Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Το πρώτο καλοκαίρι, στο νησί (α΄μέρος)

Posted by tofistiki στο 25/01/2012

Ο Μίμης, που έφυγε από κοντά μας αναπάντεχα στις 17 του Δεκέμβρη, άφησε μερικά έτοιμα έργα που δεν πρόφτασε να τα εκδώσει.
Μάλιστα, μας έλεγε συχνά «έχω ακόμα ένα σωρό βιβλία να βγάλω -άλλα τα ‘χω ήδη γραμμένα κι άλλα είναι μέσα στο κεφάλι μου- που υπολογίζω ότι πρέπει να ζήσω ακόμα 10 χρόνια για να τα ολοκληρώσω». Δεν ήταν γραφτό…
 –
Ένα από αυτά που είχε ολοκληρώσει, είναι το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», στο οποίο αναπολεί ευτυχισμένες – και λιγότερο ευτυχισμένες – στιγμές της ζωής του, εστιάζοντας σε εφτά καλοκαίρια, από τα παιδικά και τα μαθητικά του χρόνια (1936, 1939), την εφηβεία μέσα στην Κατοχή και την Αντίσταση (1944), τα φοιτητικά χρόνια στις μολυβένιες μέρες του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών διώξεων (1945 – 1951), την επαγγελματική δραστηριότητα στη δεκαετία τού 1960 και την περίοδο της χούντας (1973) και, τέλος, τα χρόνια της ωριμότητας (1985).
Δύο κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένα στη Μυτιλήνη και αποτυπώνουν στιγμές της προπολεμικής και κατοχικής ζωής στο νησί. Από το υλικό αυτό, η Κική, διάλεξε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Παρασκευή από την εφημερίδα «Εμπρός», με την οποία είχε, ως γνωστόν, μακρά συνεργασία.
Το Φιστίκι θα αναδημοσιεύει και εδώ τα αποσπάσματα, που μπαίνουν επίσης και στο ιστολόγιο του Νίκου.
 –
Θλιβερή μέρα η σημερινή, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έφυγε τόσο άδικα και τόσο ξαφνικά κι αυτός, σαν τον πατέρα μου, έχοντας ακόμα να δώσει τόσα πολλά…
 –

(Το πρώτο καλοκαίρι είναι αυτό του 1936. Ο Μίμης είναι 7 χρονών και επιστρέφει στη Μυτιλήνη, μετά από απουσία τριών χρόνων που η οικογένεια έζησε στην Αθήνα και στην Κρήτη ακολουθώντας τις μεταθέσεις του πατέρα του).

   Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο χωριό του παππού μου (από τη γενιά της μητέρας μου).
Απ’ ό,τι θυμάμαι ήταν ζεστό και ξερό. Για μένα κύλησε πολύ ευτυχισμένα και έτσι μού ‘μεινε αξέχαστο, αλλά για τους μεγάλους ήταν ένα τρομερό καλοκαίρι. Στην Ισπανία είχε ξεσπάσει η ανταρσία των εθνικιστών, στην Αβησσυνία τέλειωνε ο κατακτητικός πόλεμος του Μουσολίνι, στην Κίνα άρχισε ο πόλεμος με τους Γιαπωνέζους, ο Χίτλερ φοβέριζε την Ευρώπη, στη Σοβιετική Ένωση τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Και στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι θα γινόταν δικτατορία. […] Αποφασίστηκε να περάσουμε το καλοκαίρι στο νησί. Η μαμά μου το απαιτούσε επίμονα, επιταχτικά σχεδόν, κι ο πατέρας μου το δέχτηκε χωρίς πολλές αντιρρήσεις, γιατί περίμενε πως μέσα στο καλοκαίρι θα διοριζόταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο νησί.

  Το πλοίο λεγόταν «Αρντένα» και θα ξεκινούσε το απόγεμα. Πρώτοι θα φεύγαμε η μαμά μου κι εγώ και ο πατέρας θα ακολουθούσε σε έναν περίπου μήνα, όταν θα έπαιρνε το χαρτί της μετάθεσής του. Πήγαμε όλοι μαζί με ταξί στον Πειραιά κι ο πατέρας μου μας συνόδεψε μέσα στο πλοίο, στο οποίο ανεβήκαμε από μία πανύψηλη λοξή σκάλα, που οδηγούσε από την προκυμαία στην πρύμνη του. Μας ταχτοποίησε στην καμπίνα μας, που τη μοιραστήκαμε με άλλες δύο κυρίες κι έμεινε μαζί μας στο σαλόνι του καραβιού, ώσπου πέρασε ένας ναυτικός με πηλίκιο και χρυσά γαλόνια, που χτυπούσε ένα κουδούνι και φώναζε:
«Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπται να αποβιβασθούν. Το πλοίο θα αναχωρήσει αμέσως.»

Τότε ο μπαμπάς μου μας φίλησε και κατέβηκε από τη μεγάλη σκάλα στο μουράγιο του λιμανιού.
Για λίγην ώρα μείναμε στην πρύμνη, βλέποντας τον μπαμπά μου, που έστεκε ακόμα στο μουράγιο, να μικραίνει συνεχώς. Το μεγαλύτερο μέρος του καταστρώματος βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, που δεν προσφερόταν καθόλου για ρεμβασμό και ήσυχο διάβασμα, όπως ήθελε εκείνη κι έτσι στραφήκαμε στην πιο απόμερη γωνιά του, πίσω από το δεύτερο φουγάρο, όπου υπήρχε μόνο μια ήσυχη παρέα από καμιά δεκαπενταριά πολίτες και πεντέξι χωροφύλακες.

  Από την αρχή μού κίνησε την περιέργεια αυτή η παρέα, γιατί είχε κάτι το παράταιρο, που δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους επιβάτες της τρίτης θέσης. Δε μοιάζανε με τους τσιγγάνους, τους χωριάτες και τους φαντάρους, που κυριαρχούσαν στο κατάστρωμα. Ήταν καθαροί και ντυμένοι με ρούχα της πόλης, σακάκια, παντελόνια, καμπαρτίνες και φορούσαν ρεπούμπλικες ή τραγιάσκες. Είχαν όλοι δίπλα τους βαλίτσες κι όχι μπόγους ή καλάθια, μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα και δε δείχνανε καμμιάν ανησυχία ή βιασύνη. Δεν είχαν το ανήσυχο βλέμμα που ρίχναν οι χωριάτες γύρω τους, μαζεύοντας κοντά τους τα τσουμπλέκια τους μην τύχει και τους τα κλέψουν. Μου φάνηκαν ήσυχοι και πειθαρχικοί σαν φαντάροι κι ας μη φορούσαν στολή, εκτός από τους χωροφύλακες.

  Στην αρχή τούς πέρασα πως ήταν μια παρέα, κατόπιν όμως πρόσεξα πως οι πολίτες δεν άλλαζαν ούτε κουβέντα με τους χωροφύλακες, που κάθονταν λίγο παράμερα, κρατώντας ανάμεσα στα γόνατά τους τα ντουφέκια τους. Μια φορά μόνο ένας χωροφύλακας έβγαλε από την τσέπη της στολής του μια φωτογραφία, την κοίταξε λίγο και μετά την έδωσε σ’ έναν άλλο χωροφύλακα. Αυτός την παρατήρησε αρκετήν ώρα χαμογελώντας και την έδωσε σε άλλο συνάδελφό του. Η φωτογραφία πέρασε έτσι από όλους τους χωροφύλακες και ο τελευταίος, χαμογελώντας, την έδειξε σε έναν πολίτη, από εκείνη την παρέα. Έναν κοντό και γεροδεμένο, μεγάλης ηλικίας, με κόκκινο γελαστό πρόσωπο, που φορούσε τραγιάσκα, καθόταν σ’ ένα πάνινο διπλωτό σκαμνί κι είχε την καμπαρτίνα του αναρριχτή στους ώμους.
Αυτός πήρε τη φωτογραφία, την κοίταξε αμίλητος, ενώ το πρόσωπό του σκυθρώπιαζε. Μερικοί από την παρέα του σκύψανε πάνω από τον ώμο του να δουν κι αυτοί. Ύστερα ο γέρος έδωσε τη φωτογραφία πίσω στο χωροφύλακα, διόρθωσε την καμπαρτίνα του, που του ‘χε πέσει από τους ώμους και σκύβοντας στο διπλανό του, λες κι ήθελε να του πει κάτι εμπιστευτικά, άρχισε απροσδόκητα να τραγουδά με χαμηλή μπάσα φωνή:

«Θύελλες, άνεμοι, γύρω μας πνέουν
τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν»
Όλη η παρέα έπιασε το τραγούδι χαμηλόφωνα:
«σε άνισες μάχες ριχνόμαστε τώρα
κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν».

Αμέσως έγινε ταραχή. Οι χωροφύλακες σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν:
«Πάψτε» «Σκασμός» «Σιωπή».
Ακούγοντας το σούσουρο οι λοιποί επιβάτες της τρίτης θέσης, άλλοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και κοίταζαν με περιέργεια και κάποιοι πλησίασαν να δουν τι τρέχει.

Δεν μπόρεσα να δω τι έγινε από κει και πέρα, γιατί η μαμά μου σηκώθηκε βιαστικά, μ’ άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο κάτω κατάστρωμα. Εκεί η μαμά μου μού ‘πε σιγανά:
«Είναι κομμουνιστές και τους πάνε στον Άι-Στράτη, εξορία»
Δε ζήτησα άλλες εξηγήσεις, γιατί ήξερα τι θα πει «κομμουνιστές». Πολλοί φίλοι μας ήταν τέτοιοι. Μάλιστα λέγανε πως κι ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, η μαμά μου όμως όταν γινόταν σχετική συζήτηση τους διόρθωνε:
«Όχι ακριβώς, είναι αριστερός».

(συνεχίζεται)
 
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για κάποια φωτογραφία του πλοίου που αναφέρει ο Μίμης, βρήκα εδώ τη θλιβερή ιστορία που το συνοδεύει, καθώς στον πόλεμο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς, και μεταφέροντας  Ιταλούς αιχμάλωτους του γερμανικού στρατού, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1943, βυθίστηκε στην είσοδο του κόλπου του Αργοστολίου, προσκρούοντας  σε νάρκη.
Αντιγράφω από εδώ:
Σύμφωνα με μαρτυρίες Ιταλών διασωθέντων, επικράτησε πανικός, καθώς οι αιχμάλωτοι ήταν στοιβαγμένοι στο αμπάρι του πλοίου και σωσίβια υπήρχαν μόνο για τους Γερμανούς. Όσοι από τους κρατούμενους κατάφεραν να πέσουν στη θάλασσα δεν τολμούσαν να πλησιάσουν τις σωστικές λέμβους γιατί οι Γερμανοί που ήταν μέσα σε αυτές τους πυροβολούσαν. Από τους 840 επιβαίνοντες Ιταλούς σώθηκαν μόνο οι 120 που κατάφεραν να φθάσουν κολυμπώντας στην ακτή. Οι υπόλοιποι 720 αιχμάλωτοι βρήκαν τραγικό θάνατο. Οι 60 Γερμανοί που επέβαιναν στο πλοίο σώθηκαν όλοι…
Για τα αίτια της βύθισης επικράτησαν δύο εκδοχές: α) όσοι υποστήριζαν την πρώτη εκδοχή πίστευαν ότι οι Γερμανοί σκόπιμα βύθισαν το πλοίο τοποθετώντας στο αμπάρι του ωρολογιακή βόμβα ρυθμισμένη να εκραγεί μόλις το ΑΡΝΤΕΝΑ βγει από τον κόλπο του Αργοστολίου, ως αντεκδίκηση για την επίθεση στις 15 Σεπτέμβρη του 1943 στην ίδια θαλάσσια περιοχή κατά 3 φορτηγίδων που μετέφεραν Γερμανούς από το Ληξούρι στο Αργοστόλι. β) σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή το πλοίο έπεσε σε ιταλικό ναρκοπέδιο.
 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: