Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Ο Γιάσος (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί – β΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 04/02/2012

Δεύτερη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Όταν με ξύπνησε η μαμά μου, το βαπόρι είχε φτάσει απ’ έξω από το λι­μάνι του νησιού μας.
Ώσπου να πλυθώ και να ντυθώ είχε ρίξει με θόρυ­βο τις άγκυρές του.

Όταν ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, είχε κυκλω­θεί από τις βάρκες, που είχαν ξεκινήσει να το προϋπαντήσουν μόλις φά­νηκε στ’ ανοιχτά. Έφερναν τους επιβάτες που θα ταξίδευαν για τον Πειραι­ά και θα παίρνανε τους φερμένους στο νησί.
Σε κάθε βάρκα ήταν συνήθως οι δυο βαρκάρηδες, ο βοηθός τους, καμμιά δεκαριά επιβάτες κι αμέτρητο πλήθος βαλίτσες, καλάθια, μπόγοι, κλουβιά με πουλιά, κότες δεμένες ανά δύο από τα πόδια τους κι άλλα τσουμπλέκια. Οι βαρύτερες αποσκευές, μπαούλα, έπιπλα και εμπορεύματα, έρχονταν με τις χοντρές μαύρες μαούνες, που τις αργόσερναν μπενζίνες.

Οι βαρκάρηδες κάνανε τρομερό σαματά με τις φωνές τους. Όλοι βιάζονταν να περάσουν πρώτοι τους επιβάτες τους στο καράβι για να πάρουν τους ταξιδιώτες, που θ’ αποβιβάζονταν στο νησί. Όποιος αργούσε σ’ αυτή την επιχείρηση, κινδύνευε να γυρίσει άδειος πίσω.

Η μητέρα μου, που κρατιόταν γερά από τα κάγκελα του βαποριού και με κρατούσε και μένα το ίδιο σφιχτά από το χέρι, σα να φοβόταν πως θα γλιστρούσα και θα ‘πεφτα στη θάλασσα, έβαλε ξαφνικά χαρούμενες φωνές και μου ‘δειξε τις βάρκες.

Ξεχώρισα αμέσως, στη δεύτερη, τον Γιάσο, που ήταν από τέτοια απόσταση ορατός διά γυμνού οφθαλμού, καθώς ήταν τεράστιος σε ανάστη­μα, πραγματικός γίγαντας και το τελείως φαλακρό κεφάλι του άστραφτε στον ήλιο, σαν καινούργιο καλογυαλισμένο χάλκωμα.

Ο Γιάσος δεν ήταν ούτε βαρκάρης, ούτε βοηθός, ούτε επιβάτης, ήταν όμως πάντοτε μέσα στις βάρκες και φαινόταν πως είχε το γενικό πρόσ­ταγμα. Για πολλά χρόνια μου είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση πως ο Γιάσος, που τον θυμόμουν από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ήταν το αφεντικό του λιμανιού, ένα είδος υπερλιμενάρχη. Όποτε μ’ έπαιρνε βόλτα από το σπίτι μας, η πεποίθηση αυτή ρίζωνε ακόμα περισσότερο.
Γιατί ο Γιάσος έπαιρνε, χωρίς να ζητήσει κανενός την άδεια, όποια βάρκα ήθελε και με πήγαινε ένα γύρω στο λιμάνι ή στο Μακρύ Γιαλό ή στα Τσαμάκια. Όλοι οι άνθρωποι του λιμανιού τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν φιλικά. Την Καθα­ρή Δευτέρα, που τη γιορτάζαμε όλοι μαζί, συνήθως στη συνεχόμενη αυλή της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, ο Γιάσος έφερνε τα καταπληχτικότερα και σπανιότερα θαλασσινά στο τραπέζι μας. Κι ακόμα μου διηγιόταν συναρπαστικές ιστορίες από τα ταξίδια του στην Πόλη και στα βάθη της Ανατολής.
(Πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως ο Γιάσος ήταν, μονάχα, ένας από τους φορτοεκφορτωτές του λιμανιού.)

Τον καιρό εκείνον ο Γιάσος είχε περάσει τα σαράντα και ήταν μισοσακατεμένος από ένα ατύχημα. Στα νιάτα του όμως ήταν, όπως μου διηγιόταν η γιαγιά, πραγματικός Ηρακλής. Μπορούσε να σταματήσει έναν αραμπά, που τον έσερναν δυο άλογα και μπορούσε, λέγανε, να σηκώσει ένα γάιδαρο με το φορτίο του μαζί. Κάποτε όμως, δέκα περίπου χρόνια πιο πριν, εξαιτίας κακής στιβασίας έπεσαν απάνω του όλα τα άδεια σιδερένια λαδοβάρελα, αυτά που τα λένε «μπόμπες», που ήταν φορτωμένα σ’ έναν αραμπά. Οποιοσδήποτε άλλος θα σκοτωνόταν επί τόπου. Ο Γιάσος όμως κατάφερε, όχι μόνο να σηκωθεί, αλλά πήγε μόνος του ως το γιατρό.
Από τότε όμως το αριστερό του χέρι και το αριστερό του πόδι ήταν λίγο πιο αργοκίνητα από τα αν­τίστοιχα δεξιά του άκρα και το δεξί του μάτι ήταν μόνιμα μισόκλειστο. Το σακατιλίκι αυτό όμως έκανε το Γιάσο να φαίνεται στα παιδικά μου μάτια σαν ένας συμπαθητικός κύκλωπας.

Όταν η βάρκα έφτασε στη σκάλα του βαποριού, ο Γιάσος αρπάχτηκε σβέλ­τα από τα σκοινιά και παρακάμπτοντας βαρκάρηδες και χαμάληδες, επιβιβαζόμενους και αποβιβαζόμενους επιβάτες, ναύτες και λιμενικούς, ανέβη­κε στο κατάστρωμα. Η μητέρα μου τον αγκάλιασε και ο Γιάσος τη φίλησε σταυρωτά. Ύστερα στράφηκε σε μένα, με άρπαξε από τις μασχάλες, με πέ­ταξε ψηλά, με άρπαξε στον αέρα και με ξανάστησε στα πόδια μου φωνά­ζοντας,
«Γεια σου, Μίμαρε!»
Κατόπιν πήρε όλες σχεδόν τις αποσκευές μας στα δυο του χέρια και ξανακατέβηκε στη βάρκα του το ίδιο γρήγορα και αντικανονικά.

(συνεχίζεται)

Οι παλιές φωτογραφίες του λιμανιού της Μυτιλήνης είναι από εδώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: