Το Φιστίκι

ηλε-περιοδικό ευτράπελης ύλης, φωταδιστικό και κουλτουριάρικο

Σε δύσκολους καιρούς, μνημονεύετε Παπαδιαμάντη

Posted by tofistiki στο 16/01/2011

Κείμενο του Δημήτρη Σαραντάκου
που θα δημοσιευτεί στο περιοδικό «Α Σελάνα» της Μυτιλήνης

Αυτές τις μέρες ο νους μου πάει στον Παπαδιαμάντη, για δύο λόγους.
Ο ένας είναι γιατί φέτος, και συγκεκριμένα στις 3 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατό του και ο άλλος, γιατί από οικογενειακή παράδοση, τις χρονιάρες μέρες συνηθίζουμε να διαβάζουμε Παπαδιαμάντη. Από τότε που ήμουν παιδί θυμάμαι πως ο πατέρας μου, ένθερμος θαυμαστής του Μεγάλου των γραμμάτων μας, συνήθιζε τέτοιες μέρες να μας διαβάζει κάποιο από τα «Χριστουγεννιάτικα Διηγήματά» του. Τον μιμήθηκα όταν μεγάλωσα κι απόχτησα δικά μου παιδιά και αποτόλμησα να επαναλαμβάνω την ανάγνωση στις εγγόνες μου.

Κατά σύμπτωση, φέτος επίσης, συμπληρώνονται, 160 χρόνια από τη γέννησή του Παπαδιαμάντη. Τη διπλή αυτή επέτειο το Υπουργείο Πολιτισμού (ας το πούμε έτσι) την αγνόησε, όπως άλλωστε είχε παραλείψει πριν δέκα χρόνια να τιμήσει τα 150 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Σκιαθίτη. Είχε τότε ανακηρυχτεί το 2001 «έτος Εμπειρίκου» γιατί είχαν συμπληρωθεί 100 χρόνια από τη γέννησή του. Στην πραγματικότητα όμως το 2001 έγινε ντε φάκτο έτος Παπαδιαμάντη (από πλευράς εκδόσεων και εκδηλώσεων).

Έτσι και τώρα, το 2011 ανακηρύχθηκε από το λεγόμενο Υπουργείο Πολιτισμού «έτος Ελύτη» αφού φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή του «Άξιον εστί», αλλά να μου το θυμάστε θα γίνει και πάλι ντε φάκτο, έτος Παπαδιαμάντη. Όχι πως έχω τίποτα εναντίον του Ελύτη, που τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές. Αρκεί μόνο το «Άξιον Εστί» για να τον κατατάξει στους πραγματικά μέγιστους ποιητές, της Ευρώπης ολόκληρης, και όχι μόνο της Ελλάδας. Ο Ελύτης λοιπόν γράφει κάπου:

«Όταν βρίσκεστε σε δύσκολες στιγμές, αδελφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό, μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ….».

Πάντως θεωρώ ανεπίτρεπτο από την Πολιτεία να αγνοεί τον μεγάλο, αν όχι τον μέγιστο, από τους πεζογράφους μας.  Βέβαια δεν παραγνωρίζω το γεγονός πως οι σύγχρονοί του διανοούμενοι άργησαν να τον αποδεχτούν, κυρίως δε οι κριτικοί λογοτέχνες όπως ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Όλοι αυτοί, όσο ζούσε, δεν ανέφεραν ούτε λέξη για το έργο του Παπαδιαμάντη.

Αντίθετα άλλες μεγάλες μορφές των γραμμάτων μας, ο Ροϊδης, ο Παλαμάς,  ο Καβάφης και ο Νιρβάνας τον θαύμαζαν. Ο Παλαμάς, ο επισημότερος κριτικός της μεταψυχαρικής περιόδου, συνόψισε τα χαρακτηριστικά της διηγηματογραφικής φυσιογνωμίας του, που «δίνει την άϋλη χαρά της τέχνης». Όπως γράφει, «ένα περιβόλι είναι ο κόσμος που μας παρουσιάζει στις ιστορίες του (…). Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα (…). Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα. Διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο και ό Νιρβάνας, που έγραψε : «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν(…) την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον (…). Ο Καβάφης, τέλος, θεωρούσε το γράψιμό του Παπαδιαμάντη ανυπέρβλητο, γιατί, όπως τόνιζε, στα κείμενά του δεν υπάρχει ούτε μια περιττή λέξη, ενώ έχουν όσες και αυτές ακριβώς που χρειάζονται για να εκφραστούν αυτά που θέλει να πει.

Σήμερα βέβαια το κλίμα είναι τελείως διαφορετικό. Ο Παπαδιαμάντης έχει καθιερωθεί ως ο μεγαλύτερος μας πεζογράφος. Συνέβαλε σημαντικά σ΄ αυτό κι ο παλιός μας δάσκαλος στο Γυμνάσιο, ο Βαλέτας, που αφιερώθηκε στη μελέτη του έργου του. Υπάρχουν φυσικά και σήμερα κάποιες εξαιρέσεις. Προ πενταετίας, εγχώριος λόγιος είχε καταφερθεί κατά της «Παπαδιαμαντολαγνείας», όπως τη χαρακτήρισε. Για να μη μιλήσω για τους πούρους δημοτικιστάδες, είδος ευτυχώς υπό εξαφάνισιν σήμερα, που τον απέρριπταν ασυζητητί, έχοντάς τον κατατάξει στους «καθαρευουσιάνους».

Ο πατέρας μου, που αν μη τι άλλο ήταν έξυπνος και διαβασμένος άνθρωπος (όσοι τον γνώρισαν από κοντά τον έλεγαν σοφό) όταν πρωτόρθε στη Μυτιλήνη, στη δεκαετία του ’20, αντιμετώπισε πολλούς Μυτιληνιούς λόγιους, που λάτρευαν τον Ψυχάρη και απέρριπταν τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη, «γιατί ήταν καθαρευουσιάνοι». Τους είχε πει τότε τα εξής προφητικά, που ευτυχώς είναι γραμμένα και σώθηκαν: «Σε πενήντα χρόνια τον Ψυχάρη σας δε θα τον διαβάζει κανένας, ενώ του Παπαδιαμάντη θα του έχουμε στήσει αγάλματα και τον Καβάφη θα τον μελετούμε σε ειδικά ιδρύματα».

Μιας άλλης μορφής υποτίμηση του Παπαδιαμάντη θεωρώ το επίθετο «Κοσμοκαλόγερος» που του κόλλησαν, καλοπροαίρετα, κάποιοι, ενώ άλλοι τον κατατάσσουν στους θρησκόληπτους. Τίποτα δεν είναι πιο ανακριβές και αταίριαστο για τον συγγραφέα της «Φόνισσας», από το επίθετο αυτό. Στην πραγματικότητα ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν καθόλου «Κοσμοκαλόγερος». Εκτός του ότι ήταν εργαζόμενος (τυπογράφος και δημοσιογράφος), ζούσε μέσα στον κόσμο, ήταν λάτρης του Βάκχου, το έτσουζε κανονικά και του άρεσαν οι γυναίκες. Ερωτικότερο κείμενο από το «Όνειρο στο κύμα» δύσκολα θα βρει κανείς στη νεοελληνική γραμματεία. Εξάλλου, ήταν έντονα πολιτικοποιημένος. Αρκεί να διαβάσετε τους «Χαλασοχώρηδες» και θα το διαπιστώσετε.

Μολονότι ήταν αναμφισβήτητα ευσεβής άνθρωπος, δεν χαριζόταν καθόλου στους επηρμένους ιεράρχες και τους τα έψαλλε κανονικά. Στην υπεροψία και τον αυταρχισμό κάποιων τέτοιων ιεραρχών αναφέρεται το διήγημά του «Η επίσκεψις του Δεσπότη» ενώ σε ένα άλλο γράφει

Εις το βάθος αντίκρυσεν άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα, ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς τον Δεσπότην και Αρχιερέα…

και σε άλλο

… ο γεννάδας, προέτρεπεν το ποίμνιόν του να γίνουν καταδόται, ενδεχομένως και συκοφάνται! Οι εμπαίκται κατακυριεύσουσιν ημών.

Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι ποιητικότατη και μοναδική, όπως και η γλώσσα του Ροϊδη είναι επίσης μοναδική και υπόδειγμα σατιρικού ύφους και κάθε απόπειρα «μεταγλωττισμού» στην τρέχουσα νεοελληνική, της «Φόνισσας» ή της «Πάπισσας Ιωάννας» είναι καταδικασμένες στην αποτυχία και τη γελοιοποίηση. Οι Άγγλοι δεν διανοήθηκαν  να μεταγλωττίσουν τα «Καντερβουργιανά διηγήματα» ούτε οι Γάλλοι τον «Γαργαντούα», μολονότι η γλώσσα του Τσώσερ και του Ραμπελαί, διαφέρουν πολύ από τα σημερινά αγγλικά και γαλλικά, οπωσδήποτε δε, περισσότερο από όσο η καθαρεύουσα από τη δημοτική.

Να μνημονεύουμε λοιπόν Παπαδιαμάντη, αδελφοί, σ΄ αυτές τις δύσκολες μέρες που περνούμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: