Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Θέατρο στο χωριό (Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια -το πρώτο καλοκαίρι,1936)

Posted by tofistiki στο 04/06/2012

Δέκατη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός».
Είμαστε στο πρώτο καλοκαίρι και είναι 1936, στο νησί, τη Μυτιλήνη δηλαδή και συγκεκριμένα στο χωριό του παππού του, τη Μόρια.


Εκείνες τις μέρες, όλο το χωριό μιλούσε για την παράσταση που θα έδινε ο ερασιτεχνικός όμιλος, που είχαν φτιάξει κάποιοι νέοι του χωριού, η δασκάλα, η κυρία Ευλαλία, ο γιατρός ο κύριος Αργεντέλλης και άλλοι. Η παράσταση θα γινόταν στο σχολείο του χωριού, που ήταν τώρα κλειστό. Με τα παιδιά της συμμορίας του ιππικού, μέρες τώρα κουβεντιάζαμε για την παράσταση. Κανένα τους δεν είχε πάει ποτέ τους σε θέατρο, μερικά μόνο είχαν δει καραγκιόζη, όταν είχε έρθει πέρσι στο πανηγύρι του Άι-Δημήτρη ένας πλανόδιος καραγκιοζοπαίχτης.

Εγώ είχα πάει δυο φορές σε θέατρο, πέρσι που μέναμε στην Αθήνα. Και τις δύο φορές με πήραν μαζί τους οι γονιοί μου γιατί δεν είχαν πού να με αφήσουν. Την πρώτη φορά δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα. Θυμάμαι πως είχαμε μπει σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη πολυθρόνες, καθίσαμε κι ο μπαμπάς μου με πήρε στα γόνατά του. Σβήσανε τα φώτα, άνοιξε ένα μεγάλο παραπέτασμα («αυτή είναι η αυλαία», εξήγησε την απορία μου η μαμά μου) και είδαμε ένα είδος δωμάτιο με τρεις τοίχους (ο τέταρτος ήταν η αυλαία), όπου μπαινοβγαίναν διάφοροι άνθρωποι μιλώντας συνεχώς. Στο τέλος βαρέθηκα, νύσταξα κι αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του πατέρα μου.

Τη δεύτερη φορά, όμως, ήταν όλα διαφορετικά. Με πήραν και πήγαμε να δούμε μιαν «επιθεώρηση», έτσι λέγανε αυτό το έργο, που την είχε γράψει, όπως μου εξήγησαν, ένας φίλος του μπαμπά μου, που είχε ένα περίεργο όνομα. Λεγόταν Πωλ Νορ. Αυτήν τη φορά κάθισα σε δικό μου κάθισμα, και όσα είδα, όταν άνοιξε η αυλαία, ήταν πολύ διασκεδαστικά. Όμορφες κοπέλες και νέοι χόρευαν και τραγουδούσαν, δυο αστείοι τύποι έκαναν φάρσες ο ένας στον άλλον και όλοι οι θεατές γελούσαν και χειροκροτούσαν. Στο διάλειμμα με πήραν και πήγαμε πίσω από τη σκηνή, σ’ ένα μέρος που το λέγανε «παρασκήνια» κι εκεί είδαμε το φίλο του μπαμπά μου και πολλούς από αυτούς που είχα δει λίγο πιο μπροστά να παίζουν στη σκηνή.

 Η παράσταση στο δημοτικό σχολείο έγινε ένα απόγεμα Σαββάτου. Πήγαμε με τη μαμά μου, τη γιαγιά μου και τη θεία μου τη Μάρω. Ο παππούς μου δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να έρθει.
Στο σχολείο είχαν ενώσει δύο τάξεις, ανοίγοντας μια πολύ μεγάλη, πολύφυλλη πόρτα που τις χώριζε και τις είχαν γεμίσει καρέκλες που δανείστηκαν από τα καφενεία της πλατείας. Πίσω – πίσω είχαν αραδιάσει θρανία. Η σκηνή έπιανε τη μια άκρη της μιας αίθουσας και η αυλαία ήταν φτιαγμένη από δυο σεντόνια. Καθίσαμε στις θέσεις μας και περιμέναμε να γεμίσουν οι δυο τάξεις για ν’ αρχίσει η παράσταση. Η γιαγιά μου άνοιξε την τσάντα της και μας μοίρασε κάτι μικρά κουλουράκια της κανέλλας.

Κάποτε ακούστηκαν πολλά δυνατά χτυπήματα, σα να κάρφωνε κάποιος σανίδια, και άρχισε να ανοίγει η αυλαία. Μόνο που δεν άνοιξε. Κάπου σκάλωσε το ένα σεντόνι και δεν κουνιόταν ούτε μπρος ούτε πίσω. Ο κόσμος, που όταν ακούστηκαν τα πολλά χτυπήματα έκανε ησυχία, άρχισε τώρα να δίνει συμβουλές και οδηγίες σ’ αυτούς που κρυμμένοι πίσω από τα σεντόνια, χειρίζονταν τα σκοινιά της αυλαίας. Τελικά σηκώθηκε ένας βρακάς, που καθόταν στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, πήρε μια καρέκλα, την πήγε δίπλα στη σκηνή, ανέβηκε πάνω και ξεσκάλωσε το σεντόνι. Έτσι άνοιξε η αυλαία και άρχισε η παράσταση.

Πάλι δεν κατάλαβα τίποτα. Πρέπει όμως το έργο να ήταν πολύ συγκινητικό, γιατί έβλεπα το γιατρό και την κυρία Ευλαλία, που παίζανε στο έργο, να κλαίνε, ενώ ο κόσμος κάτω έβγαζε αναστεναγμούς συμπόνιας. Η μαμά μου ήταν κι αυτή πολύ απορροφημένη από το έργο και σ’ όλες τις ερωτήσεις μου, να μου εξηγήσει τι γίνεται, απαντούσε «σουτ, θα σου τα πω στο σπίτι».

Στο διάλειμμα βγήκα στην αυλή και βρήκα δυο – τρία παιδιά της συμμορίας, που τα είχαν κι αυτά φέρει οι γονιοί τους στην παράσταση. Αρχίσαμε να παίζουμε κυνηγητό. Ήταν πιο καλά έξω και όταν ξανάρχισε η παράσταση, δεν μπήκαμε μέσα, αλλά συνεχίσαμε να παίζουμε μέσα στο σούρουπο, που σιγά – σιγά γινότανε βράδυ. Φαίνεται πως οι φωνές μας ενοχλούσαν τους θεατές, γιατί κάποτε βγήκε στην πόρτα εκείνος ο ίδιος βρακάς, που μας έβρισε «μπασταρδέλια» και μας είπε πως αν δεν κάνουμε ησυχία, θα μας δείρει.

Όλο το βράδυ, στο σπίτι, η μαμά μου, η θεία Μάρω κι η γιαγιά μου σχολίαζαν την παράσταση, ενώ ο παππούς μου άνοιξε τη «Φαβιόλα» και απορροφήθηκε στο διάβασμα.

 

(συνεχίζεται)

 

Η εικόνα με του βρακοφόρους είναι από το http://spoudasterion.pblogs.gr/

 
 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: