Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Archive for Φεβρουαρίου 2012

«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας»

Posted by tofistiki στο 26/02/2012

Ένα ενδιαφέρον κείμενο, που αντιγράφω από το ομώνυμο ιστολόγιο. Γίνεται και μάζεμα υπογραφών, στο koindim@gmail.com

Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται τόσο από την κρίση όσο και από τις αδιέξοδες συνταγές αντιμετώπισής της. Υποχωρούν θεσμοί που συγκροτήθηκαν μέσα από πολλούς αγώνες και θυσίες στη μεταπολεμική Ελλάδα: οι κοινωνικές ασφαλίσεις, το σύστημα δημόσιας υγείας και περίθαλψης, η εκπαίδευση, οι συγκοινωνίες, το φυσικό και αστικό περιβάλλον, η δυνατότητα ασφαλούς διαβίωσης, στοιχειώδη δημόσια αγαθά που συνιστούν την ελληνική εκδοχή ενός ήδη λειψού και απαξιωμένου κοινωνικού κράτους κατεδαφίζονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να οδηγείται στην ασφυξία.

Προβάλλεται εκβιαστικά το δίλημμα: λιτότητα ή χρεοκοπία; Ωστόσο, δεν πρόκειται για δίλημμα αλλά για αρνητικό άθροισμα: και λιτότητα και χρεοκοπία. Η ανά τρεις μήνες απειλή αποβολής της Ελλάδας από την ευρωζώνη είναι ηθικά ανοίκεια και οικονομικά καταστροφική, γιατί ενισχύει την βαριά ύφεση, μετατρέποντας την Ευρώπη σε κεντρικό παράγοντα αβεβαιότητας, οικονομικής αστάθειας και βαθέματος της κρίσης. Η ίδια η Ευρώπη διαμορφώνει τις συνθήκες ώστε η Ελλάδα να μην τηρεί τις δανειακές της υποχρεώσεις.

Κάθε μέρα γίνεται πιο φανερό ότι η συγκεκριμένη πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης, που κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου 2, δεν είναι μια πορεία διάσωσης και εξόδου ούτε άρσης των χρόνιων παθογενειών του ελληνικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος, αλλά μια πορεία καταστροφική, βασισμένη στην κοινωνική αδικία. Την κρίση δεν την υφίστανται όσοι εκμεταλλεύτηκαν το κράτος και το δημόσιο συμφέρον επί δεκαετίες, αλλά οι πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή επιχείρηση αναδιανομής πλούτου και ισχύος, που υπονομεύει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, δημιουργώντας ακραίες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, επανεμφανίζεται δυναμικά ο εθνικισμός ενώ εντείνονται ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.

Η ψευδώνυμη χρήση της έννοιας της «μεταρρύθμισης» είναι ενδεικτική για την αδυναμία υπέρβασης της κρίσης. Και αυτοί ακόμη που ήλπιζαν ότι η κρίση θα αποτελούσε ευκαιρία εξυγίανσης και τολμηρής θεσμικής ανανέωσης αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι επιβαλλόμενες «μεταρρυθμίσεις» διαλύουν την κοινωνία. Ο λόγος που κυριαρχούσε στο εσωτερικό και εντείνεται στο εξωτερικό είναι ηθικολογικός, τιμωρητικός και ενοχοποιητικός. Κάθε αντίρρηση και κριτική επισείει την κατηγορία του «λαϊκισμού», του «συντεχνιασμού» και του «αντιευρωπαϊσμού». Αφού πρώτα στιγματίστηκε η μεταπολίτευση και το πνεύμα δημοκρατίας που έφερε στον τόπο, παρακολουθήσαμε και τον εξαγνισμό της άκρας δεξιάς, με τη συμπερίληψή της στην κυβέρνηση. Παράλληλα, πυκνώνουν οι προτάσεις για κυβερνήσεις «αρίστων», για συνασπισμούς τεχνοκρατών που θα «σώσουν» τη χώρα. Πρόκειται για ισχυρές αντιδημοκρατικές και αυταρχικές τάσεις, που εκμεταλλεύονται, με λαϊκιστικό τρόπο, τα δικαιολογημένα αισθήματα αποτροπιασμού απέναντι στην παλιά τάξη πραγμάτων που καταρρέει. Ωστόσο, σε αντίθεση με έναν ρηχό «εθνικά υπερήφανο» λόγο εναντίον των δανειακών συμβάσεων, δεν νοσταλγούμε, βέβαια, αυτή την τάξη.

Ελλάδα και Ευρώπη βυθίζονται σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη κρίση, που δείχνει όχι μόνο τις θεσμικές αδυναμίες της Ένωσης, αλλά και τη διαχείρισή της από τις συντηρητικές ηγεσίες με νεοφιλελεύθερες συνταγές. Όσο και αν μοιάζει δύσκολο, οφείλουμε να εργαστούμε για μια κοινωνική και δημοκρατική Ευρώπη, που θα προβάλλει τις ιστορικές και πολιτικές της αξίες, δίνοντας νέο περιεχόμενο στην παγκοσμιοποίηση — άλλωστε, η λύση δεν μπορεί να είναι εθνική, αλλά πρέπει να ανταποκρίνεται στις διαστάσεις της ηπείρου μας, και όχι μόνο. Σήμερα ταπεινώνουν τους Έλληνες, αύριο τους υπόλοιπους λαούς, σπέρνοντας δυσπιστία και μίσος ανάμεσά τους. Πρόκειται για μια καταστροφική στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία. Έτσι, η αλληλεγγύη προς την Ελλάδα συνιστά πολιτικό διακύβευμα για όλη την προοδευτική Ευρώπη.

Απέναντι στον άκριτο και εντέλει ταξικό λόγο οφείλουμε να προτάξουμε την κριτική σκέψη, την καθημερινή εμπειρία και τις ανάγκες των πολιτών, ιδίως αυτών που πλήττονται άδικα από την κρίση. Όσοι και όσες υπογράφουμε το κείμενο, επιθυμούμε να συμβάλουμε στη διαμόρφωση ενός ισχυρού μετώπου υπεράσπισης της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Μια μεγάλη συμπαράταξη, που θα φέρνει κοντά ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους, με στόχο να αποκαταστήσει το νόημα των λέξεων, τη δημιουργική επικοινωνία ανάμεσα σε κοινωνικούς χώρους και πολίτες με διαφορετικές εντάξεις, που συμμερίζονται τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, τις συντεταγμένες δηλαδή της ιδιότητας του πολίτη σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα.

Απορρίπτοντας τη λογική του «μονόδρομου», τα ανιστόρητα στερεότυπα που ενοχοποιούν την ελληνική κοινωνία καταρρακώνοντας τη συλλογική αξιοπρέπειά μας, επιδιώκουμε να αναδείξουμε, εντός κι εκτός Ελλάδας, τις συνέπειες της κρίσης. H ελληνική κρίση είναι μέρος μιας συνολικότερης κρίσης, η οποία αλλάζει θεμελιακά την ιστορική εποχή που ζούμε. Σ’ αυτήν τη μεταιχμιακή περίοδο είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι διακυβεύονται τόσο η έννοια του κοινωνικού, όσο και η δημοκρατία και τα δικαιώματα του πολίτη.

Στο ίδιο ιστολόγιο, διαβάζουμε ακόμα, σχετικά με το κείμενο:

 Το κείμενο αυτό υπήρξε προϊόν της πρωτοβουλίας μιας ομάδας πολιτών από διαφορετικούς χώρους οι οποίοι συμφώνησαν ως προς την αναγκαιότητα να ακουστεί συγκροτημένα και μαζικά μια τεκμηριωμένη, κριτική φωνή τόσο μέσα όσο και έξω από την Ελλάδα. Συμφώνησαν ότι είναι απολύτως απαραίτητη μια παρέμβαση που θα αναδείξει με ένταση στην ελληνική και ευρωπαϊκή κοινή γνώμη τρία μείζονα θέματα, σε μια συγκυρία όπου το κυρίαρχο δίλημμα «λιτότητα ή χρεοκοπία» έχει δώσει τη θέση του στο απολύτως αρνητικό άθροισμα «και λιτότητα και χρεοκοπία»:

1. Την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων
2. Την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών και των δικαιωμάτων του πολίτη
3. Τη διάλυση του ευρωπαϊκού οράματος και την αποσύνθεση της ευρωπαϊκής ενότητας

Η πρωτοβουλία αυτή δεν έχει ως στόχο μόνο τη σύνταξη ενός ακόμη κειμένου και τη συλλογή υπογραφών, παρόλο που έτσι ξεκίνησε. Θέλει να δημιουργήσει ευρείες συσπειρώσεις και να διαδώσει παντού το μήνυμα ότι το «ελληνικό πρόβλημα» απλώς προειδοποιεί για τον κίνδυνο που διατρέχουν βασικές ευρωπαϊκές κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Και, επομένως, μας αφορά όλους και όλες.
Στόχος είναι όσοι και όσες υπογράψουν το κείμενο να εμπλακούν, εφόσον το επιθυμούν, σε κοινωνικές δράσεις, σε μια δυνητική συνέργεια με φορείς και χώρους που από πρώτο χέρι γνωρίζουν, καλύτερα από όλους, τι πραγματικά συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα και που ενδιαφέρονται να εργαστούν για μια κοινωνική και δημοκρατική Ευρώπη. Στην κρίση κανείς δεν είναι μόνος του. Απάντηση στους αποκλεισμούς είναι η συμμετοχή. Απάντηση στην ηττοπάθεια και την απαισιοδοξία είναι η δράση.

Advertisements

Posted in Αριστερά - κινήματα, Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, οικονομική κρίση | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Στο τούρκικο χαμάμ (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί – γ΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 19/02/2012

Τρίτη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Το λουτρό ήταν ένα τούρκικο χαμάμ, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα. Απ’ όξω μου ‘δωσε την εντύπωση εκκλη­σιάς με τους θόλους του και τα στενά παράθυρά του. Καθώς ήμουν τότε στην ηλικία της αδιαφιλονίκητης θρησκευτικής πίστης και μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, μπήκα ανύποπτος και σχεδόν πρόθυμος μέσα.
Μόλις ανεβήκαμε μερικά πέτρινα σκαλιά, βρεθήκαμε σ’ ένα διάδρομο, όπου αριστερά ήταν πολλά δωμάτια με ξύλινους τοίχους και καφασωτά παράθυρα, ενώ δεξιά ήταν ένας πέτρινος τοίχος με μια μεγάλη βαριά ξύλινη θολω­τή πόρτα, απ’ όπου ακούγονταν πνιχτοί και βαθείς ήχοι, σαν να ‘βγαιναν από καμιά σπηλιά.

Μπήκαμε σε κάποιο από τα δωμάτια της αριστερής πλευράς, όπου όλες οι γυναίκες, η μαμά μου, οι θείες μου και η Παρασκευή, η υπηρέτρια της θείας Μένης, γδύ­θηκαν τελείως και τυλίχτηκαν σε κάτι μεγάλα μπουρνούζια. Παρά τις δια­μαρτυρίες μου μ’ έγδυσαν και μένα και με τύλιξαν σ’ ένα μεγάλο προσόψι. Κατόπιν ήρθε μια χοντρή και πολύ ιδρωμένη γυναίκα με ξύλινα τσόκαρα και πέτσινη ποδιά, που μας οδήγησε όλους μαζί προς την κλειστή θολωτή πόρτα. Όταν άνοιξε η πόρτα, μου πιάστηκε η αναπνοή. Από μέσα βγήκαν πυκνοί ατμοί και με τύλιξε μια υγρή καταχνιά, ενώ διάφοροι καμπανιστοί και σπηλαιώδεις ήχοι με κατατρόμαξαν.

Μόλις περάσαμε την πύλη της κολάσεως αισθάνθηκα να γλιστρώ στο βρεμένο και ζεστό δάπεδο, το στρωμένο με μαρμαρόπλακες. Πήγα ν’ αρπαχτώ από τη μαμά μου, αλλά στάθηκε α­δύνατο καθώς όλες οι γυναίκες ήταν ολόγυμνες. Ευτυχώς που η θεία Μένη μ’ έπιασε από τις μασχάλες και μ’ έστησε στα πόδια μου.

Μόλις συνήλθα κάπως και τα μάτια μου συνήθισαν στην ομίχλη, που επικρατούσε σ’ όλο το χώρο, είδα πως στο κέντρο της κυκλικής αίθουσας κάτω ακριβώς από τον κεντρικό θόλο με τους γυάλινους φεγγίτες, που τόσο θύμιζε απ’ όξω την εκκλησιά, ήταν μια ρηχή χαβούζα, στην οποία από τρεις μεριές χύνονταν καυτά, αχνιστά νερά. Σε μικρότερους θόλους, που ακουμπούσαν στις τέσσερις γωνίες της κεντρικής αίθουσας, υπήρχαν κάτι μικρότερες μπανιέρες, όπου επίσης τρέχανε ζεματιστά νερά.

Όλος ο χώρος ήταν γεμάτος γυμνές γυναίκες. Δεν είχα ξαναδεί ποτές μου γυναίκες γυμνές και μού ‘καναν μεγάλη εντύπωση. Με τρόμαξαν λίγο, καθώς μου φάνηκαν άγριες με τις μαύρες τούφες στις μασχάλες και κάτω στην κοιλιά τους. Από μια διπλανή πόρτα, που συνεχώς ανοιγόκλεινε με υπόκωφο θόρυβο, έμπαιναν λουτράρισσες με ρούχα βρεμένα, με πέτσινες ποδιές και ξύλινα τσόκαρα, που έδιναν στις γυναίκες, που λούζονταν, σαπούνια και σφουγγάρια και τις έτρι­βαν στην πλάτη.Μια τέτοια λουτράρισσα, με όψη μέγαιρας, μ’ άρπαξε, με παγίδεψε ανάμεσα στα γόνατα της κι άρχισε να μου τρίβει με μανία το κεφάλι με πράσινο σαπούνι, που μού ‘καιγε τα μάτια. Πριν προφτάσω ν’ αντιδράσω, άρχισαν να πέφτουν απάνω μου καταρράχτες καυτό νερό, που μού ‘κοβε την ανάσα. Γινόταν τέτοιος θόρυβος κι ήταν τόσο δυνατή η αντήχηση, ώστε τα γοερά κλάματά μου ούτε που ακούγονταν.

  Καμιά φορά τελείωσαν τα βάσανά μου και βρέθηκα με το πετσί ροδοκόκκινο από τη ζέστη και το πλύσιμο, τυλιγμένος σ’ ένα στεγνό αφράτο μπουρνούζι, με αναφιλητό από το πολύ κλάμα, στο ήσυχο δροσερό δωμάτιο, όπου είχαμε αφήσει τα ρούχα μας, μαζί με τη μαμά μου και τις θείες μου, ομοίως τυλιγμένες στα μπουρνούζια τους, να τρώω βύσσινο γλυκό.

(συνεχίζεται)
Στην πρώτη φωτογραφία το χαμάμ της Μυτιλήνης (Τσαρσί Χαμάμ, το λουτρό της αγοράς δηλαδή) στην δεύτερη, ο πίνακας του Ingres, το Τουρκικό Λουτρό (1862)
 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Περιοδικό, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μίμης Σαραντάκος, ο αγαπημένος πρωτοξάδελφος

Posted by tofistiki στο 16/02/2012

Αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα κείμενο του Κώστα Μίσσιου, πρώτου ξάδερφου του Μίμη και αγαπημένου μας θείου,  που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 254 του περιοδικού «Αιολικά Γράμματα».

    Ο Μίμης ο Σαραντάκος ήταν ο ένας από τους δυο ανθρώπους που με γνώριζαν 73 ολόκληρα χρόνια -από τότε που γεννήθηκα. Ο άλλος είναι η Αγγέλα Κυπαρίσση – Καλαμάντη. Και οι τρεις (καί μαζί μας, και η αδελφή μου, η Ρηνούλα) είμαστε παιδιά των αδελφών Μυρογιάννη: της Ελένης (Σαραντάκου), της Μένης (Κυπαρίσση) και της Μάρως (Μίσσιου).

    Ο Μίμης -ο οποίος γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1929- ήταν δίπλα μου την μέρα της γέννησης μου. Προχτές, δηλαδή στις 17 Δεκεμβρίου 2011, που ακολουθώντας την μοιραία διαδρομή κάθε ύπαρξης ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι για τη χώρα της Ανυπαρξίας, ήμουνα εγώ δίπλα του ξεπληρώνοντας -ας το πω έτσι- την υποχρέωση που είχα, πλην, κατ’ αντίστροφο λόγο. Αλλά ο Μίμης ως επιμελέστατος μελετητής των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, έλεγε πάντοτε -και πίστευε- το υπό τον Επικούρου λεχθέν: «… το φρικωδέστερον των κακών, ο θάνατος, ουδέν προς ημάς, επειδήπερ όταν ημείς ώμεν θάνατος ου πάρεισι, όταν δ’ αυτός παρεί, τοθ’ ημείς ουκ εσμέν …».

Από αριστερά: Μίμης Σαραντάκος, Αγγέλα Κυπαρρίση-Καλαμάντη, Κώστας Μίσσιος. Και ο εγγονός του Μίμη, Δημήτρης. Στο σπίτι του Μίμη, στα 80χρονά του (Δεκ. 2008)

Αυτή η αγάπη του προς τους αρχαίους εκφράστηκε με τρία βιβλία, από τον εκδοτικό οίκο «Γνώση», πουγια πολλούς μήνες ήταν μέσα στα πέντε πρώτα ευπώλητα ενός από τα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, της «Πρωτοπορίας». Πρόκειται για τα: «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους»(2009), «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι Αρχαίοι Έλληνες;» (2010) και «Σχίζοντας τη γραμμή των οριζόντων» (2011). Στις μελέτες ανήκουν και τα: «Στοιχεία χημείας» (1958), «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά» (1964), «Χαράλαμπος Κανόνης» (1987), «Απάρες» (1999). Τα δύο πρώτα έχουν να κάνουν με την επιστημονική δραστηριότητά του (σπούδασε χημικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο), τα δύο επόμενα με την πολιτική ιδεολογία του (υπήρξε μέλος της ΕΠΟΝ κατά τα χρόνια της φοίτησής του στο Α’ Γυμνάσιο Μυτιλήνης και όταν ήταν φοιτητής, μέλος του Κ.Κ.Ε. Αργότερα, και, μετά τη διάσπαση,του ΣΥΡΙΖΑ) και το τελευταίο με την φιλοσοφική θεώρησή του (ο ίδιος πάντως είχε απαλλαγεί, από νέος, από την προσδοκία της επουράνιας ζωής). Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η συμβολή του στην επανέκδοση του εγκυκλοπαιδικού λεξικού του «Ηλίου» (1975 – 1980).

    Όμως ο Μίμης ήταν πάνω απ’ όλα ένας λαμπρός αφηγητής, και του προφορικού και του γραπτού λόγου. Όσοι είχαμε την τύχη να τον ζήσουμε από κοντά, δεν πρόκειται να ξεχάσουμε ποτέ την … ερμηνεία ολόκληρων παραγράφων του «Καλού στρατιώτη Σβέϊκ», του Λάκωνα «Λαγάνη» -που τον … κληρονόμησε από τον πατέρα του- ποιημάτων του Καβάφη κι εκείνη την ανεπανάληπτη μεταφορά του «Η γριά η βαβά μ’» (Παπαντωνίου / Ρισπέν) και τόσων άλλων που δεν μου είναι εύκολο, τώρα να θυμηθώ- η μνήμη μου δεν ανταποκρίνεται ούτεστο ένα δέκατο αυτής του Μίμη, που δεν ξεχνούσε τίποτα απ’ όσα είχε διαβάσει. Στον γραφτό λόγο η αφηγηματικότητά του διοχετεύτηκε στα βιβλία του: «Ο άγνωστος ποιητής Αχθος Αρούρης» (1995), «Τα έπη των Αριμασπών» (2004), «Γιατί η θεία μου μπορεί να πήγε στον Παράδεισο» (2006), «Μαθητές και δάσκαλοι» (2008). Το πρώτο είναι μια αριστουργηματική -χωρίς υπερβολή- βιογραφία του πατέρα του, το δεύτερο ένας συναρπαστικός ελληνικός «Κώδικας Ντα Βίντσι», το τρίτο μια χιουμοριστική ιστορία συγγενικού προσώπου και το τέταρτο αναφορά στην σχολική τάξη και τους δασκάλους του. Όμως θαρρώ πως το καλύτερό του είναι το: «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» που δεν πρόλαβε να το τυπώσει και ελπίζω -και εύχομαι- να το κάνουν οι εκδόσεις «Αιολίδα» (που βγάλανε και το «Η αποκρουστέα μυθολογία» (2010), χρονογραφήματα που δημοσιευθήκανε στην εφ. «Εμπρός», στην οποία έγραφε, τουλάχιστον δυο δεκαετίες).

    Ο Μίμης Σαραντάκος είχε σύζυγο, από το 1958, την Αιγινίτισσα Κική Πρωτονοταρίου (καθηγήτρια της ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών). Αγάπησε την Αίγινα, έβγαλε εκεί την σατιρική εφημερίδα και αργότερα περιοδικό, «Το Φιστίκι», ήταν μέλος του Μορφωτικού Ομίλου της, έπαιξε σε θεατρικές παραστάσεις, έγραψε θεατρικά σκετς. Παιδιά του ήταν ο Νίκος (που ακολουθεί την πορεία του, σε άλλα όμως πεδία), η Λένα και η Έφη, από τα οποία είχε πέντε εγγόνια. Πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ).

    Τον Μίμη, τον συνοδεύσαμε στην τελευταία κατοικία του το μεσημέρι της Τρίτης 20 Δεκεμβρίου 2011. Στην εφ. «Αυγή» της Κυριακής 25 Δεκεμβρίου, γράφτηκαν και τούτα, που τα μεταφέρω γιατί θαρρώ αποδίδουν το κλίμα της βαθιάς συγκίνησης που κυριάρχησε εκεί: «… Δεν μπορούμε σε λίγες γραμμές να περιγράψουμε το έργο αυτού του λόγιου μαχητή της Αριστεράς. Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να αποδώσουμε την πνοή, το πνεύμα του, τη ζωντάνια της παρουσίας του. Μια αίσθηση που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα την περασμένη Τρίτη, στην πολιτική του κηδεία στο Παλιό Φάληρο, στον κόσμο που συγκεντρώθηκε να τον αποχαιρετήσει, στους επικήδειους των φίλων και των συναγωνιστών μια αίσθηση που κορυφώθηκε όταν παλιοί φίλοι και συμμαθητές τραγούδησαν με μια φυσαρμόνικα, όπως το συνήθιζαν με τον Μίμη, την «Ελιά», τους «Κυνηγούς» και άλλα κομμάτια από μυτιληνιά επιθεώρηση του μεσοπολέμου …».

    Τώρα πια ο Μίμης θα ζει μόνο μέσα από τις μνήμες της Κικής, των παιδιών του, των εγγονιών του, όσων τον ζήσαμε από κοντά και τον αγαπήσαμε, όμως εγώ πιστεύω ότι από κάποια γωνίτσα θα χαμογελά με ευτράπελη διάθεση και -φυσικά- θα απαγγέλλει:

«… Κι η γριά η βαβά μ’ – ταϊρνάϊ ταϊρνάΐ
στου χέρ’ τ’ς τ’ αδραχτ’ στριφουγυρνάει
η γριά μι’ τ’ άσουστα υστιρνά
-Δόξα σοι Κύριι των Δυνά-
η γριά η βαβά μ’ η αφιντιά τ’ς
γνέθ’ κι θα γνέθ’ κουντά στ’ φουτιά τ’ς…
»

    Είναι δυνατόν να μην έχει γίνει έτσι;

Κώστας Μίσσιος

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εις μνήμην, Τσ’ Μυτ’λήν’ς | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Γιάσος (το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί – β΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 04/02/2012

Δεύτερη συνέχεια της δημοσίευσης χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» του Μίμη Σαραντάκου, που δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός»

Όταν με ξύπνησε η μαμά μου, το βαπόρι είχε φτάσει απ’ έξω από το λι­μάνι του νησιού μας.
Ώσπου να πλυθώ και να ντυθώ είχε ρίξει με θόρυ­βο τις άγκυρές του.

Όταν ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, είχε κυκλω­θεί από τις βάρκες, που είχαν ξεκινήσει να το προϋπαντήσουν μόλις φά­νηκε στ’ ανοιχτά. Έφερναν τους επιβάτες που θα ταξίδευαν για τον Πειραι­ά και θα παίρνανε τους φερμένους στο νησί.
Σε κάθε βάρκα ήταν συνήθως οι δυο βαρκάρηδες, ο βοηθός τους, καμμιά δεκαριά επιβάτες κι αμέτρητο πλήθος βαλίτσες, καλάθια, μπόγοι, κλουβιά με πουλιά, κότες δεμένες ανά δύο από τα πόδια τους κι άλλα τσουμπλέκια. Οι βαρύτερες αποσκευές, μπαούλα, έπιπλα και εμπορεύματα, έρχονταν με τις χοντρές μαύρες μαούνες, που τις αργόσερναν μπενζίνες.

Οι βαρκάρηδες κάνανε τρομερό σαματά με τις φωνές τους. Όλοι βιάζονταν να περάσουν πρώτοι τους επιβάτες τους στο καράβι για να πάρουν τους ταξιδιώτες, που θ’ αποβιβάζονταν στο νησί. Όποιος αργούσε σ’ αυτή την επιχείρηση, κινδύνευε να γυρίσει άδειος πίσω.

Η μητέρα μου, που κρατιόταν γερά από τα κάγκελα του βαποριού και με κρατούσε και μένα το ίδιο σφιχτά από το χέρι, σα να φοβόταν πως θα γλιστρούσα και θα ‘πεφτα στη θάλασσα, έβαλε ξαφνικά χαρούμενες φωνές και μου ‘δειξε τις βάρκες.

Ξεχώρισα αμέσως, στη δεύτερη, τον Γιάσο, που ήταν από τέτοια απόσταση ορατός διά γυμνού οφθαλμού, καθώς ήταν τεράστιος σε ανάστη­μα, πραγματικός γίγαντας και το τελείως φαλακρό κεφάλι του άστραφτε στον ήλιο, σαν καινούργιο καλογυαλισμένο χάλκωμα.

Ο Γιάσος δεν ήταν ούτε βαρκάρης, ούτε βοηθός, ούτε επιβάτης, ήταν όμως πάντοτε μέσα στις βάρκες και φαινόταν πως είχε το γενικό πρόσ­ταγμα. Για πολλά χρόνια μου είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση πως ο Γιάσος, που τον θυμόμουν από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ήταν το αφεντικό του λιμανιού, ένα είδος υπερλιμενάρχη. Όποτε μ’ έπαιρνε βόλτα από το σπίτι μας, η πεποίθηση αυτή ρίζωνε ακόμα περισσότερο.
Γιατί ο Γιάσος έπαιρνε, χωρίς να ζητήσει κανενός την άδεια, όποια βάρκα ήθελε και με πήγαινε ένα γύρω στο λιμάνι ή στο Μακρύ Γιαλό ή στα Τσαμάκια. Όλοι οι άνθρωποι του λιμανιού τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν φιλικά. Την Καθα­ρή Δευτέρα, που τη γιορτάζαμε όλοι μαζί, συνήθως στη συνεχόμενη αυλή της θείας Ζωής και της θείας Ευτυχίας, ο Γιάσος έφερνε τα καταπληχτικότερα και σπανιότερα θαλασσινά στο τραπέζι μας. Κι ακόμα μου διηγιόταν συναρπαστικές ιστορίες από τα ταξίδια του στην Πόλη και στα βάθη της Ανατολής.
(Πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως ο Γιάσος ήταν, μονάχα, ένας από τους φορτοεκφορτωτές του λιμανιού.)

Τον καιρό εκείνον ο Γιάσος είχε περάσει τα σαράντα και ήταν μισοσακατεμένος από ένα ατύχημα. Στα νιάτα του όμως ήταν, όπως μου διηγιόταν η γιαγιά, πραγματικός Ηρακλής. Μπορούσε να σταματήσει έναν αραμπά, που τον έσερναν δυο άλογα και μπορούσε, λέγανε, να σηκώσει ένα γάιδαρο με το φορτίο του μαζί. Κάποτε όμως, δέκα περίπου χρόνια πιο πριν, εξαιτίας κακής στιβασίας έπεσαν απάνω του όλα τα άδεια σιδερένια λαδοβάρελα, αυτά που τα λένε «μπόμπες», που ήταν φορτωμένα σ’ έναν αραμπά. Οποιοσδήποτε άλλος θα σκοτωνόταν επί τόπου. Ο Γιάσος όμως κατάφερε, όχι μόνο να σηκωθεί, αλλά πήγε μόνος του ως το γιατρό.
Από τότε όμως το αριστερό του χέρι και το αριστερό του πόδι ήταν λίγο πιο αργοκίνητα από τα αν­τίστοιχα δεξιά του άκρα και το δεξί του μάτι ήταν μόνιμα μισόκλειστο. Το σακατιλίκι αυτό όμως έκανε το Γιάσο να φαίνεται στα παιδικά μου μάτια σαν ένας συμπαθητικός κύκλωπας.

Όταν η βάρκα έφτασε στη σκάλα του βαποριού, ο Γιάσος αρπάχτηκε σβέλ­τα από τα σκοινιά και παρακάμπτοντας βαρκάρηδες και χαμάληδες, επιβιβαζόμενους και αποβιβαζόμενους επιβάτες, ναύτες και λιμενικούς, ανέβη­κε στο κατάστρωμα. Η μητέρα μου τον αγκάλιασε και ο Γιάσος τη φίλησε σταυρωτά. Ύστερα στράφηκε σε μένα, με άρπαξε από τις μασχάλες, με πέ­ταξε ψηλά, με άρπαξε στον αέρα και με ξανάστησε στα πόδια μου φωνά­ζοντας,
«Γεια σου, Μίμαρε!»
Κατόπιν πήρε όλες σχεδόν τις αποσκευές μας στα δυο του χέρια και ξανακατέβηκε στη βάρκα του το ίδιο γρήγορα και αντικανονικά.

(συνεχίζεται)

Οι παλιές φωτογραφίες του λιμανιού της Μυτιλήνης είναι από εδώ

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Αναμνήσεις, Τσ’ Μυτ’λήν’ς, εφημερίδα "Εμπρός" | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: