμνή και καθόλου επιδεικτική. Του παππού μου του άρεσε να ψέλνει και συχνά διάβαζε την Αγία Γραφή, αλλά και άλλα βιβλία, όπως την «Αποκάλυψη του Αγαθάγγελου», τη «Φαβιόλα» και το «Κβο Βάντις». Αγαπούσε ιδιαίτερα το συνονόματό του άγιο Γεώργιο, γιατί ήταν «των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής», όπως έλεγε το απολυτίκιό του.

Εκείνη την εποχή, μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, οι εικόνες, τα ασήμια των σκευών, τα εξαπτέρυγα, η ευωδία του λιβανιού, οι ψαλμουδιές, ήθελα να ανάβω εγώ τα κεριά, για λογαριασμό των άλλων μελών της οικογένειας, φιλούσα το χέρι των παπάδων και δεχόμουν να νηστέψω και να κοινωνήσω.

Την τέταρτη Κυριακή, από τότε που ήρθαμε στο χωριό, ήταν του Προφήτη Ηλία και στη λειτουργία που θα γινόταν στον Άι-Δημήτρη, θα ερχόταν κι ο Δεσπότης. Αποφασίσαμε να πάμε οικογενειακώς. Ξυπνήσαμε πιο νωρίς από συνήθως, η μαμά μου κι η θεία Μάρω με πλύνανε και μετά το πρωινό με ντύσανε με τα καλά μου και μου απαγόρεψαν αυστηρά να βγω στο δρόμο και να παίξω, για να μη λερωθώ. Ξεκινήσαμε κι οι πέντε, φορώντας όλοι τα καλά μας.

Η εκκλησία του Άι-Δημήτρη βρισκόταν σ’ ένα λόφο στη δυτική άκρη του χωριού. Ήταν για τα μέτρα του χωριού μεγάλη, σχεδόν μεγαλοπρεπής και λόγω της θέσης της δέσποζε πάνω του. Μικροπωλητές είχαν απλωμένη την πραμάτεια τους στις δυο πλευρές του δρόμου, που οδηγούσε στην εκκλησιά. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν γιορταστική, οι πιστοί φορούσαν όλοι τα καλά τους και η πόρτα του ναού ήταν στολισμένη με βάγια. Μπήκαμε μέσα στην καταστόλιστη εκκλησία, όπου οι ακτίνες του ήλιου, μπαίνοντας από τους χρωματιστούς φεγγίτες του τρούλου, εξουδετέρωναν, θα ‘λεγες, το φως από τους ολόφωτους πολυέλαιους και τα εκατοντάδες αναμμένα κεριά δημιουργώντας μιαν απίστευτα πολύχρωμη φωταψία.

Οι ψαλτάδες ήταν καλλίφωνοι, με σωστές, δυνατές, φωνές και η ψαλμωδία τους δονούσε την ατμόσφαιρα. Οι παπάδες κι οι διάκοι, επίσημοι και επιβλητικοί μέσα τα λαμπρά άμφιά τους, ήταν αφοσιωμένοι στην ιερουργία. Όσο για το δεσπότη, ντυμένος στα ολόχρυσα καθόταν, μεγαλοπρεπής και επιβλητικός, στο θρόνο του. Απολάμβανα όλη αυτή την τελετουργία, όπου κάθε κίνηση και κάθε λέξη των ιερουργούντων γινόταν με τάξη και προσοχή και σε μια στιγμή, όταν οι ψαλμωδίες σταμάτησαν απότομα και στην απόλυτη σιγή ακουγόταν μονάχα ο ρυθμικός ήχος από το θυμιατήρι του διάκου, καθώς θυμιάτιζε το δεσπότη, που όρθιος ευλογούσε το εκκλησίασμα, ενώ ο καπνός από το λιβάνι, ανεβαίνοντας ψηλά χρωματιζόταν χρυσός και κόκκινος και πράσινος, από τις ακτίνες του ήλιου, ένιωσα να με δονεί ένα κύμα κατάνυξης.

Μετά τη λειτουργία πήραμε όλοι αντίδωρο, η γιαγιά μου γέμισε ένα γυάλινο μπουκαλάκι με αγιασμό και ο παππούς μου με πήρε να κατεβούμε στην πλατεία, ενώ οι γυναίκες γύρισαν σπίτι για να ετοιμάσουν το τραπέζι.


(συνεχίζεται)
 
Στην εικόνα, ο πίνακας του Θεόφιλου «Η Κοίμησις της Θεοτόκου», από το Eκκλησιαστικό Bυζαντινό Mουσείο της Mυτιλήνης
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: