Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Ένα καλοκαίρι γεμάτο φοβίες…

Posted by tofistiki στο 11/07/2011

Γράφει η Αγγελική Σαραντάκου

Βουτάς στη θάλασσα μ’ εκείνη την προαιώνια άνεση κι ευχαρίστηση, όπως τότε που είμαστε ζώα του υγρού στοιχείου!

Ξεχνάς ποια είσαι, πώς είσαι, πόσο είσαι, τι έχεις, τι κουβαλάς μέσα κι έξω σου: παθήματα, πάθη, λάθη, ανησυχίες, αγωνίες, για τότε, τώρα, αύριο, για τα εγγόνια σου -ας ήταν κι αυτά μαζί σου, κι όχι κλεισμένα στο δυαράκι της γιαγιάς να περιμένουν τους γονιούς τους- για τα παιδιά σου, πού να ‘ναι τώρα, είναι καλά; Βλέπεις, μεγάλωσαν κι αυτά κι έχουν πολυστέψει και οι ευθύνες τους…

Εσύ όμως, τώρα, χαίρεσαι, μπορείς και χαίρεσαι ακόμη, αυτό δεν σου το ‘χουν πάρει μαζί με τα τόσα άλλα, χαίρεσαι, έστω και στιγμιαία! Γεμίζουν καθαρό οξυγόνο τα πνευμόνια σου, η θάλασσα φαίνεται πεντακάθαρη, τα κατάφερε ο Δήμαρχος και την κράτησε για τον κόσμο, χωρίς κολλητές, η μία δίπλα στην άλλη, απλώστρες, ομοιόμορφες ομπρέλες και στριμωγμένα, ίδια κι όμοια, καθίσματα! Βλέπεις και τον Μίμη, στο καφενεδάκι στο βάθος, να διαβάζει το καινούργιο βιβλίο του Κουμανταρέα, από την εφημερίδα της Κυριακής.
Απλά πράγματα, γλυκούτσικα, σαν τα χρόνια μας, που θα μπορούσαν να ‘ναι και ήρεμα, αν μας άφηναν να τα ζήσουμε, όπως θέλαμε!

Αλλά πού; Πώς; Πάει, σου ‘φυγε η σκέψη! Η Αγάθη έχει το γιο της άνεργο 6 μήνες, η γυναίκα του δεν βρίσκει ούτε γιαγιές, ούτε παιδάκια να φυλάξει, τα παιδιά τους, στον πρώτο χρόνο στο Πανεπιστήμιο το ένα, στην Τρίτη Λυκείου το άλλο, και το σπίτι στο νοίκι…Τι να κάνει η έρημη μάνα; Τι να κόψει; Όλα στο τσίμα-τσίμα, αλλά ως πότε; Μπορείς να μένεις αμέτοχη;
Ανατρίχιασες ξαφνικά, από μέσα σου ήρθε το σύγκρυο, η θάλασσα είναι ήρεμη, γλυκιά, ζεστή, αλλά εσύ νιώθεις συγκρυασμένη. Και ξαφνικά, βλέπεις τριγύρω σου… Επάνω στους βράχους σκαρφαλωμένα, στη σειρά, πέντε τεράστια τροχόσπιτα! Δέκα το πρωί, αλλά τώρα ξυπνήσανε και τινάζουν τα σεντόνια τους, αποπάνω σου.
Κι αρχίζεις να σκέφτεσαι, μόνο τα σεντόνια τους τινάζουν; Πού πλένονται; Η περιοχή δεν είναι οργανωμένη, για κάμπινγκ. Πας πιο πέρα και ξανοίγεσαι στα βαθιά. Εδώ είναι πιο καθαρά, σίγουρα. Όμως δεν βλέπεις πια, όπως πρώτα, την καρεκλίτσα με τα πράγματά σου! Θα προλάβεις να φωνάξεις, αν κάποιος, ακούσει το κινητό σου και σκεφτεί να το πάρει; Καταλαβαίνεις ότι σκέφτεσαι άσχημα πράγματα, όμως σου περνάνε από το μυαλό και σε βαραίνουν.
Κι εκείνη η γυναίκα με τα σκούρα ρούχα και τη βαριά μαύρη τσάντα, που στέκει δίπλα σε ανύποπτους γεράκους, που λιάζονται αμέριμνοι, γιατί δεν πέφτει στη θάλασσα να δροσιστεί; Πώς αντέχει τέτοια ζέστη; Ευτυχώς, βγάζει ένα αντηλιακό και τ’ απλώνει στα χέρια και το πρόσωπό της! Δεν μπορεί να είναι τρομοκράτισσα, με αντηλιακό! Όμως το νιώθεις, η ευχαρίστηση χάθηκε, βαρύναν τα χέρια σου, έρχεσαι γρήγορα προς τα έξω.
Βγαίνοντας ακούς το τηλέφωνο από την τσάντα σου. Ο Μίμης σου θυμίζει ότι πρέπει να περάσουμε για ψώνια. Μπαίνεις αμέσως στους γνωστούς σου ρυθμούς, όπως τότε που έτρεχες σαν κουρντισμένη, από το πρωί, ως το βράδυ! Τι δύο οχτάωρα, τρία έπρεπε να γράψεις σ’ εκείνους τους στίχους! Και τις νύχτες, στον ύπνο σου προβλήματα έλυνες!

Ξεπλένεσαι γρήγορα, ντύνεσαι στα πεταχτά, πού όρεξη για αντηλιακά. Η κοπέλα με τα σκούρα ρούχα είναι σκυμμένη πάνω σε μια από κείνες τις χοντρές γυναίκες, που πληθαίνουν συνέχεια δίπλα μας, στη θάλασσα, στους δρόμους στα μαγαζιά και της κάνει μασάζ! Με προσεγμένες, επαγγελματικές κινήσεις. Μια νέα κοπέλα, δίπλα, περιμένει τη σειρά της. Είδες η σκουρόχρωμη -σκέφτεσαι- μια χαρά απασχόληση βρήκε. Μπράβο της!

-Μπανάκι; Με ρωτάει η κοπέλα στο ταμείο που πάνε οι μεγάλες κυρίες με τα λίγα ψώνια.
-Ε, άμα γίνεις κι εσύ συνταξιούχος, κι έρθεις στα χρόνια μου, θα βρίσκεις λίγο χρόνο, της απαντώ.
– Ίσως να ‘ρθώ στα χρόνια σας, θα γίνω όμως συνταξιούχος; αναρωτήθηκε, με σοβαρότητα.
– Μην σκέφτεσαι έτσι, κοπέλα μου, της απάντησε η επόμενη πελάτισσα, πικραίνεσαι τσάμπα. Τέτοιες αγριότητες δεν κρατάνε πολλά χρόνια. Και στα χρόνια μας θα ‘ρθείς, και σύνταξη θα πάρεις, και θα βρίσκεις ελεύθερες θάλασσες ακόμη. Ρώτα κι εμάς! Και κατοχή περάσαμε, και χούντα και μετανάστευση. Δεν μας βλέπεις κάθε τόσο στο ταμείο σου, να κουβαλάμε μόνες τα ψώνια μας;

Κοίταξα με καμάρι τη συνομήλικη μου, της χαμογέλασα, σήκωσα την τσάντα μου, νιώθοντας ξεκούραστη και δροσισμένη κι έφυγα χαρούμενη για το σπίτι…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: