Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Μαρτίου 2012

Τα πρώτα μου παιχνίδια (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί, 1936 – μέρος πέμπτο)

Posted by tofistiki στο 20/03/2012

Πέμπτη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»
 

[…] Σε λίγο άρχισαν να ξεμυτίζουν στον δρόμο τα παιδιά της γειτονιάς. Τα δυο μικρότερα κορίτσια του λιμενικού, που όπως έμαθα εκείνο το απόγεμα, τα λέγανε Θοδώρα τη μεγαλύτερη και Βαγγελία τη μικρότερη κι ένα ακόμα γειτονόπουλο που το φώναζαν Στράτο κι ήταν γιος του φούρναρη, άρχισαν να παίζουν ξυλίκι. Ξυλίκι το λέγαμε στην Αθήνα. Εδώ είχε ένα παράξενο όνομα που τό ‘χα ξεχάσει όσο έλειπα από το νησί και τώρα το ξανάκουγα: τό ΄λεγαν τσιλίκ-τσουμάκ.

Παιζόταν με δύο ξύλα, ένα μακρύ με λαβή και πλατιά κόψη από γερό ξύλο κι ένα κοντό, μυτερό στις δύο άκρες. Η «μάνα» ήταν μια πέτρα στη μέση του δρόμου. Έβαζες το κοντό ξύλο στη μάνα, ώστε να εξέχει λίγο η μια άκρη του και του ‘δινες μια με το μακρύ στην άκρη που εξείχε. Το κοντό ξύλο πέταγε τότε μακριά. Αν ήσουν επιδέξιος του ‘δινες και μια στον αέρα να πάει ακόμα μακρύτερα. Όπου έπεφτε μετρούσες την απόσταση από τη μάνα με βήματα. Οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να σταματήσουν το ξυλίκι με το στήθος ή να το αρπάξουν στον αέρα. Στην τε­λευταία αυτή περίπτωση, όποιος κατάφερνε να πιάσει το ξυλίκι στον αέρα έπαιρνε και το μακρύ ξύλο και τη μάνα. Όποιος μάζευε 100 βή­ματα κέρδιζε.

Μ’ άρεσε πολύ το ξυλίκι κι απόμεινα να παρακολουθώ με ενδιαφέ­ρον το παιχνίδι. Σημείωσα αμέσως την επιδεξιότητα των δύο μεγαλύτε­ρων παιχτών, της Θοδώρας και του Στράτου. Είχαν κιόλας φτάσει η πρώ­τη στα 80 και ο δεύτερος 65 βήματα. Η Βαγγελία μονάχα μια φορά πήρε τη μάνα, έκανε 12 βήματα και την ξανάχασε, γιατί ο Στράτος άρπαξε αμέσως το ξυλίκι στον αέρα.

Εν τω μεταξύ, μαζεύτηκαν κι άλλα παιδιά, ο Παναγιώτης, ο Αριστείδης, ο Τάκης, η Φωτεινή, η Ευθυμία, ο Νίκος, η Νίτσα και άλλα μικρότερα, που κανείς δεν τα λογάριαζε. Αποφάσισαν να παίξουν αμπάριζα. Αρχηγοί  φάνηκε αμέσως πως ήταν ο Στράτος και ο Παναγιώτης. «Βάλανε πόδια» και νίκησε ο Πανα­γιώτης, που διάλεξε, πρώτος, τη Θοδώρα, ο Στράτος με τη σειρά του διάλεξε τον Κώστα, ο Παναγιώτης τον Αριστείδη, ο Στράτος το Νίκο, ο Παναγιώτης τον Τάκη, ο Στράτος την Ευθυμία, ο Παναγιώτης τη Νίτσα, ο Στράτος τη Βαγγελία, ο Παναγιώτης τη Φωτεινή, ο Στράτος γύρισε και δεν είδε κανέναν άλλον, εκτός από τα μικρά, που κανείς δεν τα λογάριαζε. Τότε, καθώς με είδε να κάθομαι στα σκαλιά της θείας Μένης και να παρακολουθώ με ενδιαφέρον, μου μίλησε:
«Θες να παίξεις μαζί μας;»
Έτσι έπαιξα για πρώτη φορά με τα γειτονοπούλα. Και καθώς μου άρε­σε η αμπάριζα κι έτρεχα γρήγορα, διακρίθηκα.
Η αμπάριζα είναι ένα συναρπαστικό παιχνίδι. Παίζεται από δέκα παι­διά που χωρίζονται σε δύο ισάριθμες ομάδες. Διαλέγουν δύο «αμπάριζες» ή «μάνες», που είναι δύο στύλοι ή δύο δέντρα και απέχουν μεταξύ τους καμιά πενηνταριά βήματα. Ο κανόνας του παιχνιδιού είναι απλός: ο πιο φρέσκος παίχτης της μιας ομάδας είναι ισχυρότερος και έχει δικαίωμα να κυνηγήσει και να αιχμαλωτίσει, αν τον πιάσει, τον παλαιότερο παίχτη της αντίπαλης αμάδας. Η ικανότητα του αρχηγού βρίσκεται στην κατάλληλη επιλογή των παιχτών, που θα στείλει πρώτα ή ύστερα. Βγαίνει από τη μια αμπάριζα ένα παιδί και κατευθύνεται στην άλλη φωνάζοντας «παίρνω αμπάριζα και βγαίνω». Μόλις από την άλλη βγει άλλο παιδί, έχει δικαίωμα να κυνηγήσει το πρώτο κι αν το φτάσει και το αγγίξει, το αιχμαλωτίζει. Για να το αποφύγει αυτό, ο αρχηγός της πρώτης αμπάριζας πρέπει να εκτοξεύσει δεύτερο παίκτη και να αποσύρει τον πρώτο, που πρέπει να ανανεώσει τη δύναμη του, ακουμπώντας στην αμπάριζα.
Οι αιχμάλωτοι κάθε ομάδας στήνονται σ’ έναν κύκλο δέκα βήματα αριστερά της αντίστοιχης αμπάριζας. Αν παίχτης της αντίπαλης ομάδας φτάσει ως τους αιχμαλωτισμένους δικούς του ανενόχλητος, τότε τους απελευ­θερώνει και τους παίρνει μαζί του στην αμπάριζά τους. Το παιχνίδι τε­λειώνει, αν παίχτης της μιας ομάδας φτάσει κι ακουμπήσει, ανενόχλητος, την αφύλαχτη αντίπαλη αμπάριζα.
Παίξαμε αμπάριζα τρεις φορές, ώσπου πιάστηκαν τα πόδια μας. Χάρη σε μένα η ομάδα του Στράτου νίκησε δυο φορές. Αυτό με ανέβασε στην εκτίμηση των παιδιών.

Καθώς έπεφτε το βράδυ, η όψη της γειτονιάς άλλαξε. Πριν αρχίσει να σκοτεινιάζει βγήκαν οι νοικοκυρές στις πόρτες τους, ρίξανε νερό και σκουπίσανε ένα γύρω τον δρόμο. Τα παιχνίδια μας καταλάγιασαν. Δε μπορούσαμε πια να παίξουμε ξυλίκι κι αμπάριζα, που θέλανε φως και δε θέλανε με­γάλους. Ο Αριστείδης, ο Παναγιώτης και ο Νίκος φύγανε για λίγο, χωρίς να μας πούνε πού, αλλά ξαναγύρισαν πολύ σύντομα. Τώρα παίζαμε κρυφτό, «κυρά κυρά πινακωτή» και το «πούντο πούντο το δαχτυλίδι». Καθώς είχα πια γνωριστεί μαζί τους βρήκα την ευκαιρία και τους έμαθα ένα καινούριο παιχνίδι, που παίζαμε στην Α­θήνα, το «χαλασμένο τηλέφωνο».
Καθόμαστε όλα τα παιδιά τό ΄να δίπλα στ’ άλλο στη σειρά και το πρώτο λέει στ’ αυτί του διπλανού του μια λέξη. Αυτό τη μεταβι­βάζει με τον ίδιο τρόπο στο επόμενο και ούτω καθεξής ως το τελευταί­ο παιδί, που πρέπει να φωνάξει δυνατά τη λέξη που άκουσε. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα η αρχική λέξη να φτάνει παραμορφωμένη και αγνώριστη στο τέρμα. Αυτή είναι άλ­λωστε και η ουσία του παιχνιδιού.
Το παιχνίδι είχε μεγάλη επιτυχία και παίχτηκε πολλές φορές, το χάλασε όμως ο Παναγιώτης, σαν ήρθε η σειρά του να κάτσει τε­λευταίος, γιατί όποια λέξη κι αν άκουγε, φώναζε δυνατά διάφορα παλιόλογα.
Όταν σκοτείνιασε για καλά βγήκαν οι μανάδες στις πόρτες κι άρχισαν να φωνάζουν τα παιδιά τους. Ο αγέρας της γειτονιάς γέμισε φωνές:
«Βρε Στράτοοο»
«Φωτεινήήή»
«Παναγιώτη»
«Θοδώώώρααα»

(συνεχίζεται)

Οι εικόνες είναι παρμένες από το διαδίκτυο.

Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η γειτονιά μου (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί – δ΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 06/03/2012

Τέταρτη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Περάσαμε την αγορά, και στον Άγιο Συμεών στρίψαμε αριστερά και πήραμε τον ανήφορο. Στο φούρνο του μπάρμπα Κλήμη στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο δρόμο μας. Εδώ δεν ήταν μονάχα η γειτονιά μου. Ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μου, γιατί από τα δεκαπέντε σπίτια του δρομάκου, τα οχτώ ανήκαν σε αδερφοξαδέρφια της μαμάς μου.
Δίπλα στο φούρνο ήταν το σπίτι της Πάτρας και της Αννέτας. Ήταν δυο γριές που πάντα με τρόμαζαν, γιατί ενώ ήταν κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα, ντυνόντουσαν σαν νεαρές κοπέλες. Ήταν γεροντοκόρες.

Το επόμενο σπίτι ήταν ψηλό και κλειστό σαν φρούριο. Ακόμα και η αυλή του ήταν δυο μέτρα πιο ψηλά από τον δρόμο και την περιτριγύρι­ζε ψηλός μαντρότοιχος. Θα το ’παιρνε κανείς για το άντρο κακοποιών. Εν τούτοις έμενε εκεί μια ησυχότατη οικογένεια ενός δημοσίου υπαλ­λήλου.

Ακολουθούσαν τα δυο δίδυμα σπίτια της θείας Ευτυχίας και της θείας Ζωής. Ήταν πρώτες εξαδέλφες της μητέρας μου, αλλά την περνούσαν τουλά­χιστο δεκαπέντε χρόνια κι έτσι τις θεωρούσα κάτι σαν γιαγιάδες μου. Η Ζωή, νεώτερη και κοντύτερη, ήταν η γυναίκα του Γιάσου. Το σπίτι της ήταν από μέσα βαμμένο με κόκκινη λαδομπογιά, όλα τα έπιπλα ή­ταν τυλιγμένα σε σκούρες θήκες και οι βαριές κουρτίνες στα παρά­θυρα ήταν μονίμως κλειστές. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα και η μόνιμη οσμή ναφθαλίνης που είχε δια­ποτισμένο το σπίτι, μ’ έκαναν να φοβάμαι να μπω μέσα και όπως φαίνεται έκαναν και τον Γιάσο να μην αντέχει να κάθεται εκεί, εκτός από τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι της θείας Ζωής ήταν κάποια πράγματα, που μου κάναν εντύπωση. Στη σάλα είχαν ένα κουρντιστό ρολόι που κάθε ώρα, αντί να χτυπά, έπαιζε το σκοπό από το τραγούδι:
«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται»
Στο επάνω πάτωμα, στο μικρό κεφαλόσκαλο, ήταν ένα περίεργο μπαούλο με πομπέ κάλυμμα, ντυμένο με δέρμα καμήλας. Τέλος, δίπλα στη σκάλα ήταν μια μυστηριώδης καταπακτή, που οδηγούσε σ’ ένα υπόγειο γεμάτο ξύλα και κάρβουνα. Ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το υπόγειο, που με τρόμαζε, και μια φορά το είδα στο όνειρό μου.

Το σπίτι της μεγαλύτερης και ψηλότερης αδερφής, της θείας Ευτυχίας, που αντίθετα με τη θεία Ζωή είχε πάρει έναν κοντούλη, είχε κάνει έναν επίσης κοντό γιο, κι όταν χήρεψε παντρεύτηκε έναν ακόμη πιο μικρόσωμο ξυλουργό από την Ανατολή, ήταν σαν κατασκευή πανομοιότυπο και συμμετρικό με το άλλο. Ήταν όμως οι τοίχοι βαμμένοι, με χαρούμενα ασβεστοχρώματα, οι κουρτίνες διάφανες και τα έπιπλα χωρίς καλύμματα. Τα μισά σχεδόν ήταν έργα των χειρών του Θόδωρου, του γιου της Ευτυχίας και του δεύ­τερου άντρα της.
Ο Θόδωρος ήταν κοντός και φαλακρός και δούλευε εισπράχτορας στην Ηλεκτρική Εταιρεία. Ήταν όμως χρυσοχέρης. Μπορούσε να φτιάχνει από ξύλο αληθινά κομψοτεχνήματα, έπιπλα, ξύλινα γουδιά, κλουβιά, κιθάρες ολόκληρες, γραφεία, σκακιέρες, κι ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου. Έφτιαχνε ακόμα χαλασμένα γραμμόφωνα και τα κατάφερνε με τα ηλεκτρολογικά. Όταν σχολνούσε έβαζε κάτι παλιόρουχα και χωνόταν στο υπόγειο, όπου ξεχνούσε τον κόσμο. Τα Σαββατοκύριακα όμως είχε την παρέα του, που την αποτελούσαν άλλοι τέσσερις κοντοί, εκ των οποίων οι δύο επίσης φαλακροί. Ο Μήτσος, υπάλληλος στη δημαρχία, ο Κώστας, βοηθός στο φαρμακείο, ο Κυριάκος, ο περιπτεράς, και ο Στράτος, ο τραπεζικός. Περπατούσαν στητοί σαν όλους τους κοντούς και είχαν πολύ ωραίες φωνές. Τα Σαββατόβραδα, μετά το γλεντάκι τους, ερχόντουσαν μέχρι το σπίτι του Θόδωρου και τραγουδούσαν, παίζοντας κιθάρα.

Μετά τα σπίτια της Ζωής και της Ευτυχίας, ήταν το σπίτι του Λαζαράκη. Ήταν μεγάλο τρίπατο σπίτι, που τα παράθυρά του ήταν μονίμως κλειστά και φαινόταν έρημο. Στην πραγματικότητα, το κατοικούσε ο κυρ Λαζαράκης, ένας μεσόκοπος Ανατολίτης μ’ ένα περίεργο καπέλο, σαν κούκο, που ποτέ του δεν στάθηκε να μιλήσει με άνθρωπο στη γειτονιά. Έμπαινε στο δρόμο πάντα βιαστικός και χωνόταν στο σπίτι του σαν να τον κυνηγούσαν. Το μόνο που ζωντάνευε το σπίτι ήταν τρεις χελιδονοφωλιές χτισμένες στην οροφή του σαχνισινιού.
Κατόπιν ήταν το σπίτι μας και μετά το σπίτι του Κούκου, όπου και τελείωνε ο δρόμος.

Στη δεξιά πλευρά, πρώτα ήταν δυο σπίτια που ανήκαν στον παππού μου, νοικιασμένα τώρα, το πρώτο σε μια οικογένεια δασκάλων, υποκριτών και τσιγκούνηδων που ο πατέρας μου τους έλεγε «Ιησουΐτες», και το δεύτερο στην κυρά Ιφιγένεια με τον πατέρα της και την κόρη της. Ήταν πρόσφυγες από την Ανατολή με μεγάλη άλλοτε περιουσία και αρχοντομαθημένοι.
Ακολουθούσε το σπίτι της θείας Χαρίκλειας, που μολονότι λεγόταν θεία δεν ήταν παρά συμπεθέρα μας. Ήταν η δεύτερη γυναίκα του θείου Θόδωρου, του άντρα της μεγαλύτερης αδελφής της γιαγιάς μου. Το σπίτι της θείας Χαρίκλειας ήταν σαν ένα υπερβολικά μεγάλο σπίτι σκύλου με δύο πατώματα. Τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν σε σύγκριση με τα γειτονικά. Ήταν τόσο μικροσκοπικό, που ακόμα κι εγώ αισθανόμουν μεγάλος και ψηλός όταν έμπαινα μέσα.
Δίπλα στο σπιτάκι ήταν μια πολύ μεγάλη αυλή, με ένα ακόμη μεγαλύ­τερο σπίτι στη μέση της και στο βάθος της πλυσταριά, υπόστεγα και αποθήκες. Ήταν ιδιοκτησία της θείας Μυρσίνης, της μεγαλύτερης κόρης του γέρο Έλληνα, που ήταν παντρεμένη στην Αθήνα.
Κολλητά στην αυλή ήταν το σπίτι της θείας Μένης, της μεγαλύτερης αδερφής της μαμάς μου, παντρεμένης με τον θείο Αντρέα, λοχαγό του Πεζικού, απότακτο τώρα του Κινήματος. Αυτό ήταν το δεύτερο σπίτι μου στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής μου, δηλαδή ώσπου γεννήθηκε η ξαδέρφη μου η Αγγέλα, που τράβηξε όπως ήταν φυσικό, όλη την αγάπη του θείου και της θείας μου. Μου κόστισε πολύ αυτή τους η μεταστροφή, που την θεωρούσα άδικη και παράλογη.
Το σπίτι του θείου Αντρέα και της θείας Μένης είχε τρία πράγματα που με γοήτευαν. Πόρτα θολωτή και σε εσοχή, έτσι που δημιουργούσε με τα σκαλιά της μια σκεπαστή είσοδο, ιδεώδες μέρος για να κάθεται κανείς τις βροχερές μέρες και να συζητά με τους φίλους του, γραμμόφωνο με ωραιότατους δίσκους, και στη σκάλα που πήγαινε στο επάνω πάτωμα, ένα παράθυρο με πολύχρωμα τζάμια.

(συνεχίζεται)
 
Οι παλιές φωτογραφίες της Μυτιλήνης είναι από το http://vaspik.blogspot.com/2011/07/2.html
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: