Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Προσωπικές επέτειοι…

Posted by tofistiki στο 04/08/2011

Είναι κάπως παράξενο όταν μια σημαδιακή για μας ημερομηνία, πέφτει σε επέτειο κάποιου γεγονότος που επηρέασε όλη την Ελλάδα, ειδικά αν το γεγονός είναι δυσάρεστο… κι εμείς επιμένουμε -αθέλητα- να δίνουμε προτεραιότητα στη δική μας ανάμνηση όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Στην οικογένειά μου, για παράδειγμα, γιορτάζαμε πάντα την 4η Αυγούστου! Το γιατί, θα το καταλάβετε διαβάζοντας το απόσπασμα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου με τίτλο “Επτά ευτυχισμένα καλοκαίρια” που δημοσιεύουμε σήμερα σε παγκόσμια αποκλειστικότητα!
Λ.Σ.

 

Το τέταρτο Καλοκαίρι (1952)

 Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό. Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά, ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ, στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.
Για μένα το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις
κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το
κάλεσμά σου.
Το καθοριστικό και το θαυμάσιο
είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα!*

Εκείνο το καλοκαίρι τέλειωσα το τέταρτο έτος, στη Σχολή Χημικών Μηχανικών, στο Πολυτεχνείο. Μπορεί το Πολυτεχνείο, τότε, με τον τρόπο που λειτουργούσε να θύμιζε περισσότερο γυμνάσιο ή λύκειο, παρά ανωτάτη σχολή, πανεπιστημιακού επιπέδου, αλλά αυτή η πειθαρχημένη δομή, είχε και τα καλά της.
Εφ΄ όσον έμπαινες ήξερες πως σε πέντε χρόνια, αν δεν ήσουν κλασσικός κοπανατζής ή τελείως στούρνος, θα έπαιρνες το πτυχίο σου. Δεν υπήρχε τρόπος να «χρωστάς» μαθήματα περασμένων ετών, που στο Πανεπιστήμιο ήταν περίπου θεσμός. Νομίζω πως το κυριότερο που πήραμε από το Πολυτεχνείο δεν ήταν τόσο οι γνώσεις, που μας πρόσφερε, όσο η εξοικείωσή μας με τη σκληρή δουλειά και με κάποια μεθοδικότητα.

Στα τέσσερα χρόνια που πέρασα στο Πολυτεχνείο, συνδέθηκα με μερικούς συμμαθητές μου και κυρίως με τον Στέλιο, τον Μαρσέλο και τον Τάκη. Οι δύο πρώτοι ταίριασαν με τον Μανόλη, τον Μάνο τον ψηλό και τις κοπέλες της παρέας μας, ενώ ο Τάκης, από ιδιοσυγκρασία συνεσταλμένος και κάπως απόμακρος, εκτός από κάποιες εκδρομές και κάποια πάρτι που ήρθε, δεν ενσωματώθηκε στην παρέα μας.

Από την αρχή του έτους ο Δεληγιάννης, ο καθηγητής μας στην Ανόργανη Χημική Τεχνολογία, μας είχε υποσχεθεί πως θα οργάνωνε για το καλοκαίρι μιαν εκδρομή στη Γερμανία, στην ετήσια έκθεση της DECHEMA. Είχαμε δεχτεί όλοι με ενθουσιασμό, ακόμα κι εγώ κι ας ήξερα πως δε θα πήγαινα. Όχι για οικονομικούς λόγους, γιατί εκείνο τον καιρό το οικονομικό μας πρόβλημα είχε επιλυθεί οριστικά, αλλά για πολιτικούς. Έτσι και ζητούσα διαβατήριο, η Ασφάλεια θα μου ζητούσε δήλωση μετανοίας, που δεν ήμουν διατεθειμένος να υπογράψω τώρα, που τα πράγματα ησύχασαν, μια που δεν την υπόγραψα σε πολύ χειρότερες συνθήκες, τέσσερα χρόνια πριν. Τελικά όμως η εκδρομή ματαιώθηκε από άλλες αιτίες.

Μένοντας με τη γλύκα και με κάμποσα χρήματα που εξοικονομήσαμε, αποφασίσαμε με το Στέλιο και τον Τάκη να πάμε δεκαπέντε μέρες σε κάποιο νησί. Ο Στέλιος μας πρότεινε τη γειτονική Αίγινα και μάλιστα ένα ψαροχώρι της, ονόματι Σουβάλα. Αντιπρόταση δεν υπήρξε και έτσι η Σουβάλα κατακυρώθηκε. Την εκδρομή τη σχεδίασαν σχολαστικά ο Στέλιος με τον Τάκη, που επιμένανε να προβλέψουν και την παραμικρή λεπτομέρεια, σα να επρόκειτο να πάμε σε κάποιαν ακατοίκητη άκρη του κόσμου. Εγώ κι ο συνώνυμος και συνεπώνυμος ξάδερφος μου, που θα συμμετείχε επίσης στην εκδρομή, ισοτίμως, αν και μικρότερος μας, πολύ λίγο συμβάλλαμε στο σχεδιασμό. Φύσει αισιόδοξοι κι ανέμελοι, εναποθέταμε πάντοτε στην τύχη και στον καλό μας αστέρα την έκβαση των επιχειρήσεών μας.[…]

[…]Κάποτε φτάσαμε σε ένα λιμανάκι, που το έκλεινε ένας μικρός λιμενοβραχίονας. Ελάχιστα σπίτια υπήρχαν ένα γύρω στην παραλία και κάποια σκαλιά στην άκρη του λιμανιού οδηγούσαν σε μιαν απόκρημνη ακτή. Ειδυλλιακό μέρος, που λες και ξέμεινε εκεί να με περιμένει από τα παιδικά μου χρόνια. Το φως που το έλουζε, η γαλήνη που αναδίνανε οι βαρκούλες καθώς λικνίζονταν δεμένες στο μουράγιο, οι απαλές γραμμές των λόφων, ο πεντακάθαρος αέρας, με κατάχτησαν αμέσως.

Βγήκαμε αλευρωμένοι σα μαρίδες και παραλάβαμε τα μπαγκάζια μας με μισό δάχτυλο σκόνης επάνω τους. Ο Στέλιος με τον Τάκη μας περίμεναν στη στάση. Τους ακολουθήσαμε ως το ξενοδοχείο που ήταν πάνω από έναν κολπίσκο με πεντακάθαρα νερά, στην απέναντι ακτή του οποίου ήταν τα ιαματικά λουτρά. Μας υποδέχτηκε η κόρη του ξενοδόχου, μια πολύ όμορφη κοπέλα, στην ηλικία μας, που με τα μεγάλα μάτια της και τους βοστρύχους των κατσαρών μαλλιών της που πέφτανε στο πρόσωπό της, έμοιαζε να είχε βγει από κάποια τοιχογραφία της Κνωσού. Ο Στέλιος, που ήταν η δεύτερη φορά που έμενε στο ξενοδοχείο, μας ενημέρωσε σχετικά με τον ιδιοκτήτη του, έναν πολύ χοντρό και κάπως λιγομίλητο τύπο. Όταν ήταν νέος είχε ξενιτευτεί στο Κονγκό, όπου έκανε κάμποσα λεφτά, με τα οποία έχτισε αυτό το ξενοδοχείο. Βλέποντας τον δε μπορούσα να καταλάβω πως έκανε τόσο όμορφη κόρη. Ίσως να ήταν ωραία η γυναίκα του.[…]

[…]Το επόμενο πρωί (ήταν 4 Αυγούστου – σημαδιακή μέρα) στα βραχάκια, που συνήθως κολυμπούσαμε, ήρθανε τρία κορίτσια. Το ένα το ξέραμε ήδη, ήταν η μινωική κόρη του ξενοδόχου και τα άλλα δύο, λίγο μικρότερά της, ήταν φίλες της, μαθήτριες ακόμα στο γυμνάσιο. Ο ξάδερφος μου, που ήταν μεν ο Βενιαμίν αλλά και ο ερωτιδέας της παρέας και από την πρώτη μέρα της εγκατάστασής μας στη Σουβάλα κολλούσε συστηματικά σε κορίτσια, έπιασε αμέσως κουβέντα μαζί τους. Πήγα κι εγώ κοντά και τότε ΤΗΝ πρόσεξα.

Στην αρχή παρατήρησα το πλούσιο στήθος της, τους τορνευτούς ώμους και τον ωραίο της λαιμό, αλλά σαν είδα τα καστανόμαυρα μάτια της ένοιωσα να με τυλίγει μια παράξενη ζεστασιά. Ήθελα να καθίσω εκεί με τις ώρες και να βλέπω αυτά τα μάτια. Κάποτε συνήλθα και πήρα μέρος στη συζήτηση. Τα δυο κορίτσια ήταν ντόπιες και πήγαιναν στην εβδόμη γυμνασίου. Η κάτοχος των καστανόμαυρων ματιών μου είπε πως αγαπάει την ποίηση και πως σκοπεύει να σπουδάσει χημεία.

Αυτό ήταν για μένα η χαριστική βολή, που με αποτέλειωσε. Με αγωνία έβλεπα πως πλησίαζε η ώρα που τα κορίτσια θα τα μάζευαν και θα έφευγαν. Για να παρατείνω την παραμονή τους με έπιασε ακατάσχετη πολυλογία. Κατόπιν πετάχτηκα τρέχοντας στο δωμάτιο μας και πήρα την Ανθολογία του Αποστολίδη, που πάντοτε την έσερνα μαζί μου.

Αφού σ’ αρέσει η ποίηση, να σου δώσω να διαβάσεις αυτό”, της λέω και της πασάρω το βιβλίο, όπου είχα προλάβει να τσακίσω τη σελίδα στο ποίημα του Ουράνη “Αγάπη”. Το πήρε πρόθυμα. Συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε όλοι μας το βραδάκι στο δρόμο που πήγαινε για το πευκόδασος.

Ήρθαν πράγματι, εκείνη μαζί με τις δύο άλλες φιλενάδες της κι εμείς οι τέσσερις. Αφήνοντας τους άλλους πέντε να προηγούνται φλυαρώντας, κατάφερα να πιάσω κουβέντα μαζί της. Σε λίγο μιλούσαμε σα να βρισκόμασταν οι δυο μας ολομόναχοι στο δασάκι. Οι άλλοι είχαν πάψει να υπάρχουν. Κουβεντιάσαμε πολλήν ώρα. Μου είπε πως την έλεγαν Κική. Πραγματικά, όχι μόνο της άρεσαν τα ποιήματα αλλά έγραφε κι όλας και ήθελε να σπουδάσει χημικός. Μου επέστρεψε την Ανθολογία, που της δάνεισα το πρωί και μού ΄πε πως της άρεσε πολύ το ποίημα του Ουράνη. Όταν γυρίσαμε στο μέρος από όπου ξεκινήσαμε τη βόλτα μας κι οι άλλοι άρχισαν να αποχαιρετούν τα κορίτσια, ήταν σα να ξύπνησα από ένα όνειρο. Πριν την αποχαιρετήσω συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε το άλλο πρωί στο μπάνιο.

Το βράδυ, στο συνοπτικό ημερολόγιο που κρατούσα, σημείωσα:
“Μια μέρα σταθμός. Γνώρισα μια κοπέλα που μου κάνει. Τη λένε Κική. Μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Γράφει ποιήματα και θέλει να σπουδάσει χημικός. (Πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα!)”. […]

 

* Οι στίχοι, είναι από ποίημα της Κικής
Η παλιά φωτογραφία της Σουβάλας, είναι παρμένη από το www.souvala.gr

Μίμη και Κική, να είστε γεροί, να αγαπάτε και να ανέχεστε ο ένας τον άλλο, για πολλά-πολλά χρόνια ακόμα!  🙂
Λ.Σ.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Προσωπικές επέτειοι…”

  1. Γ. Καζάκος said

    Και με τις δικές μου ευχές! Να είστε πάντα αγαπημένοι, αισιόδοξοι και να σας συντροφεύουν καλοί φίλοι!
    Γ. Καζάκος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: